Legislator Case Law & Legislation
1899/2017 AI generated

1899/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1899/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 15 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1899/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τσάκος ανέγνωσε την από 6-11-2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεώργιου Αναστασάκου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης.

Keywords

AI generated
working time directive Sunday work authorization irregular working hours prohibition of employment trade union rights recording of working time
AI generated
244/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/7/1997 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 191/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 157/99 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 18/6/2002 αίτησή του.
1546/2006
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/7/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 34127/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1987/2004 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2/2/2004 αίτησή του.
1469/2012
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Μαΐου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/6/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2937/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4141/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20/10/2010 αίτησή τους.
721/2012
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
1167/2006
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/10/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1197/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6418/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16/12/2004 αίτησή του.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1899 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1899/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Μαρία Νικολακέα και Νικόλαο Τσάκο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 15 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Α. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Ταρπινίδη και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Π. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-10-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10677/2010 του ίδιου δικαστηρίου και 1432/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-1-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τσάκος ανέγνωσε την από 6-11-2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεώργιου Αναστασάκου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσιβλήτου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την .../8-12-2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Θ. Κ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο επισπεύδων τη συζήτηση της υπόθεσης αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση από 27-1-2015 αίτησης για αναίρεση της 1432/2014 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 17-11-2015, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση για τη δικάσιμο της 15-3-2016 και από αυτήν για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (15-11-2016), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο. Εξ άλλου από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού του δικαστηρίου προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την τελευταία αυτή νόμιμη δικάσιμο αυτής, ο αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Εφόσον δε η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο κατά τη μετ’ αναβολήν δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρο 226 παρ. 4 εδ. γ και δ Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 εδ. β του ίδιου κώδικα), πρέπει ο αναιρεσίβλητος να δικασθεί ερήμην, να προχωρήσει όμως η συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η έννοια της δημόσιας τάξης περιλαμβάνει τους κανόνες με τους οποίους η Ελληνική Πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές ή κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα στη χώρα γενική περί δικαίου συνείδηση. Οι ισχυρισμοί που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο δεν είναι αναγκαίως και δημόσιας τάξης (Ολ.

Α.Π. 15/2000). Έτσι ο ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής λαμβάνεται μεν αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο, δεν υπάγεται όμως στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 αριθ. 2 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 598/2017). Εξ άλλου η τελευταία αυτή διάταξη, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός ο οποίος στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως.

Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, εάν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδ. α-γ της παρ. 2 του άρθρου 562 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή.

Περαιτέρω από τα άρθρα 591 παρ. 1 περ. β, 666 παρ. 1, 115 παρ. 3 και 256 παρ. 1 περ. δ Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή, προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρηθούν στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, δηλαδή απαιτείται σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που ως "γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά και έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς στις κατατιθέμενες προτάσεις (Α.Π. 72/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 14 περ. β και περ. α Κ.Πολ.Δ. αντίστοιχα και συγκεκριμένα ότι: α) παρά το νόμο μη κηρύσσοντας απαράδεκτο δεν απέρριψε την αγωγή του αναιρεσιβλήτου ως αόριστη κατά παραδοχή της παραδεκτά προταθείσης από αυτόν πρωτοδίκως και κατ’ έφεση σχετικής ένστασης (πρώτος λόγος) και β) παρά το νόμο κηρύσσοντας απαράδεκτο απέρριψε την παραδεκτά προταθείσα από αυτόν πρωτοδίκως και κατ’ έφεση ένσταση εξόφλησης των ένδικων αξιώσεων του ενάγοντος (δεύτερος λόγος).

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι διότι ναι μεν για το παραδεκτό τους ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι προέβαλε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου τις ενστάσεις αοριστίας της αγωγής και εξόφλησης και ότι τις επανέφερε με λόγους έφεσης στο εφετείο, δεν προσκομίζει όμως τις υποβληθείσες ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου έγγραφες προτάσεις του ούτε τα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης, ώστε να ελεγχθεί αν πράγματι προτάθηκαν πρωτοδίκως οι ανωτέρω ενστάσεις και το ποιο ήταν το ακριβές περιεχόμενο αυτών.

Κατά την 18310/1946 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, όπως αυτή ερμηνεύθηκε και συμπληρώθηκε με την 25825/1951 απόφαση των ίδιων Υπουργών και την Φ. 27019/1953 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, η κατά 25% προσαύξηση του μισθού ή του ημερομισθίου για εργασία που παρέχεται κατά τη νύκτα (10 μ.μ.-6 π.μ.) οφείλεται και σε μισθωτούς που λόγω της φύσεως της εργασίας τους, απασχολούνται αποκλειστικά κατά τη νύκτα (όπως είναι και οι αρτοποιοί), εφόσον όμως οι καταβαλλόμενες σε αυτούς αποδοχές δεν είναι αυξημένες σε σχέση προς τα από τις οικείες διατάξεις προβλεπόμενα ελάχιστα όρια κατά ποσοστό τουλάχιστον 25% και μόνο αν η αύξηση αυτή είναι μικρότερη του 25% καταβάλλεται η διαφορά.

Εξ άλλου κατά την έννοια των ως άνω υπουργικών αποφάσεων, η βάσει αυτών οφειλόμενη προσαύξηση για νυκτερινή εργασία υπολογίζεται στο σύνολο των νόμιμων αποδοχών του μισθωτού, που περιλαμβάνουν το βασικό μισθό και τα από το νόμο οριζόμενα επιδόματα (Ολ. Α.Π. 209/1981), δεν επιτρέπεται δε παραίτηση από την εν λόγω προσαύξηση, διότι οι διατάξεις που την προβλέπουν αφορούν στη δημόσια τάξη (Α.Π. 265/1999).

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφασή του το εφετείο δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Ο εναγόμενος [ήδη αναιρεσείων] διατηρεί από τις αρχές Σεπτεμβρίου του έτους 2003 αρτοποιείο στη ...... Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίστηκε προφορικά στις 3-9-2003 προσέλαβε τον ενάγοντα [ήδη αναιρεσίβλητο], κάτοχο...

βιβλιαρίου υγείας... για να τον απασχολήσει στην άνω επιχείρησή του ως αρτοποιό... Κατά την κατάρτιση της ως άνω εργασιακής σύμβασης συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων να παρέχει ο ενάγων τις προαναφερόμενες υπηρεσίες του, εργαζόμενος έξι... ημέρες την εβδομάδα και συγκεκριμένα από την Κυριακή το βράδυ μέχρι και το Σάββατο το πρωί κατά τις ώρες από τις 22.00 έως τις 06.00.

Αποδείχθηκε όμως ότι ο ενάγων καθόλη τη διάρκεια της εργασιακής του σύμβασης απασχολήθηκε στην επιχείρηση του εναγομένου, εργαζόμενος, όπως συμφωνήθηκε, έξι... ημέρες την εβδομάδα, ήτοι από την Κυριακή το βράδυ μέχρι και το Σάββατο το πρωί, αλλά κατά τις ώρες από 22.00 μέχρι 06.30. Ο ενάγων δηλαδή εργαζόταν 8,5 ώρες ημερησίως, από τις οποίες οι οκτώ...

και δη από 22.00 μέχρι 06.00 συνέπιπταν με νυκτερινή εργασία. Οι ως άνω ώρες εργασίας του ενάγοντος στην επιχείρηση αρτοποιείου του εναγομένου ήταν για την κάλυψη της παραγωγής των προϊόντων της... δεδομένου ότι το αρτοποιείο του εναγομένου προμήθευε ψωμιά σε άλλα δύο πρατήρια που διατηρούσε ο εναγόμενος, ενώ ορισμένες φορές προμήθευε με ψωμιά και άλλα πρατήρια...

Έπρεπε δηλαδή να εξασφαλίζεται καθημερινά η παραγωγή μεγάλων ποσοτήτων των προϊόντων τα οποία διέθετε το αρτοποιείο του εναγομένου από το δικό του κατάστημα αλλά προμήθευε και τα ανωτέρω πρατήρια και καταστήματα. Μάλιστα τα άνω προϊόντα αρτοποιείου έπρεπε να είναι έτοιμα προς πώληση ή προμήθεια των πρατηρίων άλλων καταστημάτων το αργότερο μέχρι τις 06.30, διότι αμέσως μετά, ήτοι μέχρι τις 07.00, άρχιζε η λειτουργία των άνω καταστημάτων...

Περαιτέρω ουδόλως αποδείχθηκε (ούτε άλλωστε ο ίδιος ο ενάγων επικαλείται) ότι τόσο αυτός όσο και ο εναγόμενος είναι μέλη κάποιας από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις που συμβλήθηκαν για την κατάρτιση των επικαλούμενων από τον ενάγοντα συλλογικών συμβάσεων εργασίας "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των αρτοποιών-αρτεργατών", καθώς και ότι οι συλλογικές αυτές συμβάσεις εργασίας έχουν κηρυχθεί γενικά υποχρεωτικές με απόφαση του αρμόδιου Υπουργού Εργασίας, ώστε να μπορούν να τύχουν εφαρμογής και στην περίπτωση του ενάγοντα για τον προσδιορισμό με βάση αυτές των όρων της αμοιβής του.

Ο ισχυρισμός δε του ενάγοντος ότι, κατά την κατάρτιση της επίδικης εργασιακής του σύμβασης συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων να αμείβεται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες πιο πάνω συλλογικές συμβάσεις εργασίας "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των αρτοποιών-αρτεργατών", είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι με την προαναφερόμενη από 3-9-2003 ατομική σύμβαση εργασίας του ενάγοντος έγινε ρητή συμφωνία και παραπομπή στους κανονιστικούς όρους των πιο πάνω συγκεκριμένων συλλογικών συμβάσεων εργασίας...

Με βάση τα παραπάνω οι νόμιμες αποδοχές του ενάγοντος καθορίζονται από τις εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας, που προβλέπουν τα κατώτατα όρια ημερομισθίων για εβδομαδιαία εργασία έξι... ημερών για τους εργαζόμενους όλης της χώρας. Επομένως οι νόμιμες αποδοχές του ενάγοντος, εγγάμου, χωρίς προϋπηρεσία...

ανέρχονταν στα εξής ποσά: 1) κατά το χρονικό διάστημα από 3-9-2003 έως 31-12-2003 στο ποσό των (25,62 ευρώ το ημερομίσθιο Χ 26 ημέρες Χ 4 μήνες =) 2.664,48 ευρώ, 2) κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως 31-8-2006 στο ποσό των (26,64 Χ 26 Χ 8 =) 5.541,12 ευρώ, 3) κατά το χρονικό διάστημα από 1-9-2004 έως 31-12-2004 στο ποσό των (27,52 Χ 26 Χ 8 =) 2.862,08 ευρώ, 4) κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 έως 31-8-2005 στο ποσό των (28,12 Χ 26 Χ 8 =) 5.848,96 ευρώ, 5) κατά το χρονικό διάστημα από 1-9-2005 έως 31-12-2005 στο ποσό των (29,05 Χ 26 Χ 4 =) 3.021,20 ευρώ, 6) κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως 31-8-2006 στο ποσό των (29,89 Χ 26 Χ 8 =) 6.217,12 ευρώ, 7) κατά το χρονικό διάστημα από 1-9-2006 έως 30-4-2007 και ενόψει ότι είχε συμπληρώσει μια τριετία στο ποσό των (31,79 Χ 26 Χ 8 =) 6.612,32 ευρώ, 8) κατά το χρονικό διάστημα από 1-5-2007 έως 31-12-2007 στο ποσό των (33,41 Χ 26 Χ 8 =) 6.949,28 ευρώ, 9) κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2008 έως 31-8-2008 στο ποσό των (34,56 Χ 26 Χ 8 =) 7.188,48 ευρώ και 10) κατά το χρονικό διάστημα από 1-9-2008 έως 14-10-2008 στο ποσό των (35,60 Χ 26 Χ 1,5 =) 1.388,40 ευρώ.

Σύμφωνα λοιπόν με τα προεκτεθέντα και ενόψει του γεγονότος ότι ο ενάγων πραγματοποιούσε καθημερινά νυκτερινή εργασία οκτώ... ωρών, ήτοι από 22.00 έως 06.00, δικαιούται τη νόμιμη προσαύξηση από 25% επί του ωρομισθίου του... παρότι... η φύση της εργασίας του επιβάλλει την παροχή αυτής (εργασίας) αποκλειστικά κατά τη νύκτα".

Με βάση αυτές τις παραδοχές και άλλες που αφορούν τον υπολογισμό των οφειλόμενων για την πιο πάνω αιτία (προσαύξηση του ημερομισθίου του λόγω νυκτερινής εργασίας) ποσών, συμποσούμενων σε 14.141,20 ευρώ, το εφετείο απέρριψε τους λόγους της έφεσης του εναγομένου με τους οποίους αυτός παραπονούνταν για την επιδίκαση με την εκκαλούμενη απόφαση στον ενάγοντα των ίδιων ποσών για την ίδια αιτία.

Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 3 της ΚΥΑ 25825/1951. Τούτο διότι δέχθηκε ότι οι καταβαλλόμενες στον ενάγοντα αποδοχές ήταν οι κατώτατες προβλεπόμενες από τις εκάστοτε ισχύουσες εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας, παραδοχή από την οποία ευθέως συνάγεται ότι αυτές (οι καταβαλλόμενες στον ενάγοντα αποδοχές) δεν ήταν αυξημένες σε σχέση προς τα από τις οικείες διατάξεις προβλεπόμενα ελάχιστα όρια κατά ποσοστό τουλάχιστον 25% και ότι συνακόλουθα ο ενάγων εδικαιούτο την προσαύξηση.

Συνεπώς ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης παρέχεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξ άλλου από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων, στις υποθέσεις που δικάζονται κατά τη διαδικασία των άρθρων 664 επ.

Κ.Πολ.Δ. (όπως αυτά ίσχυαν πριν από την κατάργησή τους με το ν. 4335/2015 και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή) περιλαμβάνονται και οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου που έγιναν νομοτύπως κατά το άρθρο 671 παρ. 1 του ίδιου κώδικα (όπως ίσχυε κατά τα προεκτεθέντα), δηλαδή ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες.

Οι βεβαιώσεις αυτές αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα (Α.Π. 1651/2012). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη την .../4-11-2013 ένορκη βεβαίωση των Α.

Σ. και Ζ. Μ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, η οποία είχε ληφθεί μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του ενάγοντος και την οποία αυτός επικαλέσθηκε και προσκόμισε ενώπιον του εφετείου προς ανταπόδειξη κατά της αγωγής και ειδικότερα σε σχέση με τους επικαλούμενους με αυτήν χρόνους απασχόλησης του ενάγοντος.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι σ’ αυτήν γίνεται ρητή μνεία ότι ελήφθη υπόψη η προαναφερθείσα ένορκη βεβαίωση.

Κατόπιν όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση, να μην καταδικασθεί όμως ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, διότι ο τελευταίος ερημοδίκησε και δεν υποβλήθηκε σε δαπάνη ούτε υπέβαλε σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-1-2015 αίτηση για αναίρεση της 1432/2014 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, 30 Μαΐου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ