Legislator Case Law & Legislation
1899/2011 AI generated

1899/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1899/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συνεδρία δημόσια στο ακροατηριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 28-4-2004 δύο αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, με την από 17-2-2006 ανακοίνωση δίκης- προσεπίκληση της ήδη αναιρεσιβλήτου καθώς και με την από 6-3-2006 πρόσθετη παρέμβαση προσώπου που δεν είναι διάδικο στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Συνεκδικάζοντας τις αγωγές, την προσεπίκληση και την πρόσθετη παρέμβαση, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1718/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 746/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-7-2009 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1899/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατόπιν ανακοπής κατά του εν λόγω πλειστηριασμού, από την ως άνω ιδιοκτήτρια του πλειστηριασθέντος ακινήτου, εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθμό 663/1989 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή αυτή, ενώ με την υπ' αριθ. 1185/1990 απόφαση του Εφετείου Πειραιά απορρίφθηκε η σχετική έφεση της ανακόπτουσας.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1899 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1899/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρία δημόσια στο ακροατηριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Λ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ευάγγελου Παπαλάμπρου και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανωνύμου Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" , ως οιονεί καθολικής διαδόχου της Ανωνύμου Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία " Εθνική Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξουσίου δικηγόρου της Σταυρούλας Καραθάνου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 28-4-2004 δύο αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, με την από 17-2-2006 ανακοίνωση δίκης- προσεπίκληση της ήδη αναιρεσιβλήτου καθώς και με την από 6-3-2006 πρόσθετη παρέμβαση προσώπου που δεν είναι διάδικο στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Συνεκδικάζοντας τις αγωγές, την προσεπίκληση και την πρόσθετη παρέμβαση, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1718/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 746/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-7-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας ανέγνωσε την από 14-10-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξουσία του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν ο κανόνας αυτός του ουσιαστικού δικαίου δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολομ.ΑΠ 36/1988, ΑΠ 1186/2009, ΑΠ 1126/2009). Στην περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 1196/2008, ΑΠ 625/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, τις από 28-4-2004 δύο αγωγές, με αριθμούς καταθέσεως 3858/2004 η πρώτη και 3859/2004 η δεύτερη από αυτές. Με τις αγωγές αυτές εκτίθεται ότι στις 6-7-1988 εκτέθηκε σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό το περιγραφόμενο σε αυτές ξενοδοχειακό συγκρότημα, ιδιοκτησίας της εταιρίας "ΑΙΓΙΝΑ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε", το οποίο κατακυρώθηκε στην "Εθνική Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος" (εφεξής ΕΚΤΕ), της οποίας οιονεί καθολική διάδοχος είναι η εναγομένη Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, στη συνέχεια δε έγινε μεταγραφή της υπ' αριθ. .../5-3-1990 περίληψης της σχετικής κατακυρωτικής εκθέσεως της συμβολαιογράφου Αίγινας Μαρίας Νικηφοράκη-Βαγενά.

Κατόπιν ανακοπής κατά του εν λόγω πλειστηριασμού, από την ως άνω ιδιοκτήτρια του πλειστηριασθέντος ακινήτου, εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθμό 663/1989 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή αυτή, ενώ με την υπ' αριθ. 1185/1990 απόφαση του Εφετείου Πειραιά απορρίφθηκε η σχετική έφεση της ανακόπτουσας.

Κατά της τελεσίδικης αυτής απόφασης, άσκησε η ανακόπτουσα την από 15-6-1993 αίτηση αναιρέσεως και στις 29-7-1993 η προαναφερόμενη ΕΚΤΕ, κατόπιν μακροχρόνιων διαπραγματεύσεων, πώλησε και μεταβίβασε στον ενάγοντα, με το υπ' αριθ. .../29-7-1993 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Δράγιου, το ως άνω ξενοδοχειακό συγκρότημα αντί τιμήματος 622.000.000 δραχμών, ποσό το οποίο δανείσθηκε προηγουμένως, ο ενάγων από την Τράπεζα Κύπρου και από το οποίο κατέβαλε στην ΕΚΤΕ, έναντι του προαναφερόμενου τιμήματος, 572.000.000 δραχμές, πιστωθέντος του υπολοίπου των 50.000.000 δραχμών.

Στη συνέχεια, όμως, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 347/1996 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η προαναφερόμενη υπ' αριθ. 1185/1990 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πειραιά. Κατόπιν δε τούτου εκδόθηκε η υπ' αριθ. 513/1997 απόφαση του ιδίου Εφετείου, με την οποία ακυρώθηκε ο πλειστηριασμός του ως άνω ξενοδοχειακού συγκροτήματος.

Έτσι, ουδέποτε απώλεσε την κυριότητα του η προαναφερόμενη ιδιοκτήτρια του εταιρία (ΑΙΓΙΝΑ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε), ούτε και απέκτησε αυτήν η ΕΚΤΕ, κατά συνέπεια δε και ο ενάγων. Ζητείται δε, μετά από παραδεκτό περιορισμό, πρωτοδίκως, του καταψηφιστικού αιτήματος της κάθε αγωγής, με την πρώτη απ' αυτές (υπ' αριθ.

κατ. 3858/2004), κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της, να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται η εναγομένη, ως καθολική διάδοχος της άνω ΕΚΤΕ, να καταβάλει στον ενάγοντα τα αναφερόμενα σε αυτήν χρηματικά ποσά, ανερχόμενα συνολικά σε 451.238.154 δραχμές (1.324.250 ευρώ), ως αποζημίωση για την θετική και αποθετική του ζημία από την υπαίτια μη εκπλήρωση της υποχρεώσεως της άνω ΕΚΤΕ να του μεταβιβάσει την κυριότητα του ως άνω ξενοδοχειακού συγκροτήματος.

Με την δεύτερη αγωγή (υπ' αριθ. κατ. 3859/2004) ζήτησε (ο ενάγων) να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται η εναγομένη (υπό την προαναφερόμενη ιδιότητά της) να του καταβάλει: α) τα ποσά των: 1) 572.000.000 δραχμών και 2) των 2.619.264.334 δραχμών, από τα οποία το πρώτο αποτελεί το καταβληθέν μέρος του συμφωνηθέντος τιμήματος και το δεύτερο τους καρπούς αυτού, δηλαδή τους τόκους που εισέπραξε η ΕΚΤΕ από το δανεισμό του παρ' αυτής, ως τράπεζας, προς πελάτες της κατά το χρονικό διάστημα από 29-7-1993 (ημερομηνία υπογραφής του πωλητηρίου συμβολαίου) μέχρι 15-6-2001 και τα οποία (ποσά) του οφείλει κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αφού, λόγω της ακύρωσης του πλειστηριασμού του πωληθέντος ακινήτου, έληξε η αιτία της παροχής του, δηλαδή του καταβληθέντος μέρους του τμήματος.

Επίσης, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται η εναγομένη να του καταβάλει: β) τα ποσά: 1) των 8.338.638 δραχμών και 2) των 18.477.533 δραχμών, τα οποία κατέβαλε ως προμήθεια στην άνω ΕΚΤΕ, το πρώτο για την έκδοση παρ'αυτής εγγυητικής επιστολής προς την τράπεζα "ΑΜΕRΙCΑΝ ΕΧΡRΕSS ΒΑΝΚ LTD", προκειμένου να χορηγήσει σε εκείνον (ενάγοντα) δάνειο για την πληρωμή του τιμήματος της ως άνω πώλησης, δάνειο το οποίο τελικά δεν του χορήγησε και το δεύτερο για την έκδοση παρά της ιδίας (ΕΚΤΕ) δύο εγγυητικών επιστολών προς την "Τράπεζα Κύπρου", η οποία και χορήγησε σε εκείνον (ενάγοντα) ως δάνειο το ποσό των 692.908.730 δραχμών, από το οποίο κατέβαλε στην ΕΚΤΕ, για το τίμημα της ως άνω πώλησης,572.000.000 δραχμές.

Τέλος, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται η εναγομένη να του καταβάλει: γ) το ποσό των 1.444.500 δραχμών, το οποίο κατέβαλε (ο ενάγων), στις 28-7-1993, στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών (Δ.Σ.Α) ως αμοιβή της δικηγόρου που παρέστη για την πωλήτρια (Ε.Κ.Τ.Ε) κατά τη σύνταξη του προαναφερόμενου συμβολαίου πώλησης και μεταβίβασης του ξενοδοχειακού συγκροτήματος.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο συνεκδίκασε τις αγωγές, την προσεπίκληση της εναγομένης και την πρόσθετη παρέμβαση της ιδιοκτήτριας του ξενοδοχειακού συγκροτήματος υπέρ της εναγομένης και με την υπ' αριθμό 1718/2007 οριστική απόφαση του απέρριψε την από 28-4-2004 και με αρ. καταθ. 3858/11-5-2004 αγωγή, δέχθηκε εν μέρει την από 28-4-2008 και με αρ.

καταθ. 3859/11-5-2004 αγωγή, και απέρριψε επίσης την προσεπίκληση και την πρόσθετη παρέμβαση. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και ο ήδη αναιρεσείων, με έφεση και δικόγραφο προσθέτων λόγων εφέσεως. Επ' αυτών εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία έκρινε, όπως από αυτή προκύπτει, ότι κατά το άρθρο 904 παρ. 1 ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια.

Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή για αιτία παράνομη ή ανήθικη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής βασική προϋπόθεση της απαίτησης από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι η ύπαρξη άμεσης περιουσιακής μετακίνησης μεταξύ του πλουτισμού του λήπτη και της ζημίας άλλου, δηλαδή για να στηριχθεί αγωγή από αδικαιολόγητο πλουτισμό πρέπει να υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παροχής ή της ζημίας του ενάγοντος και του πλουτισμού του εναγομένου, η οποία δεν υφίσταται στην περίπτωση που παρεμβάλλεται και άλλη τρίτη περιουσία, υπό την έννοια ότι η περιουσιακή μετακίνηση πρέπει να πραγματοποιείται από την περιουσία του ζημιωθέντος στην περιουσία του πλουτίσαντος χωρίς παρεμβολή τρίτου προσώπου, που ενεργεί για δικό του λογαριασμό.

Επίσης, κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως, στην περίπτωση της λεγόμενης αλυσίδας πλουτισμών, η οποία υφίσταται στις περιπτώσεις αλλεπάλληλων μεταβιβάσεων του πλουτισμού από τον πρώτο λήπτη σε δεύτερο κ.ο.κ, όταν και οι δύο μεταβιβάσεις, μεταξύ του πρώτου και του δευτέρου και του δευτέρου και του τρίτου, είναι αδικαιολόγητες, ο αρχικός μεταβιβάσας έχει αξίωση κατά του τελικώς αποκτήσαντος, καθόσον ζημιωθείς και πλουτίσας - και συνεπώς δανειστής και οφειλέτης της αξίωσης αδικαιολογήτου πλουτισμού -είναι τα δύο αυτά πρόσωπα, αντίστοιχα.

Δηλαδή, νέος οφειλέτης στις περιπτώσεις αυτές καθίσταται ο περαιτέρω λήπτης που δεν έχει να επιδείξει νόμιμη αιτία στο πρόσωπό του για τη διατήρηση του πλουτισμού. Έτσι, με βάση την αμετάκλητη κατά τα ιστορούμενα στις ως άνω αγωγές και στην πρόσθετη παρέμβαση περιστατικά, ακύρωση του πλειστηριασμού του ξενοδοχειακού συγκροτήματος της προσθέτως παρεμβάσας, κατέστησαν ελαττωματικές οι αναφερόμενες μεταβιβάσεις αυτού, αρχικά προς την υπερθεματίστρια εναγομένη - υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση και τελικά προς τον ενάγοντα - καθ'ού η πρόσθετη παρέμβαση.

Δηλαδή και οι δύο αυτές μεταβιβάσεις κατέστησαν, μετά την αμετάκλητη ακύρωση του πλειστηριασμού, αδικαιολόγητες για αιτία που έληξε, και η μεν προσθέτως παρεμβάσα είχε αξίωση κατά του καθ' ού η πρόσθετη παρέμβαση-ενάγοντος, ως τελικού λήπτη του ξενοδοχειακού συγκροτήματος, για απόδοση αυτού και των τυχόν καρπών ή ωφελημάτων από την εκμετάλλευσή του, ο δε ενάγων - καθ'ού η πρόσθετη παρέμβαση αξίωση κατά της εναγομένης-υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση για απόδοση του μέρους του τιμήματος που της κατέβαλε και των, τυχόν, ως καρπών αυτού, εισπραχθέντων από το δανεισμό του σε τρίτους (πελάτες της) τόκων (ΑΠ 1337/2007).

Από της μεταγραφής, κατά τα αναφερόμενα στις αγωγές, της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης που συνέταξε, κατά τα άνω, η υπάλληλος του πλειστηριασμού του ξενοδοχειακού συγκροτήματος, η υπερθεματίστρια ΕΚΤΕ απέκτησε, σύμφωνα με το άρθρο 1005 παρ.1 β ΚΠολΔ, την κυριότητα αυτού (ΑΠ 372/2004), την οποία νομίμως μεταβίβασε, στη συνέχεια, λόγω πωλήσεως, με το υπ' αριθ..../2 9-7-1993 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Α.

Δράγιου, στον ενάγοντα. Η δυνατότητα που είχε η καθ' ής η εκτέλεση (προσθέτως παρεμβάσα πρωτοδίκως) για άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ' αριθ. 1185/1990 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιά και ακυρώσεως στη συνέχεια, του πλειστηριασμού, δεν αποτελούσε εμπόδιο για την ελεύθερη μεταβίβαση του πλειστηριασθέντος ξενοδοχειακού συγκροτήματος, δηλαδή νομικό ελάττωμα, αφού η κυριότητά του είχε αποκτηθεί από την πωλήτρια ΕΚΤΕ, η οποία, έτσι, εκπλήρωσε την από την πώληση υποχρέωσή της για μεταβίβαση αυτής (κυριότητας) στον αγοραστή ενάγοντα.

Η ακύρωση στη συνέχεια, του πλειστηριασμού, με την υπ' αριθ. 513/1997 απόφαση του Εφετείου Πειραιά, είχε ως αποτέλεσμα τη λήξη της αιτίας της σχετικής περιουσιακής επιδόσεως τόσο προς την υπερθεματίστρια ΕΚΤΕ, όσο και προς τον αγοραστή ενάγοντα, λόγω δε αυτής (ανατροπής της αιτίας) την αφαίρεση της κυριότητας του ξενοδοχειακού συγκροτήματος από τον τελευταίο (ενάγοντα), ο οποίος απέκτησε δικαίωμα, κατά της εναγομένης, για επιστροφή του μέρους του τιμήματος που κατέβαλε, όχι όμως και για αποζημίωση λόγω μη εκπληρώσεως της από την σύμβαση της πωλήσεως υποχρεώσεως για μεταβίβαση της κυριότητας του πωληθέντος ξενοδοχειακού συγκροτήματος αφού αυτή είχε εκπληρωθεί.

Επομένως, η πρώτη από τις ως άνω αγωγές (υπ' αριθ. κατ.3858/2004), με την οποία ο ενάγων επιδιώκει αποζημίωση λόγω μη εκπληρώσεως της συμβάσεως της πωλήσεως του ξενοδοχειακού συγκροτήματος, είναι και έπρεπε να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή αυτή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Το από αυτήν, όμως, δεδικασμένο είναι ισοδύναμο με αυτό (δεδικασμένο) από την προσβαλλομένη (απόφαση του Εφετείου), που απορρίπτει την αγωγή αυτή ως νόμω αβάσιμη, αφού και στις δύο περιπτώσεις το δικαστήριο διαπιστώνει ότι ο ενάγων δεν έχει το επικαλούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα, στη μία περίπτωση βάσει των όσων εκτίθενται στην αγωγή και στις προτάσεις του ενάγοντος και στην άλλη βάσει των αποδείξεων (ΑΠ 931/2001).

Ενόψει αυτού και του κατά το άρθρο 522 Κ.Πολ.Δ. μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, σύμφωνα με το οποίο το Εφετείο μπορεί και χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, το νόμω βάσιμο της αγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 534 Κ.Πολ.Δ., αντικατέστησε την αιτιολογία της εκκαλουμένης με την κατά τα άνω ορθή και απέρριψε ως αβάσιμους τους δεύτερο, τρίτο και έβδομο λόγους της εφέσεως του ενάγοντος, καθώς και τους αναφερόμενους σε αυτούς τέταρτο και πέμπτο πρόσθετους λόγους, με τους οποίους παραπονείται ο ενάγων για την, κατά παραδοχή της από το άρθρο 518 ΑΚ ενστάσεως της εναγομένης και απόρριψη της από τα άρθρα 178, 179 ΑΚ αντενστάσεώς του (ενάγοντος), απόρριψη της εν λόγω αγωγής ως κατ' ουσίαν αβάσιμης.

Περαιτέρω έκρινε, όσον αφορά το αίτημα της δεύτερης των ως άνω αγωγών (της υπ' αριθ. κατ. 3859/2004) για τους τόκους (ως καρπούς) που εισέπραξαν η ΕΚΤΕ και η εναγομένη από το δανεισμό του μέρους του τιμήματος που κατέβαλε στην ΕΚΤΕ ο ενάγων, αυτός (ενάγων) δικαιούται να απαιτήσει από την εναγομένη, σύμφωνα με το άρθρο 912 παρ. 2 ΑΚ, μόνο τους τόκους που η τελευταία (ή η ΕΚΤΕ) εισέπραξαν από τότε που έμαθαν τη λήξη της αιτίας για την οποία εισέπραξαν το μέρος του τιμήματος και όχι το λόγο της λήξης της, δηλαδή από τότε που έμαθαν την ακύρωση του πλειστηριασμού με την υπ' αριθ. 513/1997 απόφαση του Εφετείου Πειραιά.

Η ακύρωση αυτή είχε ως αποτέλεσμα, κατά τα προαναφερόμενα, τη λήξη της αιτίας της περιουσιακής επίδοσης (πλουτισμού) τόσο προς την υπερθεματίστρια ΕΚΤΕ (η οποία απέκτησε με αιτία τον πλειστηριασμό), όσο και προς τον ενάγοντα αγοραστή του πλειστηριασθέντος ξενοδοχειακού συγκροτήματος (ο οποίος απέκτησε με αιτία την πώληση).

Τους μέχρι της ακυρώσεως του πλειστηριασμού εισπραχθέντες, ως καρπούς, τόκους του καταβληθέντος μέρους του τιμήματος, δεν δικαιούται να απαιτήσει ο ενάγων, γιατί, μέχρι του χρόνου αυτού, δεν είχε εκλείψει η αιτία της εισπράξεως, από την ΕΚΤΕ, του μέρους του καταβληθέντος τιμήματος, αφού αυτή (ΕΚΤΕ) αρχικά και στη συνέχεια η εναγομένη το κατείχαν με νόμιμη αιτία (την πώληση) και νομίμως εισέπρατταν τους τόκους από το δανεισμό του σε πελάτες τους.

Δηλαδή, η εναγομένη με νόμιμη αιτία έγινε πλουσιότερη και κατά το ποσό των τόκων που τυχόν εισέπραξε από το δανεισμό του μέρους του καταβληθέντος τιμήματος κατά το χρονικό διάστημα από 30-7-1993 έως 8-5-1997, που δημοσιεύθηκε η υπ' αριθ. 513/1997 απόφαση του Εφετείου Πειραιά, με την οποία ακυρώθηκε αμετάκλητα ο πλειστηριασμός (βλ.

ΑΠ 289/2000, ΑΠ 372/2004, ΑΠ 446/1989, ΑΠ 439/1989). Με την ακύρωση αυτή, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι είχε αναδρομικές συνέπειες, ήρθη μόνο η αιτία του πλουτισμού της εναγομένης, χωρίς να θίγεται η αιτία της μεταβιβάσεως. Επομένως, ήταν απορριπτέο ως μη νόμιμο το εν λόγω αίτημα ως προς το αναφερόμενο στο ως άνω χρονικό διάστημα μέρος του και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, αν και με ελλιπή αιτιολογία, την οποία συμπλήρωσε το ίδιο Εφετείο (άρθρο 534 ΚΠολΔ), δέχθηκε σχετικά τα ίδια, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου.

Ακολούθως απέρριψε ως αβάσιμο τον σχετικό πρώτο λόγο της εφέσεως του ενάγοντος και τους αναφερόμενους σε αυτόν πρώτο, δεύτερο και τρίτο πρόσθετους λόγους. Εξάλλου το Εφετείο έκρινε ως προς την απαίτηση του ενάγοντος για απόδοση (επιστροφή) του τιμήματος της πωλήσεως του ξενοδοχειακού συγκροτήματος που κατέβαλε στην εναγομένη (572.000.000 δρχ.) ότι γεννήθηκε στις 8-5-1997, ημέρα δημοσίευσης της ακυρωτικής του πλειστηριασμού υπ' αριθ. 513/1997 απόφασης του Εφετείου Πειραιά, αφότου και συνυπήρξε με την προταθείσα σε συμψηφισμό ανταπαίτηση της εναγομένης ποσού 1.492.890.011 δραχμών (για την ύπαρξη και το χρόνο γέννησης της οποίας δεν παραπονείται ο ενάγων), ισχυριζόμενος περαιτέρω ότι η απαίτηση του (ενάγοντος) για επιστροφή του άνω ποσού (των 572.000.000 δραχμών) γεννήθηκε στις 29-7-1993, δηλαδή την ημέρα υπογραφής του πωλητηρίου, του ξενοδοχειακού συγκροτήματος, συμβολαίου, λόγω των αναδρομικών συνεπειών της ακυρώσεως του πλειστηριασμού, άλλως, λόγω του ότι κατά το χρόνο αυτό (29-7-1993) ώφειλε η εναγομένη να προβλέψει την επιστροφή του καταβληθέντος μέρους του τιμήματος και ότι έτσι η απαίτηση του αυτή συνυπήρξε με την ανταπαίτηση της εναγομένης από 16-6-1994 (ημέρα κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής της τελευταίας προς την Τράπεζα Κύπρου λόγω μη πληρωμής, από τον ενάγοντα πρωτοφειλέτη, του ποσού που η Τράπεζα αυτή του δάνεισε για την πληρωμή του τιμήματος της πωλήσεως), ότι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, γιατί, όπως προαναφέρεται, από την ακύρωση του πλειστηριασμού του ξενοδοχειακού συγκροτήματος, δηλαδή από 8-5-1997, οπότε δημοσιεύθηκε η υπ' αριθ. 513/1997 απόφαση του Εφετείου Πειραιά, έληξε η αιτία της διατήρησης του πλουτισμού της εναγομένης από την καταβολή του άνω μέρους του τιμήματος της πώλησης του ξενοδοχειακού συγκροτήματος, από την ίδια δε ημέρα γεννήθηκε και η απαίτηση του ενάγοντος για απόδοση (επιστροφή) αυτού.

Τούτο δε, παρά τις αναδρομικές συνέπειες της ακύρωσης του πλειστηριασμού, ενώ η κατ' άρθρο 912 παρ. 1 ΑΚ αυξημένη ευθύνη του λήπτη του πλουτισμού από τότε που ώφειλε να προβλέψει την αναζήτηση, αποτελώντας την εξαίρεση του κανόνα ότι ο πλουτίσας ευθύνεται εφόσον σώζεται ο πλουτισμός (άρθρο 909 ΑΚ) προϋποθέτει την απώλεια ή την μείωση του πλουτισμού πριν από τη λήξη της αιτίας, περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω.

Ως προς την υπό ιδία ημεροχρονολογία δεύτερη ( με κατ.3859/2004 ) αγωγή του, με την οποία επικαλούμενος ο ενάγων αδικαιολόγητο πλουτισμό της εναγομένης, λόγω λήξης, μετά την ακύρωση κατά τα άνω του πλειστηριασμού, της αιτίας του σχετικού πλουτισμού της, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει και το ποσό των 18.477.533 δραχμών, το οποίο εκείνος (ενάγων) είχε καταβάλει σε αυτήν (εναγομένη) ως προμήθεια για την έκδοση εγγυητικής επιστολής της προς την Τράπεζα Κύπρου, προκειμένου η τελευταία να του δανείσει το ποσό που θα διέθετε για την πληρωμή του τιμήματος της πωλήσεως του ξενοδοχειακού συγκροτήματος, το Εφετείο έκρινε ότι το αίτημα αυτό, ήταν απορριπτέο ως νόμω αβάσιμο, γιατί, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά, η παροχή του ποσού των 18.477.553 δραχμών από τον ενάγοντα, προς την από την εναγομένη απορροφηθείσα ΕΚΤΕ, έγινε προκειμένου η τελευταία να εγγυηθεί (με την έκδοση σχετικά της αναφερόμενης στην αγωγή εγγυητικής επιστολής) την πληρωμή του δανείου που αυτός (ενάγων) θα έπαιρνε από την Τράπεζα Κύπρου, δηλαδή για μελλοντική αιτία, η οποία και επακολούθησε, αφού κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η Τράπεζα αυτή δέχθηκε τη σχετική δήλωση της ΕΚΤΕ και χορήγησε το δάνειο στον ενάγοντα.

Η καταβολή, δηλαδή, του άνω ποσού από τον ενάγοντα στην ΕΚΤΕ δεν είχε ως αιτία την πώληση, αλλά την ως άνω μελλοντική υπέρ του ενάγοντος εγγύηση, η οποία (επακολουθήσασα της καταβολής της προμήθειας) δεν έληξε ποτέ, όπως συνέβη με την πώληση. Ακολούθως, αφού αντικατέστησε την εσφαλμένη αιτιολογία της εκκαλουμένης, με την οποία είχε απορριφθεί το σχετικό αίτημα ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, απέρριψε τον οικείο πέμπτο λόγο της εφέσεως.

Ως προς την προμήθεια για την έκδοση εγγυητικής επιστολής, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε ότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 904§ 1 ΑΚ, όροι γενέσεως απαιτήσεως από αδικαιολόγητο πλουτισμό, λόγω παροχής για αιτία μη επακολουθήσασα, είναι: α) η πραγμάτωση παροχής για ορισμένη μέλλουσα αιτία, αναφορικά με την οποία υπάρχει σύμπτωση των βουλήσεων δότη και λήπτη, ότι αποτελεί σκοπό της παροχής και β) η ματαίωση της επιτεύξεως του σκοπού αυτού (ΑΠ 1358/1991).

Εξάλλου, η σύμβαση που καταρτίζεται μεταξύ Τράπεζας και εντολέα αυτής, δυνάμει της οποίας ο τελευταίος δίδει στην Τράπεζα την εντολή να προβεί στην έκδοση, για λογαριασμό του, εγγυητικής επιστολής προς τρίτο (δανειστή), είναι μία ιδιόμορφη άτυπη σύμβαση, λειτουργούσα στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ), που διέπεται από τις διατάξεις περί παραγγελίας του ΕΝ και εντολής του ΑΚ, διακρίνεται δε από τη σύμβαση εγγυήσεως υπό τον τύπο της παροχής εγγυητικής επιστολής, που καταρτίζεται μεταξύ της εγγυήτριας τράπεζας και του δανειστή του εντολέα της, η οποία διέπεται βασικά από τις διατάξεις περί εγγυήσεως (άρθρο 847 επ.

ΑΚ) κατ' αναλογία (ΑΠ 1290/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, συνομολογείται ρητά από την εναγομένη, με την από 4-7-2007 έφεσή της, αλλά και με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις της (σελ. 51/52), ότι το αξιούμενο με την υπ' αριθ. κατ. 3859/2004 αγωγή ποσό των 8.338.638 δραχμών το κατέβαλε ο ενάγων στην ΕΚΤΕ ως προμήθεια για την παρ' αυτής έκδοση, κατ' εντολή εκείνου, της αναφερόμενης στην αγωγή εγγυητικής επιστολής προς την Τράπεζα "ΑΜΕRΙCΑΝ ΕΧΡRΕSS ΒΑΝΚ LTD", προκειμένου να εξασφαλισθεί η τελευταία σε περίπτωση που παραλάμβανε την εγγυητική επιστολή και χορηγούσε δάνειο στον ενάγοντα, με το οποίο θα πλήρωνε το τίμημα της πωλήσεως του ξενοδοχειακού συγκροτήματος.

Σκοπός, δηλαδή, των συμβληθέντων σχετικά ενάγοντος και ΕΚΤΕ δεν ήταν μόνο η έκδοση της εγγυητικής επιστολής, αλλά και η δι' αυτής σύναψη, μεταξύ της ΕΚΤΕ και της δανείστριας ως άνω Τράπεζας, με την από την τελευταία αποδοχή της, συμβάσεως εγγυήσεως υπέρ του ενάγοντος ως λήπτη του δανείου. Χωρίς το σκοπό αυτό (σύναψη συμβάσεως εγγυήσεως) η εγγυητική επιστολή (η οποία αποτελούσε και πρόταση της εκδότριάς της προς την τράπεζα "ΑΜΕRICΑΝ ΕΧΡRESS ΒΑΝΚ" για σύναψη της συμβάσεως εγγυήσεως) θα ήταν για τον ενάγοντα ένα άχρηστο χαρτί.

Αφού, λοιπόν, η ως άνω Τράπεζα δεν αποδέχθηκε την δια της εγγυητικής επιστολής πρόταση της ΕΚΤΕ και δεν συνήφθη, έτσι η σκοπούμενη από την τελευταία και τον ενάγοντα σύμβαση εγγυήσεως, ματαιώθηκε και ο σκοπός της καταβολής από τον τελευταίο του ποσού των 8.338.638 δραχμών. Έτσι, κατέστη αυτό επιστρεπτέο κατά τις ως άνω διατάξεις, αφού δεν επακολούθησε η αιτία της παροχής του.

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού ορθώς υπήγαγε σε αυτές τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά. Επομένως, οι αντίθετοι, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ., λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) όπως ορίζεται στο διατακτικό.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-4-2000 αίτηση του Κ. Γ. Λ., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 746/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.-

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Νοεμβρίου 2011.-

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Δεκεμβρίου 2011.-

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ