Legislator Case Law & Legislation
1899/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for challenging evidence assessment errors.

Case Number 1899/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Single Member Court of Appeal. The appellant argued that the lower court distorted the content of a specific administrative document, claiming it accepted facts contrary to the document's actual text. The court ruled this argument inadmissible because it did not allege a diagnostic reading error but rather a subjective evaluation of the evidence, which falls outside the scope of appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 34, 35 of the Civil Code; Articles 62, 63, 313(1)δ of the Code of Civil Procedure; Article 559(20) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the distortion of a document's content is inadmissible if it merely challenges the appellate court's evaluation of the evidence rather than alleging a factual error in reading the document.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal evidence evaluation document distortion appellate review factual assessment

Cited Legislation

AI generated
Articles 34 and 35 of the Civil Code
Articles 62, 63 and 313(1)δ of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Articles 286 and following of the Code of Civil Procedure
Article 493(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 180, 183, 189(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1899 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1899/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ.Γ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αραβαντινό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Φ. συζ. Κ.Ξ., το γένος Γ.Κ., 2) Ι.Κ. του Γ., κατοίκων ... και 3) Κ. συζ. Γ.Κ., το γένος Π. Κ., εκ των οποίων οι 1η παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Καραντζά και ο 2ος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Καραντζά, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι: α) η Κ. συζ. Γ.Κ., το γένος Π.Κ. (3η) απεβίωσε στις 14-3-2020 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της Φ σύζ. Κ.Ξ. (1η) και Ι.Κ. του Γ. (2ος), εκπροσωπούμενοι από τον ίδιο και β) οι αναιρεσίβλητοι παραιτούνται από την ένσταση απαραδέκτου της υπό κρίση αναίρεσης, λόγω εκπροθέσμου αυτής, η οποία (ένσταση) έχει αναγραφεί στις κατατεθείσες προτάσεις τους.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-5-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 178/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1527/2019 του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-10-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 34 και 35 του Α.Κ., 62, 63 και 313 παρ. 1δ του Κ.Πολ.Δ. σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 286 επ. του Κ.Πολ.Δ., όπως οι τελευταίες ισχύουν μετά την 1.1.2016, που εφαρμόζονται κατ' άρθρο 573 παρ. 1 αυτού και στη δίκη της αναίρεσης, προκύπτει ότι, αν κάποιος διάδικος πεθάνει πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, αν ο θάνατος επήλθε μέχρι το τέλος της προφορικής συζήτησης, μετά την οποία εκδίδεται οριστική απόφαση, τότε, εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις, μεταξύ των οποίων και η γνωστοποίηση του θανάτου στον αντίδικο του αποβιώσαντος, επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις που επιχειρούνται μέχρι τη νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας λογίζονται άκυρες, εκτός από την τυχόν έκδοση απόφασης.

Η διακοπή, δηλαδή, της δίκης δεν επέρχεται αυτόματα μόλις συμβεί το γεγονός του θανάτου κάποιου από τους διαδίκους, αλλά απαιτείται να προηγηθεί νομότυπη γνωστοποίηση του γεγονότος αυτού. Αν δεν γίνει η γνωστοποίηση αυτή, δεν επέρχεται διακοπή της δίκης και η απόφαση που εκδίδεται είναι υποστατή και μπορεί να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης.

Αν ο θάνατος επήλθε μετά το πέρας της συζήτησης εκείνης ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της οριστικής επ' αυτής απόφασης, όταν, δηλαδή, δεν υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε, επομένως, στάδιο για διακοπή και επανάληψη της δίκης, το ένδικο μέσο της αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων της, που ασκούνται από τον αντίδικο του θανόντος πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 558 του Κ.Πολ.Δ., να απευθύνονται, σε κάθε περίπτωση, κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του θανόντος, απευθυνόμενο δε κατά του τελευταίου είναι άκυρο, με την προϋπόθεση, όμως, ότι ο αναιρεσείων πριν την άσκηση της αναίρεσης είχε λάβει γνώση, με οποιονδήποτε τρόπο, του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και ν' απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση ή το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων της.

Η αναίρεση ή το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων της που απευθύνονται κατά του θανόντος, χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει τον θάνατο του αντιδίκου του, δεν είναι άκυρα και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτών με τους κληρονόμους του θανόντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης (Ολ.ΑΠ 31/2009, Α.Π. 836/2020, Α.Π. 1165/2014, Α.Π. 65/2006).

Η προαναφερόμενη ακυρότητα, ως αναγόμενη στην έλλειψη της διαδικαστικής προϋπόθεσης της ικανότητας να είναι κάποιος διάδικος, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εφόσον από τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους στοιχεία προκύπτουν οι προϋποθέσεις αυτής, δηλαδή ότι ο θάνατος του αναιρεσίβλητου προηγήθηκε της άσκησης της αναίρεσης ή των πρόσθετων λόγων αυτής και ο αναιρεσείων κατά την άσκηση αυτών γνώριζε το γεγονός αυτό (Α.Π. 65/2006).

Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί, λόγω θανάτου κάποιου διαδίκου, μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση των προσώπων τα οποία, ως κληρονόμοι εκείνου, υπεισέρχονται στην δικονομική του θέση. Εφόσον αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρά, η νόμιμη δυνατότητα του προσώπου να διεξάγει τη δίκη στη θέση του διαδίκου, στον οποίο αφορούσε το διακοπτικό γεγονός, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση περί της επανάληψης και η δίκη συνεχίζεται κανονικά (Α.Π. 836/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 22-10-2021, με τη σύνταξη από τον αρμόδιο γραμματέα του Εφετείου ... της υπ' αριθμ. 8238/1022/22-10-2021 πράξης κατάθεσης, απευθύνεται δε, εκτός άλλων, και κατά της τρίτης αναιρεσίβλητης Κ.Κ., αντιδίκου του αναιρεσείοντος κατά την εφετειακή δίκη (τρίτη εφεσίβλητη), κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (1527/2019 του Μονομελούς Εφετείου ...).

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα, η ως άνω τρίτη αναιρεσίβλητη απεβίωσε στις 14-3-2020 (βλ. το προσκομιζόμενο υπ' αριθμ. πρωτ. 553//2020 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου που έχει συντάξει η Ληξίαρχος του Δήμου ...), δηλαδή μετά την έκδοση της προαναφερόμενης εφετειακής απόφασης, η οποία ειδικότερα, όπως εξ αυτής προκύπτει, δημοσιεύθηκε στις 20-3-2019 και πριν από την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και άφησε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους της, τα τέκνα της, Φ.

συζ. Κ.Ξ., το γένος Γ. και Κ.Κ. (1 ) και Ι.Κ. του Γ. και της Κ. (2ο αναιρεσίβλητο), (βλ. το με αριθμό πρωτ. 15858/28.7.2020 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου ... και το με αριθμό 825/7-9-2020 πιστοποιητικό μη αποποίησης της κληρονομίας του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου ... ...). Από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει γνωστοποίηση στον αναιρεσείοντα από τους κληρονόμους της θανούσης ως άνω αναιρεσίβλητης περί του θανάτου αυτής κατά το προ της ασκήσεως της αναίρεσης χρονικό διάστημα, ούτε προκύπτει από κάποιο αποδεικτικό μέσο ότι ο αναιρεσείων είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του ως άνω θανάτου πριν από την άσκηση της αναίρεσης, η οποία, επομένως, είναι έγκυρη και ισχυρή, παρότι στρέφεται και κατά θανούσης, νόμιμα δε χωρεί η συζήτηση αυτής με τους νόμιμους κληρονόμους της.

Οι τελευταίοι δήλωσαν στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, δια του νομίμως παρισταμένου και εκπροσωπούντος αυτούς πληρεξουσίου δικηγόρου τους Παναγιώτη Καραντζά (ΑΜ 017501 ΔΣΑ), το θάνατο της δικαιοπαρόχου τους και τη συνέχιση της δίκης στο όνομά τους, υπό την προεκτεθείσα ιδιότητά τους, η οποία ουδόλως αμφισβητείται από τον αναιρεσείοντα και, συνεπώς, παραδεκτώς χωρεί η συζήτηση της υπόθεσης ως προς αυτούς.

Με την παρ. 1 του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 (A' 104) ορίζεται ότι: "1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020-31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων.

Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα, οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του Κ.Πολ.Δ., καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 του Κ.Πολ.Δ., ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους", ενώ κατά την παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α' 48) ορίζεται ότι: "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α' 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων.

Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους" και τέλος κατά την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 4792/2021 (A' 54) ορίζεται ότι "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α' 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορωνοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00" (Β' 1194), ήτοι η 6.4.2021" (Α.Π. 1227/2023, Α.Π. 987/2022).

Με την υπό κρίση, από 22-10-2021 (αριθμ. εκθ. κατάθ. 8238/1022/22-10-2021), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 1527/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών και διαφορών μεταξύ ιδιοκτητών και διαχειριστών οροφοκτησίας κατ' ορόφους (άρθρα 648 επ.

Κ.Πολ.Δ, όπως ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015). Η κρινόμενη αίτηση έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (Α 87), διότι, από την επομένη της δημοσίευσης της προσβαλλόμενης υπ' 1527/2019 απόφασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (ήτοι την 21-3-2019), της οποίας δεν έλαβε χώρα επίδοση από κάποιον από τους διαδίκους, άρχισε να τρέχει η ως άνω διετής καταχρηστική προθεσμία, η οποία, χωρίς την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας θα έληγε στις 21-4-2021, λόγω, όμως, της ως άνω αναστολής και της εξ αυτής μη υπολογισμού των χρονικών διαστημάτων από 13-3-2020 έως 31-5-2020 (2 μήνες και 18 ημέρες) και από 7-11-2020 έως 6.4.2021 (5 μήνες) και συνολικά χρονικού διαστήματος 7 μηνών και 18 ημερών, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 74 παρ.1 εδ.α του Ν. 4690/2020 και 83 παρ.1 εδ.α του Ν. 4790/2021, δεν είχε συμπληρωθεί αυτή (διετής προθεσμία) κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ενώπιον του Εφετείου ...

στις 22-10-2021 και νομότυπα (άρθρα 552,553 παρ. 1β, 556,558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, πρέπει, να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ.).

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Με την από 24-5-2011 (αριθ. έκθ. κατάθ. 96899/2944/2011), αγωγή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, εξέθεσε ότι, ο ίδιος και οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι είναι κύριοι οριζοντίων ιδιοκτησιών, που βρίσκονται σε οικόπεδο, εμβαδού 422,92 τ.μ., κείμενο στη ..., οι οποίες συστάθηκαν επί δύο κάθετων ιδιοκτησιών με ποσοστά συγκυριότητας στο οικόπεδο 46% και 54%, των εναγομένων και του ενάγοντος, αντιστοίχως.

Ότι, κατά τον έλεγχο που διενήργησε μηχανικός του, προκειμένου να προβεί στην έκδοση άδειας για κατεδάφιση του υφισταμένου στην κάθετη ιδιοκτησία του παλαιού κτίσματος και στην έκδοση άδειας ανέγερσης νέου πολυώροφου κτιρίου, που θα εξαντλούσε τον, κατά την αναλογία της συμμετοχής του στο ενιαίο οικόπεδο, συντελεστή δόμησης, διαπιστώθηκε η ύπαρξη πολεοδομικών παραβάσεων στην οικοδομή των εναγομένων, η οποία δεν είχε στατική αυτονομία και στηριζόταν στην παλαιά οικία που βρισκόταν στην κάθετη ιδιοκτησία του, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη η κατεδάφιση αυτής, χωρίς να προκύψει κίνδυνος κατάρρευσης της οικοδομής των εναγομένων.

Ότι, εξαιτίας της άρνησης των εναγομένων να αποκαταστήσουν τη στατική επάρκεια του κτιρίου τους, ο εκ μέρους του υποβληθείς, τον Μάϊο του έτους 2008, στην αρμόδια Πολεοδομία, φάκελος για την έκδοση άδειας οικοδομής αρχειοθετήθηκε. Ότι, αν δεν ελάμβανε χώρα η ως άνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων, θα είχε αποπερατώσει την 1-1-2009 την πολυώροφη οικοδομή, αποτελούμενη από ισόγειο και τέσσερις πάνω από το ισόγειο ορόφους, από την εκμετάλλευση δε του κτιρίου αυτού, ως επαγγελματικού, θα κέρδιζε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων σημαντικά χρηματικά ποσά.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε: Α) Να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να προβούν στις λεπτομερώς αναφερόμενες στο ιστορικό της αγωγής εργασίες για τη στατική ενίσχυση και αυτοδύναμη στήριξη της οικοδομής τους, σύμφωνα με την επισυναπτόμενη στην αγωγή έκθεση πραγματογνωμοσύνης, και σε περίπτωση μη συμμόρφωσής τους να απαγγελθεί εις βάρος καθενός των εξ αυτών χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση, Β) Να υποχρεωθούν να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 10.658,83 ευρώ, ως αποζημίωση για τη θετική ζημία που υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά τους, συνισταμένη στις δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε για την έκδοση των αδειών κατεδάφισης του παλαιού κτίσματος και ανέγερσης νέας πολυώροφης οικοδομής και Γ) Να αναγνωρισθεί ότι οφείλουν να του καταβάλουν για διαφυγόντα μισθώματα που θα εισέπραττε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εκμίσθωση του επαγγελματικού κτιρίου τα αναγραφόμενα για τα αντίστοιχα επιμέρους χρονικά διαστήματα χρηματικά ποσά.

Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 178/2014 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, η οποία δέχθηκε εν μέρει αυτήν (αγωγή) και 1) υποχρέωσε τους εναγομένους να προβούν μέσα σε προθεσμία δέκα (10) μηνών από την τελεσιδικία της απόφασης σε α) έλεγχο της στατικότητας του κτιρίου τους και αποτύπωση του φέροντος οργανισμού, β) σύνταξη στατικής μελέτης και ενίσχυσης, όπου απαιτείται, του φέροντος οργανισμού, γ) έκδοση οικοδομικής άδειας και δ) εκτέλεση των απαιτούμενων εργασιών, προκειμένου να προβεί ο ενάγων με ασφάλεια στην καθαίρεση της κατοικίας του, 2) απείλησε σε βάρος των εναγομένων χρηματική ποινή 1.000 ευρώ σε περίπτωση μη συμμόρφωσής τους προς την ανωτέρω διάταξη και 3) υποχρέωσε τους εναγομένους, εις ολόκληρον έκαστο, να καταβάλουν στον ενάγοντα, ως αποζημίωση για τη δαπάνη στην οποία υποβλήθηκε για την αμοιβή της μηχανικού που επιμελήθηκε και κατέθεσε την άδεια κατεδάφισης του παλαιού κτίσματος, το ποσό των 1.253,47 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων, ήδη αναιρεσείων, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου ... την από 1-2-2016 (αριθμ. έκθ. κατ. 448/2016) έφεσή του, με την οποία, επικαλούμενος εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, ζήτησε τη μεταρρύθμιση, άλλως την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης κατά τις προσβαλλόμενες διατάξεις της, ώστε να γίνει δεκτή στο σύνολό της η από 24-5-2011 αγωγή του.

Επί της έφεσης εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1527/2019 αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., με την οποία έγινε τυπικά και εν μέρει κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση, εξαφανίσθηκε εν μέρει η εκκαλούμενη απόφαση κατά τη διάταξή της περί απειλής εις βάρος των εναγομένων χρηματικής ποινής, ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης, κρατήθηκε η υπόθεση από το δευτεροβάθμιο αυτό δικαστήριο και δικάστηκε η αγωγή ως προς το κεφάλαιό της περί απαγγελίας χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης και έγινε δεκτή κατά το κεφάλαιο αυτό, απαγγέλθηκε δε εις βάρος των εναγομένων χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό της.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το παραπάνω άρθρο 300 του Α.Κ.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1του Κ.Πολ.Δικ. (Α.Π. 1546/2014, Α.Π. 1513/2014).

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ.

για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (Α.Π. 1684/2022, Α.Π. 1591/2014, Α.Π. 76/2014). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 551/2018, Α.Π. 1753/2017). Όπως δε προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.

ΑΠ 32/1996). Για το ορισμένο, επίσης, του λόγου της αναίρεσης σε περίπτωση παραβίασης περισσότερων της μίας διατάξεων πρέπει να εξειδικεύονται για καθεμιά απ' αυτές οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου και το υπαγωγικό σφάλμα του τελευταίου. Η από τον παραπάνω λόγο αοριστία του δικογράφου της αναίρεσης, η οποία επάγεται την απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης (άρθρο 562 παρ.1 και 2 Κ.Πολ.Δ.) δεν μπορεί, όπως, άλλωστε και κάθε αοριστία οποιουδήποτε εισαγωγικού δικογράφου της δίκης, να αναπληρωθεί από στοιχεία κείμενα εκτός του αναιρετηρίου, ούτε, ειδικότερα, από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση, που προσβάλλεται με την αναίρεση, γιατί, μεταξύ άλλων, ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να γνωρίζει ποιές από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας είναι αυτές, που, κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστούν το αναιρετικό σφάλμα και, συνακόλουθα, μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που να μη το συνιστούν και να απορριφθεί από το λόγο αυτό η αναίρεση, ενώ αν επιλέγονταν άλλες που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων, αλλά δεν τις εξειδίκευσε στο αναιρετήριο, μπορεί να ήταν διαφορετικό το αποτέλεσμα (Α.Π. 1326/2015, Α.Π. 607/2013).

Στην ως άνω περίπτωση (άρθρ. 559 αριθ. 1α' Κ.Πολ.Δ.), δεν αρκεί η μνεία μεμονωμένων και αποσπασματικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (Ολ.ΑΠ 28/1998, Α.Π. 58/2023, Α.Π. 57/2022, Α.Π. 109/2020, Α.Π. 22/2020).

Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο με πληρότητα και όχι αποσπασματικά είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενό του αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013, Ολ.ΑΠ 20/2005, Α.Π. 58/2023, Α.Π. 1198/2023, Α.Π. 109/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, κατ' ορθή εκτίμηση του νοηματικού περιεχομένου του, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με την αιτίαση ότι το Μονομελές Εφετείο ..., κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 298 εδ.α και 914 του Α.Κ., απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αξίωσή του για καταβολή αποζημίωσης για τη (θετική) ζημία που υπέστη, εξαιτίας της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των αναιρεσίβλητων, συνισταμένη στη δαπάνη στην οποία υποβλήθηκε για την αμοιβή της μηχανικού που επιμελήθηκε τη σύνταξη μελέτης και την κατάθεση φακέλου άδειας ανέγερσης της οικοδομής του, ποσού 9.405,36 ευρώ, απορρίπτοντας το σχετικό λόγο της από 1-2-2016 έφεσής του, με τον οποίο έπληττε την πρωτόδικη απόφαση κατά το κεφάλαιο τούτο και επικυρώνοντας την πρωτόδικη υπ' αριθμ. 178/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την αιτιολογία ότι η ζημία αυτή του ενάγοντος δεν συνδέεται αιτιωδώς με την παράνομη συμπεριφορά των εναγομένων.

Ο προαναφερθείς λόγος, κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, η οποία καθιστά, εν προκειμένω, ανέφικτο τον αναιρετικό του έλεγχο. Αυτό δε διότι, για τη θεμελίωση του λόγου αυτού, δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, με πληρότητα, όπως είναι αναγκαίο, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες νομικές σκέψεις, οι πραγματικές διαπιστώσεις (παραδοχές της ελάσσονος πρότασης) της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο, ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την έλλειψη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των αναιρεσίβλητων και της επικαλούμενης ζημίας του αναιρεσείοντος, υπό τα οποία συντελέσθηκε η παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, παρά μόνο ελάχιστα αποσπάσματα αυτής, τα οποία επέλεξε, κατά το δοκούν, ο αναιρεσείων, αλλά με βάση αυτά και μόνο δεν είναι εφικτός ο έλεγχος της βασιμότητάς του.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997).

Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ένστασης, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων (Α.Π. 49/2022, Α.Π. 50/2020, Α.Π. 536/2019). Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Α.Π. 50/2020, Α.Π. 250/2014) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.

ΑΠ 11/1996). Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 562 παρ. 2 και 3 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται τόσο το περιεχόμενο του, όσο και ο νόμιμος τρόπος που προτάθηκε ή επαναφέρθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ.ΑΠ 15/2000, Α.Π. 93/2020, Α.Π. 1401/2008).

Με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν από αυτόν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι, όπως υποστηρίζει, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον τρίτο λόγο της έφεσής του, όπου ανέφερε ότι η τελική αρχειοθέτηση της άδειας ανέγερσης της οικοδομής του δεν οφείλεται στην ύπαρξη ρυμοτομίας υπέρ της ΕΥΔΑΠ, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσίβλητοι και εσφαλμένα δέχθηκε το Εφετείο (και απέρριψε το σχετικό κονδύλιο αποζημίωσης για τη δαπάνη της μηχανικού, λόγω έλλειψης συνάφειας της ζημίας του με τη συμπεριφορά των εναγομένων), αλλά στην παρέλευση εννεαμήνου από την κατάθεσή του στην αρμόδια Διεύθυνση Πολεοδομίας του Βορείου Τομέα της Νομαρχίας ...

και επίσης (δεν έλαβε υπόψη του) τον πρώτο λόγο έφεσης, με τον οποίο επικαλέσθηκε την 116/2010 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του δικαστικού πραγματογνώμονα Γ.Μ. και την υπ' αριθμ. 132/2010 συμπληρωματική της και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη τα συμπεράσματα αυτών ότι με υπαιτιότητα των αναιρεσίβλητων τα επίδικα κτίρια είναι στατικά εξαρτημένα και εσφαλμένα έκρινε ότι η εκκρεμότητα προς την ΕΥΔΑΠ ήταν ο λόγος μη έκδοσης οικοδομικής άδειας.

Ο άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι δεν καθορίζεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο των άνω ισχυρισμών του. Σε κάθε περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς αυτούς του αναιρεσείοντος, περί παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των αναιρεσίβλητων να ανεγείρουν οικοδομή κατά παράβαση των κανόνων δόμησης, χωρίς στατική επάρκεια και κατά παράβαση των υποβληθέντων στην Πολεοδομία σχεδίων ξυλοτύπων, καθώς και ότι ο αναιρεσείων υποβλήθηκε σε δαπάνη για την αμοιβή της μηχανικού για τη σύνταξη μελέτης και κατάθεσης φακέλου αδείας ανέγερσης πενταώροφου κτιρίου, αλλά τους απέρριψε, εκ των πραγμάτων, κατ' ουσίαν, δεχόμενο, ότι η ζημία αυτή δεν συνδέεται αιτιωδώς με την παράνομη συμπεριφορά των αναιρεσίβλητων και ότι ο υποβληθείς στην Πολεοδομία εκ μέρους του φάκελος αρχειοθετήθηκε, διότι ο ίδιος (αναιρεσείων) δεν αποκατέστησε τις επισημανθείσες, κατά τον έλεγχο του φακέλου, ελλείψεις αναφορικά με τον καθορισμό προσωρινής οριογραμμής του ρέματος και τη διευθέτηση των περιουσιακών αξιώσεων της ΕΥΔΑΠ.

Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ο δεύτερος αναιρετικός λόγος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ γ του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (Α.Π. 70/2008, Α.Π. 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (Ολ.ΑΠ 42/2002, Α.Π. 953/2005), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (Α.Π. 1874/2008), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο).

Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου.

Έτσι, ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσία αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποιά αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποιά έμμεση απόδειξη.

Μη λήψη υπόψη, πάντως δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα (Α.Π. 455/2014, Α.Π. 1072/2005). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίστηκαν με επίκληση, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο αυτά, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους και να καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 1346/2023, Α.Π. 424/2021, Α.Π. 15/2021).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη και δεν αξιολόγησε τα νομίμως προσκομισθέντα έγγραφα και ειδικότερα: 1) το με α.α. 49 έγγραφο, το οποίο αποτυπώνει τη διαδικασία προσκύρωσης διευθετημένου ρέματος σε όμορη ιδιοκτησία από την ηλεκτρονική σελίδα της ΕΥΔΑΠ και β) το με α.α. 50 έγγραφο στο οποίο αποτυπώνονται τα άρθρα 300 έως 309 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας περί της διαδικασίας προσκύρωσης, τακτοποίησης οικοπέδων, τα οποία (έγγραφα), κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, εάν είχε λάβει υπόψη του το Εφετείο θα κατέληγε στο εντελώς αντίθετο πόρισμα, ότι δηλαδή δεν ήταν η ΕΥΔΑΠ ο λόγος για τον οποίο δεν έγινε δεκτός ο φάκελος για χορήγηση οικοδομικής άδειας από την αρμόδια Πολεοδομία.

Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος που αναφέρεται στη μη λήψη υπόψη από το Εφετείο του με α.α. 50 εγγράφου, στο οποίο αποτυπώνονται τα άρθρα 300 έως 309 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού τα νομοθετικά κείμενα δεν αποτελούν αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 1418/1997), ενώ κατά το υπόλοιπο μέρος του, που αναφέρεται στη μη λήψη υπόψη του με α.α. 49 αποδεικτικού εγγράφου, που αποτυπώνει τη διαδικασία προσκύρωσης διευθετημένου ρέματος σε όμορη ιδιοκτησία, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν εκτίθεται το περιεχόμενο του άνω εγγράφου και δεν καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με το εν λόγω αποδεικτικό μέσο και ο λόγος για τον οποίο ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 424/2021).

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 του K.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.

του K.Πολ.Δ., εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει, ως προς το έγγραφο, σε σφάλμα ανάγνωσής του, όταν δηλαδή αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από αυτό που πράγματι έχει, δηλαδή, ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και, στη συνέχεια, εξαιτίας της παραμόρφωσης αυτής, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στηρίζοντας την κρίση του αποκλειστικά ή κυρίως στο έγγραφο που κατά τον τρόπο αυτό παραμορφώθηκε.

Επομένως, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ αναγιγνώσκει ορθώς, όπως αυτό έχει, το περιεχόμενο του εγγράφου, εκτιμά ακολούθως αυτό κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, αφού η εκτίμησή του αυτή είναι, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του K.Πολ.Δ., αναιρετικώς ανέλεγκτη, αλλά ούτε και όταν το Δικαστήριο της ουσίας, ακόμη και αν παραμόρφωσε το έγγραφο, περιορίσθηκε να το συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να προσδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα σε αυτό για το σχηματισμό της κρίσης του, χωρίς, δηλαδή, να στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο σε αυτό (Ολ.Α.Π 2/2008, Α.Π. 687/2024, Α.Π. 70/2022, Α.Π. 78/2022).

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, για να είναι ορισμένος, θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται μεταξύ άλλων: α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, κατά λέξη παρατιθέμενου, β) το διαφορετικό περιεχόμενο που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι έχει το έγγραφο αυτό, ούτως ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, με εκείνο που φέρεται να δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση να υπάρχει η δυνατότητα κρίσης από τον Άρειο Πάγο περί της ύπαρξης διαγνωστικού σφάλματος κατά την ανάγνωση του εγγράφου, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, δ) η επιρροή που είχε η λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου και ε) να εκτίθεται (ή να προκύπτει) ότι πρόκειται για έγγραφο από εκείνα που προβλέπονται στα άρθρα 339 ή 432 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 14/2022, Α.Π. 816/2022).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, ο αναιρεσείων, με επίκληση της παραπάνω διάταξης του αριθμού 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αποδίδει, με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο, στη προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου εγγράφου και ειδικότερα, προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 22-5-2008 υπ' αριθμ. 7066/2008 εγγράφου της Διεύθυνσης Πολεοδομίας-Τμήμα Έκδοσης Οικοδομικών Αδειών, το οποίο φέρει την υπογραφή της Προϊσταμένης του εν λόγω Τμήματος κ.

Η., με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι με αυτόν δεν αποδίδεται διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενο του εν λόγω αποδεικτικού εγγράφου, δηλαδή λάθος κατά την ανάγνωση, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου του, που δεν ιδρύει τον άνω αναιρετικό λόγο, ανεξαρτήτως του ότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ανέγνωσε και συνεκτίμησε το εν λόγω έγγραφο μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις που προσκόμισαν οι διάδικοι, χωρίς να στηρίξει την κρίση του μόνο σ' αυτό ή κυρίως σ' αυτό.

Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί αναφέρεται στην εκτίμηση του περιεχομένου του πιο πάνω εγγράφου για τη συναγωγή, από το Εφετείο, αποδεικτικού συμπεράσματος, διάφορου από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, στη περίπτωση δε αυτή πρόκειται για πλημμέλεια αναγόμενη αποκλειστικά στην κυριαρχική εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία εκφεύγει καθ' εαυτή από τον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 687/2024, ΑΠ 1630/2023, ΑΠ 1170/2022).

Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-10-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. 8238/1022/22-10-2021) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1527/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ....

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσε ο αναιρεσείων, για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β' αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ