Supreme Court dismisses appeal on procedural default and vague mitigation claims in criminal case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a conviction, ruling that the defendant failed to appear at the hearing despite valid summons. The court rejected arguments regarding mitigating circumstances because they lacked specific factual basis required by law. Consequently, the appeal was found inadmissible and the original conviction stood.
Legislator headnote
AI generatedArticles 513(1)(c), 3, 155(2)(b), 515(2) of the Code of Civil Procedure; Article 79(1) of the Enforcement Act; Article 510(1)(d) of the Code of Civil Procedure; Article 178, 179 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the appellant fails to appear after proper summons, and vague claims for mitigation without specific factual grounding do not constitute grounds for overturning a judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1899 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1899/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ'ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ'αριθμ.231/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου, Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου και Κων/να Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννου Αγγελή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. Μ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κυριακή Κουφοπούλου, για αναίρεση της υπ'αριθ. ΓΤ1952/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Δ. Δ. του Π., κάτοικο ..., που δεν εμφανίστηκε. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ'αριθ.πρωτ.7689/16-7-2018 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1026/18.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' και 3 ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155 - 161 και μέσα στη προθεσμία του άρθρου 166. Οι διάδικοι παρίστανται στη συζήτηση με συνήγορο ενώ κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 515 του ίδιου Κώδικα αν εμφανισθεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμα και αν κάποιος από αυτούς δεν εμφανίστηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 24-8-2018 αποδεικτικό επιδόσεως του Επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Χούμου Λάμπρου, ο πολιτικώς ενάγων της κρινόμενης υπόθεσης Δ. Δ. του Π., με αναιρεσείοντα τον Ν. Μ. του Α., κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 155 παρ. 2 εδ.
β' του ως άνω Κώδικα για να εμφανιστεί στην αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως αυτής συνεδρίαση που είχε οριστεί για να συζητηθεί η από 12-7-2018 και με αριθμό εκθέσεως ….9/16-7-2018 αίτηση του ως άνω αναιρεσείοντος για αναίρεση της υπ' αριθμ.1952/2018 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, πλην αυτός δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου.
Μετά από αυτά, εφόσον η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία του σαν να ήταν και αυτός παρών.
Κατά το άρθρο 79 παρ.1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 1325/1972, εκείνος που εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται, αντικειμενικά μεν: 1) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο, 2) υπογραφή του εκδότη, αδιάφορα αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού ή για χρέος άλλου ή εταιρίας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρίας, 3) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή, και 4) έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή, οπωσδήποτε κατά το χρόνο εμφανίσεως της επιταγής προς πληρωμή, υποκειμενικά δε γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξεως, δηλαδή της εκδόσεως επιταγής που είναι ακάλυπτη.
Ειδικότερα, αναφορικά με την υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, μετά την αντικατάσταση της διατάξεως της παρ. 1 του άνω άρθρου 79 με το άρθρο 1 του ν. 1325/1972, εξέλιπε από αυτό η παλαιότερη πρόβλεψη, η οποία, ενόψει του ότι έκανε λόγο για έκδοση ακάλυπτης επιταγής "εν γνώσει" του δράστη, άφηνε έξω από την περιγραφή της αναγκαίας για την κατάφαση του εγκλήματος υπαιτιότητας του εκδότη τον ενδεχόμενο δόλο.
Έτσι, για την πλήρωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού δεν απαιτείται ο εκδότης να τελεί "εν γνώσει" της ανυπαρξίας διαθεσίμων κεφαλαίων, αλλά αρκεί προς τούτο ότι αυτός θεωρεί την έλλειψη πιθανή και την αποδέχεται. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.
Δ" ιδίου Κωδικός, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ" είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Περαιτέρω η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ" αρχή να αιτιολογείται ιδιαιτέρως αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικές συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή που προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός εάν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου σκοπού περαιτέρω (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση).
Τοιαύτα στοιχεία όμως, όπως προαναφέρθηκε, δεν αξιώνονται πλέον από το νόμο στην περίπτωση του εγκλήματος της εκδόσεως ακαλύπτου επιταγής. Όμως δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως και συγκρίσεως εκάστου αποδεικτικού μέσου ως και η παράλειψη συσχετίσεως όλων των αποδεικτικών στοιχείων, διότι στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για την πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως είκοσι πέντε (25) μηνών ανασταλείσα επί τριετία, και σε χρηματική ποινή τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες κατηγορίας και υπερασπίσεως και αναγνωσθέντα έγγραφα), δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, ότι ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων : "...στην Αθήνα, στους παρακάτω χρόνους ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "...
ΕΠΕ", με περισσότερες από μια πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με πρόθεση εξέδωσε επιταγές που δεν πληρώθηκαν στον κομιστή τους, γιατί δεν είχε τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής και πιο συγκεκριμένα εξέδωσε τις κάτωθι επιταγές: 1) Την επιταγή με αριθμό 0...24-1 της Τράπεζας MARFIN EGNATIA BANK με ημερομηνία εκδόσεως την 31-12-2010 ποσού (100000) ευρώ σε διαταγή "Ν.
Μ." νομίμως περιελθούσα εξ οπισθογραφήσεως στον εγκαλούντα Δ. Δ. που είναι νόμιμος κομιστής αυτής. 2) Την επιταγή με αριθμό 0...25-9 της Τράπεζας MARFIN EGNATIA BANK με ημερομηνία εκδόσεως την 28-2-2011 ποσού (100000) ευρώ σε διαταγή "Ν. Μ." νομίμως περιελθούσα εξ οπισθογραφήσεως στον εγκαλούντα Δ. Δ. που είναι νόμιμος κομιστής αυτής.
Και αφού ο κομιστής τις εμφάνισε προς πληρωμή στις 5-1-2011 και 4-3-2011 αντίστοιχα δεν πληρώθηκε από την Πληρώτρια Τράπεζα γιατί δεν υπήρχε αντίκρισμα. Ο ισχυρισμός του κατ/νου ότι έχει εξοφλήσει τις ανωτέρω επιταγές δεν μπορεί να γίνει δεκτός, καθόσον υπό την αλήθεια αυτού θα αναμενόταν τούτος να έχει λάβει τα σώματα των επιταγών ή έστω εξοφλητική απόδειξη, κάτι το οποίο δεν συμβαίνει, ώστε προέκυψε ότι οι καταβολές που αυτός είχε κάνει προς τον εγκαλούντα δεν αφορούσαν την υποκείμενη αιτία έκδοσης των ως άνω επιταγών, αναγόμενης στην καταβολή του τιμήματος για την αγορά ακινήτου από αυτόν (εγκαλούντα).
Η κρίση αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο κατ/νος αρχικά, και αντιφατικά σε σχέση με όσα διατείνεται σήμερα περί εξόφλησης, είχε κατηγορήσει τον εγκαλούντα για τοκογλυφία, από την οποία αυτός απαλλάχθηκε με τη με αριθμό 30442/2015 απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Επομένως, ο κατ/νος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των αποδιδόμενων σε αυτόν πράξεων".
Στη συνέχεια το Δικαστήριο κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο του ότι: "...στην Αθήνα, στους παρακάτω χρόνους ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΠΕ", με περισσότερες από μια πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με πρόθεση εξέδωσε επιταγές που δεν πληρώθηκαν στον κομιστή τους, γιατί δεν είχε τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής και πιο συγκεκριμένα εξέδωσε τις κάτωθι επιταγές: 1) Την επιταγή με αριθμό 0...24-1 της Τράπεζας MARFIN EGNATIA BANK με ημερομηνία εκδόσεως την 31-12-2010 ποσού (100000) ευρώ σε διαταγή "Ν.
Μ." νομίμως περιελθούσα εξ οπισθογραφήσεως στον εγκαλούντα Δ. Δ. που είναι νόμιμος κομιστής αυτής. 2) Την επιταγή με αριθμό 0...25-9 της Τράπεζας MARFIN EGNATIA BANK με ημερομηνία εκδόσεως την 28-2-2011 ποσού (100000) ευρώ σε διαταγή "Ν. Μ." νομίμως περιελθούσα εξ οπισθογραφήσεως στον εγκαλούντα Δ. Δ. που είναι νόμιμος κομιστής αυτής.
Και αφού ο κομιστής τις εμφάνισε προς πληρωμή στις 5-1-2011 και 4-3-2011 αντίστοιχα δεν πληρώθηκε από την Πληρώτρια Τράπεζα γιατί δεν υπήρχε αντίκρισμα." Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, σε συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού που αλληλοσυμπληρώνονται, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1, 98 του ΠΚ και 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933.
Ειδικότερα, παρατίθεται στην απόφαση ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος εξέδωσε, ως νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΕΠΕ", τις ειδικότερα αναφερόμενες δύο (2), τυπικά έγκυρες, τραπεζικές επιταγές, ότι οι επιταγές αυτές εμφανίσθηκαν εμπροθέσμως στην πληρώτρια Τράπεζα και δεν πληρώθηκαν λόγω έλλειψης αντικρίσματος, και ότι αυτός ενήργησε με πρόθεση.
Προσέτι εκτίθεται η θέση του Δικαστηρίου περί μη εξόφλησης των επίδικων επιταγών με την παραδοχή, ότι οι καταβολές των 550.000 και 150.000 ευρώ, που είχε κάνει ο αναιρεσείων προς τον εγκαλούντα δεν αφορούσαν την υποκείμενη αιτία έκδοσης των επίδικων επιταγών αλλά την καταβολή τιμήματος για την αγορά ακινήτου από τον εγκαλούντα, η οποία αποτελεί πλήρη και επαρκή αιτιολογία.
Ειδικότερα, παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντα, δεν ήταν αναγκαία η ιδιαίτερη αιτιολόγηση της γνώσεως αυτού ως προς τη μη ύπαρξη διαθεσίμων κεφαλαίων κατά το χρόνο εκδόσεως ή πληρωμής των ενδίκων επιταγών, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, αρκεί υποκειμενικά ο απλός δόλος, ο οποίος ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών που δέχτηκε το Δικαστήριο της ουσίας ότι απαρτίζουν την αξιόποινη αυτή πράξη, πέραν του ότι η ύπαρξη του υποκειμενικού στοιχείου του δόλου αιτιολογείται στο σκεπτικό της προσβαλλομένης, χωρίς να ενέχει αντίφαση ως προς τη συνδρομή αυτού η αναφορά στην αιτιολογία της απόφασης του γεγονότος ότι είχε κατηγορήσει τον εγκαλούντα για την πράξη της τοκογλυφίας, από την οποία αυτός απαλλάχθηκε με την υπ' αριθμ.30442/2015 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Επομένως, ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, κατ' ορθή εκτίμηση, πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Καθ' ο μέρος δε, υπό την επίκληση του άνω λόγου, επιχειρείται διαφορετική εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, είναι και αυτός για τη συνδρομή στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής.
Προϋποτίθεται όμως η προβολή του αυτοτελούς ισχυρισμού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο καθώς και η προφορική του ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα.
Διαφορετικά δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί του ισχυρισμού αυτού, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή του. Μόνη η επίκληση της νομικής διάταξης που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίο είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει πολύ δε περισσότερο να δικαιολογήσει ειδικά την απόρριψή του (ΑΠ 731/2014).
Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 140 εδ. γ' και 141 παρ. 3 Κ.Ποιν.Δ. προκύπτει ότι τα πρακτικά της ποινικής δίκης αποδεικνύουν, μέχρι να προσβληθούν ως πλαστά, όλα όσα καταχωρούνται σ' αυτά. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας, αφού ακούστηκε ο Εισαγγελέας, ο οποίος πρότεινε την ενοχή του κατηγορούμενου, δόθηκε ο λόγος στο συνήγορο της πολιτικής αγωγής και στη συνέχεια στους συνηγόρους υπερασπίσεως, οι οποίοι "ανέπτυξαν την υπεράσπιση και ζήτησαν την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων".
Επομένως, εφόσον τα πρακτικά δεν προσβάλλονται ως πλαστά, ούτε ζητήθηκε η διόρθωση τους ορθά η προσβαλλόμενη απόφαση συμπεριέλαβε τον ισχυρισμό των ελαφρυντικών περιστάσεων στην ανάπτυξη της υπερασπίσεως περί απαλλαγής του κατηγορουμένου. Επομένως απορριπτέος κρίνεται ο υποστηρίζων τα αντίθεα τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του.
Περαιτέρω ο παραπάνω ισχυρισμός έτσι όπως προτάθηκε χωρίς δηλαδή ειδικότερη αναφορά σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που κατά το νόμο απαιτούνται για τη θεμελίωση αυτών (ελαφρυντικών περιστάσεων) έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγήσουν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα, ήταν παντελώς αόριστος και, ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν υποχρεούτο να απαντήσει σ' αυτόν πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψή του.
Παρά ταύτα το Δικαστήριο για την απόρριψη του διέλαβε σχετική αιτιολογία δεχόμενο ότι: "...απορριπτομένου του ισχυρισμού περί αναγνώρισης ελαφρυντικών σε αυτόν, διότι δεν αποδείχθησαν πραγματικά περιστατικά θεμελιωτικά αυτών, αλλά αντίθετα η προειπωθείσα αντιφατική συμπεριφορά αυτού αποκλείει την εφαρμογή του 84 παρ. 2 Π.Κ." Επομένως, ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ' ΚΠΔ, τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, λόγω του ότι το Δικαστήριο δεν απάντησε αιτιολογημένα στον ως άνω ισχυρισμό, είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί.
Σύμφωνα με το άρθρο 179 ΚΠΔ, συνδυαζόμενο και με το άρθρο 178 ΚΠΔ, στην ποινική διαδικασία επιτρέπεται κάθε είδος αποδεικτικών μέσων, εφόσον βέβαια δεν πρόκειται για απαγορευμένα αποδεικτικά μέσα. Η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή του άρθρου 179 ΚΠΔ, όπως και του άρθρου 178 ΚΠΔ, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης, αφού δε πρόκειται για ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Επομένως οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης κατά το αντίστοιχο σκέλος τους, που συνίσταται στο ότι το Δικαστήριο με το να οδηγηθεί σε καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση παρακάμπτοντας τα εκ μέρους του προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία, παραβίασε το άρθρο 179 ΚΠΔ, απορριπτέος κρίνεται προεχόντως ως προβαλλόμενος απαραδέκτως. Μετά ταύτα, και εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-7-2018 και με αριθμό ..89/16-7-2018 αίτηση του Ν. Μ., κατοίκου ... για αναίρεση της υπ' αριθμ.1952/2018 αποφάσεως Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2018.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Νοεμβρίου 2018.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ