Bank appeal dismissed; court upheld lower court's finding that securities purchase was not a stock exchange transaction and statute of limitations had not expired.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the bank's appeal against the Athens Court of First Instance's judgment. The appellants argued that the statute of limitations had expired for the purchase of corporate bonds, while the respondents contended the transaction occurred outside the stock exchange and the limitation period had not yet run. The court ruled that the purchase was not a stock exchange transaction and the five-year limitation period had not elapsed from the date the plaintiffs learned of the damaging event.
Legislator headnote
AI generatedArticles 15(6) of Law 3632/1928 and 937 of the Civil Code; The claim for purchase of corporate bonds outside the stock exchange is not subject to the special limitation period for stock exchange transactions, and the ordinary five-year limitation period runs from the date of knowledge of the damaging event.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1899 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1899/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ζωγραφιά Ευαγγελίδου - Τσικρικά, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Κ. του Ι., 2) Π. συζύγου Κ. Κ., 3) Ι. Κ. του Κ., κατοίκων Κ. Α., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παντελή Φλωρόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ... αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ... του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/2/2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινομένη από 10-2-2020 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. ... τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η ως άνω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την επιτρεπτή κατ' άρθρον 561 § 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι η διαδικαστική πορεία της κρινομένης υποθέσεως ήταν η εξής: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 14-11-2014 αγωγή τους, που άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ιστορούσαν ότι στις αρχές Ιουνίου 2006 ενημερώθηκαν από την αρμόδια υπάλληλο της Millenium Bank, η οποία στην συνέχεια συγχωνεύθηκε με την εναγομένη τραπεζική εταιρία, ότι σε εκτέλεση σύμβασης περί παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, που είχε καταρτιστεί μεταξύ τους, αγοράστηκαν για λογαριασμό τους, χωρίς όμως την εντολή τους, τα αναφερόμενα εταιρικά ομόλογα εκδόσεως εταιρίας θυγατρικής της Τράπεζας Πειραιώς συνολικής αξίας ...
ευρώ, μεγαλύτερης από την ονομαστική τους αξία λόγω της μεγάλης ζήτησης που είχαν και έληγαν στις 27-10-2014, διαβεβαιώνοντάς τους ότι είναι πλήρως εγγυημένα, με πολύ καλές αποδόσεις, εύκολα ρευστοποιήσιμα και χωρίς κίνδυνο απώλειας κεφαλαίου, χωρίς όμως να τους παρασχεθεί καμία προσυμβατική ενημέρωση σχετικά με αυτά και χωρίς να ληφθεί υπόψη από την ως άνω δικαιοπάροχο της εναγομένης το επενδυτικό τους προφίλ, το οποίο είχε προσδιοριστεί από την ίδια ότι αποσκοπούσε στην διατήρηση της κεφαλαιακής βάσης και επίτευξη εισοδήματος από τοκομερίδια κλπ με μικρή ανάληψη επενδυτικών κινδύνων, ότι τον Νοέμβρη του έτους 2009 πληροφορήθηκαν για πρώτη φορά ότι επρόκειτο για "ομόλογο" όχι με ημερομηνία λήξης στις 27-10-2014, όπως τους είχε αρχικά ενημερώσει και διαβεβαιώσει η αρμόδια υπάλληλος της προαναφερθείσης Millenium Bank, αλλά με δυνατότητα ανάκλησης στις 27-10-2014 και με λήξη το έτος 2049, διαβεβαίωση επίσης αναληθής, διότι στην πραγματικότητα επρόκειτο για άληκτο ομόλογο με δυνατότητα απόδοσης τριμηνιαίου μερίσματος, πράγμα όμως που τους απέκρυψε δολίως η αρμόδια υπάλληλος, η οποία αντίθετα εξακολούθησε να τους διαβεβαιώνει για το εγγυημένο της σχετικής επένδυσής τους.
Ιστορούσαν ακόμη οι ενάγοντες ότι στις 26-5-2010, όταν χρειάστηκε να ρευστοποιήσουν ομόλογα αξίας 50.000 ευρώ, διαπίστωσαν έκπληκτοι ότι η αξία τους ανερχόταν στο ποσό των 19.080,54 ευρώ, ήτοι στο 38% της ονομαστικής τους αξίας, ενώ από την ρευστοποίηση αυτή οι ίδιοι υπέστησαν ζημία 30.919,46 ευρώ, ότι τότε πληροφορήθηκαν ότι το 70% του κεφαλαίου τους είχε επενδυθεί σε τέτοια υβριδικά ομόλογα "αέναης λήξης", τα οποία είχαν απαξιωθεί σε μεγάλο βαθμό, πλην όμως και πάλι η ως άνω υπάλληλος τους διαβεβαίωσε ότι η πτώση ήταν συγκυριακή.
Ιστορούσαν επί πλέον οι ενάγοντες ότι στην συνέχεια, στις αρχές του έτους 2012 η εναγομένη Τράπεζα Πειραιώς προέβη σε δημόσια προσφορά εξαγοράς του ως άνω ομολόγου τους (των εναγόντων) στο 37% της αξίας του, την οποία αυτοί (οι ενάγοντες) αποδέχθηκαν στις 6-3-2012 προκειμένου να διασώσουν μέρος του κεφαλαίου τους κι έτσι έλαβαν για ομόλογα αξίας 250.000 ευρώ το ποσόν των ...
ευρώ, με αποτέλεσμα να υποστούν συνολική ζημία ... ευρώ. Ισχυρίσθηκαν λοιπόν οι ενάγοντες ότι αν γνώριζαν εκ των προτέρων ότι το ως άνω "υβριδικό ομόλογο" ήταν "αέναης" διάρκειας και όχι εγγυημένου κεφαλαίου, δεν θα το αγόραζαν και ότι η ως άνω δικαιοπάροχος της εναγομένης, δια της προαναφερθείσης προστηθείσης εκ μέρους της υπαλλήλου της, με την ως άνω επιδειχθείσα παράνομη συμπεριφορά της ενήργησε αντισυμβατικά, αφού παραβίασε την μεταξύ των μερών σύμβαση για την παροχή ορθών επενδυτικών συμβουλών και επιπλέον παραπλάνησε τους ενάγοντες κατά τρόπο αντίθετο στον Κώδικα Δεοντολογίας των ΕΠΕΥ, προκαλώντας με αυτήν την αντισυμβατική και παράλληλα αδικοπρακτική συμπεριφορά της την εκτιθέμενη, αιτιωδώς συνδεόμενη με αυτή, ζημία σ' αυτούς (τους ενάγοντες).
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν οι ενάγοντες να υποχρεωθεί η εναγομένη λόγω της συμβατικής, αλλά και της αδικοπρακτικής ευθύνης της, να καταβάλει σε καθέναν από αυτούς το ποσό των 64.987,46 ευρώ, καθώς το επενδεδυμένο κεφάλαιο ανήκε σε αυτούς κατ' ισομοιρίαν, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής τους.
Το προαναφερθέν πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ' αριθμ. ... απόφασή του, αφού απέρριψε την υποβληθείσα εκ μέρους της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ένσταση παραγραφής της σχετικής αξίωσης των εναγόντων ως μη νόμιμη καθώς και την ένσταση περί συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους των εναγόντων ως ουσιαστικά αβάσιμη, έκανε δεκτή την αγωγή ως νόμω και ουσία βάσιμη και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει σε καθέναν από τους ενάγοντες το προαναφερθέν χρηματικό ποσόν των 64.987,46 ευρώ νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής τους μέχρις εξοφλήσεως.
Ακολούθως κατά της ως άνω πρωτοβαθμίου αποφάσεως η ήδη αναιρεσείουσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών την από 30-5-2018 έφεσή της, μετά την συζήτηση της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. ... απόφαση, με την οποίαν, αφού έγινε τυπικώς δεκτή η έφεση, ακολούθως απορρίφθηκε αυτή κατ' ουσίαν.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, οι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι η ανθρώπινη συμπεριφορά, ο παράνομος χαρακτήρας αυτής, η υπαιτιότητα, η επέλευση ζημίας και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Για την έννοια του παρανόμου δεν είναι αναγκαίο η ανθρώπινη συμπεριφορά να συνιστά παράβαση συγκεκριμένου απαγορευτικού ή επιτακτικού κανόνα, αλλά αρκεί ότι αυτή αποδοκιμάζεται από το δίκαιο και τους σκοπούς του.
Το στοιχείο του παρανόμου θεμελιώνεται και σε περίπτωση αντίθεσης της πράξης στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Ειδικότερες μορφές της υποχρέωσης πρόνοιας, ασφάλειας και προστασίας των αγαθών των άλλων, η οποία θεμελιώνει το στοιχείο του παρανόμου κατά τα ανωτέρω, αποτελούν οι υποχρεώσεις διαφώτισης, ενημέρωσης και συμβουλευτικής καθοδήγησης, προειδοποίησης του πελάτη εκ μέρους της Τράπεζας, οι οποίες στηρίζονται στη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ Τράπεζας-πελάτη.
Η εκ μέρους της Τράπεζας παράλειψη εκπλήρωσης των ως άνω υποχρεώσεων θεμελιώνει αδικοπρακτική της ευθύνη, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις αυτής (ευθύνης), ήτοι η υπαιτιότητα και η επέλευση ζημίας αιτιωδώς συνδεόμενης με την παράνομη συμπεριφορά της Τράπεζας, με την έννοια ότι η παράβαση των απορρεουσών από την καλή πίστη υποχρεώσεων της Τράπεζας αποτελεί όρο, κατ' αντικειμενική πρόγνωση, πρόσφορο να οδηγήσει στο αποτέλεσμα της ζημίας.
Υπό την έννοια αυτή, οι συγκεκριμένες συναλλακτικές υποχρεώσεις παραβιάζονται - μεταξύ των άλλων - και στις περιπτώσεις που παραλείπεται η παροχή όσων πληροφοριών είναι απαραίτητες στον συγκεκριμένο αποδέκτη των επενδυτικών υπηρεσιών, προκειμένου αυτός να είναι σε θέση να αντιληφθεί την μορφή της προτεινόμενης σε αυτόν τοποθέτησης των κεφαλαίων του και κυρίως να κατανοήσει όσους κινδύνους συνδέονται με την ζημιογόνο για τον ίδιο εξέλιξη αυτής, έτσι ώστε, έχοντας ενημερωθεί σχετικώς, να αξιολογήσει ακολούθως ιδίως τις επιβλαβείς συνέπειες της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής και ο ίδιος να αποφασίσει εάν θα την επιχειρήσει, παρέχοντας την σχετική εντολή στην αντισυμβαλλομένη αυτού Τράπεζα.
Περαιτέρω κατά την διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλο σε μια υπηρεσία ευθύνεται, για την ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτο παράνομα, κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της πιο πάνω διάταξης προϋποθέτει, αφ' ενός μεν, σχέση πρόστησης, η οποία υπάρχει, όταν ο προστήσας, που μπορεί να είναι και αντιπροσωπευόμενος σε υλικές ενέργειες, διατηρεί το δικαίωμα να δίνει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα αντιπρόσωπό του, κατά την διενέργεια υλικών, κυρίως, ενεργειών σε σχέση με τον τρόπο, εκπλήρωσης της υπηρεσίας του ή ο τελευταίος υπόκειται σε συγκεκριμένες υποχρεώσεις, αφ' ετέρου δε, ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ και επί πλέον, η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί, ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής, η οποία υφίσταται, όταν η ζημιογόνος πράξη τελέστηκε εντός των ορίων καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα ή επ' ευκαιρία ή με αφορμή την υπηρεσία, αλλά κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών, οι οποίες δόθηκαν σε αυτόν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, που διέπουν την μεταξύ τους σχέση, εφόσον, μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας, η οποία ανατέθηκε σε αυτόν, υπάρχει εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια, ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την ιδιαίτερη σχέση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας που κατέστη δυνατή (η τέλεση), εξαιτίας, ακριβώς, της σχέσης, των μέσων και των ευκαιριών που ανέθεσε ο αντιπρόσωπος, στο πλαίσιο της ειδικής σχέσης προς τον αντιπροσωπευόμενο, με την χρησιμοποίησή τους για άλλο σκοπό από εκείνο για τον οποίον του ανατέθηκαν (ΑΠ 1198/2009), ενώ είναι αδιάφορη η νομική σχέση που συνδέει τον προστήσαντα με τον προστηθέντα και αρκεί το γεγονός ότι ο τελευταίος, όταν προέβη στην αδικοπραξία, τελούσε υπό τις οδηγίες και εντολές του προστήσαντος ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του, χωρίς να είναι απαραίτητη και η διαρκής επίβλεψή του, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση όμως, ότι ο προστηθείς ενεργούσε προς διεκπεραίωση υπόθεσης και γενικά προς εξυπηρέτηση συμφερόντων του προστήσαντος (ΑΠ 974/2018, ΑΠ 290/2011).
Εξάλλου παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, ενώ μπορεί η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την στοιχειοθέτηση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της εννόμου τάξεως.
Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.
Η παράλειψη ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστεως, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 1350/2018, ΑΠ 118/2006, ΑΠ 831/2005, ΑΠ 174/2005).
Είναι δυνατόν μια ζημιογόνος ενέργεια, πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία. Τούτο συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή καθ' εαυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό καθήκον, που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανένας υπαίτια ζημία σε άλλον (ΑΠ 1028/2015, ΑΠ 1738/2013).
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 1019/2019, ΑΠ 1350/2018). Εξάλλου, με τις πρώτη, τρίτη, τέταρτη και έβδομη αρχές του Κώδικα Δεοντολογίας των ΕΠΕΥ, που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο της υπ' αριθ. 12263/β.500/11-4-1997 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ Β/ 340/24-4-1997), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 παρ. 1 του Ν. 2396/1996 (τα άρθρα 1-31 του οποίου καταργήθηκαν ήδη από 1-11-2007, με το άρθρο 85 του Ν. 3606/2007) ορίσθηκαν τα ακόλουθα:
Πρώτη αρχή: Οι εταιρείες και τα καλυπτόμενα πρόσωπα θα λαμβάνουν κάθε ενδεικνυόμενο μέτρο και θα ενεργούν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς." ... Τρίτη αρχή: "Οι εταιρείες που κατά το νόμο παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να ενημερώνονται σχετικά με την οικονομική κατάσταση, τους στόχους και την εμπειρία των πελατών τους στον τομέα των επενδύσεων ούτως ώστε να παρέχουν τις κατάλληλες επενδυτικές συμβουλές." Τέταρτη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα θα γνωστοποιούν στους πελάτες τους όλες τις απαραίτητες και χρήσιμες πληροφορίες στα πλαίσια των διαπραγματεύσεών τους με αυτούς." ...Έβδομη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να λειτουργούν μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας που ρυθμίζει την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία της αγοράς".
Εξάλλου σύμφωνα με τις διατάξεις του καταργηθέντος εν τω μεταξύ Κανονισμού αυτού Δεοντολογίας των Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΚΔΕΠΕΥ), ο οποίος ήταν εφαρμοστέος κατά τον χρόνο συνομολόγησης της εν λόγω κρινομένης επίδικης σύμβασης, κύρια υποχρέωση της τράπεζας, κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών, ήταν (εκτός των όσων προελέχθηκαν), κατ' αρχήν, η παροχή ορθών και πλήρων συμβουλών.
Η ενημέρωση του καταναλωτή θα πρέπει να γίνεται με τρόπο εύλογα κατανοητό και με την μέγιστη δυνατή σαφήνεια, πράγμα που σημαίνει ότι η τράπεζα οφείλει να λαμβάνει υπόψη της, την οικονομική κατάσταση, τους στόχους, την μόρφωση, τις γνώσεις και την εμπειρία του επενδυτή για το αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ).
Επίσης, οι συμβουλές θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένες τόσον στο πρόσωπο του πελάτη, όσον και στο αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 6.1 ΚΔΕΠΕΥ). Σύμφωνα με την αρχή της καταλληλότητας η τράπεζα οφείλει να παρέχει προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη (κατάλληλες) συμβουλές. Η έκταση του καθήκοντος παροχής συμβουλών συμπροσδιορίζεται και από τα προσωπικά στοιχεία του πελάτη, ώστε θα πρέπει στο πλαίσιο της παροχής της συμβουλής να ληφθούν υπόψη το επίπεδο γνώσης, η ηλικία, το επάγγελμα, η οικογενειακή, οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, η επενδυτική του εμπειρία, ο επενδυτικός στόχος και η προθυμία διακινδύνευσης (άρθρο 6.2 ΚΔΕΠΕΥ).
Ο δεύτερος πόλος, στον οποίο οφείλει να προσαρμόζεται η διαδικασία της επενδυτικής συμβουλής είναι το αντικείμενο της επένδυσης. Εδώ εντάσσονται πληροφορίες που αφορούν γενικά την αγορά, πληροφορίες για το αντικείμενο της επένδυσης, για την οικονομική κατάσταση και την φερεγγυότητα του εκδότη των προτεινομένων τίτλων.
Οι συμβουλές του παρέχοντος επενδυτικές υπηρεσίες θα πρέπει να είναι θεμελιωμένες σε επιμελή έρευνα. Η τράπεζα και κάθε ΕΠΕΥ οφείλει να προμηθεύεται τις πλέον επίκαιρες πληροφορίες για την απόδοση, την ρευστότητα και την ασφάλεια της προτεινόμενης επενδύσεως. Ιδιαίτερα αυξημένο είναι το καθήκον της τράπεζας ή της ΕΠΕΥ για έρευνα ή ενημέρωση στις περιπτώσεις ιδιαίτερα επικίνδυνων ή πολύπλοκων επενδύσεων.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η τράπεζα πρέπει να αποτρέψει τον επενδυτή από μία επικίνδυνη επένδυση αλλά οφείλει να καταστήσει σε αυτόν συνειδητό τον κίνδυνο στον οποίο εκτίθεται. Στόχος, των εν λόγω υποχρεώσεων που βαραίνουν τις τράπεζες ή τις ΕΠΕΥ δεν είναι η επιτυχία της επένδυσης, αλλά η εκ μέρους τους καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης, διαφώτισης, έρευνας και παροχής κατάλληλης συμβουλής.
Με βάση επομένως, τις διατάξεις του εν λόγω νόμου, δημιουργούνται ενδεικτικά, ζητήματα ευθύνης μιας τράπεζας, αν δεν εφιστά εγγράφως την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, αν δεν πραγματοποιεί με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων της τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κίνησης των κινητών αξιών που περιλαμβάνει στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, αν δεν ενημερώνει με απολύτως σαφή τρόπο τον επενδυτή ως προς τις αποδόσεις των προτεινομένων για επένδυση τίτλων (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ).
Η παράβαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού Δεοντολογίας ΕΠΕΥ συνιστά παρανομία υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ. Εφόσον, επομένως, η εν λόγω παρανομία, διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον επενδυτή, υποχρεώνει την παρανομούσα τράπεζα σε αποζημίωση.
Άλλωστε, συναφές περιεχόμενο έχει και ο μεταγενέστερα εκδοθείς Ν. 3606/2007, όπως τροποποιήθηκε με τον Ν. 3756/2009, με τον οποίο μεταφέρθηκε στο ελληνικό νομικό σύστημα η κοινοτική Οδηγία 2004/39/ΕΚ, γνωστή ως ... , η οποία αντικατέστησε την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ (ΑΠ 1738/2013). Περαιτέρω, κατά ευρέως διαδεδομένη αντίληψη, τα λεγόμενα "perρetual bonds" δηλαδή "ομόλογα ατελεύτητης διάρκειας", άλλως, "διηνεκή" ή "αιώνια" ή "αόριστης διάρκειας", ομόλογα, συνιστούν ομολογίες, οι οποίες εκδίδονται ως ονομαστικά ή ανώνυμα αξιόγραφα (χρεόγραφα, τίτλοι παραστατικοί αξίας) στο πλαίσιο σύναψης ομολογιακού δανείου από μία ανώνυμη εταιρεία ή ένα κράτος και παρέχουν στον κομιστή, ο οποίος καταβάλλει στον εκδότη κατά την απόκτηση των αξιόγραφων την ονομαστική τους αξία, δικαίωμα απόληψης των συμφωνημένων, σε υψηλά συνήθως επίπεδα, τόκων.
Οι τίτλοι αυτοί παρέχουν μεν στον κομιστή, (ο οποίος καταβάλει στον εκδότη κατά την κτήση τους την ονομαστική τους αξία), δικαίωμα απόληψης των ανωτέρω τόκων, όχι, όμως και το βασικό δικαίωμα να ζητήσει από τον εκδότη την επιστροφή της καταβεβλημένης αξίας τους σε κάποιο απώτερο χρόνο λήξης τους. Ο κομιστής δηλαδή, ενός τέτοιου ομολόγου δεν δικαιούται σε παράδοση επιστροφή του ομολόγου στον εκδότη του προς τον σκοπό είσπραξης της ονομαστικής του αξίας μετά την λήξη μιας συμφωνηθείσας διάρκειας ή οποτεδήποτε.
Ο εκδότης αντιθέτως, διατηρεί το δικαίωμα της μονομερούς ανάκλησης του ομολόγου, κατ' ελεύθερη αυτού βούλησή του. Οι τίτλοι αυτοί χαρακτηρίζονται ως υβριδικοί καθώς παρουσιάζουν ομοιότητες τόσον με τα ομόλογα των ομολογιακών δανείων, όσον και με τις προνομιούχες μετοχές χωρίς δικαίωμα ψήφου, χωρίς, ωστόσο, να ταυτίζονται με κανένα εκ των δύο.
Συνεπώς, είναι προφανές ότι τα ομόλογα ατελεύτητης ή αόριστης διάρκειας (perpetual bonds) δεν είναι απλά στην σύλληψη και στην λειτουργία τους επενδυτικά προϊόντα, με αποτέλεσμα οι παρέχουσες επενδυτικές υπηρεσίες ανώνυμες εταιρίες να υπέχουν ιδιαιτέρως αυξημένη υποχρέωση ενημέρωσης του εκάστοτε πελάτη τους επενδυτή, δεδομένου ότι η χρήση και κυκλοφορία των perpetual bonds ως ομολόγων, ομολογιακού δανείου, αποδίδει μια ψευδή, ανακριβή εικόνα, ικανή να παραπλανήσει τον οποιονδήποτε, ακόμη και τον πιο βαθύ γνώστη επενδυτή, ως προς την νομική φύση και την λειτουργία τους (ΑΠ 1019/2019, ΑΠ 1350/2018, ΑΠ 244/2016).
Επ' αυτών και επί όλων των σύνθετων τραπεζικών προϊόντων εφαρμόζεται επί πλέον και η υπ' αριθμ. 2501/31.10.2002 Πράξη του Διοικητή της ΤτΕ, η οποία δημοσιευθείσα στην ΕτΚ (ΦΕΚ Α', 277), έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (ΑΠ 2123/2009), βάσει της οποίας, η ενημέρωση των συναλλασσομένων, οποιασδήποτε προέλευσης και βαθμού εμπειρίας, πρέπει να περιλαμβάνει ειδικές επί συνθέτων ομολόγων πληροφορίες, ούτως ώστε να διευκολύνεται η συγκρισιμότητα των προϊόντων αυτών με ομοειδή, αμιγώς καταθετικά ή αμιγώς επενδυτικά, καθώς και η κατανόηση των πιθανών ειδικά ισχυόντων για αυτά κινδύνων και της αναμενόμενης απόδοσης τους (ΑΠ 459/2021).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 298 και 914 ΑΚ, προκύπτει ότι η αποζημίωση, την οποία οφείλει ο παρά τον νόμο ζημιώσας άλλον υπαιτίως, περιλαμβάνει την διαφορά μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης του ζημιωθέντος μετά την επέλευση του ζημιογόνου γεγονότος και εκείνης στην οποία θα τελούσε ο ζημιωθείς αν δεν συνέβαινε αυτό το γεγονός.
Όταν δε από το ζημιογόνο γεγονός προκύπτει και ωφέλεια, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτό, με την έννοια ότι το γεγονός (αυτό) ήταν πρόσφορο να παραγάγει το όφελος, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων (άρθρο 298 ΑΚ), πραγματική ζημία είναι ό,τι υπολείπεται μετά την αφαίρεση της ωφέλειας. Σε περίπτωση επομένως, ωφέλειας από το ζημιογόνο γεγονός επιβάλλεται (εφόσον υποβληθεί σχετική ένσταση), για τον προσδιορισμό της ζημίας, ο συνυπολογισμός του οφέλους που προέκυψε, εκτός αν τέτοιος συνυπολογισμός αντίκειται υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, στην καλή πίστη.
Ειδικότερα, όταν ο υπόχρεος να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα είναι και ο ίδιος υπόχρεος να χορηγήσει στον ζημιωθέντα και την ωφέλεια, είναι δυνατόν από τις γενικές διατάξεις του δικαίου να μην δικαιολογείται στην συγκεκριμένη περίπτωση ο συνυπολογισμός της ωφέλειας στην ζημία, ενώ είναι επίσης δυνατόν η καλή πίστη να μην ανέχεται το κέρδος από το ζημιογόνο γεγονός να αποβεί σε ωφέλεια του ζημιώσαντος (ΑΠ 1350/2018, ΑΠ 244/2016).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παραβίαση.
Ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή καλύπτονται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βούλησης των μερών (ΑΠ 1651/2013). Ειδικότερα, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται, αφ' ενός μεν, ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, αφ' ετέρου δε, ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στην σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως.
Παραβιάζονται δε, οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά την διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς, για την διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (ΟλΑΠ 26/2004).
Οι προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ αποσκοπούν στην ερμηνεία της δήλωσης βούλησης και κάθε μια από αυτές συμπληρώνει την άλλη. Η πρώτη εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση του δηλούντος και η δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη.
Καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου και νοείται αντικειμενικά, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένες, στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας. Για την διαμόρφωση της σχετικής κρίσης, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, τον δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων καθώς και τη φύση της σύμβασης.
Έτσι, κάθε δήλωση βούλησης, θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί στην συγκεκριμένη περίπτωση η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο. Ωστόσο, το δικαστήριο, όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαμβάνοντας υπόψη του και τα συναλλακτικά ήθη, την δήλωση βούλησης, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και εξειδικεύσει τις αρχές αυτές ή τα συναλλακτικά ήθη και δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων, όταν είναι απλά επιχειρήματα, χωρίς να οδηγούν υποχρεωτικά στην παραδοχή της προβαλλόμενης ερμηνευτικής άποψης (ΑΠ 2/2019, ΑΠ 776/2013).
Η διαπίστωση εξάλλου, από το Δικαστήριο της oυσίας κενού ή ασάφειας στην δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα από αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στην συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 1260/2021, ΑΠ 51/2020).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο ότι το δικαστήριο διαπίστωσε, ρητά ή έμμεσα, κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των συμβαλλομένων και ότι παρά την διαπίστωση αυτή παρέλειψε να προσφύγει στις ερμηνευτικές αρχές των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή ότι προσέφυγε μεν, αλλά εσφαλμένα υπήγαγε σ' αυτές τις πραγματικές διαπιστώσεις του (ΑΠ 1041/2018, ΑΠ 628/2012, ΑΠ 1285/2011).
Εξάλλου ο λόγος αναίρεσης που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε κάτι, ενώ από τον έλεγχο αυτής στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1225/2021, ΑΠ 58/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. ... απόφαση του προαναφερθέντος Μονομελούς Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά κατά την ανέλεγκτη κατ' άρθρον 561 § 2 ΚΠολΔ επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων, επί λέξει τα ακόλουθα: "Οι δύο πρώτοι ενάγοντες Κ. Κ. και Π. συζ. Κ. Κ. είναι σύζυγοι και η τρίτη ενάγουσα Ι.
Κ. είναι θυγατέρα τους. Το έτος 2006 ο πρώτος πολιτικός ήταν μηχανικός, η δεύτερη συνταξιούχος αεροσυνοδός και η τρίτη αρχιτέκτονας. Περί τον Απρίλιο του ίδιου έτους ο πρώτος από αυτούς, ενεργώντας για λογαριασμό και των λοιπών, απευθύνθηκε στο κατάστημα Κηφισιάς της τότε ΝOVA BANK, η οποία μετονομάστηκε από 10-11-2006 σε Millenium Bank (ΦΕΚ ΤΑΕ ΕΠΕ 12324/10.11.2006) και στη συνέχεια συγχωνεύτηκε δι' απορροφήσεως δυνάμει της ...
πράξης του συμβολαιογράφου Πειραιά Στέφανου Βασιλάκη με την εναγομένη τράπεζα ΠΕΙΡΑΙΩΣ, προκειμένου να αναζητήσει επενδυτικές συμβουλές και υπηρεσίες για τις δυνατότητες επένδυσης των αποταμιεύσεών τους, που μέχρι τότε διατηρούσαν σε κοινούς προθεσμιακούς λογαριασμούς σε άλλες τράπεζες και δη ...
ευρώ στην ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ και ... ευρώ στην ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, και οι οποίες ανήκαν σε καθέναν από αυτούς κατά το 1/3 προερχόμενες από αποταμιεύσεις και κληρονομιά. Χαρακτηριστικά της σκοπούμενης από αυτούς επένδυσης ήταν η απόλυτη εξασφάλιση του κεφαλαίου τους με σταθερή απόδοση τόκων και η δυνατότητα ανάληψης του κεφαλαίου τους σε ορισμένο και όχι μακρύ χρονικό διάστημα.
Προς τούτο του συστήθηκε από την Τράπεζα η υπάλληλός της Ν. Κ. ως "Private Banker" ("ιδιωτικός τραπεζίτης") και δη ως ασχολούμενη με τέτοιες επενδύσεις και εργασίες. Στο πλαίσιο αυτό κατόπιν προτροπής της οι ενάγοντες μετέφεραν στην NOVABANK στις 11-5-2006 το ποσό των ... ευρώ από την ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ και ακολούθως στις 25-5-2006 το ποσό των ...
ευρώ από την ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ. Στις ... η ως άνω υπάλληλος Ν. Κ. παρέδωσε στους ενάγοντες και αυτοί υπέγραψαν τις προσκομιζόμενες από ... "ΑΙΤΗΣΗ ΕΝΑΡΞΗΣ ΣΥΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗΣ ΣΧΕΣΗΣ-ΦΥΣΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΟ" και "ΣΥΜΒΑΣΗ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΝΤΟΛΗΣ ΕΠΙ ΧΑΡΤΟΦΥΛΑΚΙΟΥ". Η πρώτη από αυτές (αίτηση έναρξης συναλλακτικής σχέσης) περιέχει τους Γενικούς Όρους Τραπεζικών Συναλλαγών, είναι ασυμπλήρωτη στην πρώτη σελίδα, όπου αναφέρεται το υποβαλλόμενο αίτημα, στο τέλος της δε φέρει ημερομηνία και υπογραφές από δύο εξουσιοδοτημένους υπαλλήλους της τράπεζας και δη τους Ι.
Β. και Ν. Κ. και στη θέση των πελατών ομοίως δύο υπογραφές, προφανώς των πρώτου και τρίτης εναγόντων (σημειώνεται το όνομα της τρίτης πάνω από την τεθείσα δεύτερη υπογραφή). Η "Σύμβαση Περιορισμένης Εντολής Επί Χαρτοφυλακίου" περιείχε τους γενικούς όρους συναλλαγών της σύμβασης αυτής, καθώς και πέντε συνημμένα παραρτήματα (α-ε), το πρώτο από τα οποία περιείχε επενδυτικό ερωτηματολόγιο, για το οποίο γίνεται λόγος κατωτέρω.
Με τη σύμβαση αυτή ορίστηκαν, μεταξύ άλλων, επί λέξει τα εξής: "Εντολή νοείται, δίχως διάκριση, η πάσης φύσεως οδηγία, εντολή, πληρεξουσιότητα, παραγγελία του Επενδυτή προς την Τράπεζα για την παροχή των αναγραφόμενων στην παρούσα επενδυτικών και λοιπών υπηρεσιών. ΟΙ Εντολές σε αναγνώσιμη μορφή και με περιεχόμενο, πλήρως ακριβές και κατανοητό παρέχονται i) εγγράφως, επί αποδείξει παραλαβής...., ii) μέσω τηλεομοιοτυπίας (fax)..., iii) μέσω telex..., iv) μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail)" (άρθρο 1).
Με τη σύμβαση αυτή "2.1.... η Τράπεζα αναλαμβάνει έναντι της οριζόμενης στο Παράρτημα (ε') αμοιβής, για λογαριασμό του Επενδυτή, την κατάρτιση συναλλαγών επί όλων των χρηματοπιστωτικών μέσων που αναφέρονται στο άρθρο 2 στοιχείο 1 α (i) του νόμου 2396/1996, όπως εκάστοτε ισχύει. 2.2. Η Τράπεζα, κατά την εκτέλεση της συμβάσεως, θα ενεργεί με επαγγελματική ευσυνειδησία και σύμφωνα με τους οικείου κανόνες δικαίου ως, ενδεικτικά, του Κώδικα Δεοντολογίας των ΕΠΕΥ, νοουμένου ότι η Τράπεζα δεν υπόσχεται, ούτε αναλαμβάνει ή εγγυάται προς τον Επενδυτή οιοδήποτε επωφελές για τον Επενδυτή αποτέλεσμα από τις εις εκτέλεση των Εντολών του διενεργηθείσες συναλλαγές, τοιουτοτρόπως μη αποδεχόμενη οιαδήποτε εκ του λόγου αυτού ευθύνη. 2.3 Συναλλαγές επί παραγώγων θα διενεργούνται μόνον εφόσον ο Επενδυτής έχει υπογράψει ειδική προς τούτο σύμβαση..." (άρθρο 2).
Εξάλλου, με το ρητό όρο της αυτής ως άνω σύμβασης συμφωνήθηκε και έγινε αποδεκτό ότι στο πλαίσιο αυτής "η Τράπεζα δύναται, μεταξύ άλλων, να παρέχει συμβουλευτικές υπηρεσίες στον Επενδυτή αναφορικά με την διάρθρωση του Χαρτοφυλακίου έναντι της αναφερόμενης στο Παράρτημα (ε') αμοιβής, υπό τους ακόλουθους όρους και προϋποθέσεις: (i) Κατόπιν εγγράφου και ειδικού προς τούτο σχετικού αιτήματος του Επενδυτή, και αφού προηγουμένως ο τελευταίος θα έχει χορηγήσει στην Τράπεζα κάθε στοιχείο και πληροφορία για την οικονομική του κατάσταση, ως τα στοιχεία αυτά συνάγονται, κατ' ελεύθερη εκτίμηση της Τράπεζας, από το συνημμένο στην παρούσα Επενδυτικό Προφίλ (Παράρτημα (α), πιστοποιημένα στελέχη της Τράπεζας, που διαθέτουν τα απαραίτητα προσόντα ώστε να συμβουλεύουν τους πελάτες για τις οργανωμένες αγορές της Ελλάδας και του εξωτερικού, θα θέτουν στη διάθεση του Επενδυτή στοιχεία και πληροφορίες που έχουν συγκεντρώσει και επεξεργαστεί για τις εν λόγω αγορές, με σκοπό αυτά να τύχουν της απαραίτητης αξιολόγησης από τον ίδιο τον Επενδυτή, προκειμένου ο τελευταίος να διαμορφώσει τις επενδυτικές του επιλογές και αποφάσεις ...(ii) ....
Σε καμία περίπτωση, όμως, η Τράπεζα δεν εγγυάται την πληρότητα και ακρίβεια των στοιχείων και πληροφοριών που παρουσιάζονται στον Επενδυτή, ούτε την αρτιότητα της μεθόδου συγκέντρωσης και επεξεργασίας των εν λόγω στοιχείων...(iii] Ρητά συμφωνείται ότι οι, κατά το παρόν άρθρο, παρεχόμενες συμβουλευτικές υπηρεσίες της Τράπεζας, ουδόλως συνεπάγονται οιαδήποτε ευθύνη της εν σχέσει προς τυχόν συναλλαγές του Επενδυτή, ή προς το αποτέλεσμα αυτών, και ότι όλες οι Εντολές που η Τράπεζα τυχόν θα εκτελεί (ή/και τα εξουσιοδοτημένα προς τούτο τρίτα φυσικά ή νομικά πρόσωπα) για λογαριασμό του Επενδυτή είναι εξ ολοκλήρου και αποκλειστικά προϊόν της ελεύθερης επιλογής του τελευταίου και ουδόλως βασίζονται ή προϋποθέτουν οιασδήποτε φύσης σχετική προτροπή, σύσταση ή παραίνεση της Τράπεζας προς τον Επενδυτή".
Στο παράρτημα (α) της άνω σύμβασης περιέχεται "Επενδυτικό Ερωτηματολόγιο-Προφίλ" για την επιλογή προφίλ του κάθε επενδυτή. Σε αυτό, μετά τη διευκρίνηση ότι το ερωτηματολόγιο έχει συνταχθεί για τη συμμμόρφωση της τράπεζας με τη σχετική σύσταση του Κώδικα Δεοντολογίας ΕΠΕΥ με στόχο τη δημιουργία όσο το δυνατόν σαφέστερης εικόνας ως προς τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του επενδυτή, τους επενδυτικούς του στόχους και ανάγκες, τίθενται ερωτήσεις με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το επενδυτικό προφίλ του επενδυτή.
Στην προκειμένη περίπτωση στο προσκομιζόμενο από ... παράρτημα (α') της σύμβασης, το οποίο υπογράφηκε (όπως και ολόκληρη η σύμβαση και τα λοιπά παραρτήματα της) από τους πρώτο και τρίτη ενάγοντες, δεν έχει απαντηθεί καμία από τις ερωτήσεις του ερωτηματολογίου, έχει όμως επιλεγεί για τους ενάγοντες το επενδυτικό προφίλ που χαρακτηριζόταν ως "Μικτό Χαρτοφυλάκιο (Income and Growth PortfoIio)", η σημασία του οποίου επεξηγείται από το ίδιο το κείμενο που ακολουθεί και έχει το ακόλουθο περιεχόμενο: "Με την επιλογή ενός μικτού χαρτοφυλακίου, ο επενδυτής στοχεύει, μέσω κατανομής σε ομόλογα και μετοχές, στην επίτευξη, αφενός μεν εισοδήματος από τοκομερίδια και μερίσματα, αφετέρου δε μεσοπρόθεσμης κεφαλαιακής υπεραξίας, αποδεχόμενος πιθανή διακύμανση του κεφαλαίου του".
Στο τέλος του κειμένου του παραρτήματος αυτού αναφέρονταν τα εξής: "Με την επεξεργασία από την τράπεζα των στοιχείων που έχετε παράσχει με Επενδυτικό Ερωτηματολόγιο, προκύπτει ότι το είδος του χαρτοφυλακίου που αντιπροσωπεύει καλύτερα τους επενδυτικούς σας στόχους είναι:......", το οποίο στην προκειμένη περίπτωση παρέμεινε κενό και δεν συμπληρώθηκε.
Ας σημειωθεί ότι οι ενάγοντες αμφισβητούν την ανωτέρω επιλογή επενδυτικού προφίλ, ισχυριζόμενοι, ότι αυτή τέθηκε αυθαίρετα εκ των υστέρων από την εναγομένη χωρίς οι ίδιοι να έχουν απαντήσει στο ερωτηματολόγιο αυτό. Εξάλλου, στο αυτό παράρτημα περιέχεται η δυνατότητα θέσεως ειδικών εντολών και περιορισμών ως προς τη διαχείριση από την τράπεζα, δυνατότητα της οποίας δεν έκαναν χρήση οι ενάγοντες.
Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι, μετά την θέση σε ισχύ της Οδηγίας ... από 1-11-2007 η πρώην NOVA BANK και τότε ήδη μετονομασθείσα MILLENIUM BANK με την από 5-3-2008 επιστολή της προς τους ήδη ενάγοντες γνωστοποίησε σε αυτούς επί λέξει ότι "... Στο πλαίσιο αυτό, βάσει των γνώσεων και της πείρας που έχετε επιδείξει ως επενδυτής πελάτης στη μέχρι σήμερα σχέση σας με τη Millenium bank, σας γνωρίζουμε ότι η ταξινόμηση που σας αποδόθηκε είναι αυτή του ΙΔΙΩΤΗ ΠΕΛΑΤΗ.
Η εν λόγω ταξινόμηση σημαίνει ότι υπάγεστε στην ομάδα επενδυτών με το μέγιστο επίπεδο προστασίας, έτσι ώστε να ισχύουν προς εσάς αυξημένες υποχρεώσεις πληροφόρησης και μέτρων διαφάνειας...", ακολούθως δε με την από 4-2-2009 επιστολή της, που υπογράφεται από τους αρμοδίους υπαλλήλους της Ν. Κ. και Β. Α., η αυτή τράπεζα γνωστοποίησε στους ενάγοντες ότι το επενδυτικό προφίλ τους είναι "Προφίλ Εισοδήματος", που σημαίνει "Διατήρηση, κεφαλαιακής βάσης και επίτευξη εισοδήματος από τοκομερίδια, μερίσματα και βραχυπρόθεσμες τοποθετήσεις, με μικρή ανάληψη επενδυτικών κινδύνων".
Με βάση τα ανωτέρω οι ενάγοντες, μη διαθέτοντας οποιασδήποτε μορφής ειδική εκπαίδευση ή εμπειρία που θα τους επέτρεπε να επιλέγουν οι ίδιοι τις μορφές τοποθέτησης του κεφαλαίου τους, επέλεξαν να αναθέσουν στην τράπεζα, που διέθετε υπαλλήλους με εξειδικευμένη γνώση και εμπειρία, τον χειρισμό της επένδυσης των χρημάτων τους, επιδιώκοντας πρωτίστως να μην προκληθεί απώλεια στο κεφάλαιό τους, που αποτελούσε αποταμιεύσεις προοριζόμενες για την κάλυψη των μελλοντικών αναγκών τους, και ακολούθως την αύξηση αυτών μέσω τοποθετήσεων που δεν θα προκαλούσαν κίνδυνο απώλειας του αρχικού ποσού.
Η σύμβαση δε, που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, ήταν μικτή σύμβαση, στην οποία περιεχόταν η παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών και επενδυτικών συμβουλών και η διαχείριση του χαρτοφυλακίου τους με βάση το επενδυτικό τους προφίλ και μάλιστα χωρίς περιορισμούς, κατά τα ανωτέρω. Εξάλλου, από την αρχή της επαφής των εναγόντων με την προστηθείσα της δικαιοπαρόχου της εναγομένης κατέστη πλήρως σαφές ότι αυτοί δεν ήταν έμπειροι επενδυτές, ούτε οι επενδύσεις αποτελούσαν αντικείμενο της επαγγελματικής τους δραστηριότητας και ότι επιζητούσαν επένδυση με εξασφαλισμένο κεφάλαιο και επίτευξη εισοδήματος από τοκομερίδια, μερίσματα και βραχυπρόθεσμες τοποθετήσεις με μικρή ανάληψη επενδυτικού κινδύνου, καθώς επρόκειτο για επενδυτές εισοδήματος.
Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι επρόκειτο για σύμβαση περιορισμένης εντολής, με την οποία αυτή ανέλαβε μόνον τη λήψη και διαβίβαση εντολών των πελατών, και ότι ως εκ τούτου δεν είχε αυτή υποχρέωση ενημέρωσης και πληροφόρησης είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Αντίθετα, οι εντολές έπρεπε να χορηγούνται κατά τη σύμβαση αυτή και τον προαναφερόμενο όρο της εγγράφως με έναν από τους οριζόμενους περιοριστικά τρόπους (εγγράφως επί αποδείξει, fax, telex, e-mail), πλην όμως τέτοια έγγραφα δεν προσκομίστηκαν, οι δ' ενάγοντες αρνούνται ρητά την ύπαρξή τους.
Σε κάθε περίπτωση κατά τα ήδη αποδειχθέντα η δικαιοπάροχος της εναγομένης δεν περιορίστηκε στην εκτέλεση της εντολής για την αγορά του ένδικου ομολόγου, αλλά προηγουμένως δια της τΐροστηθείσας υπαλλήλου της υπέδειξε ως ασφαλή, επωφελή και μηδενικού ρίσκου την επίδικη επένδυση και με ελλειπείς και ασαφείς πληροφορίες παρέπεισε τους ενάγοντες να την εγκρίνουν.
Άλλωστε η υποχρέωση της εναγομένης προς διαφώτιση και πληροφόρηση των εναγόντων σχετικά με τα χαρακτηριστικά των προτεινόμενων επενδυτικών προϊόντων και των ενδεχόμενων κινδύνων, πέραν του ότι προβλέπεται από τις σημειούμενες στη μείζονα σκέψη της παρούσας διατάξεις, αλλά και τις επιταγές της καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών ηθών, αναλήφθηκε ρητά με την προαναφερόμενη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, κατά τα ανωτέρω, απορριπτόμενου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της εναγομένης.
Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε τα ίδια, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει ο σχετικός πρώτος λόγος της ένδικης έφεσης να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στο πλαίσιο της προαναφερόμενης σύμβασης η προστηθείσα υπάλληλος της NOVABANK Ν. Κ. αγόρασε για λογαριασμό των εναγόντων (α) την 30-5-2006 200.000 χρεόγραφα PIRAEUS GROUP PERP EURO της εταιρείας PIRAEUS GROUP CAP LTD, θυγατρικής της ήδη εναγομένης, καταβάλλοντας το ποσό των 204.708 ευρώ, (β) την 2-6-2006 70.000 όμοια χρεόγραφα καταβάλλοντας το ποσό των 71.827,08 ευρώ και (γ) την 7-6-2006 30.000 όμοια χρεόγραφα καταβάλλοντας το ποσό των 30.790,87 ευρώ με αντίστοιχη χρέωση του 6000612/001.000.978 καταθετικού τους λογαριασμού (βλ.
τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά αγοράς χρεογράφων). Η προαναφερόμενη υπάλληλος παρουσίασε στους ενάγοντες τα συγκεκριμένα χρεόγραφα ως ένα ιδιαίτερα επωφελές για αυτούς προϊόν, που ταίριαζε με το επενδυτικό τους προφίλ, με πολύ καλή απόδοση, λήξη την 27-10-2014 και με εγγυημένη καταβολή του κεφαλαίου κατά το χρόνο λήξης, καθώς είναι θυγατρικής εταιρείας της εναγομένης τράπεζας, χωρίς να τους παράσχει άλλες περαιτέρω πληροφορίες.
Για την άνω αγορά των ως άνω χρεογράφων χορηγήθηκαν στους ενάγοντες μόνον τα προσκομιζόμενα από 30-5-2006, 2-6-2006 και 7-6-2006 "Αποδεικτικά Αγοράς Χρεογράφων", στα οποία αναγράφονταν τα στοιχεία του αγορασθέντος τίτλου και δη "PIRAEUS GROUP PERP EURO 3M EURIBOR + 125 bps PIRAEUS GROUP CAP LTD", ποσότητα, τιμή, δεδουλευμένοι τόκοι και τελικό ποσό χωρίς άλλα στοιχεία, όπως ονομαστική αξία και λήξη ομολόγου και χωρίς καμία περαιτέρω διευκρίνιση.
Στα ίδια έγγραφα δεν γίνεται καμία αναφορά στην επωνυμία του εκδότη και του εγγυητή του ομολόγου. Έτσι, οι ενάγοντες, οι οποίοι δεν είχαν γνώσεις του αντικειμένου ούτε σχετική εμπειρία, είχαν δικαιολογημένα την πεποίθηση ότι είχαν επενδύσει σε ένα προϊόν εγγυημένου αρχικού κεφαλαίου χωρίς κίνδυνο. Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι επρόκειτο για έμπειρους επενδυτές, οι οποίοι πριν την αγορά του συγκεκριμένου προϊόντος είχαν επενδύσει σε μετοχές διαφόρων νομισμάτων και εταιριών εδρευουσών ανά τον κόσμο, όπως στις Παρθένες Νήσους, με μηδενική εξασφάλιση και μεγάλο ρίσκο δεν αποδεικνύεται βάσιμος, καθόσον τα προσκομιζόμενα έγγραφα αφορούν επενδύσεις που έγιναν από την αυτή ως άνω προστηθείσα υπάλληλο της NOVA BANK, χωρίς ειδική εντολή των εναγομένων, στο πλαίσιο της επίδικης σύμβασης και μόνον, ενώ δεν προκύπτει (ούτε, άλλωστε, η εναγομένη ισχυρίζεται) ότι οι ενάγοντες διατηρούσαν ήδη πριν τη συνεργασία τους με την NOVA BANK χαρτοφυλάκιο, το οποίο μετέφεραν σε αυτήν.
Μάλιστα οι προσκομιζόμενες έγγραφες ενημερώσεις που αποστέλοντο στους ενάγοντες σε τακτές ημερομηνίες δεν είναι εύληπτες και κατανοητές για τον μέσο συναλλασσόμενο, ο όποιος δεν διαθέτει ειδικές γνώσεις. Ενδεικτικά σημειώνεται ότι στην πρώτη από αυτές με ημερομηνία 31-5-2006 αναφέρεται (α) λογαριασμοί και χαρτοφυλάκια επενδύσεων ...
ευρώ, (β) υπόλοιπα επενδυτικών λογαριασμών -132.803,86 ευρώ, (γ) υπόλοιπα προθεσμιακών καταθέσεων και repo ... ευρώ και (δ) αποτίμηση χρεογράφων ... ευρώ, στη δε δεύτερη με ημερομηνία 30-6-2006 (α) λογαριασμοί και χαρτοφυλάκια επενδύσεων ... ευρώ, (β) υπόλοιπα επενδυτικών λογαριασμών ... (γ) υπόλοιπα προθεσμιακών καταθέσεων και repo και (δ) αποτίμηση χρεογράφων 496.830,50 ευρώ.
Οι ενάγοντες, οι οποίοι πείσθηκαν από τις προηγηθείσες ρητές διαβεβαιώσεις της ανωτέρω υπαλλήλου της δικαιοπαρόχου της εναγομένης NOVABANK περί του ασφαλούς και επικερδούς σε σχέση με τις τραπεζικές προθεσμιακές καταθέσεις χαρακτήρα του προεκτεθέντος τραπεζικού προϊόντος και χωρίς να έχουν κατανοήσει τους συγκεκριμένους όρους που διέπουν τα ομόλογα αυτά και τους κινδύνους, οι οποίοι εμπεριέχονταν σε αυτά, αφού τεχνηέντως δεν τούς επισημάνθηκαν και μάλιστα γραπτώς, όπως επέβαλε το είδος στη συγκεκριμένη συναλλαγή, κατά τα εκτιθέμενα στην μείζονα σκέψη της παρούσας, θεώρησαν ότι το εν λόγω προϊόν αποτελεί ένα είδος ομολόγου, το οποίο και ανταποκρίνεται στο επενδυτικό τους προφίλ, κατά τα ανωτέρω.
Στην από 30-11-2009 γραπτή ενημέρωση που έλαβαν αναφέρεται σύνολο επενδύσεων 433.707,89 ευρώ, σύνολο χρεογράφων 375.695,27 ευρώ, υπόλοιπα επενδυτικών λογαριασμών 56.886,65 ευρώ και κίνηση επενδυτικών λογαριασμών 376.821,24 ευρώ, στη δε συνημμένη κατάσταση χρεογράφων το προαναφερόμενο ομόλογο εμφάνιζε απόδοση - 37,26%. Ενόψει της παρατηρηθείσας τότε σημαντικής πτώσης οι ενάγοντες απευθύνθηκαν στην αυτή ως άνω υπάλληλο της NOVABANK, η οποία τους καθησύχασε λέγοντας τους ότι πρόκειται για κάτι παροδικό άνευ σημασίας.
Τον Μάιο του έτους 2010 οι ενάγοντες θέλησαν να ρευστοποιήσουν εκ των ανωτέρω τίτλων χρεόγραφα ονομαστικής αξίας 50.000 ευρώ. Πράγματι αυτά πωλήθηκαν αντί 19.080,54 ευρώ, ήτοι στο 38% της ονομαστικής τους αξίας, για την πώληση δ' αυτή έλαβαν την από 26-5-2010 έγγραφη ενημέρωση της τράπεζας Millenium Bank. Από αυτήν έλαβαν γνώση των ακριβών στοιχείων του συγκεκριμένου προϊόντος και δη ότι είχε ISIN (International Securities Identification Number) XS0204397425, ημερομηνία έκδοσης 27-10-2004 και ημερομηνία λήξης 15-6-2049 (γεγονός ανακριβές κατά τα κατωτέρω), ημερομηνία δε ανάκλησης (η οποία τους είχε παρουσιαστεί από την προστηθείσα υπάλληλο της τράπεζας ως ημερομηνία λήξης) 27-10-20114, κουπόνι 1,895%, συχνότητα πληρωμής τριμηνιαία και δεδουλευμένοι τόκοι 89,49 ευρώ.
Ενώ, δηλαδή, οι ενάγοντες είχαν την πεποίθηση ότι πρόκειται για ομόλογα συγκεκριμένης λήξης με περιοδικές αποδόσεις και εγγυημένο το αρχικό τους κεφάλαιο, στην πραγματικότητα επρόκειτο για "αιώνιο" ομόλογο (perpetual bond), το οποίο παρέχει στον κομιστή δικαίωμα απόληψης των συμφωνημένων τόκων, όχι όμως και το δικαίωμα να ζητήσει από τον εκδότη την επιστροφή της ονομαστικής του αξίας σε κάποιο απώτερο χρόνο λήξης, αλλ' αντίθετα ο εκδότης διατηρεί το δικαίωμα μονομερούς ανάκλησης του ομολόγου σε όποιο χρόνο κρίνει αυτός κατ' ελεύθερη βούληση, κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα στην μείζονα σκέψη της παρούσας.
Τα ιδιαίτερα αυτά χαρακτηριστικά, όμως, τα οποία ήταν ουσιώδη αναφορικά με την εν λόγω επένδυση, δεν εκτέθηκαν με λεπτομέρειες στους ενάγοντες, οι οποίοι, αν τα γνώριζαν, δεν θα ενέκριναν την αγορά του. Με δεδομένο δε ότι τα επίδικα ομόλογα ατελεύτητης ή αόριστης διάρκειας δεν είναι απλά στην σύλληψη και στην λειτουργία τους επενδυτικά προϊόντα και ότι οι συγκεκριμένοι επενδυτές ήταν άπειροι περί τις συγκεκριμένες συναλλαγές, χωρίς εξειδικευμένες επιστημονικές γνώσεις, λόγοι για τους οποίους άλλωστε και η ίδια η δικαιοπάροχος της εναγομένης τους είχε χαρακτηρίσει ως "επενδυτές εισοδήματος", υπείχε αυτή (εναγομένη) ως παρέχουσα τις σχετικές επενδυτικές υπηρεσίες ιδιαίτερα αυξημένη υποχρέωση ενημέρωσης των αντισυμβαλλομένων της προκειμένου να καταστήσει απόλυτα σαφή σε αυτούς τη νομική φύση και την λειτουργία των συγκεκριμένων ομολόγων.
Την υποχρέωσή της αυτή η δικαιοπάροχος της εναγομένης δεν αποδείχθηκε ότι την εκπλήρωσε προσηκόντως, καθώς η προστηθείσα από αυτή υπάλληλος παρουσίασε το συγκεκριμένο προϊόν ως απλό ομόλογο χωρίς να ενημερώσει τους ενάγοντες για τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και λειτουργία του και για τη μη εγγύηση του επενδεδυμένου κεφαλαίου τους και δεν παρείχε σε αυτούς πλήρεις και σαφείς συμβουλές ούτε επαρκείς πληροφορίες για το συγκεκριμένο επενδυτικό προϊόν με αποτέλεσμα αυτοί να μην έχουν ενημερωθεί πλήρως και προσηκόντως και δη γραπτώς και με πλήρη ανάλυση των όρων και χαρακτηριστικών των κρίσιμων σύνθετων ομολόγων και των επενδυτικών κινδύνων εξ αυτών, αφού δεν τους επέστησε την προσοχή στο γεγονός ότι τα συγκεκριμένα ομόλογα είχαν τους συγκεκριμένους όρους και δεν είχαν δικαίωμα να λάβουν το κεφάλαιό τους κατά τη λήξη τους στο ακέραιο, ενώ χωρούσε μόνο ανάκληση του ομολόγου σε χρόνο που μονομερώς θα μπορούσε να καθοριστεί από τον εκδότη.
Με βάση τη συμπεριφορά της προστηθείσας της δικαιοπαρόχου της εναγομένης οι ενάγοντες πίστεψαν εύλογα και εξακολουθούσαν να πιστεύουν μέχρι και το Μάιο του 2010 ότι τα ομόλογα είχαν ρητά προβλεπόμενες ημερομηνίες λήξης και δη αυτές που τους είχε αναφέρει η ίδια, αφού στις έγγραφες ενημερώσεις που τους αποστέλλοντο δεν αναφέρονταν τα ιδιαίτερα στοιχεία τους.
Ο ισχυρισμός της εναγομένης-εκκαλούσας ότι το συγκεκριμένο επενδυτικό προϊόν ήταν απόλυτα συμβατό με το επενδυτικό προφίλ των εναγόντων και επιπρόσθετα υψηλής πιστοληπτικής ικανότητας, το οποίο επιλέχθηκε από τους ίδιους, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο.
Ομοίως αναπόδεικτος και ως εκ τούτου απορριπτέος είναι ο ισχυρισμός της εναγομένης-εκκαλούσας ότι οι ενάγοντες ήταν πολύ έμπειροι επενδυτές με προηγούμενες εναλλακτικές επενδύσεις, κατά τα ανωτέρω ήδη αποδειχθέντα. Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε όμοια, δεν έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά εκτίμησε αυτές ορθά και πρέπει ο σχετικός δεύτερος (επικουρικά προβαλλόμενος) λόγος της ένδικης έφεσης να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' αμφότερες τις αιτιάσεις του.
Περαιτέρω σύμφωνα με την προσκομιζόμενη από 13-9-2010 εκτίμηση θέσης πελάτη της Millenium Bank κατά την άνω ημεροχρονολογία τα επίδικα ομόλογα, αξίας κτήσης 255,034,25 ευρώ, είχαν τρέχουσα αξία 93.750 ευρώ, ήτοι υπεραξία - 161.284,25 ευρώ και ποσοστό υπεραξίας -63,24%. Στη συνέχεια στις 2-3-2012 η ήδη εναγομένη ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ εξέδωσε την προσκομιζόμενη ανακοίνωση με τίτλο "Πρόταση για την απόκτηση υβριδικών τίτλων και τίτλων μειωμένης εξασφάλισης", με την οποία ανακοίνωσε την υποβολή προτάσεων προς τους κατόχους των αναφερόμενων τίτλων για την απόκτηση μέρους ή του συνόλου τους έναντι μετρητών, μεταξύ των οποίων και τα ως άνω ομόλογα με ... , τα οποία χαρακτηρίζονται ως "υβριδικοί τίτλοι" και για τους οποίους κατά την ανακοίνωση αυτή έχει παρασχεθεί εγγύηση μειωμένης εξασφάλισης της τράπεζας.
Σύμφωνα με την πρόταση αυτή η τράπεζα προσέφερε για τους τίτλους αυτούς τίμημα αγοράς ίσο με 37 εκατοστιαίες μονάδες επί της ονομαστικής τους αξίας και επιπρόσθετα τυχόν δεδουλευμένα αλλά μη καταβεβλημένα μερίσματα, η προθεσμία δε για την παράδοση των τίτλων και την υποβολή εντολής αποδοχής της πρότασης ορίστηκε μέχρι την 9-3-2012 ώρα 4.00 ώρα Λονδίνου.
Την πρόταση αυτή αποδέχθηκαν οι ενάγοντες προκειμένου να μην απωλέσουν το σύνολο του κεφαλαίου τους και έτσι έλαβαν στις 6-3-2012 από την εξαγορά ομολόγων ονομαστικής αξίας 250.000 ευρώ το ποσό των ... ευρώ, έχοντας απωλέσει συνολικά και από τις δύο εξαγορές των τίτλων το ποσό των [... ευρώ τιμή κτήσης μείον (19.080,54 ευρώ τιμή πρώτης εξαγοράς και ...
ευρώ τιμή δεύτερης εξαγοράς =) ... ευρώ=] ... ευρώ. Με βάση όλα τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι οι ενάγοντες, λόγω της αντισυμβατικής και παράνομης συμπεριφοράς των προστηθέντων της δικαιοπαρόχου της εναγομένης, έχουν υποστεί ζημία, η οποία δεν θα είχε επέλθει, εάν η δικαιοπάροχός της, δια των προστηθέντων υπαλλήλων της, είχε ενημερώσει, ως όφειλε, επαρκώς τους επενδυτές για τα χαρακτηριστικά των ομολόγων, οι δ' ενάγοντες ποτέ δεν θα είχαν προβεί στην έγκριση της αγοράς τους, εάν γνώριζαν ότι είναι αορίστου διαρκείας, δηλαδή όχι εγγυημένου κεφαλαίου.
Έτσι, με την παραπάνω συμπεριφορά των προστηθέντων της δικαιοπαρόχου της εναγομένης, που συνίσταται στην αθέτηση του καθήκοντος διαφώτισης των εναγόντων, καθώς και της παροχής σ' αυτούς σαφούς, ορθής, πλήρους και κατάλληλης συμβουλευτικής καθοδήγησης σχετικά με την επένδυση και την ασφάλεια του κεφαλαίου τους, παρέβησαν υπαιτίως τις συναλλακτικές υποχρεώσεις τους, όπως το περιεχόμενο τους προσδιορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, καθώς και τις διατάξεις του Κώδικα Δεοντολογίας ΕΠΕΥ.
Η υπαίτια δε παράβαση των άνω διατάξεων συνιστά παράνομη, κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, συμπεριφορά, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε. Αυτή δε η υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά των προστηθέντων της δικαιοπαρόχου της εναγομένης προκάλεσε αιτιωδώς τη ζημία που υπέστησαν οι ενάγοντες, καθόσον προέβησαν στην επένδυση αγνοώντας τα παραπάνω χαρακτηριστικά του ομολόγου, για τα οποία δεν ενημερώθηκαν, με την πεποίθηση που τους δημιούργησαν ότι δεν υπήρχε κίνδυνος απώλειας του κεφαλαίου τους.
Αν δε είχαν ενημερωθεί και γνώριζαν τούτο, ότι δηλαδή το ομόλογο ήταν μειωμένης εξασφάλισης και με μέτριες προοπτικές επιβίωσης και ότι υπήρχε κίνδυνος απώλειας του κεφαλαίου τους δεν θα είχαν αποδεχθεί τη συγκεκριμένη επένδυση. Εξάλλου, η πτώση της αξίας των συγκεκριμένων ομολόγων δεν αποδείχθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο ότι συνδέεται αιτιωδώς με την ενσκήψασα διεθνή χρηματοπιστωτική κρίση του έτους 2007 και ότι ανάγεται σε γεγονότα ανώτερης βίας, καθόσον στην προκειμένη υπόθεση τα συγκεκριμένα ομόλογα ήταν εξ αρχής από την έκδοσή τους αυξημένου κινδύνου και ιδιαίτερα μειωμένης εγγύησης, γεγονότα γνωστά τόσο στην εναγομένη, όσο και στη δικαιοπάροχό της.
Μάλιστα αμφότερες μπορούσαν να προβλέψουν ότι από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των προστηθέντων τους ήταν δυνατόν να προκληθεί ζημία στους ενάγοντες, αφού γνώριζαν ότι το κεφάλαιο της επένδυσής τους δεν ήταν εγγυημένο και παρόλα αυτά η τελευταία δια των προστηθέντων της προέβη στην ανωτέρω ζημιογόνο επενδυτική επιλογή ως κατάλληλη για αυτούς, και μάλιστα παρά το επενδυτικό τους προφίλ.
Περαιτέρω, εφόσον αποδείχθηκε κατά τα ανωτέρω ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις αποζημίωσης των εναγόντων, για την οποία ευθύνεται η εναγομένη, αφού, σύμφωνα με το άρθρο 922 ΑΚ, οι ενάγοντες υπέστησαν από την πλημμελή εκπλήρωση των άνω υποχρεώσεων των προστηθέντων της δικαιοπαρόχου της (εναγομένης) - στο πλαίσιο της κατάρτισης της μεταξύ τους σύμβασης ανάλογα με το επενδυτικό προφίλ των εναγόντων πελατών της, η οποία συνιστά και αδικοπραξία, κατά τα ανωτέρω - ζημία, η οποία συνδέεται αιτιωδώς με την αποδειχθείσα συμπεριφορά των ως άνω και ανέρχεται κατά τα ήδη αποδειχθέντα στο ποσό της διαφοράς ανάμεσα στο τίμημα κτήσης, που κατέβαλαν οι ενάγοντες για την απόκτηση των επιδίκων ομολόγων, και της ονομαστικής αξίας, που έλαβαν από την ρευστοποίησή τους κατά τα ανωτέρω, δικαιούνται αυτοί (ενάγοντες) αποζημίωσης.
Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα, ορθά το νόμο εφάρμοσε και εκτίμησε τις αποδείξεις και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την εναγομένη με τον συναφή τρίτο λόγο της έφεσης της είναι αβάσιμα και απορριπτέα...". Με το πρώτο (και κύριο) σκέλος του πρώτου αναιρετικού λόγου η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι "η αναιρεσιβαλλομένη αν και προέβη σε ερμηνεία των επίμαχων δηλώσεων βουλήσεων της επίδικης σύμβασης, παρέλειψε να καταφύγει στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ" και αποδίδει σ' αυτήν την απορρέουσα από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ενώ με το επικουρικώς υποβληθέντα δεύτερο σκέλος του αυτού ως άνω πρώτου αναιρετικού λόγου αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την επίσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ισχυριζόμενη ότι "αν ήθελε υποτεθεί ότι η προσβαλλομένη απόφαση προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ" προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία τους.
Από τις παραπάνω παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο δεν διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία στις σχετικές δηλώσεις βουλήσεων αναφορικά με τους όρους της παραπάνω καταρτισθείσης συμβάσεως αλλά ούτε και προέβη σε ερμηνεία αυτών, γιατί δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και ως εκ τούτου ο προαναφερθείς πρώτος αναιρετικός λόγος κατά το (πρώτο) κύριο σκέλος του είναι αβάσιμος και απορριπτέος, ενώ ο ως άνω επικουρικώς προταθείς αναιρετικός λόγος τυγχάνει απαράδεκτος, ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 298 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αποζημίωση, την οποία οφείλει ο παρά τον νόμο ζημιώσας άλλον υπαιτίως, περιλαμβάνει την διαφορά μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης του ζημιωθέντος μετά την επέλευση του ζημιογόνου γεγονότος και εκείνης στην οποία θα τελούσε ο ζημιωθείς αν δεν συνέβαινε αυτό το γεγονός.
Όταν από το ζημιογόνο γεγονός προκύπτει και ωφέλεια, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτό, με την έννοια ότι το γεγονός (αυτό) ήταν πρόσφορο να παραγάγει το όφελος, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων (298 ΑΚ), πραγματική ζημία είναι ό,τι υπολείπεται μετά την αφαίρεση της ωφέλειας. Σε περίπτωση επομένως, ωφέλειας από το ζημιογόνο γεγονός, επιβάλλεται, εφόσον υποβληθεί σχετική ένσταση, για τον προσδιορισμό της ζημίας, ο συνυπολογισμός του οφέλους που προέκυψε, εκτός αν τέτοιος συνυπολογισμός αντίκειται, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, στην καλή πίστη.
Ειδικότερα, όταν ο υπόχρεος να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα είναι και ο ίδιος υπόχρεος να χορηγήσει στο ζημιωθέντα και την ωφέλεια, είναι δυνατόν από τις γενικές διατάξεις του δικαίου να μην δικαιολογείται στην συγκεκριμένη περίπτωση ο συνυπολογισμός της ωφέλειας στην ζημία, ενώ είναι επίσης δυνατόν η καλή πίστη να μην ανέχεται το κέρδος από το ζημιογόνο γεγονός να αποβεί σε ωφέλεια του ζημιώσαντος (ΑΠ 1350/2018, ΑΠ 244/2018).
Εξάλλου κατά το άρθρο 338 παρ. 1 ΚΠολΔ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Με την διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος απόδειξης των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση.
Το βάρος απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής πεποίθησης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων.
Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης. Αντίθετα αντικειμενικό βάρος απόδειξης είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος στην περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας.
Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια του εσφαλμένου προσδιορισμού του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς την συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης.
Για να είναι ορισμένος (και συνεπώς παραδεκτός) ο από την άνω διάταξη λόγος αναίρεσης πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, ως προς τον οποίο εφαρμόσθηκαν εσφαλμένα οι ορισμοί του νόμου για το βάρος της απόδειξης, καθώς και το σφάλμα στο οποίο υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας ως προς το αποδεικτικό βάρος (ΑΠ 1453/2021, ΑΠ 892/2020, ΑΠ 1052/2019, ΑΠ 924/2018, ΑΠ 1965/2014).
Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι μετά την εκ μέρους της αιτιολογημένη άρνηση της ως άνω ασκηθείσης εις βάρος της αγωγής, οι αναιρεσίβλητοι ήταν εκείνοι που όφειλαν να αποδείξουν το ακριβές ύψος της ζημίας τους, αφαιρώντας το όφελος που αυτοί αποκόμισαν από την εκ μέρους τους είσπραξη τοκομεριδίων από τα παραπάνω ομόλογα, αλλά το Εφετείο εφαρμόζοντας εσφαλμένα σωστά τις διατάξεις των άρθρων 298, 914 και 288 ΑΚ, χαρακτήρισε τον ως άνω υποβληθέντα ισχυρισμό τους ως ένσταση συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους και με τον τρίτο αναιρετικό λόγο αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την απορρέουσα από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, για εσφαλμένη εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων, ενώ ισχυρίζεται ακόμη η αναιρεσείουσα ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης για τον υπολογισμό της ζημίας που προκλήθηκε στους αναιρεσίβλητους και με τον δεύτερον αναιρετικό λόγο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την απορρέουσα από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, πλημμέλεια.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά από το Εφετείο κατά το ενδιαφέρον το παραπάνω σχετικό μέρος της αναιρετικής διαδικασίας, επί λέξει τα εξής: "Περαιτέρω με τον τέταρτο (επικουρικά προβαλλόμενο) λόγο της ένδικης έφεσης η εκκαλούσα-εναγομένη επαναφέρει τον πρωτοδίκως απορριφθέντα ισχυρισμό της περί συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους, ισχυριζόμενη ότι πρόκειται για αιτιολογημένη άρνηση του ύψους της ζημίας των εναγόντων, την οποία όφειλαν αυτοί να αποδείξουν, αφαιρώντας το όφελος που αποκόμισαν από την επί χρόνια είσπραξη τοκομεριδίων από τα επίδικα ομόλογα.
Ωστόσο, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφενός μεν διότι ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί άρνηση, αλλά ένσταση, το βάρος δε επίκλησης και απόδειξης των γεγονότων που τη θεμελιώνουν φέρει ο ενιστάμενος, κατ' άρθρ. 262 ΚΠολΔ, κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ορθά δε εκτιμήθηκε ως τέτοιος από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμος με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, καθόσον η καταβολή του ποσού των τόκων έγινε από τις εκδότριες των ομολόγων εταιρίες στα πλαίσια της έννομης σχέσης που τις συνέδεε με τους επενδυτές και ως αντιπαροχή για την χρήση και εκμετάλλευση των κεφαλαίων που είχαν επενδυθεί και μόνο για το χρονικό διάστημα στο οποίο αντιστοιχούν και δεν συνδέονται καθ' οιονδήποτε τρόπο με την παράνομη και υπαίτια ζημιογόνα πράξη της εναγομένης - εκκαλούσας με τρόπο που θα μπορούσε να προκαλέσει τον συνυπολογισμό τους στην επιδικασθείσα αποζημίωση, αφού δεν υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ζημίας και της ωφέλειας και η καθεμία στηρίζεται σε διαφορετική αιτία.
Άλλωστε, η απόδοση αυτών με τη μορφή συνυπολογισμού τους στη ζημία των εναγόντων θα αντέκειτο τις αρχές της καλής πίστης, η οποία δεν ανέχεται το κέρδος από το ζημιογόνο γεγονός να αποβεί σε όφελος του ζημιώσαντος, όπως ορθά δέχθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο...". Με τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο ορθά εφήρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 298 και 914 ΑΚ, χαρακτηρίζοντας τον ως άνω υποβληθέντα από την αναιρεσίβλητη ισχυρισμό περί εισπράξεως εκ μέρους των αναιρεσειόντων οφέλους που απεκόμισαν αυτοί από την είσπραξη τοκομεριδίων από τα προαναφερθέντα ομόλογα, όχι ως αιτιολογημένη άρνηση της εις βάρος της ασκηθείσης αγωγής αλλά ως ένσταση συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους, το βάρος της επίκλησης και απόδειξης της οποίας έφερε η ίδια κατ' άρθρον 262 ΚΠολΔ, ενώ δέχθηκε ακόμη ότι η καταβολή των τόκων έγινε από τις εκδότριες των ομολόγων εταιρίες στα πλαίσια της έννομης σχέσης που τις συνέδεε με τους αναιρεσίβλητους επενδυτές και ως αντιπαροχή για την χρήση και εκμετάλλευση των κεφαλαίων που είχαν επενδυθεί και μόνο για το χρονικό διάστημα στο οποίο αντιστοιχούν και δεν συνδέονται καθ' οιονδήποτε τρόπο με την παράνομη και υπαίτια ζημιογόνα πράξη της ήδη αναιρεσείουσας και έτσι δεν υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της προκληθείσης ζημίας και της ωφέλειας που προέκυψε, αφού εκάστη εξ αυτών στηρίζεται σε διαφορετική αιτία, επί πλέον, δε η απόδοση της ωφέλειας με την μορφή συνυπολογισμού της στην ως άνω προκληθείσα ζημία των αναιρεσιβλήτων θα αντέκειτο τις αρχές της καλής πίστης, η οποία δεν ανέχεται το κέρδος από το ζημιογόνο γεγονός να αποβεί σε όφελος του ζημιώσαντος.
Επομένως, αμφότεροι οι αμέσως προηγουμένως προαναφερθέντες αναιρετικοί λόγοι (δεύτερος και τρίτος) τυγχάνουν αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 15 παρ. 6 του Ν. 3632/1928 κάθε αξίωση που πηγάζει από χρηματιστηριακή συναλλαγή παραγράφεται μετά πάροδο έτους από την λήξη του έτους κατά το οποίο συνήφθη η συναλλαγή. Από τις διατάξεις αυτές, που σημειωτέον καταργήθηκαν από 1-11-2007 με το άρθρο 85 του Ν. 3606/2007, εφαρμόζονται όμως στην κρινομένη υπόθεση, εφόσον οι ένδικες αξιώσεις ανάγονται σε προηγούμενο χρονικό διάστημα και εν όψει της γενικότητας στην διατύπωση της διάταξης του άρθρου 15 παρ. 6 του Ν. 3236/1928, που δεν διακρίνει σε κύρια ή παρεπόμενη χρηματιστηριακή συναλλαγή, προκύπτει ότι η καθιερούμενη ενιαύσια παραγραφή ισχύει αποκλειστικά για τις αξιώσεις από συμβάσεις χρηματιστηριακών συναλλαγών και συγκεκριμένα, τόσον από τις κύριες χρηματιστηριακές συμβάσεις, όσον και από τις παρεπόμενες ή συναφείς αυτών (ΟλΑΠ 16/2008, ΑΠ 725/2017), όχι όμως και στις αξιώσεις από άλλης μορφής συμβάσεις ούτε εκείνες που στηρίζονται σε αδικοπραξία, ανεξάρτητα αν αφορμή της τέλεσής της ήταν χρηματιστηριακή σύμβαση (ΑΠ 725/2017, ΑΠ 1376/2011).
Εξάλλου κατά το άρθρο 251 ΑΚ, η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. Η δικαστική επιδίωξη αποκλείεται μόνον οσάκις συντρέχουν νομικά κωλύματα, τα οποία καθιστούν αδύνατη την δικαστική επιδίωξη (ΑΠ 61/1968, ΑΠ 611/1971), τα οποία είτε αναφέρονται ευθέως στον νόμο, είτε αποτελούν αναβλητικές ενστάσεις.
Δεν αποκλείεται όμως η δικαστική επιδίωξη της απαίτησης και συνακόλουθα, η έναρξη του χρόνου της παραγραφής, από το γεγονός, ότι εκκρεμεί άλλη προηγούμενη, δίκη, που δεν έχει περατωθεί, στην οποία τίθεται ορισμένο ζήτημα, το οποίο συναπαρτίζει τη βάση άλλης αξίωσης του ιδίου ενάγοντος κατά του ίδιου εναγόμενου ή αντίστροφα. (ΑΠ 1209/2010).
Η ανωτέρω διάταξη εισάγει ένα γενικό κανόνα, από τον οποίο υπάρχουν εξαιρέσεις, που εξαρτούν την αφετηρία της παραγραφής από άλλους λόγους, όπως - πλήν άλλων - και εκείνη του άρθρου 937 ΑΚ. Έτσι, επί συμπεριφορών που συνιστούν κατ' άρθρο 914 ΑΚ, αδικοπραξία, η σχετική απαίτηση του ζημιωθέντος παραγράφεται μετά πενταετία, αφ' ότου ο παθών έμαθε την ζημία και τον υπόχρεο προς αποζημίωση και εάν η αδικοπραξία αποτελεί συνάμα κολάσιμη πράξη, η οποία κατά τον ποινικό νόμο υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή, αυτό ισχύει και για την απαίτηση αποζημίωσης.
Επομένως, η ειδική αυτή διάταξη εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση αδικοπραξίας, δηλαδή σε οιαδήποτε, υπό ευρεία έννοια, αντικειμενικά παράνομη συμπεριφορά από την οποία γεννάται αξίωση αποζημίωσης, αφορά δε και την από το άρθρο 932 ΑΚ αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (ΑΠ 901/2014, ΑΠ 72/2007, ΑΠ 916/2003).
Με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο με εσφαλμένη μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 15 παρ. 6 του Ν. 3632/1928, και εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 937 ΑΚ απέρριψε την υποβληθείσα εκ μέρους της ένσταση παραγραφής της σχετικής αξίωσης των εναγόντων, με συνέπεια να υποπέσει στην απορρέουσα από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πλημμέλεια.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος τα ακόλουθα: "...με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο της ένδικης έφεσης η εκκαλούσα-εναγομένη επαναφέρει την παραδεκτά προβληθείσα ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ένσταση περί παραγραφής της ένδικης απαίτησης κύρια μεν κατά τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 6 ν. 3632/1928 και επικουρικά κατά τη διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ...
Ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση δεν επρόκειτο για αξίωση προερχόμενη από χρηματιστηριακή συναλλαγή κατά την έννοια του προδιαληφθέντος νόμου, αλλά για αγορά ομολόγου εκτός χρηματιστηρίου και κατά συνέπεια η σχετική αξίωση δεν υπόκειται στην ενιαύσια παραγραφή της επικαλούμενης διάταξης του άρθρου 15 παρ. 6 ν. 3632/1928....
Όσον αφορά δε την σωρευόμενη και αποδειχθείσα απαίτηση από αδικοπραξία, η παραγραφή αυτής άρχισε από τότε που οι ενάγοντες έλαβαν γνώση του ζημιογόνου γεγονότος και της επελθούσας ζημίας και δη κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή και ήδη αποδειχθέντα στις 26-5-2010 και στις 6-3-2012, έκτοτε δε και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, η οποία έλαβε χώρα στις 25-11-2014 (κατάθεση δικογράφου 14-11-2014 και επίδοση 25-11-2014), δεν συμπληρώθηκε η πενταετής παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ.
Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε όμοια, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πρέπει ο σχετικός λόγος της ένδικης έφεσης να απορριφθεί ως αβάσιμος...". Με τις προαναφερθείσες παραδοχές και συγκεκριμένα, του ότι η σχετική αξίωση των ήδη αναιρεσιβλήτων δεν απέρρεε από χρηματιστηριακή συναλλαγή, αλλά έγινε για αγορά ομολόγου εκτός χρηματιστηρίου και ως εκ τούτου η αξίωση δεν υπόκειται στην ενιαύσια παραγραφή της διάταξης του άρθρου 15 παρ. 6 του Ν. 3632/1928 και επί πλέον ότι από τον χρόνο κατά τον οποίον οι ήδη αναιρεσίβλητοι έλαβαν γνώση του σχετικού ζημιογόνου γεγονότος μέχρι που προκλήθηκε η ζημία, δεν συμπληρώθηκε η πενταετής παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, το Εφετείο δεν παραβίασε τις ως άνω διατάξεις, με εσφαλμένη μη εφαρμογή και εφαρμογή, αντίστοιχα, αφού με βάση τις ως άνω παραδοχές του δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, στην προκειμένη περίπτωση.
Επομένως, ο άνω λόγος της αίτησης αναίρεσης με το προαναφερθέν περιεχόμενο, είναι αβάσιμος.
Εν όψει όλων όσων αναφέρθηκαν και εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι αναιρετικοί λόγοι για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως κατά της ως άνω πληττομένης υπ' αριθμ. ... αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, να διαταχθεί η εισαγωγή του σχετικού παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεώς της στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων κατά παραδοχή του σχετικού προς τούτο υποβληθέντος του αιτήματός τους (άρθρα 106, 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως αμέσως παρακάτω στο διατακτικό αυτής της αποφάσεως ειδικότερα αναφέρεται.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10-2-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. ... αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΖΕΙ να εισαχθεί το κατατεθέν εκ μέρους της αναιρεσείουσας παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, το ύψος των οποίων καθορίζει (συνολικά) στο χρηματικό ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700,00 €).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Σεπτεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2022.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ