Legislator Case Law & Legislation
1899/2023 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on debt claims arising after business transfer, rejecting pre-transfer claims as binding.

Case Number 1899/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against a final judgment regarding labor debt claims between employees and a company. The court found that claims generated before a business transfer were binding on the successor company, while claims arising after the transfer were not. Consequently, the judgment was annulled regarding pre-transfer debts and remitted for retrial on post-transfer claims.

Legislator headnote

AI generated

Articles 321, 324, 325, 325(2), 486 of the Code of Civil Procedure; Articles 225(1), 225(2), 225(3) of the Code of Civil Procedure; Article 919 of the Code of Civil Procedure: Pre-transfer debt claims bind the successor company, but post-transfer claims do not create res judicata against the new entity.

Keywords

AI generated
res judicata business transfer successor liability labor debt partial annulment res judicata exception employment claims

Cited Legislation

AI generated
Articles 321, 324, 325(1) of the Code of Civil Procedure
Article 486 of the Code of Civil Procedure
Articles 225(1), 225(2), 225(3) of the Code of Civil Procedure
Article 919 of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 22/2004
Supreme Court Case 740/2000

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1899 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1899/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα - Ξένου - Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Β. Σ. του Ν., κατοίκου ..., και 2) Μ. Κ. του Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Δούναβη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Κωνσταντίνας Χόρτη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-11-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1613/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2426/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 27-7-2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα - Ξένου - Κοκολέτση. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Mε την, από 27.7.2020 και αριθ. εκθ. κατάθ. 5873/718/12.8.2020, αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, υπ` αριθ. 2426/2020, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η εν λόγω αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564, 566 και 569 ΚΠολΔ και πρέπει κατά τη διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ίδιου Κώδικα να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

2. Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 324, 325 αριθ. 1 ΚΠολΔ και 486 ΑΚ προκύπτει ότι δεν παράγεται δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση εκδοθείσα μεταξύ άλλων προσώπων, όπως είναι η απόφαση που εκδίδεται σε δίκη μεταξύ του δανειστή και ενός από τους εις ολόκληρον συνοφειλέτες (ΑΠ 22/2004).

Συνεπώς, επί οφειλής εις ολόκληρον υπάρχει παθητική ομοδικία μεταξύ των συνεναγομένων συνοφειλετών και το δεδικασμένο που δημιουργείται για τον ένα από αυτούς δεν ισχύει, κατ` αρχήν, και για τους άλλους (ΑΠ 740/2000). Από το συνδυασμό, όμως, των διατάξεων των άρθρων 225 παρ. 1 και 2 και 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο ειδικός διάδοχος του διαδίκου, είτε με βάση σύμβαση, είτε από το νόμο, είτε με πολιτειακή βούληση, εφόσον η διαδοχή συντελέστηκε μετά την εκκρεμοδικία, δηλαδή μετά την κατάθεση της αγωγής, δεσμεύεται από το δεδικασμένο που παράγεται από την τελεσίδικη απόφαση, που εκδόθηκε στη δίκη με τον αρχικό διάδικο (ΑΠ 470/2016, 714/2013).

Αντιθέτως δε, το δεδικασμένο δεν ισχύει για εκείνους που έγιναν ειδικοί διάδοχοι των διαδίκων πριν την έναρξη της δίκης και εξακολουθούν να είναι δικαιούχοι και κατά τη διάρκειά της (ΑΠ 470/2016, 2009/2013). Από τα παραπάνω προκύπτει ότι εκείνος που κατέστη συνοφειλέτης ως ειδικός διάδοχος αρχικού συνοφειλέτη, όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το τέλος της, δεσμεύεται από το δεδικασμένο της τελεσίδικης απόφασης που εκδόθηκε με τον αρχικό συνοφειλέτη, παρά την υφιστάμενη μεταξύ τους παθητική εις ολόκληρον ενοχή.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 919 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, η αναγκαστική εκτέλεση γίνεται, όταν πρόκειται για δικαστικές αποφάσεις, υπέρ και κατά των προσώπων έναντι των οποίων ισχύει δεδικασμένο. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 "η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, οπωσδήποτε επερχομένη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος".

Ο ίδιος κανόνας περιέχεται και στο άρθρο 9 παρ. 1 του Β.Δ. 16/18-7-1920. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 3 παρ. 1 και 2 του π.δ/τος 572/1988, με το οποίο εναρμονίσθηκε η ελληνική νομοθεσία προς εκείνη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ειδικότερα προς τις διατάξεις της 77/187/ΕΟΚ Οδηγίας "τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις, που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας, που υφίστανται κατά την ημερομηνία της για οποιονδήποτε λόγο μεταβίβασης, βαρύνουν, εξαιτίας της μεταβίβασης αυτής, τον διάδοχο.

Με την επιφύλαξη της επομένης παραγράφου (η οποία αναφέρεται σε δικαιώματα, από τυχόν υφιστάμενα συστήματα επαγγελματικής ή διεπαγγελματικής ασφάλισης), μετά τη για οποιονδήποτε λόγο, μεταβίβαση, ο διάδοχος τηρεί τους όρους εργασίας, που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας".

Η εν λόγω Οδηγία τροποποιήθηκε με την αντίστοιχη 98/50/ΕΚ, με την οποία επιχειρήθηκε, μεταξύ άλλων να διευκρινιστεί με βάση τη νομολογία του ΔΕΚ η νομική έννοια της μεταβίβασης της επιχείρησης, να προβλεφθεί ρητά η εφαρμογή της στις ιδιωτικές και δημόσιες επιχειρήσεις και να προστατευτούν οι εργαζόμενοι από τις αρνητικές συνέπειες της μεταβίβασης της επιχείρησης.

Για την εξασφάλιση της προστασίας, ενδιαφέρει η διατήρηση των θέσεων εργασίας (η "υπόστασή" τους) και το αμετάβλητο των όρων παροχής αυτής (το "περιεχόμενό" τους, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και οι όροι αμοιβής) υπό το νέο φορέα της οικονομικής δραστηριότητας, που καθίσταται ο νέος εργοδότης. Η ερμηνεία τόσο της προϊσχύσασας Οδηγίας 77/187/ΕΟΚ όσο και της ήδη ισχύουσας Οδηγίας 98/50/ΕΚ γίνεται από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (τότε ΔΕΚ) με ευρύ τρόπο.

Με τρόπο, δηλαδή, ο οποίος ευνοεί την κατάφαση "μεταβίβασης" ακόμη και σε περιπτώσεις, στις οποίες αυτή εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε να αμφισβητηθεί (ενδεικτικά: απόφαση ΔΕΚ της 2-12-1999 υπόθεση C-234/98 [Allen κλπ] Συλλογή 1987 σ. Ι-8643, απόφαση ΔΕΚ της 11-3-1997 υπόθεση C-13/1995 [Suzen] Συλλογή 1997 σ. Ι-1259, απόφαση ΔΕΚ της 19-9-1995 υπόθεση C-48/94 [Rygaard] Συλλογή 1995 σ.

Ι- 2745). Προς προσαρμογή στην εν λόγω Οδηγία εκδόθηκε το π.δ. 178/2002 "Μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων...", οι διατάξεις του οποίου, κατά το άρθρο 2 αυτού, εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή, εκ του νόμου, μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων σε άλλον εργοδότη.

Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 4 του ανωτέρω π.δ/τος, "δια της μεταβιβάσεως και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας μεταβιβάζονται στον διάδοχο. Ο μεταβιβάζων και μετά τη μεταβίβαση ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον διάδοχο, για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι τον χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος".

Ως "μεταβιβάζων" νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο, λόγω μεταβίβασης, χάνει την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης, ενώ ως "διάδοχος" νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο, λόγω μεταβίβασης, αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης.

Κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, για να υπάρχει μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών πρέπει να μεταβιβάζονται τόσα, επί μέρους, στοιχεία της επιχείρησης και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να διατηρούν την οργανική τους ενότητα και υπό τον νέο φορέα (εργοδότη), ικανά να πραγματοποιήσουν τον επιδιωκόμενο κερδοσκοπικό, οικονομικό ή τεχνικό σκοπό, γεγονός που συμβαίνει, όταν η, κάθε είδους, ανάληψη και συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας από τρίτον δεν μεταβάλλει την ταυτότητα της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, δηλαδή συνεχίζεται η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση (ΑΠ 14/2012, 200/2009, 259/2006).

Ο τρόπος της μεταβιβάσεως δεν ενδιαφέρει. Αρκεί το πραγματικό γεγονός ότι ο παλαιός εργοδότης χάνει την ιδιότητα του φορέα της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και ο διάδοχος του αποκτά την ιδιότητα αυτή, έστω και προσωρινά. Η κρίση για τη διατήρηση ή μη της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας και, επομένως, για το αν συντρέχει μεταβίβαση επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή τμημάτων τους, εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης.

Στο πλαίσιο της συνολικής αυτής εκτίμησης κρίσιμα είναι τα εξής στοιχεία : 1) Η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτίρια, μηχανήματα κ.λπ.), 2) η μεταβίβαση ή μη άυλων αγαθών και η αξία τους, 3) η απασχόληση ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης από τον νέο επιχειρηματία, 4) η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, 5) ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση, και 6) η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών (ΑΠ 1148/2017, 1850/2006).

Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, πεδίο εφαρμογής του εξεταζόμενου θεσμού υπάρχει μόνον, όταν το στοιχείο που μεταβάλλεται στην εργασιακή σχέση είναι το πρόσωπο του εργοδότη, ενώ παραμένουν αμετάβλητα όλα τα άλλα. Εξ αντιδιαστολής συνάγεται, ότι δεν εφαρμόζεται ο θεσμός αυτός, όταν στη σχέση εργασίας το μεταβαλλόμενο στοιχείο δεν είναι ο εργοδότης.

Τέτοια περίπτωση συντρέχει όταν ο εργοδότης είναι νομικό πρόσωπο και μεταβάλλονται μόνον τα στοιχεία που συνδέονται με την εσωτερική δομή και λειτουργία του χωρίς, όμως, να μεταβάλλεται το νομικό πρόσωπο, όπως συμβαίνει επί κεφαλαιουχικών εταιριών, όταν αλλάζουν τα πρόσωπα των μετόχων, μεταβάλλεται η σύνθεση του Δ.Σ.

κλπ (ΑΠ 647/2003). Σύμφωνα δε με το άρθρο 4 παρ. 1 του π.δ/τος 178/2002, η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, κατά την έννοια που αναφέρθηκε, συνεπάγεται, ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβίβασης, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις και απαλλαγή του προηγούμενου εργοδότη για το μετά τη μεταβολή, χρονικό διάστημα.

Το αποτέλεσμα αυτό επέρχεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συναίνεση των εργαζομένων (ΑΠ 200/2009, 1468/2007, 1551/2006). Ενόψει αυτών, ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται σε όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις προϋφιστάμενες εργασιακές σχέσεις, χωρίς αυτές και τα εν γένει δικαιώματα των μισθωτών να επηρεάζονται από τη μεταβίβαση, είτε τα δικαιώματα αυτά προέρχονται από Σ.Σ.Ε., από ατομική σύμβαση εργασίας ή από διαιτητική απόφαση, αρκεί η επιχείρηση να συνεχίζεται ως οικονομική μονάδα και να διατηρεί την ταυτότητά της με τον νέο φορέα, επιδιώκοντας τον ίδιο κερδοσκοπικό ή οικονομικό σκοπό (ΑΠ 1148/2017, 14/2012).

Μεταβιβάζεται, δηλαδή, το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, ενοχικών και διαπλαστικών, καθώς και των προσδοκιών από τον παλαιό στον νέο εργοδότη (ΑΠ 390/2008), ο οποίος έτσι καθίσταται ειδικός διάδοχος αυτού. Ειδικότερα, ως χρέη της περιουσίας που μεταβιβάστηκε, νοούνται οποιασδήποτε φύσης, είτε εκ σύμβασης είτε εξ αδικοπραξίας, αρκεί ο γενεσιουργός αυτών νομικός λόγος να υπήρχε κατά τον χρόνο της μεταβίβασης (ΑΠ 909/2010), με την έννοια δε αυτή περιλαμβάνονται και εκείνα που, κατά το χρόνο της μεταβιβαστικής σύμβασης, τελούν υπό προθεσμία ή αίρεση, θεωρείται δε το χρέος γεννημένο πριν από τη μεταβίβαση, εφόσον τα παραγωγικά του γεγονότα είχαν συντελεστεί κατά τον χρόνο αυτόν, έστω και αν κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό μεταγενέστερα.

Πρέπει δηλαδή να έχουν συντελεστεί τα παραγωγικά της γέννησης του χρέους γεγονότα, κατά τον χρόνο της μεταβίβασης και να μην γεννήθηκαν μεταγενέστερα, αρκεί να προέρχονται από μεταβολή ή επέκταση της ενοχής, που υπήρχε κατά τη μεταβίβαση, όπως οι τόκοι, ήτοι να υφίσταται πριν από τον κρίσιμο αυτό χρόνο της μεταβίβασης, ο νομικός λόγος της γέννησής τους, και αν ακόμα τα λοιπά περιστατικά ανέκυψαν μεταγενέστερα και κατέστη αυτό το χρέος στη συνέχεια ληξιπρόθεσμο και απαιτητό (ΑΠ 1148/2017, 736/2002, 1154/1998), αρκεί να έχει καταστεί ληξιπρόθεσμο και απαιτητό κατά τον χρόνο της πρώτης επ' ακροατηρίω συζήτησης της αγωγής.

Από το όλο πλέγμα των διατάξεων του ως άνω π.δ/τος 178/2002 και του ν. 2112/1920, προκύπτει ότι βασικός σκοπός αυτών είναι η προστασία των εργαζομένων από τις αρνητικές συνέπειες που μπορεί να έχει γι` αυτούς η αναδιάρθρωση, εξυγίανση και εν γένει μεταβίβαση της επιχείρησης. Με τις διατάξεις αυτές, καθιερώνεται, κατά κάποιο τρόπο, "πλάσμα δικαίου", με το οποίο, ουσιαστικά, ο νέος εργοδότης ταυτίζεται με τον προηγούμενο, ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, η δε εργασιακή σύμβαση του μισθωτού, θεωρείται ως μία και αδιαίρετη (ΑΠ 995/2017).

Είναι προφανές ότι η εν λόγω διάταξη διασπά την, κατά το άρθρο 479 ΑΚ, αρχή της περιορισμένης ευθύνης του αποκτώντος την επιχείρηση και καθιερώνει και για αυτόν απεριόριστη ευθύνη έναντι των μεταφερόμενων μισθωτών. Σύμφωνα, όμως, με το ίδιο ως άνω άρθρο 4 παρ. 1 του π.δ/τος 178/2002, ο προηγούμενος εργοδότης, και μετά τη μεταβίβαση, ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον νέο εργοδότη για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι τον χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος (ΑΠ 525/2013, 339/2011).

Καθιερώνεται δηλαδή, για τις ανωτέρω υποχρεώσεις, παθητική εις ολόκληρον ενοχή μεταξύ του παλαιού και του νέου εργοδότη (άρθρο 481 ΑΚ), η οποία, όμως, εφόσον η υποχρέωση του νέου εργοδότη επέρχεται λόγω ειδικής διαδοχής στην υφιστάμενη υποχρέωση του παλαιού, δεν αποκλείει εννοιολογικά, ενόψει της διάταξης του άρθρου 486 ΑΚ, την ειδική διαδοχή στην υποχρέωση και, συνακόλουθα, την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 325 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Κατά συνέπεια, σε περίπτωση μεταβολής στο πρόσωπο του εργοδότη, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 325 και 919 ΚΠολΔικ, η εκδοθείσα σε βάρος του παλαιού, δικαστική απόφαση δημιουργεί δεδικασμένο και μπορεί να εκτελεστεί και κατά του νέου εργοδότη (ΑΠ 959/2022, 575/2019, 116/2021, 1378/2021).

3. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ.

ΑΠ 10/2011). Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. (ΑΠ 726/2017, 319/2015, 1060/2014).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται (και) αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημά της (ΟλΑΠ 2/2019).

Το ορισμένο ή αόριστο και το νόμιμο ή μη του δικογράφου της αγωγής, όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται σ` αυτή και αποτελούν την ιστορική της βάση, εκτιμάται μεν κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας, εφόσον το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ δεν ανάγει σε λόγο αναιρέσεως την εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, εάν όμως το δικαστήριο εκείνο έλαβε υπόψη γεγονότα εκτός της αγωγής ή αγνόησε τέτοια περιεχόμενα σ` αυτή, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στη δίκη ως αναγκαία για τη νομιμότητά της, ιδρύεται αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ (ΑΠ 1309/2020, 430/2002). 4.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο του δικογράφου της ένδικης αγωγής, το οποίο εκτιμάται, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ως διαδικαστικό έγγραφο, σ' αυτό εκτίθενται ότι οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες προσλήφθηκαν στις 19.4.1994 η πρώτη και στις 15.1.1995 η δεύτερη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την πρώτη εναγόμενη και μη διάδικο στην παρούσα δίκη, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους ως υπάλληλοι (ταμίας- διευθύντρια και ταμίας, αντίστοιχα) με τελευταίο συμφωνηθέντα μηνιαίο μισθό 1.183,01 και 1.241,47 ευρώ, αντίστοιχα.

Ότι η ως άνω εργοδότριά τους έπαυσε από τον μήνα Μάϊο του έτους 2012 να τους καταβάλει τις δεδουλευμένες αποδοχές τους και ότι από 26.2.2013 άσκησαν το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας τους, η οποία κρίθηκε νόμιμη με την 242/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και υποχρεώθηκε η πρώτη εναγόμενη να καταβάλει στην πρώτη το ποσό των 17.153,65 ευρώ και στη δεύτερη το ποσό των 19.808,41 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και μισθούς υπερημερίας από τον μήνα Μάϊο του έτους 2012 έως και τον μήνα Ιούνιο του έτους 2013 και επίδομα Πάσχα του έτους 2013.

Ότι, πρόσφεραν την εργασία τους στην πρώτη εναγόμενη εταιρεία μέχρι στις 9.7.2013, οπότε η τελευταία τους κατάγγειλε τη σύμβαση εργασίας τους, χωρίς όμως να τους καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, η οποία τους επιδικάστηκε, μετά από άσκηση σχετικής αγωγής, με την, υπ' αριθ. 950/2015, τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία εργατικών διαφορών).

Ότι, επιπλέον των ανωτέρω ποσών, που τους έχουν ήδη επιδικαστεί, η ως άνω εργοδότριά τους πρώτη εναγόμενη εταιρεία τους οφείλει, για αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1.7.2013 έως 9.7.2013, για αποδοχές και επιδόματα άδειας για τα έτη 2012 και 2013 και αναλογία εορτών Χριστουγέννων έτους 2013 το συνολικό ποσό των 4.298,25 ευρώ στην πρώτη και το συνολικό ποσό των 3.269,19 ευρώ στη δεύτερη.

Ότι για τις ανωτέρω συνολικές απαιτήσεις τους κατά της πρώτης εναγόμενης ευθύνονται, εις ολόκληρον με αυτή, αφενός η δεύτερη εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", η οποία ιδρύθηκε στις 6.2.2013 και απέκτησε την επιχείρηση, που μέχρι τότε ασκούσε η πρώτη εναγόμενη, ήτοι δύο καταστήματα σούπερ μάρκετ, αξίας 400.000 ευρώ, τα οποία αποτελούσαν και τα μόνα περιουσιακά στοιχεία της (πρώτης εναγόμενης), καθώς άπαντα τα λοιπά καταστήματά της είχαν ήδη μεταβιβαστεί ή κλείσει, η δε δεύτερη εναγόμενη τελούσε σε γνώση ότι η επιχείρηση που αποκτούσε αποτελούσε το σύνολο της περιουσίας της πρώτης εναγόμενης, αφετέρου δε οι τρίτος και τέταρτος των εναγόμενων και μη διάδικοι στην παρούσα δίκη, μέτοχοι και νόμιμοι εκπρόσωποι της πρώτης εναγόμενης, για τον λόγο ότι καταχρηστικά επικαλούνται την αυτοτέλεια του νομικού προσώπου της εταιρείας, καθώς παρέλειπαν να την χρηματοδοτούν επαρκώς και κάλυπταν μέσω της εταιρικής περιουσίας προσωπικά τους έξοδα, συγχέοντας έτσι την προσωπική τους με την εταιρική περιουσία.

Περαιτέρω επικαλούμενες ότι όλες οι ένδικες απαιτήσεις τους είχαν γεννηθεί πριν τη σύμβαση μεταβίβασης της επιχείρησης της πρώτης εναγόμενης στη δεύτερη απ' αυτές, ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον έκαστος, να τους καταβάλουν : Α) στην πρώτη ενάγουσα: α) όλοι οι εναγόμενοι το ποσό των 4.298,25 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας από 1.7.2013 έως 9.7.2013, αποδοχές και επίδομα αδείας για τα έτη 2012 και 2013 και αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2013, β) οι δεύτερη, τρίτος και τέταρτος των εναγόμενων το ποσό των 15.379,13 ευρώ, που της έχει ήδη επιδικαστεί με την, υπ' αριθ. 242/2015, τελεσίδικη απόφαση και γ) να αναγνωριστεί ότι οι ίδιοι εναγόμενοι της οφείλουν επιπλέον το ποσό των 21.099,96 ευρώ, που της έχει ήδη αναγνωριστεί ότι της οφείλεται με τις υπ' αριθ. 242/2015 και 950/2015 τελεσίδικες αποφάσεις, Β) στη δεύτερη ενάγουσα :

α) όλοι οι εναγόμενοι το ποσό των 3.206,19 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας από 1.7.2013 έως 9.7.2013, αποδοχές και επίδομα αδείας για τα έτη 2012 και 2013 και αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2013, β) οι δεύτερη, τρίτος και τέταρτος των εναγόμενων το ποσό των 15.493,54 ευρώ, που της έχει ήδη επιδικαστεί με την, υπ' αριθ. 242/2015, τελεσίδικη απόφαση και γ) να αναγνωριστεί ότι οι ίδιοι εναγόμενοι της οφείλουν επιπλέον το ποσό των 23.143,83 ευρώ, που της έχει ήδη αναγνωριστεί ότι της οφείλεται με τις, υπ' αριθ. 242/2015 και 950/2015, τελεσίδικες αποφάσεις.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, ερήμην της πρώτης εναγόμενης, η υπ' αριθ. 1613/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποίαν, αφού κρίθηκε νόμιμη, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν ως προς τους τρίτο και τέταρτο των εναγόμενων, έγινε δεκτή κατ' ουσίαν ως προς τις πρώτη και δεύτερη των εναγόμενων, οι οποίες:

α) υποχρεώθηκαν να καταβάλουν, εις ολόκληρον η καθεμία, στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 4.298,25 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο, υποχρεώθηκε η δεύτερη εναγόμενη να καταβάλει στην ίδια ενάγουσα το ποσό των 15.379,13 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο και β) αναγνωρίστηκε ότι η δεύτερη εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στην ίδια ενάγουσα το ποσό των 21.099,96 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο, γ) υποχρεώθηκαν να καταβάλλουν, εις ολόκληρον η καθεμία, στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 3.296,96 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο, υποχρεώθηκε η δεύτερη εναγόμενη να καταβάλει στην ίδια ενάγουσα το ποσό των 15.493,54 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο και αναγνωρίστηκε ότι η δεύτερη εναγόμενη οφείλει να καταβάλλει στην ίδια ενάγουσα το ποσό των 23.143,83 ευρώ.

Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε η από 20.9.2019 και αριθ. κατάθ. 80666/6277/23.9.2019, έφεση της δεύτερης εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας και το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τους αναιρετικούς λόγους έλεγχο μέρος ότι, σύμφωνα με το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής ".... οι ενάγουσες ισχυρίστηκαν ότι οι αξιώσεις τους σε βάρος της πρώτης εναγόμενης εργοδότριας εταιρείας με την επωνυμία "..." για δεδουλευμένες αποδοχές από το μήνα Μάϊο του έτους 2012 έως και το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2013, αποδοχές υπερημερίας από το μήνα Μάρτιο του έτους 2013 έως και το μήνα Ιούνιο του ιδίου έτους και επίδομα εορτών Πάσχα του ίδιου έτους, για τις οποίες εκδόθηκε η υπ' αριθ. 242/2015 καταστάσα τελεσίδικη απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, καθώς και οι αξιώσεις τους για καταβολή αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας της συμβάσεώς τους από την ίδια ως άνω εργοδότρια εταιρεία, για τις οποίες εκδόθηκε η υπ' αριθ. 950/2015, καταστάσα τελεσίδικη απόφαση του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου, ασκήθηκαν δια των, από 1.7.2013 και αριθ.

κατ. 92489/3153/3.7.2013, αγωγής και από 17.12.2013 και αριθ. κατ. 172388/5769/17.12.13 αγωγών, αντιστοίχως.

Συνεπώς, οι αξιώσεις τους αυτές κατέστησαν εκκρεμείς στις σχετικές ανοιγείσες δίκες από τις 3.7.13 και 17.12.13, αντιστοίχως, με δεδομένο ότι εχώρησαν και αντίστοιχες επιδόσεις των ως άνω αγωγών προς ολοκλήρωση της ασκήσεώς τους, κατ' άρθρο 215 παρ. 1 ΚΠολΔ. Παράλληλα εκτίθενται ότι η πρώτη εργοδότρια εναγόμενη εταιρεία με την επωνυμία "..." από τις αρχές Φεβρουαρίου του έτους 2013 είχε παύσει να λειτουργεί (είχε αδρανοποιηθεί) και είχε μεταβιβάσει την επιχείρησή της "ως σύνολο" στην τότε ιδρυθείσα και νυν εναγόμενη εκκαλούσα εταιρεία και δη από 6.2.2013, οπότε αυτή και ιδρύθηκε με το υπ' αριθ. ... συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Πειραιά Γ. Ε.. Τ.. Επομένως, κατά τους ισχυρισμούς των εναγουσών η μεταβίβαση της επιχείρησης της πρώτης εναγόμενης εταιρείας στη δεύτερη εναγόμενη εταιρεία έλαβε χώρα σε χρόνο (6.2.2013) πριν καταστούν εκκρεμείς σε σχέση με την δεύτερη εναγόμενη εταιρεία οι ως άνω αξιώσεις τους που εξοπλίστηκαν ήδη με τον ως άνω εκτελεστό τίτλο. Ως εκ τούτου, με την ως άνω μεταβίβαση επιχείρησης δεν εχώρησε ταυτόχρονα και διαδοχή των αξιώσεων αυτών των εναγουσών ως παθητικό της πρώτης εργοδότριας εταιρείας στη δεύτερη και ήδη εκκαλούσα εταιρεία.

Συνεπώς, ως προς τα κεφάλαιά της αυτά η αγωγή, και δη για την πρώτη συνολικού ποσού ύψους 36.479,09 ευρώ (17.153,65 € + 19.325,44 €) και για την δεύτερη ενάγουσα συνολικού ποσού ύψους 38.637,37 € (19.808,41 € + 18.828,96 €), είναι μη νόμιμη ως προς την δεύτερη εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα. Περαιτέρω, ως προς τα κεφάλαια της αγωγής που εμπεριέχουν αξιώσεις των εναγουσών σε βάρος και της δεύτερης εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας για αποδοχές υπερημερίας από 1.7.2013 έως 9.7.2013, για αποδοχές και επίδομα άδειας του έτους 2013 και αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων του ιδίου έτους, για τις οποίες δεν εχώρησε δικαστική διάγνωση και ασκήθηκαν το πρώτον δια της ως άνω ένδικης αγωγής, εκκινώντας και πάλι από το γεγονός ότι κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς η μεταβίβαση της επιχείρησης της πρώτης εναγόμενης εταιρείας στην δεύτερη εναγόμενη εταιρεία έλαβε χώρα στις 6.2.2013, αλλά και του ιστορούμενου χρόνου της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους από την πρώτη εναγόμενη εταιρεία στις 9.7.2013, άγεται συμπέρασμα μη νομιμότητάς τους.

Και τούτο διότι, οι αξιώσεις της αυτές δεν είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμες και απαιτητές κατά τον χρόνο μεταβίβασης της επιχείρησης από την πρώτη εναγόμενη στη δεύτερη εναγόμενη. Ειδικότερα, οι ως άνω αξιώσεις της ενάγουσας κατέστησαν ληξιπρόθεσμες και απαιτητές από την επομένη της 9.7.2013, δήλη ημέρα απόλυσης (άρθρο 341 ΑΚ- λύση της σχέσης εργασίας τους με καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους από την πρώτη εναγόμενη εταιρεία, ήτοι σε χρόνο μεταγενέστερο της ως άνω μεταβίβασης επιχείρησης, αφού αυτή έλαβε χώρα κατά τα ως άνω εκτιθέμενα στις 6.2.2013.

Έσφαλε επομένως η εκκαλουμένη, η οποία δέχθηκε τα ως άνω κεφάλαια της αγωγής ως νόμω και ως ουσιαστικώς βάσιμα και επιδίκασε σε βάρος της δεύτερης εναγόμενης- εκκαλούσας τα στο διατακτικό της αναφερόμενα ποσά. Γι' αυτό θα πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος της δεύτερης εναγόμενης- εκκαλούσας κατά το μέρος αυτό ως βάσιμος και κατ' ουσίαν, να εξαφανισθεί εν μέρει η εκκαλουμένη και αφού κρατηθεί η υπόθεση και εξετασθεί ως προς τα κεφάλαια αυτά η αγωγή, να απορριφθούν ως μη νόμιμα...". 5.

Οι αναιρεσείουσες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση με τις από τους αρ. 1 και 8β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, ισχυριζόμενες ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε τις διατάξεις του άρθρου 479 ΑΚ, τις οποίες και δεν εφάρμοσε, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την ένδικη αγωγή τους κατά τα προαναφερόμενα αιτήματά της, μη λαμβάνοντας υπόψη του τον έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό τους ότι οι ένδικες απαιτήσεις τους αποτελούν χρέη της μεταβιβασθείσας στην αναιρεσίβλητη- δεύτερη εναγόμενη επιχείρησης από την εργοδότριά τους πρώτη εναγόμενη και μη διάδικο στην παρούσα αναιρετική δίκη εταιρεία, για τα οποία αυτή υπέχει έναντι αυτών (αναιρεσειουσών) εις ολόκληρον ευθύνη από το νόμο.

Σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στην υπό στοιχείο 2 νομική σκέψη και με βάση τα ιστορούμενα στην ένδικη αγωγή πραγματικά περιστατικά η αναιρεσίβλητη- δεύτερη εναγόμενη ευθύνεται ως διάδοχος κατά το ουσιαστικό δίκαιο και δη με το π.δ. 78/2002 και όχι με το 479 ΑΚ, το οποίο δεν ήταν εφαρμοστέο, πλην όμως συμπίπτει κατ' αποτέλεσμα με την πρόβλεψη του ειδικότερου ως άνω εφαρμοστέου π.δ/τος ως προς την ευθύνη του αποκτώντος για τα υφιστάμενα μέχρι τη μεταβίβαση της επιχείρησης χρέη, από εργατικές απαιτήσεις, ωστόσο αυτή (αναιρεσίβλητη- δεύτερη εναγόμενη) δεν κατέστη και ειδικός διάδοχος της πρώτης εναγόμενης κατά το δικονομικό δίκαιο και σύμφωνα με το άρθρο 325 ΚΠολΔ, ώστε να δεσμεύεται από το δεδικασμένο των υπ' αριθ. 242/2015 και 950/2015 τελεσιδίκων αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία εργατικών διαφορών) κατά της εργοδότριας- πρώτης εναγόμενης ούτε και με την επέκταση της εκτελεστότητας, σύμφωνα με το άρθρο 919 ΚΠολΔ, των ως άνω αποφάσεων κατ' εκείνης ως προς τα συγκεκριμένα χρέη, καθότι η μεταβίβαση της επιχείρησης της πρώτης εναγόμενης εταιρείας στην αναιρεσίβλητη- δεύτερη εναγόμενη έλαβε χώρα την 6.2.2013, ήτοι πριν καταστούν εκκρεμείς οι επίδικες ως άνω απαιτήσεις των αναιρεσειουσών- εναγουσών με την άσκηση των από 1.7.2013 και αριθ.

καταθ. 92489/3153/3.7.2013 και από 17.12.2013 και αριθ. καταθ. 172388/5769/17.12.2013 αγωγών τους επί των οποίων εκδόθηκαν οι ως άνω τελεσίδικες αποφάσεις. Επομένως, η αναιρεσίβλητη - δεύτερη εναγόμενη είναι μεν, κατά το, ουσιαστικό δίκαιο, εις ολόκληρον οφειλέτης μετά του αρχικού εργοδότη των μέχρι τη μεταβίβαση εργατικών απαιτήσεων, λόγω όμως της έκδοσης και κατ' αυτής της ιδίας δικαστικής απόφασης, η οποία θα αποτελέσει τίτλο εκτελεστό για τις ίδιες απαιτήσεις σε βάρος της.

Εφόσον δε από την επισκόπιση της ένδικης αγωγής, κατά το μέρος που αναφέρεται και κατά της αποκτώσας, παρατίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν την ευθύνη του αρχικού εργοδότη μέχρι τη μεταβίβαση της επιχείρησης και απαιτούνται και για τη θεμελίωση των αξιώσεων και κατά του αποκτώντος η αγωγή είναι νόμιμη με βάση τις προαναφερόμενες διατάξεις του π.δ/τος, κατά της αναιρεσίβλητης- δεύτερης εναγόμενης, για τις απαιτήσεις των εναγουσών, που, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, αφορούσαν υφιστάμενα κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, ήτοι μέχρι την 6.2.2013, χρέη της μεταβιβάσασας εταιρείας- πρώτης εναγόμενης "...." προς την αναιρεσίβλητη- δεύτερη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία "...", ενώ δεν είναι νόμιμη για τις απαιτήσεις των αναιρεσειουσών- εναγουσών για τις, μετά την 6.2.2013 και μέχρι τον Ιούλιο του 2013, απαιτήσεις τους, που αφορούν μισθούς υπερημερίας λόγω επίσχεσης εργασίας και αποζημίωση απόλυσης, που κατά τους αγωγικούς και πάλι ισχυρισμούς γεννήθηκαν μετά την 6.2.2013, ήτοι απαιτήσεις, που γεννήθηκαν μετά την επικαλούμενη μεταβίβαση της επιχείρησης της πρώτης εναγόμενης προς την αναιρεσίβλητη- δεύτερη εναγόμενη και όχι απαιτήσεις γεννημένες προ του χρόνου της μεταβίβασης και περαιτέρω χωρίς να εκτίθεται στην ένδικη αγωγή ότι μεταβιβάστηκαν στην τελευταία ως διάδοχο όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις που είχαν αυτές (αναιρεσείουσες- ενάγουσες) από τη σχέση εργασίας τους με την πρώτη εναγόμενη- εργοδότριά τους και κατά συνέπεια συντρεχουσών και των προϋποθέσεων των άρθρων 325 και 919 ΚΠολΔ να μπορεί να γίνει λόγος για δημιουργία δεδικασμένου και δυνατότητα εκτέλεσης της εκδοθείσας σε βάρος του παλαιού εργοδότη δικαστικής απόφασης κατά του νέου, αλλά αντίθετα οι ίδιες μετά την ως άνω μεταβίβαση, κατά τους αγωγικούς τους ισχυρισμούς, εξακολούθησαν να προσφέρουν την εργασία τους στην πρώτη εναγόμενη, η οποία και τους κατάγγειλε τη σύμβαση εργασίας τους την 9.7.2013.

Συνακόλουθα οι ως άνω λόγοι της αίτησης είναι βάσιμοι για τις μέχρι τις 6.2.2013 απαιτήσεις και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Οι αιτιάσεις ότι οι μετά την 6.2.2013 αξιώσεις των αναιρεσειουσών- εναγουσών σχετίζονται με μεταβολή ή επέκταση υφισταμένης ενοχής και συνεπώς εντάσσονται στα χρέη της μεταβιβάσασας εταιρείας- πρώτης εναγόμενης είναι αβάσιμες, καθότι οι γενεσιουργοί λόγοι των ένδικων αυτών απαιτήσεων (μισθοί υπερημερίας για ασκηθείσα επίσχεση εργασίας μετά την 6.2.2013 και αποζημίωση απόλυσης για την καταγγελία των ενδίκων συμβάσεων εργασίας, που πραγματοποιήθηκε την 9.7.2013) γεννήθηκαν μετά την επικαλούμενη μεταβίβαση επιχείρησης και δεν αποτελούν μεταβολή ή επέκταση προηγούμενης οφειλής, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην πιο πάνω, υπό στοιχείο 2, νομική σκέψη, λαμβανομένων υπόψη και των αγωγικών και προαναφερόμενων ως άνω ισχυρισμών και δη ότι η εργασιακή σχέση των αναιρεσειουσών- εναγουσών συνεχίστηκε μεταξύ αυτών και της πρώτης εναγόμενης και μετά την ιστορούμενη μεταβίβαση της επιχείρησης.

Κατ` ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της, που αφορά τις απαιτήσεις των αναιρεσειουσών μέχρι την 6.2.2013 και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, που πρέπει να συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ` αριθ. 2426/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση κατά το σκεπτικό αναφερόμενο μέρος προς νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης αποχωρησάσης από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος Δήμητρα Ζώη

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Δεκεμβρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ