1899/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Μαρία Γκανιάτσου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1899/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά το άρθρο 171 παρ. 1δ’ ΚΠΔ και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1899 / 2016 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1899/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Μαρία Γκανιάτσου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Πλιώτα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Μ. Τ. του Β., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Φίλια, για αναίρεση της υπ’ αριθ. Α237/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτ.Στερεάς Ελλάδας. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Κ. Μ. του Δ., κάτοικο ... και 2) Φ. Σ. του Κ., κάτοικο ..., που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φαίδωνα Κουλούρη.
Το Τριμελές Εφετείο Δυτ.Στερεάς Ελλάδας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Σεπτεμβρίου 2016 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1142/2016.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προσκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 352 και 353 του Κ.Π.Δ, παρέχεται και στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, εναπόκειται όμως στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου να διατάξει την εν λόγω αναβολή, αν κρίνει ότι οι αποδείξεις αυτές είναι αναγκαίες για να μορφώσει την, κατά το άρθρο 177 του ίδιου Κώδικα, δικανική του πεποίθηση. Η αποδοχή ή απόρριψη του αιτήματος αυτού από το δικαστήριο εναπόκειται στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Εξάλλου, η, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Π.Δ, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 171 παρ. 1δ’ ΚΠΔ και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η άσκηση των προσηκόντων στον κατηγορούμενο δικαιωμάτων αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται από το νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει οίκοθεν εκείνες τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, χωρίς να απαιτείται προηγουμένη σχετική αίτηση του κατηγορουμένου.
Τέτοιο δικαίωμα του κατηγορουμένου είναι και το παραδεκτώς υποβαλλόμενο αίτημα αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, για ελλιπή αιτιολογία, υπό την προϋπόθεση ότι υποβάλλεται παραδεκτά και είναι ορισμένη, ώστε να την κρίνει το δικαστήριο, άλλως δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα για την απορριπτική του κρίση.
Το αίτημα του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις είναι ορισμένο, μόνον όταν αναφέρονται τα ζητήματα για τα οποία θα κατέθετε ο μάρτυρας, ώστε να κριθεί αν τα ζητήματα αυτά είναι κρίσιμα για να σχηματίσει το δικαστήριο ασφαλέστερη κρίση. Αν το δικαστήριο, απορρίψει το αίτημα αυτό, παρότι υποβλήθηκε παραδεκτώς και είναι ορισμένο, χωρίς στην παρεμπίπτουσα απόφαση του να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, στη συνέχεια δε προχωρήσει στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως και στην καταδίκη του κατηγορουμένου, ιδρύονται λόγοι αναιρέσεως τόσο για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, λόγω παραβιάσεως και του δικαιώματος του κατηγορουμένου σε δίκαιη δίκη, το οποίο ρυθμίζεται από το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, όσο και για έλλειψη αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Α’ και Δ’ του Κ.Π.Δ).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ο αναιρεσείων Μ. Τ. υπέβαλε, διαρκούσης της αποδεικτικής διαδικασίας, δια του συνηγόρου του, αίτημα αναβολής για κρείσσονες αποδείξεις προκειμένου να κληθούν και εμφανιστούν οι απόντες μάρτυρες που είχαν περιληφθεί στον κατάλογο του κλητηρίου θεσπίσματος, χωρίς όμως να αναφέρει στην αίτηση για ποιους συγκεκριμένους λόγους ήταν αναγκαία η κλήτευση των μαρτύρων και η ανάγκη εμφανίσεως τους στο ακροατήριο και χωρίς να εξειδικεύει τα ζητήματα περί των οποίων θα εξετασθούν και παρά το γεγονός μάλιστα ότι η υπόθεση είχε διέλθει τον πρώτο βαθμό και η προπαρασκευαστική διαδικασία στην κατ’ έφεση δίκη ακολουθεί τον κανόνα του άρθρου 500 ΚΠΔ ως προς την κλήτευση των μαρτύρων. Το άνω δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλομένη παρεμπίπτουσα απόφαση του, απέρριψε το ως άνω αίτημα, με την αιτιολογία ότι " η πράξη φέρεται τελεσθείσα την 1-3-2009 και μέχρι σήμερα (17-5-2016) έχουν παρέλθει επτά έτη πρέπει να απορριφθεί το αίτημα αναβολής , ανεξαρτήτως της απουσίας των μαρτύρων κατηγορίας και αποχής των δικηγόρων από τα καθήκοντα τους, αφού ο κίνδυνος παραγραφής είναι άμεσος".
Με την προπαρατεθείσα αιτιολογία, η προσβαλλομένη διέλαβε την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, για την απόρριψη του άνω αιτήματος, αφού αναφέρει τους λόγους για τους οποίους δεν έκρινε σκόπιμη και αναγκαία την αναβολή, δεν ήταν δε αναγκαία για την επάρκεια αυτής η παράθεση επιπλέον στοιχείων, πέραν του ότι το ως άνω αίτημα, όπως διατυπώθηκε, ήταν παντελώς αόριστο, αφού δεν διευκρινιζόταν η αναγκαιότητα της παρουσίας των μαρτύρων στο ακροατήριο και το θέμα στο οποίο αυτοί θα εξετάζονταν στο ακροατήριο και επομένως, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει ιδιαιτέρως την περί αυτού παρεμπίπτουσα απόφαση του, η οποία είναι σε κάθε περίπτωση ειδική και εμπεριστατωμένη.
Ως εκ τούτου, η απορριπτική του ανωτέρω αιτήματος ως άνω παρεμπίπτουσα απόφαση δεν πάσχει από έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ούτε παραβιάσθηκε με αυτή το δικαίωμα υπεράσπισης του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντα (171 παρ.1δ’ ) , ούτε δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα και ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 περ.
Α’ και Δ’ ΚΠΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 6 παρ.3. εδαφ. δ ΕΣΔΑ, πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ Κ.Π.Δ, όταν αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, με αποτέλεσμα η απόφαση να μη στερείται αιτιολογίας, εφόσον στο διατακτικό περιέχονται πραγματικά περιστατικά αναλυτικά και με πληρότητα στο βαθμό που απαιτείται για να συγκροτείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πράξεως για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος ώστε να καθίσταται περιττή η λεκτική διαφοροποίηση του σκεπτικού.
Τούτο όμως προϋποθέτει ότι υπάρχει σκεπτικό στην προσβαλλόμενη απόφαση με ρητή μάλιστα αναφορά στα παραπάνω πραγματικά περιστατικά του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως. Η απλή επανάληψη του διατακτικού στην αιτιολογία της αποφάσεως (σκεπτικό), καθ’ εαυτή, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, εφόσον το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθενται στο περιεχόμενο του με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση και μόνο όταν στο διατακτικό δεν διαλαμβάνονται τέτοια περιστατικά, η αιτιολογία, στην οποία επαναλαμβάνεται το διατακτικό είναι ελλιπής.
Όταν δε ελλείπει παντελώς η αιτιολογία και στο σκεπτικό γίνεται ολική αναφορά δια παραπομπής στο διατακτικό, τότε η αιτιολογία μεταπίπτει σε τυπική. Η εν λόγω αλληλοσυμπλήρωση προϋποθέτει αναφορά ορισμένων από τα ανωτέρω περιστατικά στο αιτιολογικό της αποφάσεως και παραπομπή κατά τα λοιπά στο διατακτικό της.
Κατά συνέπεια αν δεν αναφέρεται κανένα από τα περιστατικά αυτά στο αιτιολογικό, αλλά γίνεται καθολική παραπομπή δι’ αυτού στο διατακτικό δεν πληρούται η απαίτηση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως. Η αναφορά εξάλλου των περιστατικών αυτών συνίσταται στην έκθεση των γεγονότων που εμπίπτουν στο πραγματικό της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε.
Στα εν λόγω νομικώς αξιόλογα γεγονότα, περιλαμβάνονται ιδίως πράξεις, ψυχικές καταστάσεις, φυσικά φαινόμενα, πράγματα, πρόσωπα, σχέσεις τόπου, χρόνου και αιτιότητας και καταστάσεις εν γένει, δεν αρκεί δε να μνημονεύονται με γενικές και τυποποιημένες φράσεις, που προσήκουν σε κάθε περίπτωση αλλ’ απαιτείται να διαλαμβάνονται οντολογικώς ως ιστορικά γεγονότα, ήτοι εξειδικευμένα κατά τα ατομικά και ιδιαίτερα αυτών γνωρίσματα βιοτικά συμβάντα με αναφορά τους (έστω και μερικώς στο αιτιολογικό, που θα αλληλοσυμπληρωθεί με το διατακτικό) κατά την ουσία, το ποσό, το ποιόν, τον τόπο, το χρόνο και τις σχέσεις τους (ΑΠ 1005/2005, 660/2007, 1518/2012).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ.1 του ΠΚ, όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του ΠΚ από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται η διαπίστωση αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε κατ’ αντικειμενική κρίση την προσοχή που κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος όφειλε υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, την πείρα και λογική και αφετέρου ότι αυτός μπορούσε με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες του να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, το οποίο από έλλειψη της προαναφερομένης προσοχής δεν προέβλεψε.
Ακόμη, απαιτείται αντικειμενικώς αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε ως επακόλουθο της αμέλειας του. Στην προκειμένη περίπτωση, με την αναιρεσιβαλλομένη, υπ’ αριθ. 237/2016 απόφαση του, το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κήρυξε τον αναιρεσείοντα Μ.
Τ. ένοχο ανθρωποκτονίας από αμέλεια και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης, το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ’ είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν -κατά πιστή μεταφορά - τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος από αμέλεια του κατά την οδήγηση του Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου του επέφερε το θάνατο του μοτοσικλετιστή Δ.Σ..
Επομένως, πρέπει αυτός-κατηγορούμένος να κηρυχθεί ένοχος της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο, όπως τα ιδιαίτερα πραγματικά της πράξης περιγράφονται παρακάτω στο διατακτικό της απόφασης".
Η διαληφθείσα ως άνω αιτιολογία δεν είναι εμπεριστατωμένη αλλά τυπική, καθ’ όσον στο αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης δεν περιελήφθη ίδιο σκεπτικό στο οποίο να περιέχονται τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά αναλυτικά και με πληρότητα στο βαθμό που απαιτείται για να συγκροτείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, έστω και με μερική παραπομπή στο διατακτικό αλλά έγινε αναφορά με καθολική παραπομπή στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης.
Πράγματι, σύμφωνα με το αιτιολογικό της πέραν των αποδεικτικών μέσων που κατά το είδος τους αναφέρει και της κρίσεως ότι με βάση τα αποδεικτικά αυτά μέσα πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε το αδίκημα που του αποδίδεται, δεν γίνεται σ’ αυτό οποιαδήποτε αναφορά σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, ούτε εκτίθενται οι νομικές σκέψεις και οι συλλογισμοί με τις οποίες κρίθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε αυτά (πραγματικά περιστατικά), τα οποία του αποδόθηκαν με το κατηγορητήριο και παραπέμφθηκε σε δίκη και τα οποία στηρίζουν την κρίση του δικαστηρίου ότι είναι ένοχος.
Ειδικότερα δεν εκτίθεται παντελώς αν αυτός κατέβαλε την απαιτούμενη κατ’ αντικειμενική κρίση προσοχή και επιμέλεια κατά τη οδήγηση του οχήματος του την οποία μπορούσε να καταβάλει κάθε μέτριος και συνετός οδηγός με βάση τις συνθήκες κυκλοφορίας στον χρόνο και τον τόπο του ατυχήματος, τα πραγματικά περιστατικά (ειδικότερες συνθήκες) σύμφωνα με τα οποία τελέσθηκε το ένδικο ατύχημα, από ποίου οδηγού αμέλεια, ή συγκλίνουσα τοιαύτη, διευκρινίζοντας το είδος της αμελείας αυτής, προκλήθηκε η σύγκρουση των οχημάτων, και τον σύνδεσμο της αμελούς αυτής συμπεριφοράς με το ζημιογόνο αποτέλεσμα του θανάσιμου τραυματισμού του οδηγού της μοτοσικλέτας.
Οι ελλείψεις αυτές δεν μπορούν να αναπληρωθούν από όσα περιέχονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο είναι ταυτόσημο με το κατηγορητήριο.
Συνεπώς, η άνω ολική παραπομπή του σκεπτικού στο διατακτικό, συνιστά έλλειψη αιτιολογίας (ΑΠ 1150/2014). Επομένως, ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Π.Δ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά ταύτα, πρέπει να γίνει δεκτή η υπ’ αρ. 29-9-2016 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου, να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αρ. 237/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Δεκεμβρίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Δεκεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ` Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ