Legislator Case Law & Legislation
1899/2014 AI generated

Supreme Court allows appeal against divorce property division due to contradictory reasoning and violation of marital contribution rules.

Case Number 1899/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the Second Instance Court's divorce judgment regarding property division. The appellant argued the lower court's reasoning was contradictory and failed to properly account for her marital debts when calculating the husband's 50% share of the assets. The court found these arguments valid, ruling that the lower court violated substantive law by ignoring the net asset value calculation required by the Civil Code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1400 paragraphs 1 and 2 of the Civil Code; The court must consider all marital debts to determine the net value of assets for calculating spousal contribution shares, and reasoning must be consistent and sufficient to justify the final decision.

Keywords

AI generated
divorce property division marital contribution calculation substantive law violation contradictory reasoning appeal admissibility

Cited Legislation

AI generated
Article 1400 paragraphs 1 and 2 of the Civil Code
Article 559 number 19 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 20 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1899 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1899/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Βασίλειο Πέππα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Β. Δ. του Ε., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Χριστίνα Τσέτσου

Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Φ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-4-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 205/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 263/2012 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 14-1-2013 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειο Πέππα, ανέγνωσε την από 14-11-2013 έκθεσή τoυ, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι 1ος και 3ος λόγοι και να απορριφθεί ο 2ος λόγοι αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, αν δε η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα ... έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας Ιωαννίνων Χ. Τ.-Κ., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, με την σχετική πράξη προσδιορισμού, για την δικάσιμο της 25ης Νοεμβρίου 2013, όπως και της 463/11.12.13 βεβαιώσεως της Γραμματέως του Αρείου Πάγου, περί αναβολής της υποθέσεως στην προκείμενη δικάσιμο (31/3/2014), επιδόθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο, καλούμενο να παραστεί στην μετ' αναβολή δικάσιμο, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής. Επομένως, εφ' όσον αυτός δεν εμφανίσθηκε στην δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου του, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του.

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 263/12 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφασή του, το Εφετείο, αφού κατά παραδοχή της από 16/11/11 εφέσεως της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας εξαφάνισε την 205/11 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, στη συνέχεια, δικάζοντας επί της από 30/4/09 αγωγής του αναιρεσιβλήτου, δέχτηκε αυτήν εν μέρει και αναγνώρισε την υποχρέωση της αναιρεσείουσας να του καταβάλει το ποσό των 144.565 ευρώ, ως συμμετοχή του στα αποκτήματα της αναιρεσείουσας κατά τη διάρκεια του μεταξύ τους γάμου.

Κατά το άρθρο 1400 παρ. 1 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του ν. 1329/1983: "Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέστηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.

Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή". Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου: "Η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση διάστασης των συζύγων, που διάρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια". Η απαίτηση του κάθε συζύγου από το άρθρο 1400 ΑΚ είναι κατ' αρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της αύξησης της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή του δικαιούχου άμεση ή έμμεση.

Ως αύξηση νοείται όχι μία συγκεκριμένη κτήση, αλλ' η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) και κατά τον χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα (τελική περιουσία). Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου της έγερσης της αγωγής θα κριθεί αν υπάρχει αύξηση της περιουσίας του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα.

Προς υπολογισμό της τελικής περιουσίας, κρίσιμος χρόνος θεωρείται στη μεν περίπτωση λύσης ή ακύρωσης του γάμου με δικαστική απόφαση, ο χρόνος κατά τον οποίο η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη, στην περίπτωση δε της τριετούς διάστασης (κατά την οποία προϋποτίθεται ότι ο γάμος δεν έχει ακόμη λυθεί ή ακυρωθεί), κρίσιμος είναι ο χρόνος της άσκησης της αγωγής (ΑΠ 1653/2003, 406/2003).

Η συμβολή του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση αυτή μπορεί να πραγματοποιηθεί με οποιονδήποτε τρόπο, ακόμη και με συνεισφορά η οποία βαίνει πέραν του μέτρου που ορίζει το άρθρο 1389 ΑΚ ως υποχρέωση συμμετοχής του στις οικογενειακές δαπάνες. Αντίθετα, το παθητικό που πρέπει να αφαιρεθεί για να εξευρεθεί η τελική καθαρή αύξηση της περιουσίας, αποτελεί στοιχείο ένστασης.

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι προϋποθέσεις της αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα του ενός συζύγου από τον άλλο με βάση το άρθρο 1400 ΑΚ είναι: α) η λύση ή ακύρωση του γάμου ή, κατ' ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διαστάσεως των συζύγων, β) η αύξηση της περιουσίας του ενός των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου γ) η συμβολή του άλλου συζύγου στην αύξηση αυτή με οποιονδήποτε τρόπο, περιλαμβανομένης και της υπερβαίνουσας το μέτρο της συνεισφοράς του ενάγοντος συζύγου συμβολής του στις τρέχουσες οικογενειακές δαπάνες, με χρηματικές εισφορές ή εισφορές χρήσης ακινήτου για στέγαση της οικογένειας ή με παροχή προσωπικών υπηρεσιών στην αντιμετώπιση των οικογενειακών εν γένει αναγκών και δ) η αιτιώδης σχέση της συμβολής αυτής προς την αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου.

Η αντίστοιχη αγωγική αξίωση είναι δυνατόν να στηρίζεται είτε κυρίως, είτε και επικουρικώς σε σχέση με τις αξιώσεις από την παρ. 1 του άρθρου 1400 ΑΚ και στην τεκμαρτή συμβολή από την παρ. 2 του άρθρου 1400 ΑΚ, δηλαδή στο νόμιμο τεκμήριο, οπότε μοναδική προϋπόθεση έχει την επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου, την οποία και μόνον ο ενάγων οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει, προσδιορίζοντας την τυχόν αρχική κατά την τέλεση του γάμου περιουσία του εναγομένου και την τελική κατά τη λύση ή την ακύρωση του γάμου ή την άσκηση της αγωγής επί τριετούς διάστασης περιουσία του, καθώς και την σε χρήμα αξία αμφοτέρων κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, οπότε η συμβολή του τεκμαίρεται ότι ανέρχεται στο 1/3 της περιουσιακής επαύξησης, που προκύπτει με την αφαίρεση της αρχικής περιουσίας από την τελική.

Άρα, στην περίπτωση αυτή ο ενάγων σύζυγος δεν βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη ούτε της συμβολής του καθ' εαυτήν, ούτε του ποσοστού της, ούτε της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής και της περιουσιακής επαύξησης του εναγομένου (ΑΠ 76/1997). 0 εναγόμενος δε ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου φέρεται ή περιουσία ότι αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων και στις δύο περιπτώσεις του άρθρου 1400 του ΑΚ, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή.

Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο φερόμενος δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο σ' αυτόν.

Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, ο δε ενάγων, έστω και αν δεν αποδείξει τη δική του συμβολή, θα δικαιούται οπωσδήποτε το 1/3 της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, συνιστά ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση (ΑΠ 1223/2007, ΑΠ 546/09).

Εξάλλου, κατά την έννοια του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου έγκειται στην ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, η οποία υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ενώ δεν υφίστανται οι πραγματικές προϋποθέσεις του ή αντιστρόφως, όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ενώ υφίστανται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του.

Κατά δε την έννοια του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι την 24-08-1980 στο ... ετέλεσαν νόμιμο Θρησκευτικό γάμο..., από τον οποίο απέκτησαν τρία (3) ήδη ενήλικα τέκνα,... Τον Ιανουάριο του έτους 2004 επήλθε οριστική διάσταση της εγγάμου σχέσεως των διαδίκων, οπότε η εναγομένη εγκατεστάθη σε νέα κατοικία με τα τέκνα της (βλ.

την υπ' αριΘμ. 209/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, δυνάμει της οποίας ελύθη ο γάμος τους). Κατά την διάρκεια του εγγάμου βίου και μέχρι την συμπλήρωση της τριετίας από της διαστάσεως, ήτοι μέχρι τον Ιανουάριο του έτους 2007 (άρθρ. 1400 παρ. 2 του ΑΚ), η εναγομένη απέκτησε τα κάτωθι περιουσιακά στοιχεία με την αντίστοιχη αξία κατά την έγερση της αγωγής α)δυνάμει του υπ' αριθμ. ...

πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Ευθ. Παπαγεωργίου, νομίμως μεταγραφέντος, ένα (1) αγροτεμάχιο (υπ' αριθμ. ... κληροτεμαχίου), το οποίο ευρίσκεται στην θέση "..." της κτηματικής περιφερείας της Κοινότητας ..., έχει έκταση 8.665 τμ και συνορεύει.. αξίας 13.257 ευρώ β) δυνάμει του αυτού ως άνω πωλητηρίου συμβολαίου ένα (1) όμορο αγροτεμάχιο (υπ' αριθμ. ...

κληροτεμάχιο), το οποίο ευρίσκεται στην αυτή ως άνω θέση, έχει έκταση 1.005 τμ και συνορεύει..., αξίας 1.531,50 ευρώ γ) το έτος 1998 δυνάμει της υπ' αριθμ. ... αδείας οικοδομής κατεσκεύασε πτηνοτροφική μονάδα, εμβαδού 880 τμ, αξίας 105.600 ευρώ... δ) το έτος 2002 δυνάμει της υπ' αριθμ. ... αδείας οικοδομής κατεσκεύασε νέα πτηνοτροφική μονάδα, εμβαδού 900 τ.μ., αξίας 121.500 ευρώ...

ε) αποθήκη, ανεγερθείσα περί το έτος 2002-2003, επί των ως άνω αγροτεμαχίων, εμβαδού 30 τ.μ., αξίας 14.700 ευρώ στ) αποθήκη, ανεγερθείσα Περί το έτος 2002-2003, επί των αυτών αγροτεμαχίων, εμβαδού 18 τ.μ., αξίας 8.800 ευρώ και ζ) κατοικία ανεγερθείσα περί το έτος 2002-2003 επί των ως άνω αποθηκών, εμβαδού 48 τ.μ., αξίας 33.600 ευρώ... Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι ο ενάγων από το έτος 1981 εργαζόταν ως οδηγός στον πτηνοτροφικό συνεταιρισμό Ιωαννίνων υπό την επωνυμία "ΠΙΝΔΟΣ", η δε εναγομένη απησχολείτο με την ανατροφή των τέκνων τους και περιστασιακά εργαζόταν στην πτηνοτροφική μονάδα του πενθερού της ..., το δε έτος 1992 η μητέρα του ενάγοντος ...

μετεβίβασε σε αυτήν την συνεταιριστική μερίδα της του ανωτέρω πτηνοτροφικού συνεταιρισμού, από τον οποίο έλαβε τα έτη 1996 και 1997 το ποσόν των 11.578.000 δραχμών.... Ο ενάγων δεν εκθέτει στην αγωγή με σαφήνεια ποιες ήταν οι μηνιαίες αποδοχές του ως οδηγός του πτηνοτροφικού συνεταιρισμού, ούτε προσκομίζει μισθοδοτικές καταστάσεις ή άλλο πειστικό αποδεικτικό μέσο για το ύψος αυτών.

Συνεπώς τεκμαίρεται ότι ο ενάγων συνέβαλε στην απόκτηση των δύο (2) ανωτέρω αγροτεμαχίων, το έτος 1996, κατά το ποσοστό του 1/3 (άρθρ. 1400 παρ. 1 εδ. β' του ΑΚ) και ως εκ τούτου η ένσταση της εναγομένης περί μηδενικής συμβολής του ενάγοντος στην επαύξηση της περιουσίας της, την οποία επαναφέρει δια της εφέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, όπως ορθώς έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.

Πρέπει να σημειωθεί ότι δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Ευθ. Παπαγεωργίου, νομίμως μεταγραφέντος, ο ενάγων μετεβίβασε στην εναγομένη, αιτία δωρεάς, το έτερο 1/2 εξ αδιαιρέτου των ως άνω αγροτεμαχίων και συνεπώς και αυτό το ποσοστό πρέπει να θεωρηθεί συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας της εναγόμενης..., πλην όμως δεν υφίσταται προς τούτο λόγος αντεφέσεως.

Εξ άλλου αποδεικνύεται ότι αμφότεροι οι διάδικοι προέβησαν στην σύναψη συμβάσεων πιστώσεων διά ανοικτού (αλληλοχρέου) λογαριασμού με την Αγροτική Τράπεζα (υποκατάστημα Ιωαννίνων), συνολικού ποσού 223.973,74 ευρώ... Οι καταρτισθείσες αυτές συμβάσεις των διαδίκων αποτελούν κατ' ουσίαν επενδυτικά δάνεια αγροτών και όλο το ποσόν παρεσχέθη για την ανέγερση και λειτουργία των εκτεθεισών πτηνοτροφικών μονάδων, λαμβάνοντας δε υπόψη και το γεγονός ότι ο ενάγων εκ παραλλήλου εργαζόταν ως οδηγός, η δε εναγομένη προεχόντως εργαζόταν στις πτηνοτροφικές μονάδες και ουσιαστικά επόπτευε και την λειτουργία αυτών, η συμβολή του ενάγοντος στα συγκεκριμένα αποκτήματα (κτίσματα) ανέρχεται, μετά δέουσα εκτίμηση των αποδείξεων, σε 50%, απορριπτομένης ως αβασίμου της ενστάσεως της εναγομένης περί μηδενικής συμβολής του ενάγοντος, άλλως της συμβολής του κάτω του 1/3, όπως ορθώς έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.

Είναι χαρακτηριστικό γεγονός περί της συμβολής του ενάγοντος κατά 50% ότι την 14-01-2005 οι διάδικοι, μετά την διακοπή δηλαδή της εγγάμου συμβιώσεως και μάλιστα με έντονα επεισόδια, κατήρτισαν ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο η εναγομένη πασιφανώς ομολογεί την συμβολή του ενάγοντος κατά 50% στα ανεγερθέντα κτίσματα (πτηνοτροφικές μονάδες και αποθήκες).

Συγκεκριμένα αναφέρεται στο ιδιωτικό αυτό συμφωνητικό ότι "... η πρώτη αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταβιβάσει (χωρίς την καταβολή τιμήματος και ανταλλάγματος) προς τον δεύτερο το παλαιό πτηνοτροφείο επιφάνειας 880 τ.μ. μαζί με την υπάρχουσα εκτροφή και μαζί με το 1/2 της συνολικής στρεμματικής εκτάσεως (των δύο συνενωμένων πλέον αγροτεμαχίων) 2.

Η πρώτη κρατά για τον εαυτό της το νέο πτηνοτροφείο επιφάνειας 900 τ.μ. περίπου, μαζί με το 1/2 της ως άνω εκτάσεως των αγροτεμαχίων". Επίσης αποδεικνύεται ότι ήδη από το καλοκαίρι του έτους 2003 έλαβαν χώρα αλλεπάλληλα επεισόδια μεταξύ των διαδίκων και ότι η οριστική διακοπή της εγγάμου συμβιώσεως επήλθε τον Ιανουάριο του έτους 2004...

Όλο αυτό το χρονικό διάστημα ο ενάγων ουδόλως απασχολήθηκε με την λειτουργία των πτηνοτροφικών μονάδων, εν αντιθέσει με την εναγομένη η οποία απησχολείτο αποκλειστικώς με τις μονάδες αυτές και μάλιστα, όπως ήδη προελέχθη, ήταν αποκλειστική υπεύθυνη της εποπτείας και της λειτουργίας αυτών. 'Ετι περαιτέρω η εναγόμενη από τον Ιανουάριο του έτους 2004 ανέλαβε αποκλειστικά όλα τα δικαιώματα από τον λογαριασμό στον αγροτικό πτηνοτροφικό συνεταιρισμό...αλλά και όλες τις υποχρεώσεις από τα ληφθέντα πέντε (5) αγροτικά δάνεια, καταβάλλοντας και εξοφλώντας τις δανειακές υποχρεώσεις στις οποίες συνοφειλέτης είναι και ο ενάγων, μάλιστα δε η εναγομένη οφείλει ακόμη το ληξιπρόθεσμο ποσόν των 82.000.000....

Συνεπώς η ένσταση της εναγομένης περί μηδενικής συμβολής του ενάγοντος στα κέρδη των πτηνοτροφικών μονάδων κατά την διάρκεια των τριών εκτροφών κατά τα χρονικά διαστήματα Ιουλίου του έτους 2003 μέχρι Αύγουστο του έτους 2004, Νοεμβρίου του έτους 2004 μέχρι Δεκέμβριο του έτους 2005 και Ιουνίου του έτους 2006 μέχρι Αύγουστο του έτους 2007, πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν.

Το αντίθετο αφού έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και εδέχθη ότι ο ενάγων συνέβαλε στα κέρδη των πτηνοτροφικών μονάδων κατά το 1/3 και συγκεκριμένα κατά το ποσόν των 13.928,99 ευρώ, έσφαλε και πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι κατ' ουσίαν οι συναφείς 3ος και 5ος λόγοι εφέσεως. Σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα η συμβολή του ενάγοντος στην επαύξηση της περιουσίας ης εναγόμενης ανέρχεται (κατά στρογγυλοποίηση) σε 144.565 ευρώ (2.209,50 € για το αγροτεμάχιο, εμβαδού 8.665 τμ + 255,25 € για το αγροτεμάχιο, εμβαδού 1.005 τμ + 52.800 € για την πτηνοτροφική μονάδα, εμβαδού 880 τμ + 60.750 € για την πτηνοτροφική μονάδα, εμβαδού 900 τμ + 7.350 € για την αποθήκη, εμβαδού 30 τμ + 4.400 € για την αποθήκη, εμβαδού 18 τμ + 16.800 € για την κατοικία εμβαδού 48 τμ).

Κατά συνέπεια πρέπει α) να απορριφθεί η υπό κρίση από 2-04-2012 αντέφεση (αριθμ. καταθ. 154/11-04-2012 ως αβάσιμη κατ' ουσίαν β) να γίνει δεκτή η υπό κρίση από 16-11-2011 έφεση (αριθμ. καταθ. 209/17-11-2011) ως βάσιμη κατ' ουσίαν, να εξαφανισθεί καθ' ολοκληρίαν η υπ' αριθμ. 205/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, για το ενιαίο του τίτλου εκτελέσεως, να κρατηθεί η υπόθεση, να γίνει εν μέρει δεκτή η από 30-04-2009 αγωγή (αριθμ.

καταθ. 242/5-05-2009) ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα 144.565 ευρώ μετά των νομίμων τόκων από της επιδόσεως της αγωγής μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως". Το Εφετείο, σύμφωνα με τις ανωτέρω ουσιαστικές παραδοχές του, δεχόμενο ότι ο ενάγων-αναιρεσίβλητος δεν εκθέτει στην αγωγή με σαφήνεια ποιες ήταν οι μηνιαίες αποδοχές του, ως οδηγού του πτηνοτροφικού συνεταιρισμού, ούτε προσκομίζει μισθοδοτικές καταστάσεις ή άλλο πειστικό αποδεικτικό μέσο για το ύψος αυτών, προσδιόρισε τη συμβολή του αναιρεσιβλήτου στην απόκτηση των δύο αγροτεμαχίων που αποκτήθηκαν από την αναιρεσείουσα, σε ποσοστό 1/3, δηλαδή στην τεκμαρτή συμβολή από την παρ. 2 του άρθρου 1400 του ΑΚ (νόμιμο τεκμήριο), απορρίπτοντας συγχρόνως, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την ένσταση ης αναιρεσείουσας για μηδενική, άλλως μικρότερη συμβολή του στην ανωτέρω απόκτηση.

Στη συνέχεια, χωρίς να διαφοροποιήσει τις παραδοχές του, ως προς τις αποδοχές του αναιρεσιβλήτου ή γενικά ως προς την με οποιονδήποτε τρόπο δυνατότητά του για μεγαλύτερη συμβολή και παρά την παραδοχή ότι η αναιρεσείουσα προεχόντως εργαζόταν στις πτηνοτροφικές μονάδες και ουσιαστικά επόπτευε τη λειτουργία τους, από δε τον Ιανουάριο του 2004 (δηλαδή εντός της τριετίας από τη διάσταση των διαδίκων), ανέλαβε όλες τις υποχρεώσεις από τα πέντε αγροτικά δάνεια που είχαν ληφθεί από την ΑΤΕ για την κατασκευή των δύο πτηνοτροφικών μονάδων, καταβάλλοντας και εξοφλώντας τις δανειακές υποχρεώσεις του αναιρεσιβλήτου, ως συνοφειλέτη των δανείων, προσδιόρισε τη συμβολή του τελευταίου στην απόκτηση των δύο πτηνοτροφικών μονάδων (κτισμάτων) σε 50%, απορρίπτοντας την ένσταση της αναιρεσείουσας για μηδενική, άλλως μικρότερη συμβολή του στην ανωτέρω απόκτηση.

Οι αιτιολογίες αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης αξιολογούνται, ως αντιφατικές και ανεπαρκείς, με την έννοια ότι δεν δικαιολογούν την υπαγωγή του αντιφατικού προς εκείνες καταληκτικού αποδεικτικού της πορίσματος (ότι ο αναιρεσίβλητος συνέβαλε στην απόκτηση των δύο πτηνοτροφικών μονάδων (κτισμάτων) σε ποσοστό 50%, μετ' απόρριψη της ενστάσεως της αναιρεσείουσας στο σύνολό της) στους κανόνες ουσιαστικού δικαίου από το άρθρο 1400 παρ. 1 και 2 ΑΚ, τους οποίους, με τον τρόπο αυτό, εκ πλαγίου παραβίασε.

Συνεπώς ο 1ος λόγος, με τον οποίο αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλομένη οι πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ κατά την εκτίμηση του περιεχομένου του είναι βάσιμος. Όπως προκύπτει από το επισκοπούμενο περιεχόμενο του δικογράφου της από 16/11/11 εφέσεως της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, η Τελευταία με τον 4ο λόγο αυτής επανέφερε στο Εφετείο ισχυρισμό της, πρωτοδίκως προβληθέντα, περί υπάρξεως οφειλών της, συνολικού ποσού 82.208,52 ευρώ, από τα αγροτικά δάνεια που συνήψε με την ΑΤΕ και τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για την ανέγερση των κτηνοτροφικών μονάδων. Το Εφετείο, ενώ δέχτηκε την ύπαρξη της εν λόγω οφειλής και εντεύθεν την ύπαρξη παθητικού στην περιουσία που απέκτησε η αναιρεσείουσα κατά τη διάρκεια του γάμου της με τον αναιρεσίβλητο, καθώς και ότι την αποπληρωμή της εν λόγω οφειλής, στο σύνολό της, την ανέλαβε η αναιρεσείουσα, δεν έλαβε υπόψη του το παθητικό αυτό, προκειμένου να εξευρεθεί η τελική καθαρή αύξηση της επίμαχης περιουσίας και επί αυτής (καθαρής αξίας) να υπολογιστεί το ποσοστό συμμετοχής του αναιρεσιβλήτου στα αποκτήματα της αναιρεσείουσας, παραβιάζοντας, έτσι, τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου από το άρθρο 1400 παρ. 1 ΑΚ.

Συνεπώς, ο 3ος και τελευταίος λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1. ΚΠολΔ, τυγχάνει βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων και κατά παραδοχή των πιο Πάνω λόγων, ενώ παρέλκει η έρευνα του 2ου λόγου (από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ), πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, εφ' όσον είναι δυνατή η συγκρότηση αυτού, από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν. Ακόμη, πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος, για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως, παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ), κατά τ' αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 263/2012 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων.

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο Θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν. Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσιβλήτου τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2014.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ