Legislator Case Law & Legislation
1899/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for lack of legal basis regarding insufficient reasoning and failure to consider evidence.

Case Number 1899/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding property ownership. The appellants argued the lower court failed to consider specific evidence, including prior judgments and witness testimonies, while the appellee claimed all evidence was duly examined. The court rejected these claims, finding the lower court's statement that all evidence was considered sufficient to establish that the specific documents were indeed taken into account.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 19 C.P.D.; Art. 559 para. 11 lit. c C.P.D.: An appeal for lack of legal basis is inadmissible if the lower court's reasoning is not contradictory or insufficient, and an appeal for failure to consider evidence is inadmissible if the decision clearly indicates all evidence was examined and evaluated.

Keywords

AI generated
appeal for lack of legal basis failure to consider evidence insufficient reasoning appellate review standards court of appeal decision

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 19 C.P.D.
Art. 559 para. 11 lit. c C.P.D.
Art. 176 C.P.D.
Art. 183 C.P.D.

Cited Case Law

AI generated
O.A.P. 24/92

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1899 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1899/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. ..., 2. ..., 3α) ..., β) ..., ως κληρονόμων εξ αδιαθέτου της αποβιωσάσης ..., 4. ...., όλων το γένος ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Νικολιδάκη.

Του αναιρεσίβλητου: ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πιέρρο Πλαγιανάκο, ο οποίος δήλωσε ότι το ορθό όνομα του αναιρεσιβλήτου είναι ... αντί του εσφαλμένου ... που αναγράφηκε εκ παραδρομής στο αναιρετήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 98/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 317/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-6-2006 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 3-3-2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Μιχαήλ Θεοχαρίδη , με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσείοντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. (Ολ.

ΑΠ 24/92). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας β) ο ισχυρισμός (αγωγικός ή ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό αν δεν είναι αυτονόητη γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας μνεία μόνο της ελλείψεως, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιές είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (Ολ.

ΑΠ 32/96). Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το Εφετείο απέρριψε την έφεση τους κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε κάνει δεκτή, ως βάσιμη, την ένδικη κατ' αυτών αγωγή του αναιρεσιβλήτου περί διεκδικήσεως του επιδίκου ακινήτου, στερείται νόμιμης βάσης, διότι περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της ένστασης τους ιδίας κυριότητας στο επίδικο ακίνητο, αποκτηθείσης με έκτακτη χρησικτησία, την οποία αυτοί είχαν προβάλει με τις προτάσεις στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφεραν στο Εφετείο με λόγο της έφεσής τους που κρίθηκε ως αβάσιμος.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως αόριστος, διότι δεν αναφέρονται με πληρότητα στο αναιρετήριο οι σχετικές με το ως άνω ζήτημα παραδοχές του Εφετείου επί των αποδεικνυομένων ή μη πραγματικών γεγονότων, αλλ' ούτε και καθορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε αυτή να περιλαμβάνει, τις οποίες δεν περιέχει, καθώς και ποιές είναι οι αντιφατικές αιτιολογίες που περιέχει.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει, λύγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20 του ίδιου Κώδικα.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο τμήμα του, οι αναιρεσείοντος προβάλλουν αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α' και 19 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της ένστασής τους περί καταχρηστικής ασκήσεως από τους ενάγοντες - αναιρεσίβλητους του ενδίκου δικαιώματός τους να διεκδικήσουν το επίδικο ακίνητο, την οποία εκείνο απέρριψε ως αβάσιμη, στη συνέχεια δε οι αναιρεσείοντες παραθέτουν στο αναιρετήριο τα κατά την άποψή τους αποδειχθέντα σχετικά με την ένστασή τους αυτή πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων έπρεπε αυτή να γίνει δεκτή και να απορριφθεί συνακόλουθα η ένδικη αγωγή.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της παραβίασης της ως άνω ουσιαστικής διατάξεως του ΑΚ και της έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, πλήττεται αποκλειστικά η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων και αποδείξεων, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

ΙΙΙ.- Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις. οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.

Εξάλλου, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ., η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτήν πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.

Εξάλλου για το ορισμένο του λόγου αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιά συγκεκριμένα διδάγματα κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν αυτά εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παράβαση. Επίσης πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας όπου η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 2174/2007).

Στη προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο κατά το δεύτερο τμήμα του, από το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο "παραβίασε τον ουσιαστικού δικαίου κανόνα του άρθρου 281 ΑΚ, τα διδάγματα της κοινής πείρας σε ό,τι αφορά την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στην ερμηνεία των κανόνων δικαίου, ως προς την νομική έννοια των παραπάνω στοιχείων και ως προς την πραγματική όψη των ερευνηθέντων γεγονότων".

Ο λόγος όμως αυτός είναι, προεχόντως, αόριστος και συνεπώς, απαράδεκτος, επειδή δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο ποιά συγκεκριμένα διδάγματα κοινής πείρας παραβιάστηκαν, σε τι συνίσταται η παράβαση, αλλά και οι παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, όπου η επικαλούμενη παραβίαση.

IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτωση γ' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας συγκεκριμένο μέσο απόδειξης.

Δεν γεννάται, όμως ο λόγος αυτός, αν από τη γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος έστω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο που επικαλείται ο αναιρεσείων. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.γ' του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, με βάση το οποίο έκρινε βάσιμη την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων περί διεκδικήσεως του επιδίκου ακινήτου, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που αυτοί επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν προς απόδειξη της κτήσης απ' αυτούς κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, και ειδικότερα, α) Την υπ' αριθμ. 591/1988 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, με την οποία απορρίφθηκε η από 28-12-1983 αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατ' αυτών περί αποβολής από τη νομή του επιδίκου ακινήτου, καθώς και.

την προεκδοθείσα επ' αυτής 592/1984 προδικαστική απόφαση του ίδιου -Μονομελούς Πρωτοδικείου β) τα από 4-2-1985 πρακτικά συνεδρίασης του ίδιου Μονομελούς Πρωτοδικείου γ) τα υπ' αριθμ. 398/1983 πρακτικά συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου Κατερίνης δ) το υπ' αριθμ.2512/1-3-2004 πιστοποιητικό του Δήμου ... ε) την υπ' αριθμ. 804/25-7-1983 ένορκη βεβαίωση μάρτυρα ενώπιον του Ειρηνοδίκη Κατερίνης, που είχε ληφθεί στα πλαίσια της προγενέστερης δίκης ασφαλιστικών μέτρων νομής στο Ειρηνοδικείο Κατερίνης και στ) την από 10-10-2005 Βεβαίωση του Αγροτικού Συλλόγου ....

Από την επισκόπηση όμως της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ' αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με τις σκέψεις που αυτή περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος, δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και.

συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα παραπάνω αναφερόμενα έγγραφα. Επομένως ο υπό εξέταση λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.- V. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-6-2006 αίτηση των ... κλπ για αναίρεση της 317/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.-

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ