Legislator Case Law & Legislation
1899/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against eviction damages ruling, upholding clear causation and loss calculation.

Case Number 1899/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by four tenants against the Athens Court of Appeal's decision to reject their claim for eviction damages. The tenants argued that the appeal raised new issues regarding the clarity of the original claim, but the court found the damages request fully defined by the specific rental periods and amounts lost due to the unlawful occupation. Consequently, the court ruled that the lower court correctly rejected the tenants' arguments as unfounded and ordered the appellants to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 914, 926, 297, 298 of the Civil Code; The claim for damages for loss of use is considered definite when it specifies the period of deprivation and the corresponding monthly rent, allowing the court to calculate the loss based on the facts presented without requiring additional specific circumstances.

Keywords

AI generated
Civil Code Eviction Damages Loss of Use Definite Claim Supreme Court Appeal Unlawful Occupation Legal Costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 914, 926, 297 and 298 of the Civil Code
Article 330 paragraph 2 of the Civil Code
Article 559 paragraphs 14 and 8 of the Code of Civil Procedure
Article 111 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 118 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 216 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1899 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1899/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: Χ1, 2. Χ2, 3. Χ3 και 4. Χ4, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Βερβενιώτη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Μπαλάση.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-6-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7726/2000 μη οριστική, 5971/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 250/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-5-2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 2-10-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 914, 926, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση ευθύνης προς αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας απαιτείται, παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του υποχρέου, υπαιτιότητα, με τη μορφή της αμέλειας ή του δόλου, επέλευση ζημίας και αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της επελθούσας ζημίας, ο οποίος υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας η συμπεριφορά του δράστη ήταν αντικειμενκώς ικανή να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύσει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας που παραλείφθηκε. Τέτοια υποχρέωση (μη παράλειψης) μπορεί να απορρέει είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την καλή πίστη όπως αυτή διαμορφώνεται από την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Υπαίτια δε είναι η συμπεριφορά στην περίπτωση της αμέλειας, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, σύμφωνα με το άρθρο 330 εδ. β 'ΑΚ, ενώ στην περίπτωση του δόλου (πρόθεσης) είτε με τη μορφή του άμεσου δόλου, ο οποίος υπάρχει όταν ο υπαίτιος επιδιώκει (θέλει) την επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος καθώς και όταν δεν επιδιώκει το ζημιογόνο αποτέλεσμα προβλέπει όμως αυτό ως αναγκαία συνέπεια της συμπεριφοράς του και παρά ταύτα δεν αφίσταται, είτε με τη μορφή του ενδεχομένου δόλου, ο οποίος υπάρχει όταν ο υπαίτιος προβλέπει το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενη συνέπεια της συμπεριφοράς του και το αποδέχεται.

Αν από παράνομη και υπαίτια, κατά τα άνω κοινή πράξη περισσοτέρων προκλήθηκε ζημία σε άλλον, ευθύνονται όλοι εις ολόκληρον. Κοινή είναι η πράξη ή παράλειψη περισσοτέρων, όταν αυτοί συμμετείχαν , ταυτόχρονα ή διαδοχικά στην τέλεση της πράξης ή παράλειψης, είτε ως συναυτουργοί, είτε ως άμεσοι ή απλοί συνεργοί, δεν έχει δε σημασία αν ορισμένοι από αυτούς ενήργησαν με δόλο και άλλοι από αμέλεια.

Δεν έχει επίσης σημασία αν η συμμετοχή των περισσοτέρων συνέβαλε στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως ή άλλης που συνοδεύει την κυρία ή έλαβε χώρα σε προγενέστερο ή μεταγενέστερο της κυρίας πράξεως χρόνο ή απλώς στη διατήρηση του επιζημίου αποτελέσματος. Αδικοπραξία κατά την έννοια του άνω άρθρου 914 ΑΚ, η οποία θεμελιώνει αξίωση προς αποζημίωση, αποτελεί σύμφωνα με το άρθρο 1099 ΑΚ, και η χωρίς δικαίωμα παρά τη θέληση του νομέα αποβολή αυτού από τη νομή πράγματος.

Περαιτέρω, η αποζημίωση που προβλέπεται από τα άρθρα 297 και 298 ΑΚ, παρεχόμενη από τον υπόχρεο σε χρήμα, περιλαμβάνει τόσο τη θετική ζημία όσο και το διαφυγόν κέρδος που προσδοκάται με πιθανότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Για την πληρότητα της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους, τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους, με βάση την κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα, πρέπει, κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ, να εκτίθενται στην αγωγή.

Δεν είναι όμως ανάγκη να αναγράφεται στην αγωγή ότι ο ενάγων δεν εξοικονόμησε δαπάνη ή να προσδιορίζεται και να αφαιρείται η τυχόν εξοικονομηθείσα, διότι τα περιστατικά αυτά ανάγονται στην καθορισμό του ύψους της ζημίας που γίνεται βάσει των αποδείξεων, ύστερα από πρόταση του εναγόμενου ή και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, ακόμη και από το Εφετείο, εφόσον το ζήτημα του ύψους της αποθετικής ζημίας καταστεί αντικείμενο της κατ' έφεση δίκης (Ολ ΑΠ 22/1995).

Εν τούτοις τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους με βάση την κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα, καθώς και οι ειδικές περιστάσεις, όπως και τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα, πρέπει, κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ, να εκτίθενται στην αγωγή. Δεν αρκεί η απλή επανάληψη των εκφράσεων του άρθρου 298 ΑΚ, ούτε η αναφορά του συνολικά φερόμενου ως διαφυγόντος κέρδους, αλλά απαιτείται η εξειδικευμένη κατά περίπτωση μνεία των συγκεκριμένων περιστάσεων και μέτρων που καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς τα επί μέρους κονδύλια, καθώς και η επίκληση των κονδυλίων αυτών, ώστε να μπορεί να διαταχθεί απόδειξη και να παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων εκθέτει στην από 28.06.1999 αγωγή του, όπως δέχθηκε και το Εφετείο, τα εξής: 'Οτι δυνάμει της υπ' αριθμ. ..... περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης επικαρπίας ακινήτων της συμβολαιογράφου Αθηνών 'Αννας Σίμου, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα απέκτησε σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό την επικαρπία των αναφερομένων και λεπτομερώς περιγραφομένων στην αγωγή του οριζοντίων ιδιοκτησιών, κειμένων επί της οικοδομής που βρίσκεται επί της οδού .....

και ..... του Δήμου ....., ήτοι α) της υπό στοιχείο Υ-1 του υπογείου εμβαδού 56,20 τ.μ. β) της υπό στοιχείο Υ-2 θέσης στάθμευσης του υπογείου εμβαδού 39,59 τ.μ. γ) της υπό στοιχείο Υ-3 αποθήκης του υπογείου εμβαδού 13,72 τ.μ. δ) του υπό στοιχείο Ι-1 διαμερίσματος του ισογείου εμβαδού 142,03 τ.μ. ε) του υπό στοιχεία Α-1 διαμερίσματος του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου εμβαδού 143,94 τ.μ.

και στ) της υπό στοιχεία Β-1 αποθήκης του δώματος εμβαδού 18,32 τ.μ. 'Ότι στην οιονεί νομή επικαρπίας επί των άνω ακινήτων αυτός εγκαταστάθηκε με την υπ' αριθμ. ..... έκθεση βιαίας αποβολής και εγκατάστασης της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών ....., με την οποία αποβλήθηκε από την νομή αυτών ο καθού η αναγκαστική εκτέλεση πρώτος εναγόμενος 'Ότι μετά την έναρξη διαπραγματεύσεων για την εκμίσθωση των παραπάνω υπό στοιχεία Υ-1,Υ-2,Υ-3, Α-1 και Β-1 ακινήτων στους εναγομένους και ενόψει της καλοπίστως αναμενόμενης από αυτόν υπογραφής της οριστικής σύμβασης μίσθωσης, αυτός παρέδωσε τα κλειδιά των ιδιοκτησιών αυτών στην δεύτερη εναγόμενη, πλήν όμως οι εναγόμενοι αρνήθηκαν να καταρτίσουν την οριστική σύμβαση μίσθωσης και την 27.7.1994 κατέλαβαν χωρίς δικαίωμα και υπαίτια (με πρόθεση) τις προαναφερόμενες πέντε οριζόντιες ιδιοκτησίες (ένα διαμέρισμα, τρείς αποθήκες και μία θέση στάθμευσης) αποβάλλοντας έτσι αυτόν από τη οιονεί νομή του επί των εν λόγω ακινήτων, στα οποία εγκαταστάθηκαν και κάνουν αυθαίρετη χρήση τους, αποστερώντας αυτόν από τη δυνατότητα κάρπωσης και εκμετάλλευσης αυτών και κατά το κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρονικό διάστημα από 27 Ιουλίου 1994 μέχρι 28.6.1999.

Με βάση τα περιστατικά αυτά ζητεί ο ενάγων με την αγωγή του, να καταδικασθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρο ο καθένας και νομιμοτόκως, να του καταβάλουν ως αποζημίωση το συνολικό ποσό των 18.926.000 δρχ., 300.000 δρχ. ανά μήνα κατά το χρονικό διάστημα από 24.7.1994 μέχρι 31.10.1997, και 360.000 δρχ. ανά μήνα κατά το χρονικό διάστημα από 1.11.1997 μέχρι 28.6.1999 , το οποίο αυτός στερήθηκε από την παράνομη και υπαίτια αποβολή του από την οιονεί νομή του επί των εν λόγω ακινήτων από τους εναγομένους και την εντεύθεν αδυναμία του να εκμεταλλεύεται και να καρπώνεται αυτά.

Με αυτό το ιστορικό και αίτημα η αγωγή ως προς την αιτούμενη αποζημίωση για διαφυγόν κέρδος είναι πλήρως ορισμένη σύμφωνα με την ΑΚ 298 και τις ΚΠολΔ 111 παρ. 2,118 περ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, καθόσον περιέχει, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στην αρχή της παρούσης σκέψης, όλα εκείνα τα περιστατικά που απαιτούνται για τον προσδιορισμό του.

Ειδικότερα, εκτίθεται σ' αυτή η θέση και το εμβαδόν των ιδιοκτησιών που κατέλαβαν παρανόμως και υπαιτίως οι εναγόμενοι, ώστε να είναι δυνατό να προσδιορισθεί από τις αποδείξεις το μηνιαίο μίσθωμα το οποίο θα εισπράττονταν από την εκμίσθωσή τους, με πιθανότητα και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, και κατά το οποίο ζημιώθηκε ο ενάγων, καθώς και το μηναίο ποσό μισθώματος που είναι ισόποσο με την επικαλούμενη ωφέλεια που αποκόμισαν οι ενάγοντες.

Πραγματικά περιστατικά επιπλέον αυτών, δεν απαιτούνται καθόσον δεν ανάγονται στη βάση της αγωγής, και μπορούν, αν αμφισβητηθούν, να προκύψουν από τις αποδείξεις. Επομένως το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τον επαναφερθέντα με λόγο έφεσης ισχυρισμό των εναγομένων περί αοριστίας της αγωγής και δεν απέρριψε αυτή ως αόριστη όπως ζήτησαν οι εναγόμενοι, διότι δεν αναφέρονται σ' αυτή τα περιστατικά και ειδικές συνθήκες που καθιστούσαν πιθανό το κέδρος αυτό με την εκμίσθωση των παραπάνω ακινήτων σε τρίτους, δεν υπέπεσε στις από τους αριθμούς 14 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλειες μη κηρύσσοντας παρά το νόμο απαράδεκτη (αόριστη) την αγωγή, ούτε παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν αναφέρονται στην αγωγή, όπως αβασίμως αιτιώνται με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αντιστοίχως οι αναιρεσείοντες και οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 04.05.2007 αίτηση των Χ1,Χ2, Χ3 και Χ4 για αναίρεση της υπ' αριθμ.250/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου από ευρώ 1.800.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Δεκεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ