189/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11 Μαΐου 2004 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24398/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 424/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21 Μαΐου 2007 αίτηση του ως και τους από 11 Φεβρουαρίου 2008 προσθέτους λόγους, επί των οποίων εκδόθηκε η 1633/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση ο καλών με την από 29 Δεκεμβρίου 2008 κλήση του.
Legislator headnote
AI generated189/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου της στην δικαστική δαπάνη.
Full text
Απόφαση 189 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 189/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Παπανικολάου), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του στις 16 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: I. Π. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Της αναιρεσιβλήτου - καθ' ης η κλήση: Γ. Δ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Γασπαράκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11 Μαΐου 2004 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24398/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 424/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21 Μαΐου 2007 αίτηση του ως και τους από 11 Φεβρουαρίου 2008 προσθέτους λόγους, επί των οποίων εκδόθηκε η 1633/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση ο καλών με την από 29 Δεκεμβρίου 2008 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης, ανέγνωσε την από 25 Απριλίου 2008 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στην σύνθεση λόγω προαγωγής Αρεοπαγίτη Δημητρίου Δαλιάνη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου της στην δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 94 παρ. 1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση. Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων.
Κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο, θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβαση της. Εξάλλου, στο άρθρο 576 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, δηλαδή με πληρεξούσιο δικηγόρο, που να αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής, κατά ένα από τους προαναφερόμενους τρόπους, πληρεξουσιότητας, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι :
διάδικοι, ενώ στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι στην περίπτωση κατά την οποία ο αναιρεσείων, που επισπεύδει τη συζήτηση, δεν εμφανίζεται στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας αυτού προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο του για την επίσπευση της συζητήσεως αυτής, κηρύσσεται άκυρη η κλήση, με την οποία εμφανίζεται ο πληρεξούσιος δικηγόρος του ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μη χωρεί εφαρμογή της προαναφερόμενης διατάξεως του άρθρου 576 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση ως να ήταν παρόντες οι διάδικοι και εντεύθεν, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση αυτής ως προς όλους τους διαδίκους (Α.Π. 2/1992, 8/2009 Ολ).
Στην προκείμενη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση η από 21.5.2007 αίτηση, ως και οι από 11.2.2008 πρόσθετοι λόγοι του αναιρεσείοντος, για αναίρεση της 424/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο εμφανίσθηκε και παραστάθηκε κατά τη συζήτηση ο αναιρεσίβλητος. Ο αναιρεσείων ούτε εμφανίσθηκε, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Από την επί του αντιγράφου της από 29.12.2009 κλήσεως σημείωση του δικ. επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης …, που προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσίβλητος, προκύπτει ότι τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, ως και των προσθέτων αυτής λόγων, επισπεύδει ο αναιρεσείων δια του δικηγόρου Αναστασίου Κοσμίδη, με παραγγελία του οποίου ο ως άνω αρμόδιος δικαστικός επιμελητής επέδωσε στον αναιρεσίβλητο κυρωμένο αντίγραφο της κλήσεως αυτής μαζί με την οικεία πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση της προεπιδοθείσας αιτήσεως, ως και προεπιδοθέντων προσθέτων λόγων αναιρέσεως, για την σημερινή δικάσιμο της 16.11.2009.
Από κανένα όμως στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο απολειπόμενος αναιρεσείων είχε χορηγήσει νομίμως πληρεξουσιότητα στον εν λόγω δικηγόρο για να επισπεύσει τη συζήτηση της υποθέσεως, η δε από 20.2.2008 εξουσιοδότηση, με την οποία, υπογραφόμενη από τον αναιρεσείοντα και περιέχουσα θεώρηση του οικείου αστυνομικού τμήματος για το γνήσιο της εν λόγω υπογραφής, ο τελευταίος εξουσιοδοτεί τον ως άνω δικηγόρο να συντάξει προτάσεις προς υποστήριξη της αναιρέσεως και να προβεί σε κάθε περαιτέρω ενέργεια σχετική με την διεκπεραίωση της εντολής αυτής, δεν πληροί τις προβλεπόμενες στο άρθρο 96 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.
προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής πληρεξουσιότητας (Α.Π. 1633/2008), αλλά ούτε περαιτέρω προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστεί στην παρούσα δικάσιμο από τον αναιρεσίβλητο, αφού ο τελευταίος δεν επικαλείται, ούτε άλλωστε προσκομίζει την οικεία έκθεση επίδοσης. Επομένως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 21.5.2007 αίτησης, ως και των από 11.2.2008 προσθέτων λόγων του Ι. Π., για αναίρεση της 424/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 2 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ