Supreme Court dismisses appeal in property dispute over windows, rejecting claims of abuse of process and evidence misinterpretation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final judgment regarding a property dispute involving windows on a shared wall. The appellant argued the lower court abused its discretion by ignoring documents from 1965 and misinterpreting ownership boundaries. The court rejected these claims as vague and unsupported, noting the lower court relied on sufficient evidence including witness testimony and engineering plans.
Legislator headnote
AI generatedArticles 577, 564, 569 of the Code of Civil Procedure; An appeal must be admissible and substantiated, and the Supreme Court will not overturn a lower court's assessment of evidence unless clearly erroneous.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1898 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1898/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Α. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ζελενίτσα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. συζ. Λ. Ι., το γένος Χ. Φ., κατοίκου ... και 2) Ε. θυγ. Λ. και Μ. Ι., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σταυρούλα Κεμπερά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-7-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1784/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2922/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-11-2021 αίτησή του και τους από 27-9-2023 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αντιγόνη Τζελέπη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Με την υπό κρίση, από 29-11-2021 (αριθμ. εκθ. καταθ. 9539/3-12-2021) αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ'αριθμ. 2922/18-6-2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών [άρθρα 591, 614 περ. 2 ΚΠολΔ (διαφορές από οριζόντια ή κάθετη ιδιοκτησία)].
Η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης (18-6-2021), σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Παραδεκτοί είναι και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, που ασκήθηκαν κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 569 παρ. 2 του ΚΠολΔ, με την κατάθεση του οικείου δικογράφου στη Γραμματεία του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, στις 27-9-2023 (αριθμ. εκθ. καταθ. 129/27-9-2023) και την επίδοση αυτού στις αναιρεσίβλητες στις 27-9-2023, όπως προκύπτει από τις υπ'αριθμ. ..., .../2023 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Α.
Κ., δηλαδή, τριάντα ημέρες πριν από την ορισθείσα δικάσιμο της 4-10-2024 (κατά την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 του ΚΠολΔ). Τα δικόγραφα αυτά (αναίρεσης και πρόσθετων λόγων αναίρεσης) πρέπει, λόγω της προφανούς συνάφειάς τους, να συνεκδικαστούν (άρθρ. 246, 573 παρ. 1 και 569 του ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). 2.
Από την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 2922/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Με την από 24-7-2017 (ΓΑΚ 561950/ΕΑΚ 1713/2017) αγωγή, που απηύθυναν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι ήδη αναιρεσίβλητες, ισχυρίσθηκαν ότι, επί οικοπέδου, που βρίσκεται στο Δήμο Κηφισιάς, έχουν συσταθεί οι περιγραφόμενες υπό στοιχεία I, II και III κάθετες ιδιοκτησίες, εκ των οποίων η πρώτη, στην οποία έχουν συσταθεί τρεις οριζόντιες ιδιοκτησίες ανήκει στον εναγόμενο, η δεύτερη, στην οποία έχουν συσταθεί δύο οριζόντιες ιδιοκτησίες (υφιστάμενη και μέλλουσα) ανήκει στη δεύτερη από τις ενάγουσες, και η τελευταία υπό στοιχ.
ΙΙΙ, η οποία αποτελείται από τρεις οριζόντιες ιδιοκτησίες, οι οποίες ανήκουν κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στην πρώτη από τις ενάγουσες κατά πλήρη κυριότητα, ενώ ως προς το υπόλοιπο ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου (ανήκουν) κατά μεν την ψιλή κυριότητα στην δεύτερη ενάγουσα κατά δε την επικαρπία στην πρώτη ενάγουσα.
Ότι το όλο οικόπεδο έχει υπαχθεί στις διατάξεις των άρθρων 1002, 1117 του ΑΚ του ν. 3741/1929 και του ν. 1024/1971 με το νόμιμα μεταγραμμένο υπ' αριθμ. .../1993 συμβόλαιο σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών και κανονισμού συνιδιοκτητών. Ότι ο εναγόμενος προέβη αυθαίρετα και παράνομα, στις ειδικά αναφερόμενες απαγορευμένες από το νόμο και τον Κανονισμό κατασκευαστικές επεμβάσεις επί των περιγραφόμενων κοινόχρηστων και κοινόκτητων χώρων του κτιριακού συγκροτήματος, τις οποίες αρνείται να αποκαταστήσει, θίγοντας με τις εν λόγω κατασκευές την εξωτερική αρχιτεκτονική εμφάνιση και την ασφάλεια του κτιριακού συγκροτήματος.
Ότι, επιπλέον, αφού κατεδάφισε τμήμα της περίφραξης του οικοπέδου επί της οδού ..., τοποθέτησε μεταλλική συρόμενη πόρτα, κλειδιά της οποίας έχει μόνο ο ίδιος, και μέσω αυτής έχει πρόσβαση σε τμήμα του κοινόκτητου και κοινόχρηστου αύλειου χώρου του ενιαίου οικοπέδου, εμβαδού 35 τ.μ., που εκτείνεται στην πίσω πλευρά των κτιρίων I και II και παράλληλα με αυτά, όπου σταθμεύει τρία οχήματα, προσβάλλοντας το δικαίωμα σύγχρησης αυτού.
Τέλος, ισχυρίσθηκαν οι ενάγουσες, ότι ο εναγόμενος απέκοψε αυθαίρετα τις κοινόκτητες και κοινόχρηστες σωληνώσεις της κεντρικής θέρμανσης, που βρίσκονται στο υπόγειο του υπό στοιχείο I κτιρίου, στερώντας τους έτσι τη δυνατότητα θέρμανσης των ιδιοκτησιών τους. Με βάση αυτό το ιστορικό, ζήτησαν να υποχρεωθεί ο εναγόμενος 1) να απομακρύνει τα οχήματα που σταθμεύει στον κοινόκτητο και κοινόχρηστο χώρο, εμβαδού 35 τ.μ., 2) να καθαιρέσει με δαπάνες του την αποθήκη, εμβαδού 12 τ.μ., που έχει κατασκευάσει μεταξύ των κτιρίων I και III καταλαμβάνοντας κοινόκτητο και κοινόχρηστο χώρο και να απομακρύνει την τοποθετηθείσα επ' αυτής δεξαμενή πετρελαίου, 3) να αποκαταστήσει τη σύνδεση κεντρικής θέρμανσης των οριζοντίων ιδιοκτησιών των εναγουσών με τον ευρισκόμενο στο υπόγειο του κτιρίου I κοινόχρηστο και κοινόκτητο καυστήρα και λέβητα, 4) να αποξηλώσει τη συρόμενη μεταλλική πόρτα επί της οδού ...
και να αποκαταστήσει στο σημείο αυτό την καθαιρεθείσα περίφραξη, 5) να κτίσει τα δύο παράθυρα που έχουν ανοιχθεί στον εξωτερικό τοίχο, που βρίσκεται στη δεξιά πλευρά του κτιρίου I, σε επαφή με τον κοινόκτητο και κοινόχρηστο χώρο μεταξύ των υπό στοιχεία I και II κτιρίων, διαστάσεων του ενός 5 μ. X 3 μ. και του δευτέρου 4 μ.
X 3 μ., 6) σε περίπτωση μη συμμόρφωσης του εναγομένου προς τις ως άνω υποχρεώσεις του να επιτραπεί στις ίδιες να επιχειρήσουν τις απαιτούμενες πράξεις με δαπάνη του, καταδικαζομένου αυτού στην καταβολή του ποσού των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, 7) να απειληθεί κατά του εναγομένου χρηματική ποινή χιλίων (1.000) ευρώ και προσωπική κράτηση διάρκειας τριών (3) μηνών, για κάθε περίπτωση μη συμμόρφωσής του στις διατάξεις της εκδοθησομένης απόφασης και 8) να υποχρεωθεί να καταβάλει σε καθεμία από αυτές, το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από τις ως άνω πράξεις.
Επί της αγωγής αυτής, η οποία συζητήθηκε ερήμην του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντα, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1784/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, αφού αυτή (η αγωγή) κρίθηκε αόριστη ως προς το αίτημα καταβολής ποσού 10.000 ευρώ και μη νόμιμη ως προς τα αιτήματα περί επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και απειλής προσωπικής κράτησης και χρηματικής ποινής, έγινε εν μέρει δεκτή ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.
Κατά της απόφασης αυτής ο ερήμην δικασθείς εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων άσκησε την από 17-4-2019 και με αριθμ. καταθ. 6858/2019 έφεσή του και τους από 26-2-2020 (αριθμ. καταθ. 230/2020) πρόσθετους λόγους και, συζητηθείσης της υπόθεσης αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγιναν δεκτοί ως προς την τυπική και ουσιαστική τους βασιμότητα η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, και το δικαστήριο, κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 528 ΚΠολΔ, αφού εξαφάνισε την ερήμην του ενάγοντα-εκκαλούντα απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κράτησε την υπόθεση και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή υποχρεώνοντας τον εναγόμενο-εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα να προβεί με δαπάνες του στις κάτωθι ενέργειες στο επί της συμβολής των οδών Αγίου ...
και ... οικόπεδο, που βρίσκεται στο Δήμο Κηφισιάς: α) να απομακρύνει τα οχήματα που σταθμεύει στον κοινόκτητο και κοινόχρηστο χώρο του ακάλυπτου οικοπέδου, εμβαδού 35 τ.μ., που εκτείνεται στην πίσω πλευρά των κτιρίων I και II, β) να απομακρύνει τη χαλύβδινη δεξαμενή πετρελαίου από το δώμα της αποθήκης, εμβαδού 12 τ.μ., που βρίσκεται μεταξύ των κτιρίων I και III, γ) να προβεί στο κλείσιμο των διανοιχθέντων παραθύρων στον εξωτερικό τοίχο της Ι1 οριζόντιας ιδιοκτησίας του υπό στοιχείο I κτιρίου, που βρίσκεται σε επαφή με τον κοινόκτητο και κοινόχρηστο διάδρομο, ο οποίος παρεμβάλλεται μεταξύ των κτιρίων I και II, διαστάσεων του ενός 5 μ.
Χ 3 μ. και του άλλου 4 μ.Χ 3 μ. και δ) να αποκαταστήσει τη σύνδεση της κεντρικής θέρμανσης των ιδιοκτησιών των εναγουσών με τον κοινόχρηστο καυστήρα και λέβητα, που βρίσκονται στο υπόγειο του κτιρίου I, και σε περίπτωση μη συμμόρφωσής του με τις ως άνω διατάξεις επιτρέπει στις ενάγουσες να προβούν στις ως άνω πράξεις με δαπάνες του. 3.
Με τη προσβαλλομένη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής κατά το ενδιαφέρον τους λόγους αναίρεσης μέρος: "... Η Χ. χα Ι. Σ., κοινή δικαιοπάροχος των διαδίκων, ως αποκλειστική κυρία ενός οικοπέδου μετά των επ' αυτού τριών αυτοτελών οικοδομών, που βρίσκεται στην Κηφισιά Αττικής επί της συμβολής των οδών Αγίου Τρύφωνος και ..., υπήγαγε αυτό στις διατάξεις των νόμων 3741/1929 και 1024/1971, καθώς και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, δυνάμει της υπ' αριθ. ...-1993 πράξεως συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού σχέσεως συνιδιοκτητών της συμβολαιογράφου Νέας Ερυθραίας Αττικής Ε.
Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα (...). Με βάση αυτή, στο υπό στοιχείο I κτίριο δημιουργήθηκαν τρεις αυτοτελείς, ανεξάρτητες, οριζόντιες ιδιοκτησίες: μία στον ισόγειο όροφο υπό στ. Ι1, η δεύτερη στον πρώτο όροφο υπό στοιχείο Α1 και η μέλλουσα να ανεγερθεί το δεύτερο όροφο υπό στοιχείο Β1 με ποσοστά συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου στο ως άνω οικόπεδο 206%, 143% και 143% αντίστοιχα.
Περαιτέρω στο κτίριο II συστάθηκαν δύο αυτοτελείς, ανεξάρτητες οριζόντιες ιδιοκτησίες, η υπό στοιχείο 12 στον ισόγειο όροφο και η μέλλουσα να ανεγερθεί στον πρώτο όροφο υπό στοιχείο Α2 με ποσοστά συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου στο ως άνω οικόπεδο 126% και 90%ο αντίστοιχα. Τέλος, στο κτίριο III συστάθηκε η υπό στοιχείο Ι3 οριζόντια ιδιοκτησία με ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου στο κοινό οικόπεδο 292%, στη συνέχεια δε μετά από ανακατανομή του ποσοστού αυτού δυνάμει του νόμιμα μεταγραμμένου ...-2003 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Κηφισιάς Μ.
Δ. - Π. (...) με το οποίο τροποποιήθηκε η ως άνω πράξη σύστασης, ο Α. Σ., ως αποκλειστικός κύριος της ως άνω ισόγειας οριζόντιας ιδιοκτησίας, προέβη στη σύσταση τριών οριζοντίων ιδιοκτησιών υπό στοιχεία I3 α, I3 β και Ι3γ με ποσοστά συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου στο ως άνω οικόπεδο 69,85%, 133,55% και 88,60% αντίστοιχα. Από το περιεχόμενο της ως άνω αναφερόμενης πράξεως συστάσεως, σε συνδυασμό με τα όσα αναφέρθηκαν στο οικείο μέρος της υπό στοιχείο II νομικής σκέψης, καταδεικνύεται ότι διά αυτής συνεστήθησαν τρεις σύνθετες κάθετες ιδιοκτησίες ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού αυτών διά του τίτλου και του περιεχομένου της συστατικής πράξεως ως οριζοντίων ιδιοκτησιών.
Και τούτο διότι πρόκειται για νομικό διαχωρισμό όχι ενός αλλά τριών χωριστών οικοδομημάτων σε ανεξάρτητες οριζόντιες ιδιοκτησίες. Επομένως τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο εναγόμενος με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου της έφεσής του τυγχάνουν απορριπτέα. Η πρώτη από τις ενάγουσες, όπως δεν αμφισβητείται, είναι κυρία κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου των υπό στοιχεία Ι3α, Ι3β και Ι3γ οριζοντίων ιδιοκτησιών και επικαρπώτρια του υπολοίπου ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου, το οποίο ανήκει κατά την ψιλή κυριότητα στη δεύτερη από αυτές.
Στην τελευταία ανήκουν και οι υπό στοιχεία Ι2 και Α2 οριζόντιες ιδιοκτησίες του II κτιρίου ενώ ο εναγόμενος είναι κύριος των τριών οριζοντίων ιδιοκτησιών του υπό στοιχείο I κτιρίου. Οι σχέσεις των συνιδιοκτητών των επίδικων σύνθετων καθέτων ιδιοκτησιών ρυθμίστηκαν με τους όρους της πιο πάνω νόμιμα μεταγραμμένης ...-1993 πράξεως συστάσεως και κανονισμού των σχέσεων συνιδιοκτητών.
Με το άρθρο 2 του κανονισμού ορίστηκαν ενδεικτικά ως κοινόκτητοι και κοινόχρηστοι χώροι μεταξύ άλλων που δεν ενδιαφέρουν εδώ: το οικόπεδο, ο ακάλυπτος χώρος αυτού, το δώμα, οι εξωτερικοί τοίχοι, και οι εγκαταστάσεις κεντρικής θέρμανσης. Επιπλέον ορίστηκε ότι δεν επιτρέπεται σε αυτά καμία μετατροπή, προσθήκη ή αφαίρεση χωρίς προηγούμενη απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των συνιδιοκτητών.
Με το άρθρο 4 απαγορεύθηκε απολύτως σε οιονδήποτε ιδιοκτήτη το άνοιγμα παραθύρων σε οποιονδήποτε εξωτερικό τοίχο ή σε τοίχο κοινόχρηστου χώρου. Επιπλέον απαγορεύθηκε η αποθήκευση ή η τοποθέτηση έστω και προσωρινά μέσα στα διαμερίσματα ή τις αποθήκες ή σε οποιοδήποτε τμήμα των κοινόχρηστων και κοινόκτητων χώρων αντικειμένων ή υλών εύφλεκτων, βαρέων, δύσοσμων και επικίνδυνων (υπό στ.1), η κατάληψη έστω και προσωρινά κοινόκτητων και κοινόχρηστων χώρων με οποιοδήποτε αντικείμενο ή η χρησιμοποίησή τους για παιγνίδια ή η παραμονή τους σε αυτούς.
Στο ίδιο άρθρο υπό στοιχείο 8 ορίστηκε ότι οι κοινόκτητοι και κοινόχρηστοι χώροι πρέπει να είναι διαρκώς ελεύθεροι να χρησιμοποιούνται για την εξυπηρέτηση του σκοπού για τον οποίο προορίζονται και απαγορεύεται η χρησιμοποίησή τους έστω και προσωρινή για οποιονδήποτε άλλο σκοπό. Ειδικά δε ως προς τον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου και το δώμα ορίστηκε ότι δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται για παιγνίδια, παραμονή σε αυτούς και τοποθέτηση αντικειμένων.
Και ενώ ο εναγόμενος προσχώρησε στην ως άνω πράξη σύστασης και στον κανονισμό με το νόμιμα μεταγραμμένο ...-1997 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αμαρουσίου Ε. Α. Γ., με το οποίο περιήλθε στον ίδιο το κτίριο I με αγορά από τον Α. Χ., ενεργώντας κατά παράβαση των όσων ορίζονται στα προαναφερόμενα άρθρα του κανονισμού σταθμεύει στον κοινόκτητο και κοινόχρηστο ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου, που εκτείνεται μεταξύ των τριών οικοδομημάτων, τουλάχιστον τρία οχήματα, τα οποία εναλλάσσει, ενώ συχνά προβαίνει στον ίδιο χώρο στο πλύσιμό τους, προσβάλλοντας έτσι το δικαίωμα συγκυριότητας και σύγχρησης των εναγουσών ως συνιδιοκτητριών.
Και τούτο διότι παρεμποδίζονται στην άσκηση του δικαιώματος τους να χρησιμοποιούν και εκείνες ελεύθερα και σύμφωνα με τον προορισμό του τον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου, ο οποίος έχει πλέον μεταβληθεί, δεδομένου ότι έχει διαμορφωθεί σε χώρο στάθμευσης των οχημάτων του εναγομένου ενώ προκαλείται πρόσθετη ενόχληση από τον θόρυβο της μηχανής κατά την είσοδο και έξοδό τους από τον χώρο αλλά και από την έκλυση καυσαερίων, όπως και από τα βρώμικα νερά που ρέουν κατά το πλύσιμό τους (...).
Τα όσα ισχυρίζεται ο εναγόμενος με το δεύτερο λόγο της έφεσής του, καθώς και με το πρώτο σκέλος του τέταρτου από τους πρόσθετους λόγους, ότι δηλαδή η χρήση του ακάλυπτου χώρου ως χώρος στάθμευσης δύο αυτοκινήτων του, καθορίστηκε με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης είναι μη νόμιμα και απορριπτέα, δεδομένου ότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην υπό στοιχείο II νομική σκέψη, οι εξουσίες που έχει ο ιδιοκτήτης επί της ιδιοκτησίας του ή των κοινόχρηστων και κοινόκτητων μερών της οικοδομής επιτρέπεται μεν με κοινή συμφωνία όλων των συνιδιοκτητών να περιοριστούν ή επεκταθούν και γενικότερα να μεταβληθούν ή να κανονιστούν διαφορετικά, πλην, όμως, απαιτείται, η συμφωνία αυτή να καταρτιστεί συμβολαιογραφικώς και να μεταγραφεί, περιστατικά που δεν επικαλείται ο εναγόμενος αλλά και δεν προκύπτουν.
Τα όσα επιπλέον ισχυρίζεται ο εναγόμενος με τον ίδιο λόγο της κρινόμενης έφεσης, ότι δηλαδή και οι ενάγουσες σταθμεύουν τα αυτοκίνητά τους σε μέρος του ακαλύπτου χώρου, πέραν του ότι δεν αποδείχθηκαν, αλυσιτελώς προβάλλονται, αφού δε νοείται ισότητα στην παρανομία και σε κάθε περίπτωση δεν αίρουν την εκ μέρους του παράβαση του κανονισμού.
Περαιτέρω, όπως σαφώς κατέθεσαν οι προαναφερόμενοι μάρτυρες απόδειξης, που έχουν άμεση αντίληψη, διότι εξ αυτών ο Λ. Ι. είναι σύζυγος της πρώτης από τις ενάγουσες και πατέρας της δεύτερης, η Α. Π., απασχολείτο κατά τα έτη 2003 έως 2008 σε όμορο των καθέτων συνιδιοκτησιών κατάστημα, οι δε Α. Σ. και η Θ. Σ. είναι μισθωτές των οριζοντίων ιδιοκτησιών του κτιρίου III, ο εναγόμενος κατά παράβαση των οριζομένων στον επίμαχο κανονισμό έχει αποκόψει τις κοινόκτητες και κοινόχρηστες σωληνώσεις της κεντρικής θέρμανσης, που προορίζονται για τη διοχέτευση ζεστού νερού προς θέρμανση των ιδιοκτησιών των εναγουσών στερώντας τους έτσι το δικαίωμα για θέρμανση.
Συνεπώς πρέπει να απορριφθούν τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται ο εναγόμενος, με το τελευταίο σκέλος του δευτέρου λόγου της έφεσής του και με τον 3° από τους πρόσθετους λόγους. (...).
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά παράβαση του ίδιου ως άνω κανονισμού ο εναγόμενος έχει προβεί στη διάνοιξη δύο παραθύρων, διαστάσεων του ενός 5μ. X 3 μ. και του δευτέρου 4 μ.Χ 3 μ., στον εξωτερικό κοινόχρηστο τοίχο του κτιρίου I, που βρίσκεται σε επαφή με τον κοινόχρηστο χώρο, που εκτείνεται μεταξύ των κτιρίων I και II, και στον οποίο προβλέπεται να κατασκευαστεί το κλιμακοστάσιο που θα οδηγεί στην μέλλουσα να ανεγερθεί υπό στοιχείο Α2 οριζόντια ιδιοκτησία του II κτιρίου. Για τη διάνοιξη των παραθύρων από τον εναγόμενο κατέθεσε ο μάρτυρας Λ. Ι., η κατάθεσή του δε αυτή ενισχύεται από την από Ιουνίου 1965 κάτοψη του ισογείου καταστήματος του κτιρίου I του μηχανικού Κ. Π., στην οποία δεν εμφαίνονται ανοίγματα στον επίμαχο εξωτερικό τοίχο. Ούτε στην από 10-2-1998 κάτοψη του εν λόγω καταστήματος του πολιτικού μηχανικού Ν. Κ., που συντάχθηκε με επιμέλεια του εναγομένου, εμφαίνονται τα επίμαχα παράθυρα, όπως εύλογο και αναμενόμενο ήταν να συμβαίνει αν ευσταθούσε ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι όταν αυτός απέκτησε το κτίριο I, δηλαδή κατά το έτος 1997, υπήρχαν τα παράθυρα.
Σε κάθε περίπτωση, άλλωστε, δεν αναιρείται η υποχρέωση του εναγομένου να κλείσει τα επίμαχα παράθυρα, που έχουν ανοιχθεί σε εξωτερικό τοίχο της υπό στοιχείο II οριζόντιας ιδιοκτησίας του κατά παράβαση του κανονισμού, σύμφωνα με τον οποίο οι εξωτερικοί τοίχοι είναι κοινόχρηστοι και απαγορεύεται η διάνοιξη παραθύρων σε αυτούς, ακόμη και αν, όπως αυτός ισχυρίζεται με τον τέταρτο λόγο της έφεσής του, δεν παραβλάπτεται η χρήση των συν ιδιοκτησιών των εναγουσών. Και τούτο διότι, όπως ήδη εκτέθηκε στην υπό στοιχείο II νομική σκέψη, η απαγόρευση αυτή έχει προβλεφθεί με όρο του κανονισμού.
Τέλος, αλυσιτελώς προβάλλεται με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης έφεσης ο ισχυρισμός του εναγομένου περί νομιμοποίησής τους, διότι η απαγόρευση του κυρίου ορόφου ή διαμερίσματος οικοδομής, η οποία έχει υπαχθεί στο καθεστώς της οριζόντιας ιδιοκτησίας και συνακόλουθα και σύνθετης κάθετης, να ενεργεί κατασκευές που είναι αντίθετες στο ν. 3744/1929, στη συστατική πράξη της οροφοκτησίας ή στον κανονισμό,δεν αίρεται από την κατά τις οικείες πολεοδομικές διατάξεις νομιμοποίηση των κατασκευών (...). Ούτε, άλλωστε, προκύπτει ότι έχουν νομιμοποιηθεί τα επίμαχα παράθυρα, διότι δεν προσκομίζεται η επικαλούμενη 2370477/3-2- 2014 δήλωση του εναγομένου και η δυνάμει αυτής νομιμοποίησή τους.
Τέλος, αποδείχθηκε ότι μεταξύ των κτιρίων I και III έχει ανεγερθεί αποθήκη επί της οποίας ο εναγόμενος έχει τοποθετήσει χαλύβδινη δεξαμενή πετρελαίου. (...). Επομένως, με βάση τα όσα παραπάνω αποδείχθηκαν, έχει προσβληθεί το δικαίωμα συγκυριότητας και σύγχρησης των εναγουσών ως συνιδιοκτητριών των υπό στοιχεία II και ΙΙΙ καθέτων συνιδιοκτησιών και είναι βάσιμα τα αιτήματά τους για την ελευθέρωση του κοινόκτητου και κοινόχρηστου χώρου του ακάλυπτου οικοπέδου από τα οχήματα που ο εναγόμενος σταθμεύει σε αυτόν, την απομάκρυνση της δεξαμενής πετρελαίου από το δώμα της αποθήκης, το κλείσιμο των διανοιχθέντων παραθύρων στον εξωτερικό τοίχο της Ι1 οριζόντιας ιδιοκτησίας του υπό στοιχείο I κτιρίου και την αποκατάσταση της σύνδεσης της κεντρικής θέρμανσης. ..." . 4.
α. Στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν.δ. 1024/1971 "περί διηρημένης ιδιοκτησίας επί οικοδομημάτων ανεγειρομένων επί ενιαίου οικοπέδου" ορίζεται ότι "εν τη έννοια του άρθρου 1 του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 του Αστικού Κωδικός δύναται να συσταθεί διηρημένη ιδιοκτησία και επί πλειόνων αυτοτελών οικοδομημάτων ανεγειρομένων επί ενιαίου οικοπέδου ανήκοντος εις ένα ή πλείονας, ως και επί ορόφων ή ημερών των οικοδομημάτων τούτων, επιφυλασσομένων των πολεοδομικών διατάξεων".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι προϋπόθεση για τη σύσταση της κατά τη διάταξη αυτή διαιρεμένης ιδιοκτησίας, της λεγόμενης κάθετης ιδιοκτησίας, είναι η ύπαρξη δύο ή περισσότερων αυτοτελών οικοδομημάτων, είτε ανεγερθέντων ή μελλόντων να ανεγερθούν σε ενιαίο οικόπεδο, που ανήκει σε ένα ή περισσότερους κυρίους, οπότε μπορεί να συσταθεί τέτοια χωριστή ιδιοκτησία είτε σε ολόκληρο το αυτοτελές οικοδόμημα (απλή κάθετη συνιδιοκτησία), είτε σε ορόφους ή διαμερίσματα ορόφων των αυτοτελών τούτων οικοδομημάτων, οπότε συνυπάρχει κάθετη συνιδιοκτησία και οριζόντια ιδιοκτησία (σύνθετη κάθετη συνιδιοκτησία).
Και στις δύο περιπτώσεις η κάθετη συνιδιοκτησία διέπεται κατά τα λοιπά από τις διατάξεις των άρθρων 1 επ. του ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, οι οποίες ισχύουν απαραλλάκτως και επί της κάθετης ιδιοκτησίας, διότι ο ανωτέρω ν. 1024/1971 δεν επέφερε καμία μεταβολή στη νομική κατασκευή του θεσμού της οριζόντιας ιδιοκτησίας, όπως διαμορφώθηκε με τις ανωτέρω διατάξεις.
Από τον συνδυασμό, δε, των διατάξεων των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ προκύπτει ότι ιδρύεται κυρίως μεν χωριστή κυριότητα στο αυτοτελές οικοδόμημα ή σε όροφο ή διαμέρισμα αυτού, παρεπόμενα, δε, και αναγκαστική συγκυριότητα που αποκτάται αυτοδικαίως κατ` ανάλογη μερίδα στα κοινά μέρη του όλου ενιαίου οικοπέδου, που χρησιμεύουν σε κοινή από όλους τους συνιδιοκτήτες χρήση.
Μεταξύ των μερών αυτών περιλαμβάνονται, κατά ενδεικτική και όχι αποκλειστική στις διατάξεις αυτές απαρίθμηση, το έδαφος, τα θεμέλια, οι πρωτότοιχοι, η στέγη, οι καπνοδόχοι, οι αυλές, τα φρεάτια ανελκυστήρων, οι εγκαταστάσεις κεντρικής θέρμανσης, το ηλιακωτό δώμα.
Εξάλλου, με βάση το άρθρο 2 παράγραφος 1 του Ν. 3741/1929, η οποία ορίζει ότι "αδιαίρετος είναι η ιδιοκτησία και παντός άλλου πράγματος χρησιμεύοντος προς κοινήν των ιδιοκτητών χρήσιν", προσδιορίζονται τα κριτήρια υπαγωγής στην ομάδα των κοινόκτητων και κοινοχρήστων μερών της οικοδομής, που δεν αναφέρονται ρητά στη συμφωνία ή στο νόμο. Ειδικότερα, ο προσδιορισμός των κοινοτήτων και κοινοχρήστων αυτών μερών, γίνεται, είτε με τη συστατική της οροφοκτησίας δικαιοπραξία, είτε με ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ όλων των οροφοκτητών, κατά τα άρθρα 4 παρ. 1, 5 και 13 του Ν. 3741/1929, δηλαδή με σύμφωνη απόφασή τους, που πρέπει να καταρτισθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγραφεί.
Συγκεκριμένα, από τα οριζόμενα στην πιο πάνω διάταξη του ν. 1024/1971 και τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 3, 4, 13 ν. 3741/1929, 1002, 1108 και 1117 ΑΚ προκύπτει ότι, υπό τους όρους των άρθρων 4 και 13 του νόμου, όλοι οι ιδιοκτήτες και συνιδιοκτήτες αυτοτελών οικοδομημάτων, που υπάγονται στις διατάξεις της κάθετης καθώς και της οριζόντιας ιδιοκτησίας, μπορούν να ρυθμίσουν ελεύθερα με σύμβαση, που καταρτίζεται με την σύμπραξη όλων, διά συμβολαιογραφικού εγγράφου που μεταγράφεται, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, τόσο ως προς τα αναγκαστικά αδιαίρετα (κοινά) μέρη της οικοδομής, όσο και ως προς τις χωριστές οριζόντιες ιδιοκτησίες κατ` ορόφους ή διαμερίσματα ορόφων και μάλιστα κατά παρέκκλιση από τις ενδοτικού δικαίου διατάξεις του ανωτέρω νόμου και του αστικού κώδικα. Αν τούτο δεν γίνει, αν δηλαδή δεν ορίζεται τίποτα από την ως άνω δικαιοπραξία, τότε ισχύει ο προσδιορισμός που προβλέπεται από τις ως άνω διατάξεις.
Στην τελευταία περίπτωση, κριτήριο για το χαρακτηρισμό πράγματος ως κοινόκτητου και κοινόχρηστου, είναι ο κατά τη φύση του προορισμός για την εξυπηρέτηση των συνιδιοκτητών με την κοινή από αυτούς χρήση του ( ΑΠ 594/2024, ΑΠ 970/2022, ΑΠ 1655/2018, ΑΠ 92/2017).
Στην περίπτωση που ο προσδιορισμός των κοινόκτητων και κοινόχρηστων μερών γίνει με την συστατική πράξη της κάθετης και οριζόντιας ιδιοκτησίας, οι κατά τον τρόπο αυτό δημιουργούμενοι περιορισμοί της κυριότητας έχουν το χαρακτήρα δουλείας και δεσμεύουν και τους διαδόχους των εξαρχής συμβληθέντων ή εκείνων που προσχώρησαν μεταγενεστέρως στον καταρτισθέντα με τη σύμβαση κανονισμό.
Συνεπώς, με τον κανονισμό καθιερώνονται έγκυρα περιορισμοί και απαγορεύσεις στη χρήση των ανωτέρω πραγμάτων και πέραν των αναφερομένων στο άρθρο 3 του ανωτέρω νόμου. Αν, δε, με τον κανονισμό απαγορεύεται η ενέργεια από τους συνιδιοκτήτες μεταβολής στα κοινά μέρη, η απαγόρευση αυτή δεσμεύει όλους τους συνιδιοκτήτες, ακόμη και αν από την απαγορευμένη ενέργεια δεν παραβλάπτεται η χρήση των άλλων συνιδιοκτητών ή των οικοδομημάτων, ούτε μεταβάλλεται ο συνήθης προορισμός τους (ΑΠ 970/2022, ΑΠ 1231/2020, ΑΠ 108/2014, ΑΠ 1208/2011, ΑΠ 40/2007, ΑΠ 115/2003).
Εξάλλου, οι ανωτέρω διατάξεις του Κανονισμού, με τους οποίους χαρακτηρίζονται ορισμένα μέρη της οικοδομής ως κοινόκτητα ή κοινόχρηστα και τίθενται περιορισμοί και απαγορεύσεις ως προς τη χρήση τους, δεν καταργούνται ούτε από ενδεχόμενη αχρησία τους και συνεπώς κανένας από τους ιδιοκτήτες οριζόντιας ιδιοκτησίας δεν μπορεί να απολέσει με αχρησία το δικαίωμα συμμετοχής του στην κοινή χρήση τούτων (ΑΠ 970/2022, ΑΠ 1143/2019), ούτε και από την κατ` επανάληψη παραβίασή τους από ορισμένους συνιδιοκτήτες (ΑΠ 970/2022, ΑΠ 179/1980).
Αν δεν υπάρχει ειδική συμφωνία μεταξύ όλων των συνιδιοκτητών αναφορικά με τον τρόπο χρήσης των διηρημένων ιδιοκτησιών και των εξ αδιαιρέτου μερών της οικοδομής, καθένας από τους συνιδιοκτήτες έχει όλα τα δικαιώματα που ανήκουν στον κύριο, εφόσον όμως η άσκηση αυτών δεν παραβλάπτει τη χρήση των άλλων ιδιοκτητών ή δεν μειώνει την ασφάλεια αυτών ή του οικοδομήματος.
Αντίθετα, στην περίπτωση που ο προσδιορισμός και η ρύθμιση των κοινόκτητων και κοινόχρηστων μερών γίνει με την πράξη οροφοκτησίας και τον Κανονισμό, η έρευνα των προϋποθέσεων τούτων δεν είναι αναγκαία η έρευνα των προϋποθέσεων τούτων, για να κριθεί αν έλαβε χώρα ανεπίτρεπτη, ως αντικείμενη στον κανονισμό, ενέργεια συνιδιοκτήτη όταν επιδιώκεται να αρθεί η παράνομη αυτή κατάσταση που δημιουργήθηκε.
Έτσι και επί κάθετης συνιδιοκτησίας, όπως και επί της οριζόντιας ιδιοκτησίας, κάθε συνιδιοκτήτης δικαιούται στην απόλυτη χρήση των κοινών πραγμάτων καθώς και στη χρήση σύμφωνα με τον κανονισμό, σε περίπτωση, δε, που προσβάλλεται στη χρήση αυτή δικαιούται να ζητήσει την άρση της προσβολής και την παράλειψη αυτής στο μέλλον, δικαίωμα που στην περίπτωση αυτή ασκείται σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις του νόμου και δεν ενέχει, άνευ άλλου, καταχρηστικότητα, ακόμη και αν πέρασαν πολλά έτη από τις βλαπτικές ενέργειες (ΑΠ 1630/2023, ΑΠ 932/2021, ΑΠ 532/2019, ΑΠ 40/2007, ΑΠ 463/2003) Αν και πότε θίγονται τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών ή υπάρχει μεταβολή του συνήθους προορισμού των κοινών μερών με τη χρήση τους από ορισμένους συνιδιοκτήτες, κρίνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση με βάση τις ιδιαίτερες συνθήκες της, τις επιμέρους ανάγκες των διαιρετών ιδιοκτησιών και το σκοπό που εξυπηρετεί το κοινό μέρος, που υφίσταται τη μεταβολή, στη λειτουργία της όλης συνιδιοκτησίας εντός του πλαισίου του γενικότερου συμφέροντος της ομαλής λειτουργίας της σχέσης της οριζόντιας συνιδιοκτησίας.
Ενέργειες στα κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής πέραν των ανωτέρω όρων, είναι δυνατό να επέλθουν μόνο με κοινή απόφαση όλων των συνιδιοκτητών. Ειδικότερα, η διαφορετική συμμετοχή των συνιδιοκτητών στη χρήση κοινοχρήστου μέρους της οικοδομής ή ο αποκλεισμός του κοινοχρήστου χαρακτήρα του και η περιέλευση αυτού αποκλειστικά σε ένα ή περισσότερους ιδιοκτήτες είναι δυνατή λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 3741/1929, αλλά προϋποθέτει, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 αυτού, συμφωνία όλων των συνιδιοκτητών που πρέπει να καταρτισθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγραφεί ( ΑΠ 970/2022, ΑΠ 1655/2018, ΑΠ 92/2017).
Εξάλλου, η από πολεοδομική άποψη νομιμοποίηση ή μη των κατασκευών αυτών δεν ασκεί έννομη επιρροή και αλυσιτελώς προβάλλεται σε κάθε περίπτωση, από τον εναγόμενο η νομιμοποίησή τους, διότι η απαγόρευση του κυρίου ορόφου ή διαμερίσματος οικοδομής, η οποία έχει υπαχθεί στο καθεστώς της οριζόντιας ιδιοκτησίας, να ενεργεί κατασκευές που είναι αντίθετες στο ν. 3741/1929,στη συστατική πράξη της οροφοκτησίας ή στον κανονισμό (όταν υπάρχει), δεν αίρεται από την κατά τις οικείες πολεοδομικές διατάξεις νομιμοποίηση των κατασκευών και ούτε νομιμοποιούνται, οι κατασκευές αυτές έναντι των λοιπών συνιδιοκτητών της οικοδομής, όταν με αυτές βλάπτονται, τα δικαιώματα των τελευταίων, ούτε ακόμη οι πολεοδομικές διατάξεις κατισχύουν του κανονισμού της πολυκατοικίας (ΑΠ 1174/2023, ΑΠ 1630/2023, ΑΠ 970/2022, ΑΠ 70/2019, ΑΠ 442/2019, ΑΠ 881/2019, ΑΠ 1655/2018, ΑΠ 1300/2014, ΑΠ 1300/2014).
β. Περαιτέρω, η αξίωση με την οποία επιδιώκεται η συμμόρφωση στις διατάξεις της περί κάθετης και οριζόντιας ιδιοκτησίας νομοθεσίας, μπορεί να αποκρουστεί ως καταχρηστική, σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη του άρθρου 281 AK ( ΑΠ 970/2022, ΑΠ 1052/2021, ΑΠ 70/2019, ΑΠ 442/2019, ΑΠ 1871/1985). Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με αποτέλεσμα να επάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση που δημιουργήθηκε από αυτόν, επαγόμενη ιδιαίτερα επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, πρόσθετα, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της κατάστασης που διαμορφώθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται από τα διαγραφόμενα από την ανωτέρω διάταξη όρια (ΟλΑΠ 7/2002, ΑΠ 1/2023, ΑΠ 805/2023, ΑΠ 1630/2023, ΑΠ 68/2022ΑΠ 970/2021,ΑΠ 932/2021).
Στην περίπτωση, της αδράνειας του δικαιούχου η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της παραπάνω κατάστασης δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο, θέτοντας έτσι σε κίνδυνο την οικονομική του υπόσταση, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1630/2023, ΑΠ 68/2022, ΑΠ 1416/2022, ΑΠ 505/2022, ΑΠ 330/2020).
Εξάλλου, η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του, όμως αυτή, ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια, είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 Α.Κ. (ΟλΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018). γ. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 111 παρ.2, 118 αρ. 4 και 216 παρ.1 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει, α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα, σε τρόπο ώστε να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βασίμου κατά νόμο της αγωγής.
Διαφορετικά, η αγωγή είναι αόριστη. Το ορισμένο ή όχι του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της, εκτιμάται κυριαρχικά από το δικαστήριο της ουσίας, με τη νομική παραδοχή ότι κατά την έννοια του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο νομικός χαρακτηρισμός των επικαλούμενων περιστατικών, στα οποία θεμελιώνεται το αγωγικό αίτημα, δεν είναι δεσμευτικός για το δικαστήριο, το οποίο οφείλει αυτεπαγγέλτως να προβεί στην ορθή νομική υπαγωγή των εκτιθέμενων, κατά τρόπο σαφή, πραγματικών περιστατικών, έστω και διαφορετική από εκείνη στην οποία προβαίνει ο ενάγων, χωρίς τούτο να αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής, αφού η βάση της αγωγής συγκροτείται από τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το αίτημα, ενώ δεν υπόκειται, κατά τούτο, η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας σε αναιρετικό έλεγχο.
Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση, που το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα ή διαφορετικά από αυτά.
Στην περίπτωση αυτή υπάρχει παράβαση κανόνα δικαίου, κατά την διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόσθηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης.
Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Η ανεπάρκεια, επομένως, των πραγματικών περιστατικών, που επικαλείται με την αγωγή του ο ενάγων για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο της προαναφερόμενης διάταξης, ως παράβαση κανόνα δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα να κρίνει ως αόριστη τη αγωγή αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος. Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντιθέτως, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει, αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση για την εφαρμογή του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής.
Η ποσοτική, δε, αοριστία της αγωγής ή η ποιοτική αοριστία αυτής ελέγχεται κατά τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ενώ οι δικονομικές ελλείψεις που καθιστούν άκυρο ή απαράδεκτο το δικόγραφο της ελέγχονται κατά το ίδιο άρθρο 559 αρ. 14 του αυτού Κώδικα.
Εξάλλου, στις εν λόγω διαφορές, για το ορισμένο της αγωγής, που ασκείται από τον οροφοκτήτη κατ` άλλου οροφοκτήτη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ.3 του ΚΠολΔ κατά την παραπάνω διαδικασία των περιουσιακών διαφορών [άρθρα 591, 614 περ. 2 ΚΠολΔ (διαφορές από οριζόντια ή κάθετη ιδιοκτησία)], απαιτείται, κατά την έννοια του άρθρου 216 παρ.1α του ΚΠολΔ, στο δικόγραφο της αγωγής να αναφέρεται ότι:
α) τόσο ο ίδιος (ο ενάγων) όσο και ο εναγόμενος είναι κύριοι αυτοτελών και οριζοντίων ιδιοκτησιών της αυτής κοινής οικοδομής, χωρίς να είναι ανάγκη να αναφέρεται στην αγωγή ο τίτλος ιδιοκτησίας των διαδίκων, πολύ περισσότερο όταν αυτή (ιδιοκτησία) δεν αμφισβητείται, β) η προέλευση (από το νόμο ή τη σύμβαση) του δικαιώματος ή της αξίωσης, των οποίων ζητείται η ικανοποίηση και ειδικότερα, εάν αυτά απορρέουν από τη σύμβαση, κυρίως από την πράξη συστάσεως της οροφοκτησίας και τον τυχόν συνταχθέντα Κανονισμό, θα πρέπει να αναφέρεται ρητά η σύμβαση αυτή και εάν έχει μεταγραφεί νόμιμα, διότι τότε μόνο δεσμεύει τους συνιδιοκτήτες, χωρίς να είναι απαραίτητο να μνημονεύεται και ο τόμος και ο αριθμός μεταγραφής στο οικείο υποθηκοφυλακείο, γ) η πρόβλεψη από την πράξη αυτή του συγκεκριμένου δικαιώματος ή της συγκεκριμένης υποχρεώσεως των συμβαλλομένων, των οποίων ζητείται η ικανοποίηση ή η αποκατάσταση και δ) τις ενέργειες του συγκυρίου ήτοι τον τρόπο που παραβιάστηκε η αντίστοιχη διάταξη της πράξεως αυτής.
Σε κάθε, όμως, περίπτωση, θα πρέπει να προσδιορίζονται στο αγωγικό δικόγραφο, για να είναι τούτο ορισμένο, όλα εκείνα τα περιστατικά που θεμελιώνουν την αξίωση, τόσο ως προς την ύπαρξη της παραβίασης, όσο και το είδος και η έκταση των προσβαλλόμενων δικαιωμάτων του εξ αδιαιρέτου συγκύριου, προκειμένου να είναι εφικτή η οριοθέτησή τους και σε περίπτωση παραδοχής της αγωγής η εκτέλεση της απόφασης.
Ειδικότερα, επί αξίωσης για καθαίρεση ή απομάκρυνση ανεπίτρεπτα εγκατασταθείσης κατασκευής επί των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων (αδιαιρέτων) μερών του οικοδομήματος κατά παράβαση του Κανονισμού, δεν απαιτείται η περιγραφή του υλικού κατασκευής και των διαστάσεων των υπό καθαίρεση αντικειμένων ή κατασκευών και, επίσης, δεν είναι αόριστη η ως άνω αγωγή σε περίπτωση μη προσδιορισμού του χρόνου διενεργείας των, κατά παράβαση του Κανονισμού, υπό του εναγομένου ιδιοκτήτου οριζοντίου ιδιοκτησίας γενομένων κατασκευών, καθώς τούτος, όπως και ο περαιτέρω προσδιορισμός τυχόν λεπτομερέστερων χαρακτηριστικών αυτών δύναται να προκύψει από τις αποδείξεις.
5. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο κύριο λόγο αναίρεσης και με τον τρίτο και πέμπτο πρόσθετους λόγους (οι οποίοι πρόσθετοι λόγοι αριθμούνται ως 5ος και 7ος αντίστοιχα, στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων) προσάπτονται στην προσβαλλόμενη οι πλημμέλειες από τους αριθμούς αριθμός 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά αληθώς από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα: 1) με το πρώτο σκέλος του πρώτου κύριου λόγου αναίρεσης και τον τρίτο πρόσθετο λόγο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη, κατ' ορθή εκτίμηση, την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρά το νόμο, δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή, λόγω αοριστίας αυτής, ένσταση που πρότεινε παραδεκτά, με την έφεσή του και τους πρόσθετους λόγους αυτής, που άσκησε κατά της εκδοθείσας, ερήμην του, απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι: α) αναφορικά με την κατάληψη τμήματος της κοινόκτητης και κοινόχρηστης αυλής επιφάνειας 35 τ.μ, που βρίσκεται στο πίσω μέρος των κτιρίων Ι και ΙΙ και σε κοντινή απόσταση και παράλληλα με αυτά και το οποίο χρησιμοποιεί ως χώρο στάθμευσης και πλυσίματος των οχημάτων του ιδίου και της οικογένειάς του, και την προκαλούμενη όχληση με θορύβους από το ανοιγοκλείσιμο της μηχανής της μεταλλικής συρόμενης πόρτας, μέσω της οποίας εισέρχεται και σταθμεύει στον εν λόγω χώρο, δεν προσδιορίζεται στην αγωγή ο χώρος από τον οποίο ζητείται η αποβολή του, όπως και ο χρόνος από τον οποίο έγινε η κατάληψη, καθώς και συγκεκριμένα περιστατικά σύμφωνα με τα οποία να επελήφθη κάποια υπηρεσία για θορύβους από το πλύσιμο των οχημάτων και το άνοιγμα και κλείσιμο της μεταλλικής πόρτας, ούτε οι διαστάσεις της πόρτας αυτής, β) αναφορικά με τη διάνοιξη και διατήρηση δυο παραθύρων στους εξωτερικούς τοίχους της υπό στοιχ.
Ι1 οριζόντιας ιδιοκτησίας του ισογείου του κτιρίου Ι, δεν προσδιορίζονται με σαφήνεια τα παράθυρα και η θέση τους και, επίσης, δεν προσδιορίζεται πότε και πώς ο ίδιος, όπως ακριβώς αναφέρει, "τρύπησε τους τοίχους και άνοιξε τα παράθυρα", γ) αναφορικά με τον αγωγικό ισχυρισμό περί αποκοπής των κοινόκτητων και κοινόχρηστων σωληνώσεων της κεντρικής θέρμανσης δεν αναγράφεται το είδος, η έκταση, οι διαστάσεις και οι θέσεις των σωληνώσεων αυτών.
Επίσης, ότι η ένδικη αγωγή είναι αόριστη και για το λόγο ότι, όπως κατά λέξη αναφέρει, "δεν διαθέτει ούτε ένα υποτυπώδες σχεδιάγραμμα, ούτε έστω αναφέρεται στο σώμα της, ούτε έστω παραπέμπει σε συγκεκριμένο σχεδιάγραμμα όπου να αποτυπώνονται-εμβαδομετρούνται- απεικονίζονται επακριβώς οι, κατά τις αναιρεσίβλητες δήθεν "καταλήψεις" ή "αυθαιρεσίες" και ειδικότερα δεν προσδιορίζεται ούτε ένα σημείο ή αυθαιρεσία από αυτά που υποτίθεται ότι με βάση τους αναληθείς ισχυρισμούς των αναιρεσιβλήτων τυγχάνουν αυθαίρετες δικές του ενέργειες και κατασκευές". 2) Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου κύριου λόγου αναίρεσης και το ένα σκέλος του πέμπτου πρόσθετου λόγου ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 παρ. 1 εδ.α και β ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι α) με την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα με την παραδοχή σύμφωνα με την οποία η απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του έτους 2003 είναι άκυρη διότι δεν έγινε με συμβολαιογραφικό έγγραφο, παραβιάζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου και δη το άρθρο 5 του Κανονισμού της συνιδιοκτησίας, σύμφωνα με το οποίο η Γενική Συνέλευση αποφασίζει και προσδιορίζει την χρήση του κοινού χώρου για κάθε συνιδιοκτήτη και μπορεί να προβεί στην τροποποίηση του Κανονισμού ελεύθερα, β) η προσβαλλόμενη, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 ν.δ 1024/1971, 1,2 παρ. 1,3, 4, 5, 13 ν. 3741/2029 και 1002,1108,1117 ΑΚ και χωρίς να ερμηνεύσει τον Κανονισμό κατά το πνεύμα του εφαρμόζοντας τους κανόνες των άρθρων 200 ΑΚ και τα διδάγματα κοινής πείρας, δέχθηκε εσφαλμένα ότι, οι επίδικες ιδιοκτησίες είναι κάθετες, ενώ αυτές είναι οριζόντιες ιδιοκτησίες πάνω σε κοινό οικόπεδο με κοινό ακάλυπτο χώρο, όπως και ότι υπήρξε εκ μέρους του παραβίαση διατάξεων του υπ' αριθμ. .../1993 συμβολαίου σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών και κανονισμού συνιδιοκτητών, με συνέπεια να επιβάλει ανεπίτρεπτες δεσμεύσεις και να διατάξει ενέργειες όπως το κλείσιμο των παραθύρων που βρίσκονται σε χώρο της αποκλειστικής κυριότητάς του οριζόντιας ιδιοκτησίας.
Οι ως άνω λόγοι κρίνονται απορριπτέοι ως εξής : Από την παραδεκτή επισκόπηση του διαδικαστικού εγγράφου της ένδικης αγωγής (αρθρ.561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι, υπό τα διαλαμβανόμενα σε αυτή περιστατικά και αντίστοιχα αιτήματα, αυτή είναι ορισμένη, καθόσον περιέχει επαρκή παράθεση όλων των κατά νόμο απαιτουμένων στοιχείων για τη θεμελίωση των αντίστοιχων αξιώσεων των εναγουσών και ήδη αναιρεσίβλητων κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντα, με την ειδικότερη αναφορά της ιδιότητάς τους ως συνιδιοκτητών των σύνθετων καθέτων ιδιοκτησιών που υπήχθησαν στις διατάξεις των άρθρων 1002,1117 ΑΚ και ν. 3741/1929 και ν. 1024/1971, με τη μνημονευόμενη νόμιμα μεταγεγραμμένη πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και Κανονισμό, την επί πλέον αναφορά των διατάξεων της πράξης αυτής, των διατάξεων που παραβιάστηκαν, όπως και του τρόπου παραβίασής τους.
Ειδικότερα: α) αναφορικά με την κατάληψη τμήματος της κοινόκτητης και κοινόχρηστης αυλής περιγράφεται αναλυτικά κατά θέση και επιφάνεια ο επίδικος χώρος στάθμευσης των οχημάτων, ενώ σύμφωνα και με τα παρατεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας η αναφορά του χρόνου κατάληψης, όπως και επί μέρους περιστατικών θορύβου και διαστάσεων της μεταλλικής συρόμενης πόρτας δεν ήταν αναγκαία, για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής, κατ' άρθρον 216 ΚΠολΔ, με τη σημείωση ότι (όπως προαναφέρθηκε) επί αγωγής αφορώσης παραβίαση διατάξεων του κανονισμού οριζοντίων και καθέτων ιδιοκτησιών σχετικά με την χρήση κοινών μερών η απαγόρευση ισχύει ακόμη και αν από την απαγορευμένη ενέργεια δεν παραβλάπτεται η χρήση των άλλων συνιδιοκτητών ή των οικοδομημάτων, ούτε μεταβάλλεται ο συνήθης προορισμός τους και επομένως δεν είναι αναγκαία η έρευνα των προϋποθέσεων τούτων για να κριθεί αν έλαβε χώρα ανεπίτρεπτη, ως αντικείμενη στον κανονισμό, ενέργεια συνιδιοκτήτη όταν επιδιώκεται να αρθεί η παράνομη αυτή κατάσταση που δημιουργήθηκε, β) αναφορικά με την διάνοιξη και διατήρηση των επίδικων δυο παραθύρων και τον ισχυρισμό περί αποκοπής των κοινόχρηστων και κοινόκτητων σωληνώσεων κεντρικής θέρμανσης προσδιορίζονται επαρκώς η θέση και οι διαστάσεις αυτών, ενώ δεν είναι απαραίτητη η περαιτέρω εξειδίκευση του είδους και των διαστάσεων των τελευταίων (σωληνώσεων).
Τέλος, για το ορισμένο της αγωγής, δεν απαιτείτο η αποτύπωση των ένδικων κοινόχρηστων και κοινόκτητων μερών σε σχεδιάγραμμα.
Συνεπώς, ο ως άνω λόγος ο προβαλλόμενος με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης και τον τρίτο πρόσθετο λόγο πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ακολούθως, απορριπτέο κρίνεται και το δεύτερο σκέλος του πρώτου κύριου λόγου αναίρεσης και το πρώτο σκέλος του πέμπτου πρόσθετου λόγου. Ειδικότερα, ο ως άνω υπό στοιχ. 2α λόγος της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση συγχωρείται για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή διάταξης νόμου που περιέχει αφηρημένο κανόνα δικαίου, από τον οποίο επέρχονται έννομες συνέπειες, αν συντρέξουν ορισμένες προϋποθέσεις. Κανόνα με την πιο πάνω έννοια δεν αποτελεί ο κανονισμός της πολυκατοικίας, ο οποίος, παρά τη δεσμευτικότητα έναντι των συνιδιοκτητών, δεν αποβάλλει τον κατά τα άρθρα 4,13 και 14 του ν. 3741/1929 δικαιοπρακτικό του χαρακτήρα, ούτε μετατρέπεται σε κανόνα δικαίου (ΑΠ 1630/2023, ΑΠ 605/2023, ΑΠ 1158/2022, ΑΠ 1170/2022, ΑΠ1655/2018).
Επίσης, ο ως άνω υπο στοιχ. 2β λόγος είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν προσδιορίζεται με σαφήνεια το υπαγωγικό σφάλμα του Εφετείου σε σχέση με τη ψευδή ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων ως προς την παραδοχή από το τελευταίο της ύπαρξης σύνθετης κάθετης ιδιοκτησίας, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό.
Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες παραδοχές α) επί οικοπέδου συγκυριότητας των διαδίκων, κατά τα αναφερόμενα για τον καθένα ποσοστά, ανηγέρθησαν τρείς αυτοτελείς οικοδομές σε κάθε μια από τις οποίες δημιουργήθηκαν οι περιγραφόμενες αυτοτελείς, ανεξάρτητες οριζόντιες ιδιοκτησίες, οι οποίες υπήχθησαν στην αναφερόμενη πράξη σύστασης οριζοντίου ιδοκτησίας και κανονισμού σχέσεως συνιδιοκτητών, β) από το περιεχόμενο της ως άνω αναφερόμενης πράξης σύστασης, καταδεικνύεται ότι διά αυτής συνεστήθησαν τρεις σύνθετες κάθετες ιδιοκτησίες ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού αυτών διά του τίτλου και του περιεχομένου της συστατικής πράξης ως οριζοντίων ιδιοκτησιών.
Και τούτο διότι πρόκειται για νομικό διαχωρισμό όχι ενός αλλά τριών χωριστών οικοδομημάτων σε ανεξάρτητες οριζόντιες ιδιοκτησίες, γ) με τον ως άνω κανονισμό ορίστηκαν ενδεικτικά οι κοινόκτητοι και κοινόχρηστοι χώροι και ο τρόπος χρήσης αυτών, δ) ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων προσχώρησε το έτος 1997 στην ως άνω πράξη σύστασης και στον κανονισμό με την αγορά της επίδικης οικοδομής, επί της οποίας και δημιουργήθηκαν οι αναφερόμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες, ε) ο εναγόμενος κατά παράβαση των οριζόμενων στον επίμαχο κανονισμό προέβη στις ακριβώς περιγραφόμενες ενέργειες επί των αναφερόμενων κοινόχρηστων και κοινόκτητων μερών.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, σε συνδυασμό με τα όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, το Δικαστήριο δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Αναφορικά, δε, με την κατά τα άνω αιτίαση περί μη εφαρμογής του ερμηνευτικού κανόνα του άρθρου 200 ΑΚ και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κρίνεται απορριπτέα ως εξής :
α) η αιτίαση η αφορώσα την παραβίαση του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σχετικά με τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών που εισάγουν οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Διότι, ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται και όταν το δικαστήριο μολονότι διαπιστώνει, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, συνακόλουθα δε, την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας της δήλωσης ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 26/2004), ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχεται, επίσης, ανέλεγκτα, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας.
Αντιθέτως, οι ανωτέρω ερμηνευτικοί κανόνες δεν παραβιάζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του ότι η δήλωση βούλησης είναι σαφής και χωρίς κενά (ΑΠ 1080/2024, ΑΠ 1735/2023,ΑΠ 410/2018, 396/2017, 1039/2015). Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία ναι μεν μπορεί να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αρκεί όμως να προκύπτει και έμμεσα από αυτήν, όταν παρά τη μη ρητή αναφορά της διαπίστωσης, ή ακόμα και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης (ΑΠ ΑΠ 1209/2024, ΑΠ 422/2024, ΑΠ 1095/2023).
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενών ή ασάφειας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν, από όσα δέχεται το δικαστήριο δεν διευκρινίζεται η θέση του ως προς το αν υπάρχει κενό ή ασάφεια, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι πιο πάνω ερμηνευτικές διατάξεις (ΑΠ 1080/2024, ΑΠ 46/2023, ΑΠ 1096/2022, ΑΠ 799//2020, ΑΠ 1399/2019, ΑΠ 1636//2018).
Στην προκείμενη περίπτωση από τις προεκτιθέμενες παραδοχές, στις οποίες το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, συνάγεται ότι δεν διαπίστωσε ούτε με άμεσο, ούτε και με έμμεσο τρόπο, κενό, ασάφεια ή αμφιβολία όσον αφορά το περιεχόμενο του Κανονισμού σχέσεων των συνιδιοκτητών, ώστε να ανακύψει ανάγκη ερμηνείας αυτού, και, συνεπώς, δεν είχε υποχρέωση να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ τις διατάξεις των οποίων έτσι δεν παραβίασε ευθέως με τη μη εφαρμογή τους, β) αναφορικά με την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η σχετική αιτίαση κρίνεται απαράδεκτη, καθόσον υπό την επίφαση μη κατονομαζόμενων διδαγμάτων κοινής πείρας, ο αναιρεσείων αιτιάται την απόφαση για παραδοχές της, που κατά τη γνώμη του, δεν προκύπτουν από το αποδεικτικό υλικό, από το οποίο, κατά την άποψη του, προκύπτει διαφορετικό πόρισμα, ότι, δηλαδή, οι επίδικες ιδιοκτησίες είναι οριζόντιες. Ήτοι με το λόγο αυτό αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ, περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Οι δια των ιδίων ως άνω λόγων περαιτέρω αναφορές του αναιρεσείοντα ήτοι ότι: ι) τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά περί κατάληψης του χώρου των 35 τ.μ είναι ψευδή, διότι ο χώρος αυτός του έχει δοθεί με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης για αποκλειστική του χρήση και ότι δεν υπήρξε όχληση, ούτε κίνδυνος από την κατάληψη αυτή, ιι) ότι τα παράθυρα, των οποίων μάλιστα ο αριθμός είναι τρία και όχι δυο, τα έφτιαξαν οι δικαιοπάροχοί του και δεν ενοχλούν κανένα, ιιι) ότι δεν απέκοψε τις επίδικες σωληνώσεις, αφού δεν χρειαζόντουσαν οι σωληνώσεις της αυλής για να δώσει ζεστό νερό για θέρμανση στο δικό του κτίριο, πέραν του ότι αναφέρονται στην αλήθεια ή μη των επικαλούμενων πραγματικών περιστατικών και όχι στο ορισμένο της αγωγής και πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, είναι αόριστες καθώς με αυτές δεν είναι σαφές ποια αναιρετική πλημμέλεια αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Σχετικά με την ειδικότερη αναφορά την περιεχόμενη στον πρώτο λόγο αναίρεσης, σύμφωνα με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν απάντησε στην ένσταση αοριστίας που υπέβαλε, εκτιμούμενης ως πλημμέλειας στηριζόμενης στον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον λόγο αυτό και τον απέρριψε κατ' ουσίαν δεχθέν ότι : "...Είναι δε ορισμένη, διότι προσδιορίζεται επαρκώς κατά θέση και εμβαδόν ο χώρος στάθμευσης των οχημάτων, πολύ περισσότερο που δεν απαιτείτο τέτοιος προσδιορισμός, καθόσον με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή ο επίδικος χώρος αποτελεί τμήμα του κοινόκτητου και κοινόχρηστου χώρου, που εκτείνεται μεταξύ των τριών κτιρίων, που έχουν ανεγερθεί στο ενιαίο οικόπεδο και με βάση τον καταρτισθέντα Κανονισμό συνιδιοκτητών πρέπει να είναι διαρκώς ελεύθερος σε όλη του την επιφάνεια.
Επίσης η αγωγή είναι αρκούντως ορισμένη και ως προς τον προσδιορισμό των λοιπών κατασκευών, των οποίων ζητείται η καθαίρεση, των παραθύρων και της σιδερένιας πόρτας, είναι, δε, δικονομικώς αλλά και ουσιαστικώς εφικτόν να προσδιορισθούν ακόμη λεπτομερέστερα από τις αποδείξεις.
Συνεπώς, τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον εκκαλούντα με το πρώτο σκέλος του πρώτου και του τετάρτου από τους λόγους της έφεσης κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα..". Επομένως, ο άνω από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Η περαιτέρω, δε, ειδικότερη αιτίαση του τρίτου λόγου των προσθέτων λόγων, (αριθμούμενος ως 5ος πρόσθετος λόγος από τον αναιρεσείοντα) σύμφωνα με την οποία το Εφετείο (όπως κατά λέξη αναφέρει) " απέρριψε χωρίς αιτιολογία το αίτημά του για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης αναφορικά με το είδος, την έκταση και τις διαστάσεις των σωληνώσεων και δεν έκρινε ως όφειλε αόριστο και το μέρος αυτό της αγωγής τους, παρά το γεγονός ότι δεν κατάφερε να διακρίνει ότι δεν υφίσταται υπόγειο στην Ι-1 ιδιοκτησία του αλλά παρά ταύτα τον διατάσσει να αποκαταστήσει τη σύνδεση της κεντρικής θέρμανσης... στο υπόγειο του κτιρίου" δεν δημιουργεί λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 8 ή 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Διότι, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρείται η αίτηση που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία και όχι αίτηση για αποδεικτικά μέσα, όπως για διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης (ΑΠ 712/2024, ΑΠ 1587/2022,ΑΠ 780/2018, ΑΠ 1093/2014, ΑΠ 564/2008).
Περαιτέρω, κατά την διάταξη της παρ.1 του άρθρου 368 του ΚΠολΔ, το δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης. Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει ότι χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης. Από τις διατάξεις αυτές του άρθρου 368 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο εκτιμά ελευθέρως την ανάγκη της χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες.
Συνεπώς, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούνται για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η απόρριψη, ρητώς ή σιωπηρώς, αιτήματος του διαδίκου για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ούτε υπό την επίκληση των πλημμελειών του άρθρου 559 αριθ. 8 και 9 του ΚΠολΔ, αφού η σχετική αίτηση, που μπορεί να απορριφθεί και σιωπηρά, δεν αποτελεί "πράγμα" ή "αίτηση" κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων του άρθ. 559 αριθ. 8 και 9, έστω και αν αποτέλεσε περιεχόμενο λόγου έφεσης (ΑΠ 1329/2021,ΑΠ 1023/2020,ΑΠ 1334/2018).
Τέλος, αν η ως άνω αιτίαση ήθελε εκτιμηθεί ως πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέα προεχόντως λόγω αοριστίας, διότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται στην αίτηση αναίρεσης, ότι το Εφετείο έκρινε ότι απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης για τα ως άνω και παρά ταύτα δεν διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, αν και τούτο ζητήθηκε από τον ίδιο.
6. Ακολούθως, με τον δεύτερο κύριο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων επικαλείται την εκ του αριθμού 11 περ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο στήριξε την κρίση του, μεταξύ άλλων, και στην κατάθεση του μάρτυρα Λ. Ι., ο οποίος σύμφωνα με την ρητή διατύπωση στο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης ο τελευταίος "εξετάσθηκε στο ακροατήριο Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του". Ότι, όμως, ο ως άνω αναφερόμενος ως μάρτυρας δεν εξετάσθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, καθώς η υπόθεση συζητήθηκε ερήμην του ιδίου (εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντα) και η αγωγή έγινε δεκτή λόγω της εκ της ερημοδικίας του ομολογίας. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών, που είναι ταυτάριθμα με την εκκληθείσα υπ'αριθμ. 1784/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο εν λόγω μάρτυρας εξετάσθηκε ένορκα ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και η κατάθεσή του περιέχεται στα ως άνω πρακτικά.
7. Περαιτέρω, με το πρώτο σκέλος του πρώτου πρόσθετου λόγου και τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης (οι οποίοι αριθμούνται ως 3ος και 4ος στο δικόγραφο των πρόσθετων λόγων, αντίστοιχα), κατ'ορθή εκτίμηση του συνολικού περιεχομένου τους, προσάπτονται οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, με τους ως άνω λόγους ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο α) παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ διότι απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση καταχρηστικότητας που πρόβαλε, χωρίς να λάβει υπόψη όλα τα πραγματικά περιστατικά, που επικαλέστηκε και πρότεινε για τη θεμελίωση της καταχρηστικότητας τόσο της μερικότερης αγωγικής αξίωσης σχετικά με την διάνοιξη των δυο παραθύρων στη δεξιά πλευρά του κτιρίου Ι και σε επαφή με τον κοινόχρηστο χώρο μεταξύ των υπό στοιχεία Ι και ΙΙ κτιρίων, όσο και όλων εν γένει των αγωγικών αξιώσεων, β) απέρριψε με ανεπαρκή, εσφαλμένη και αντιφατική αιτιολογία τον νομίμως προβληθέντα ισχυρισμό του περί καταχρηστικότητας της αγωγικής αξίωσης σχετικά με την διάνοιξη των δυο παραθύρων στη δεξιά πλευρά του κτιρίου Ι και σε επαφή με τον κοινόχρηστο χώρο μεταξύ των υπό στοιχεία Ι και
ΙΙ κτιρίων. Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για το παραδεκτό των λόγων της αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλομένη απόφαση, λόγω σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Έτσι, στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες ή επικουρικές αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μία μόνο από αυτές, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι, κατ' άρθρο 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της απόφασης. Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μίας από αυτές δεν τελεσφορεί, οπότε οι λοιπές προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς στις πληττόμενες ανεπιτυχώς, αφού και σε περίπτωση έρευνας και βασιμότητάς τους, δεν είναι δυνατό να οδηγήσουν σε αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι η μη πληττόμενη τελεσφόρως αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 606/2023, ΑΠ 301/2023, ΑΠ 957/2021, ΑΠ 67/2020 ΑΠ 755/2018, ΑΠ 154/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, ο αναιρεσείων πρόβαλε το πρώτον ενώπιον του Εφετείου με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής, δεδομένου ότι αυτός δεν παρέστη στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και η αγωγή έγινε δεκτή λόγω της εκ της ερημοδικίας ομολογίας του, την ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγικής αξίωσης της αφορώσης την διάνοιξη των δυο παραθύρων στον εξωτερικό τοίχο της Ι 1 οριζόντιας ιδιοκτησίας του υπό στοιχείο Ι κτιρίου.
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των δικογράφων της έφεσης και των προσθέτων λόγων αυτής ο ερήμην δικασθείς εναγόμενος - εκκαλών πρότεινε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης μόνο της μερικότερης αγωγικής αξίωσης σχετικά με την διάνοιξη των δυο παραθύρων. Για τη θεμελίωση της ένστασης αυτής επικαλέστηκε αφενός μεν ότι, τα επίδικα παράθυρα, που διανοίχθηκαν κατά την κατασκευή της ισόγειας ιδιοκτησίας του από τον δικαιοπάροχό του σε χρόνο υπερβαίνοντα την εικοσαετία, χρησιμεύουν στον αερισμό και φωτισμό της οριζόντιας ιδιοκτησίας και "είναι απαραίτητα για την λειτουργία του ισογείου, που χωρίς αυτά δεν λειτουργεί" και αφετέρου ότι, οι ενάγουσες, που ουδόλως βλάπτονται ή ενοχλούνται από αυτά, το γνωρίζουν από το έτος 2002, χωρίς ποτέ να διαμαρτυρηθούν προκαλώντας τον αιφνιδιασμό του με την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, καθώς είχε την πεποίθηση ότι δεν θα το έπρατταν.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα εξής σχετικά με την ως άνω ένσταση: "...Με το άνω περιεχόμενο, ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως μη νόμιμος, αφού εκτός από την επικαλούμενη από τον εναγόμενο αδράνεια των συνιδιοκτητριών από το έτος 2002, ακόμη και αν αυτή του δημιούργησε την πεποίθηση ότι οι συνιδιοκτήτριες δεν θα ασκήσουν το δικαίωμά τους, ο εναγόμενος δεν επικαλείται ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, έτσι ώστε η με τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε, να συνεπάγεται επαχθείς για αυτόν συνέπειες, για την αποτροπή των οποίων κρίνεται, με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, επιβεβλημένη η θυσία του αξιούμενου δικαιώματος των συνιδιοκτητριών.
Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο άνω ισχυρισμός δεν είναι αληθινός, αφού οι ενάγουσες για πρώτη φορά απέκτησαν κατά την ψιλή κυριότητα τις οριζόντιες ιδιοκτησίες του κτιρίου III κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου η καθεμία και επιπλέον η πρώτη από αυτές την επικαρπία τους με το νόμιμα μεταγραμμένο ...-2005 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Α.
Γ., ενώ η κυριότητα των οριζοντίων ιδιοκτησιών της υπό στοιχείο II κάθετης ιδιοκτησίας περιήλθε στην δεύτερη από τις ενάγουσες το έτος 2017 από κληρονομιά του αποβιώσαντος στις ...-2015 αδελφού της Λ. Ι., την οποία αποδέχθηκε με την ...-2017 δήλωσή της ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Δ. Επιπλέον, με βάση τα όσα παραπάνω αποδείχθηκαν, τα επίμαχα παράθυρα διανοίχθηκαν από τον εναγόμενο μετά την από αυτόν απόκτηση της ως άνω σύνθετης κάθετης συνιδιοκτησίας υπό στ.
I και όχι από το δικαιοπάροχό του. Η σχέση του με τις ενάγουσες, εξάλλου, ήταν ανέκαθεν προβληματική σε βαθμό μάλιστα που με αφορμή διάφορες ενέργειες είτε της μιας είτε της άλλης διάδικης πλευράς στους κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους των καθέτων ιδιοκτησιών ή στις αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες να οδηγούνται σε έντονες προστριβές μεταξύ τους και προσφυγή στο Α.Τ.
της περιοχής για την υποβολή καταγγελιών και έκφραση παραπόνων, ώστε να μην παρίσταται εύλογη η πεποίθηση του εναγομένου ότι οι ενάγουσες δεν θα προέβαιναν στην άσκηση της κρινόμενης αγωγής.
Τέλος, οι ρητές απαγορεύσεις από τον Κανονισμό, που προαναφέρονται, στις οποίες στηρίχθηκε η κρινόμενη αγωγή, εξεταζόμενες καλοπίστως και κατά τα συναλλακτικά ήθη, δικαιολογούνται απολύτως σε σχέση με τον προορισμό, τον χαρακτήρα και τη θέση των σύνθετων καθέτων συνιδιοκτησιών ανταποκρινόμενες προς τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό τους.
Συνεπώς, οι ως άνω λόγοι έφεσης, με τους οποίους ο εναγόμενος ισχυρίζεται τα αντίθετα προς τα ανωτέρω, επιδιώκοντας την απόρριψη της αγωγής, ως ασκούμενης καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος...". Από το προπαρατεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, για την απόρριψη της εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένστασης σχετικά με την μερικότερη αξίωση την αφορώσα την διάνοιξη παραθύρων, διέλαβε δύο επάλληλες αιτιολογίες, τόσο ως προς τη νομική όσο και ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της σχετικής ένστασης, κάθε μία των οποίων στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό.
Απορρίπτοντας, δε, κατά τα ως άνω την παραπάνω ένσταση ως μη νόμιμη, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά, τα οποία ανταποκρίνονται στο πραγματικό περιεχόμενο της ένστασης, αληθή υποτιθέμενα, δεν πληρούν το πραγματικό της διάταξης αυτής και δεν δικαιολογούν την εφαρμογή της και την παραδοχή της ειρημένης ένστασης.
Επομένως, ο συναφής εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ.α λόγος της αναίρεσης (που προβάλλεται με το πρώτο σκέλος του πρώτου πρόσθετου λόγου) πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατόπιν των ανωτέρω, αφού η παραδοχή της προσβαλλομένης σχετικά με τη νομική βασιμότητα της ένστασης του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, δεν πλήττεται επιτυχώς με βάσιμο λόγο αναίρεσης, ο δεύτερος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης, (αριθμούμενος ως 4ος πρόσθετος λόγος από τον αναιρεσείοντα) με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια αναφορικά με την επάλληλη αιτιολογία σχετικά με την ουσιαστική βασιμότητα της ίδιας ένστασης (αρθρ. 281 ΑΚ), είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, προεχόντως αλυσιτελής και, ως εκ τούτου, απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Διότι ελλείπει το έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντα, κατά τα άρθρα 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, αφού τυχόν αποδοχή του, δεν δύναται να επιφέρει την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, γιατί δεν επηρεάζει το ανεπιτυχώς πληττόμενο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (σχετικά με τη νομική βασιμότητα της ένστασης του άρθρου 281 ΑΚ) που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό αυτής.
Ανεξαρτήτως, δε αυτού, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντα είναι αβάσιμες. Διότι, με αυτά που δέχθηκε, το Εφετείο με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες έκρινε και ουσιαστικά αβάσιμη την ως άνω ένσταση. Όσον αφορά την προπαρατεθείσα με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο ειδικότερη αιτίαση περί απόρριψης της ένστασης καταχρηστικότητας και των λοιπών αγωγικών αξιώσεων πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθώς από την επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής προκύπτει ότι δεν προβλήθηκε τέτοιος ισχυρισμός για τις λοιπές αγωγικές αξιώσεις (αρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Για τον ίδιο λόγο (πέραν της αοριστίας της) κρίνεται απορριπτέα ως απαράδεκτη και η ειδικότερη αιτίαση η αφορώσα την δεξαμενή πετρελαίου, όπως και ο μερικότερος λόγος ο περιεχόμενος στο δεύτερο σκέλος του τέταρτου πρόσθετου λόγου αναίρεσης (αριθμούμενου ως 6ου στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναίρεσης), σύμφωνα με τον οποίο η αξίωση των εναγουσών και ήδη αναιρεσίβλητων είναι καταχρηστική, καθώς του είχε παραχωρηθεί έγκυρα η χρήση του ακάλυπτου χώρου ως χώρου στάθμευσης των οχημάτων του και επομένως ο ίδιος καλόπιστα και εν γνώσει των αντιδίκων του στάθμευε τα οχήματά του σ'αυτόν. 8.
α.
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη πράγματα, τα οποία δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση την έκβαση της δίκης (εδ. α), είτε δεν έλαβε υπόψη πράγματα, τα οποία προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (εδ.
β). Νοούνται δε, ως "πράγματα", οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, εάν τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση (άρθρα 338, 362 ΚΠολΔ), ήτοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ), συγκροτούν την ιστορική βάση και, συνεπώς, θεμελιώνουν, ιστορικώς, το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και, κατά νόμο, διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της απόφασης που προσβάλλεται.
Αποτελούν "πράγματα" και οι λόγοι (κύριοι και τυχόν πρόσθετοι) έφεσης, οι οποίοι αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και διατυπώνουν παράπονο κατά της κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή οι λόγοι των οποίων η λήψη υπόψη και η παραδοχή θα είχε, ως συνέπεια, την κατά το άρθρο 535 παρ.1 ΚΠολΔ εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης. "Πράγματα", υπό την ως άνω έννοια, δεν είναι η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου αυτών ( ΑΠ 971/2024, ΑΠ 367/2022,ΑΠ 827/2020, ΑΠ 760/2020, ΑΠ 633/2019, ΑΠ 625/2008).
Εξάλλου, λόγοι αναίρεσης αντιφατικοί μεταξύ τους είναι απαράδεκτοι, όπως όταν με τον ένα λόγο προβάλλεται η παραμόρφωση ενός εγγράφου και με τον άλλο η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο του ίδιου εγγράφου. Σε περίπτωση, δε, κατά την οποία οι λόγοι αναίρεσης είναι αντιφατικοί, ο δεύτερος από αυτούς απορρίπτεται ως απαράδεκτος, ενώ ο προτασσόμενος αυτού λόγος ερευνάται (ΑΠ 425/2024, ΑΠ 582/2023, ΑΠ 619/2020, 579/2007).
β. Στην προκείμενη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του τέταρτου πρόσθετου λόγου αναίρεσης (αριθμούμενου ως 6ου στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναίρεσης) ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τον Κανονισμό σχέσεων ιδιοκτητών σε συνδυασμό με την από 30-11-2003 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης ιδιοκτητών.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος πρωτίστως ως απαράδεκτος διότι, κατά τα εκτιθέμενα στην οικεία νομική σκέψη η μη λήψη υπόψη των αναφερόμενων αποδεικτικών εγγράφων δεν αποτελεί "πράγμα" , κατά την έννοια του λόγου αυτού. Ο ίδιος, όμως, λόγος της μη λήψης υπόψη των επικαλούμενων αποδεικτικών μέσων, ορθά εκτιμούμενος, ιδρύει την εκ του αριθμού 11 περ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, η οποία ιδρύεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Πλην όμως, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, καθώς, όπως, προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με τα επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, τα οποία λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο για την κατάστρωση του αποδεικτικού του πορίσματος, αναφέρονται κατ' ακριβή λεκτική αντιγραφή, τα ακόλουθα: "...
Από τις ένορκες καταθέσεις του μάρτυρα απόδειξης Λ. Ι., που εξετάστηκε στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του, των μαρτύρων Α. Π. και Ε. Λ., που εξετάστηκαν με επιμέλεια των εναγουσών και του εναγομένου αντίστοιχα, στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την προκειμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού και εκτιμώνται αυτοτελώς και σε συνδυασμό μεταξύ τους και προς τις υπόλοιπες αποδείξεις, κατά το λόγο της γνώσης και το βαθμό της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα, ως και από τις ...
και ...-2020 ένορκες βεβαιώσεις των.....που δόθηκαν ενώπιον της συμβολαιογράφου Κηφισιάς..., με επιμέλεια των εναγουσών, απουσία μεν του εναγομένου, πλην όμως, κατόπιν νομίμου κλητεύσεώς του, όπως προκύπτει από..., οι οποίες παραδεκτώς προσκομίζονται ενώπιον του δευτεροβαθμίου τούτου δικαστηρίου (άρθρο 529 παρ.1 ΚΠολΔικ), τις ομολογίες των διαδίκων που περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις τους, τις φωτογραφίες του επίδικου οικοπέδου μετά τα επ' αυτού κτίσματα, των οποίων δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα (άρθρα 444 παρ. 1 περ.
γ', 457 παρ. 4 ΚΠολΔ) και όλα γενικά τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν, για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, όπως μερικά από αυτά αναφέρονται ιδιαίτερα παρακάτω, χωρίς να παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς αποδείχθηκαν, αναφορικά με τα εκκαλούμενα κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης που μεταβιβάζονται στο παρόν Δικαστήριο, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά.." Από την ανωτέρω ρητή και σαφή βεβαίωση του Εφετείου, στην προσβαλλομένη απόφασή του, ότι στην περί των πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα όλα τα έγγραφα που νομίμως προσκομίστηκαν με επίκληση από τους διαδίκους, σε συνδυασμό και με όλες τις προπαρατεθείσες αιτιολογίες και παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, που περιέχονται στην ελάσσονα σκέψη της, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα αποδεικτικά μέσα, με την επισημείωση ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση [φύλλα 6ο,7ο,8ο,9ο (σελ. 12,13,14,15,16,20)] γίνεται ρητή αναφορά, μεταξύ άλλων, στα φερόμενα ως αγνοηθέντα αποδεικτικά μέσα.
Μετά ταύτα, απορριπτέος κρίνεται και ο προβαλλόμενος με το δεύτερο σκέλος του τέταρτου πρόσθετου λόγου, λόγος, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι, το Εφετείο παραμόρφωσε τον Κανονισμό και την απόφαση της Γενικής Συνέλευσης.
Ειδικότερα, με τον ως άνω ειδικότερο λόγο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο με την παραδοχή ότι είναι άκυρη η απόφαση της Γενικής Συνέλευσης για την χρήση του ακάλυπτου χώρου ως χώρου στάθμευσης των αυτοκινήτων του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντα, διότι δεν περιεβλήθη τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ'αριθμ. .../1993 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Νέας Ερυθραίας Αττικής Ε.
Κ., περί συστάσεως οριζοντίων ιδιοκτησιών, στο οποίο εμπεριέχεται ο Κανονισμός σχέσεων των συνιδιοκτητών, από το άρθρο 2 του οποίου προκύπτει, ότι με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης μπορούν να περιοριστούν ή να επεκταθούν και γενικότερα να μεταβληθούν ή να κανονιστούν διαφορετικά οι εξουσίες του ιδιοκτήτη επί της ιδιοκτησίας του ή επί των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων μερών της οικοδομής.
Σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην οικεία νομική σκέψη ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, γιατί είναι αντιφατικός με τον προτασσόμενο πιο πάνω από τον αριθμό 11 γ του ίδιου άρθρου λόγο αναίρεσης. 9. α. Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, εγγράφου, δέχθηκε ως περιεχόμενό του καταδήλως διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, εξαιτίας της οποίας καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 594/2024, ΑΠ 558/2024, ΑΠ 1357/2023,ΑΠ 516/2016). Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 25/2017, ΑΠ 1071/2015).
Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα για τη βασιμότητα της αγωγής, ανταγωγής ή ένστασης, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε, για την αλήθεια ή την αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΑΠ 687/2024, ΑΠ 1098/2023, ΑΠ 99/2016, ΑΠ 379/2015).
Για το ορισμένο, του εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου (κατά λέξη παρατιθέμενο), γ) το διαφορετικό περιεχόμενο που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι έχει το έγγραφο αυτό, ούτως ώστε, από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου με εκείνο που φέρεται να δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, να υπάρχει η δυνατότητα κρίσης από τον Άρειο Πάγο περί της ύπαρξης διαγνωστικού σφάλματος, κατά την ανάγνωση του εγγράφου, δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, ε) η επιρροή που είχε η λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου και στ) να εκτίθεται (ή να προκύπτει) ότι πρόκειται για έγγραφο από εκείνα που προβλέπονται στα άρθρα 339 ή 432 του ΚΠολΔ και, επιπλέον, ότι του εγγράφου αυτού έγινε νόμιμη επίκληση στο δικαστήριο της ουσίας, όπου αυτό προσκομίσθηκε (ΑΠ 687/2024, ΑΠ 1097/2023).
β. Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο σκέλος του πρώτου πρόσθετου λόγου, όπως ορθά εκτιμάται το περιεχόμενο αυτού, και το δεύτερο σκέλος του πέμπτου πρόσθετου λόγου (αριθμούμενων ως 3ου και 7ου πρόσθετων λόγων) ο αναιρεσείων επικαλείται πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο αλλοίωσε ως προς το περιεχόμενό τους: 1) το από Ιούνιο έτους 1965 σχέδιο κάτοψης του μηχανικού κ.
Π. και την οικοδομική άδεια του 1965 όπου εμφαίνονται τα επίδικα παράθυρα, δεχόμενη εσφαλμένα ότι στην οικοδομική άδεια του 1965 δεν υπήρχαν ανοίγματα για τα επίδικα παράθυρα, με αποτέλεσμα να απορρίψει τον ισχυρισμό του περί καταχρηστικής άσκησης της σχετικής αγωγικής αξίωσης των εναγουσών και ήδη αναιρεσίβλητων και δη τον αναφερόμενο (ισχυρισμό) στο γεγονός ότι οι τελευταίες γνώριζαν την ύπαρξη των επίδικων παραθύρων από τον χρόνο που ο δικαιοπάροχός του κατασκεύασε το ισόγειο επί του οποίου έχουν διανοιγεί αυτά, χωρίς ποτέ να διαμαρτυρηθούν.
Ο ως άνω λόγος είναι πρωτίστως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι είχε γίνει νόμιμη επίκληση των εν λόγω εγγράφων με τις προτάσεις του αναιρεσείοντα ή του αντιδίκου του στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Επίσης, ο ίδιος λόγος κρίνεται και αβάσιμος, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι ο εναγόμενος έχει προβεί στη διάνοιξη των δυο παραθύρων στον εξωτερικό κοινόχρηστο τοίχο του κτιρίου Ι που βρίσκεται σε επαφή με τον κοινόχρηστο χώρο, στηριζόμενη και σε άλλα αποδεικτικά στοιχεία, όπως στην κατάθεση του μάρτυρα Λ.
Ι. και στην από 10-2-1998 κάτοψη του πολιτικού μηχανικού Ν. Κ., ενώ η μνεία στο φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο, ήτοι στο από Ιούνιο έτους 1965 σχέδιο κάτοψης του μηχανικού κ. Π., έγινε στην προσβαλλόμενη απόφαση προς επίρρωση του προαναφερόμενου αποδεικτικού της πορίσματος, 2) χαρακτηρίζοντας τις επίδικες ιδιοκτησίες ως κάθετες και όχι ως οριζόντιες αλλοίωσε ως προς το περιεχόμενο τα συμβολαιογραφικά έγγραφα της πράξης σύστασης οριζόντιων ιδιοκτησιών και του υπ'αριθμ. .../1997 συμβολαίου αγοράς της ιδιοκτησίας του.
Ο λόγος αυτός είναι κατά τούτο απαράδεκτος. Διότι αναφέρεται σε λανθασμένη, κατά την άποψη του αναιρεσείοντα, εκτίμηση του περιεχομένου των ως άνω αποδεικτικών μέσων, από το οποίο το δικαστήριο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο ίδιος θεωρεί ορθό. Δηλαδή, οι επικαλούμενες αιτιάσεις αφορούν σε παράπονα αναγόμενα στην ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων και του περιεχομένου του εγγράφου.
10. Μετά ταύτα, μη υπάρχοντος άλλου αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδαφ. ε' ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 29-11-2021 (αριθμ. εκθ. καταθ. 9539/3-12-2021 ) αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους αυτής.
Απορρίπτει την από 29-11-2021 (αριθμ. εκθ. καταθ. 9539/3-12-2021) αίτηση αναίρεσης, και τους πρόσθετους λόγους αυτής κατά της υπ' αριθμ. 2922/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ