Legislator Case Law & Legislation
189/2006 AI generated

189/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 189/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

189/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την από 4.12.2003 κλήση της αναιρεσείουσας Α. Δ. επαναφέρεται για συζήτηση η από 15.7.2001 αίτησή της για αναίρεση της υπ'αριθ. 23/2001 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, μετά την ματαίωση της συζητήσεως αυτής κατά την δικάσιμο της 3.12.2003. Από την προσκομιζομένη υπ'αριθ. 9435Β/6.10.2004 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αιγίου Κ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 189 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 189/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Βασίλειο Νικόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. θυγατέρας Α. Δ., ως μοναδικής εξ αδιαθέτου κληρονόμου του Α. Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Σφυρή.

Του αναιρεσίβλητου: Σ. Σ. του Α., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29 Δεκεμβρίου 1986 αγωγή του αρχικού ενάγοντος Α. Δ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αιγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 75/908-254/1991 του ίδιου Δικαστηρίου και 1106/1995 μη οριστική 23/2001 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15 Ιουλίου 2001 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Κασιώλας ανέγνωσε την από 3 Ιανουαρίου 2003 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 4.12.2003 κλήση της αναιρεσείουσας Α. Δ. επαναφέρεται για συζήτηση η από 15.7.2001 αίτησή της για αναίρεση της υπ'αριθ. 23/2001 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, μετά την ματαίωση της συζητήσεως αυτής κατά την δικάσιμο της 3.12.2003. Από την προσκομιζομένη υπ'αριθ. 9435Β/6.10.2004 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αιγίου Κ.

Α. προκύπτει ότι επικυρωμένο αντίγραφο της παραπάνω κλήσεως, με την στο τέλος αυτής πράξη, με την οποία ορίσθηκε ως ημέρα για συζήτηση αυτής η 15.12.2004, κατά την οποία, όπως προκύπτει από την υπ'αριθ. 185/17.12.2004 βεβαίωση του αρμοδίου Γραμματέως του Αρείου Πάγου, αναβλήθηκε η συζήτηση αυτής για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, κατόπιν παραγγελίας του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο, στον οποίο, όπως προκύπτει από την προσκομιζομένη υπ' αριθ. 8499Β/18.12.2002 έκθεση επιδόσεως του ίδιου δικαστικού επιμελητή είχε επιδοθεί, κατόπιν παραγγελίας του ίδιου πληρεξουσίου δικηγόρου, και επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Επομένως, εφόσον ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε κατά την τελευταία δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε νομίμως από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε είχε υποβάλλει την κατά το άρθρο 242 Κ.Πολ.Δ. δήλωση περί μη παραστάσεώς του στο ακροατήριο, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του.

Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ. ο από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ο νόμος του απονέμει, όπως τέτοια πλήρους αποδείξεως με ή χωρίς δυνατότητα ανταποδείξεως.

Για να είναι ορισμένος ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ποια είναι η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε στο συγκεκριμένο αποδεικτό μέσο από το δικαστήριο της ουσίας καθώς και που έγκειται, ως προς το αποδεικτικό μέσο, το σφάλμα της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως και με επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ., προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του σχετικά με την έκταση που απόκτησε ο αναιρεσίβλητος με το υπ' αριθμ. 3780/1976 συμβόλαιο δωρεάς, απέδωσε στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης (που διατάχθηκε απ' αυτό) μικρότερη αποδεικτική δύναμη, αφού δέχθηκε ότι η δωρηθείσα έκταση ανέρχεται σε 600 τ.μ.

και όχι σε 886,46 που αυτή (αναιρεσείουσα) ισχυρίζεται. Όμως, σ'αυτόν το λόγο δεν αναφέρεται ούτε η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε στην παραπάνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης από το Εφετείον ούτε που έγκειται το σφάλμα της αποφάσεως ως προς την δύναμη του εν λόγω αποδεικτικού μέσου. Επομένως ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Οι ερμηνευτικοί αυτοί κανόνες εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας, όταν, κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων.

Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας, μπορεί να αναφέρεται στην απόφαση ρητώς, είτε να προκύπτει από αυτήν έμμεσα. Αν παρά την άμεση ή έμμεση αυτή διαπίστωση της υπάρξεως κενού ή αμφιβολίας, το δικαστήριο της ουσίας δεν προσφύγει, για να ανεύρει την αληθινή βούληση των συμβληθέντων, στους ερμηνευτικούς κανόνες που περιέχονται στις παραπάνω διατάξεις, παραβιάζει, με την μη εφαρμογή τους, τους κανόνες αυτούς.

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως και με επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παρόλο που διαπίστωσε αμφιβολίες σχετικά με τη δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων στο ως άνω δωρητήριο συμβόλαιο αναφορικά με τα όρια του μεταβιβαζομένου ακινήτου, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ.

και έτσι παραβίασε αυτούς. Όμως από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων με το ως άνω συμβόλαιο ήταν σαφείς και πλήρεις ότι γι'αυτό δεν διεπίστωσε άμεσα ή έμμεσα κενό ή αμφιβολίες σ'αυτές. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 15 Ιουλίου 2001 αίτηση της Α. Δ. για αναίρεση της υπ'αριθ. 23/2001 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2005.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 1η Φεβρουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ