Supreme Court partially allows appeal against debt collection sale, overturning exclusion of debtor's primary residence from auction.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal filed by a debt collection fund against a first-instance judgment excluding the debtors' primary residence from forced sale. The debtors argued that the lower court erred in applying statutory rules regarding future repayment capacity and the exclusion of essential assets. The court found the lower court's reasoning flawed and ordered the primary residence to be included in the auction while remanding the case for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 739-741 of the Civil Procedure Code; Article 15 of Law 3869/2010: The court must examine the debtor's future repayment capacity and cannot arbitrarily exclude the primary residence from forced sale proceedings without proper justification.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1898 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1898/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ.Τ. του Α. και 2) Β. χας Α. Τ., το γένος Γ.Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ζαχαρούλα Τσιρτσίδου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25-5-2016 (αρ. εκθ. καταθ. 90/2016 και 91/2016) αιτήσεις των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο ... και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 405/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 229/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-10-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ερασμία Λιούλη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 8.10.2021 και με αρ. κατ. 9/11.10.2021 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 229/2019 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), επί εφέσεως του καθού η αίτηση-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ (Τ.Π.&Δ.)" κατά της υπ' αριθμ. 405/2018 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου ..., αντιμωλία των διαδίκων.
Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, από τη δημοσίευσή της προσβαλλόμενης (9.10.2019), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 741 και 769 ΚΠολΔ).
Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ). Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 229/2019 απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:
Οι ήδη αναιρεσίβλητοι με τις ενώπιον του Ειρηνοδικείου ... από 25-5-2016 (αριθ. έκθ. κατ. 90/31-5-2016 και 91/31-5-2016) αιτήσεις τους κατά του ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία " ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ (Τ.Π.K.Δ.)", επικαλούμενοι έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους κατόπιν και της εξ αδιαθέτου κληρονομίας του αποβιώσαντος πατρός και συζύγου τους, αντίστοιχα, Α.Τ., ζήτησαν να γίνει δεκτό και να επικυρωθεί το εκ μέρους τους προτεινόμενο σχέδιο διευθέτησης, άλλως να ρυθμιστούν τα χρέη τους, σύμφωνα με το άρθρο 8 του Ν. 3869/2010 και να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία τους, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ.2 του Ν. 3869/2010.
Επί των αιτήσεων αυτών, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 405/2018 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου ..., η οποία δέχτηκε εν μέρει τις αιτήσεις, ως βάσιμες κατ' ουσίαν και ρύθμισε τα χρέη των αιτούντων, όπως αναλυτικά αναφέρεται στο διατακτικό της. Κατά της ανωτέρω πρωτόδικης απόφασης, το ήδη αναιρεσείον άσκησε την από 9-11-2018 (αριθ.
έκθ. κατ. 106/12.11.2018) έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 229/2019 απόφαση, του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία αυτή έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν. Ι. Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων ..."), όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α` 94/14-8-2015) και καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.
Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του [και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, καθόσον οι ένδικες από 25-5-2016 αιτήσεις των αιτούντων, ήδη αναιρεσιβλήτων, περί υπαγωγής τους στις διατάξεις του νόμου 3869/2010, υποβλήθηκαν στις 31-5-2016], ορίζεται ότι : "1. Φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του Ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. "Η αποδοχή υπερχρεωμένης κληρονομίας από τους νόμιμους μεριδούχους του αρχικού οφειλέτη, ακόμα κι αν γίνεται εν γνώσει της υπερχρέωσης, δεν συνιστά από μόνη της και χωρίς τη συνδρομή άλλων περιστάσεων δόλια περιέλευση σε αδυναμία πληρωμής χρηματικών οφειλών".
Το τελευταίο εδάφιο προστέθηκε μετά το δεύτερο εδάφιο της παρ.1 με το άρθρο 56 Ν.4549/2018,ΦΕΚ Α'105/14.6.2018 και εφαρμόζεται, σύμφωνα με την παρ.1 άρθρου 68 του αυτού νόμου, και όταν η αποδοχή κληρονομίας έλαβε χώρα πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτουν τα ακόλουθα:
Βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη και μόνιμη και όχι απλώς παροδική περιέλευση αυτού σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, η οποία πάντως δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο, του οποίου η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή (ΑΠ 610/2023, 1482/2022, ΑΠ 1169/2022, ΑΠ 549/2022, ΑΠ 544/2022, ΑΠ 1351/2021).
Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας ελλείψεως ρευστότητας, ελλείψεως δηλαδή όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.
Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας, προκειμένου να κριθεί η αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, λαμβάνεται υπόψη, κατ' αρχάς, το εισόδημα του οφειλέτη. Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται, αφενός τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και ιδίως από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) έγγαμης συμβίωσης και αφετέρου οι βιοτικές (και όχι απλώς οι στοιχειώδεις) ανάγκες του οφειλέτη και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβιώσεως αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών (ΑΠ 1482/2022, ΑΠ 1351/2021, ΑΠ 545/2021, ΑΠ 507/2020, ΑΠ 71/2020).
Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για τον προσδιορισμό δε της ρευστότητας, για τη ρύθμιση των οφειλών από το δικαστήριο και την απαλλαγή του οφειλέτη, λαμβάνεται υπόψη, όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του, κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές.
Για την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών, λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται, σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας (ΑΠ 785/2022, ΑΠ 544/2022, ΑΠ 1035/2021, ΑΠ 311/2021, ΑΠ 844/2020). Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως της αιτήσεως και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή συντάξεως, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. (ΑΠ 1482/2022, ΑΠ 785/2022, ΑΠ 544/2022, ΑΠ 1351/2021, ΑΠ 656/2021).
Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 656/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018). Όπως δε προαναφέρθηκε, η αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβιώσεως του οφειλέτη και της οικογενείας του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση-εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβιώσεως του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του (ΑΠ 1050/2021, ΑΠ 933/2021, ΑΠ 834/2021, ΑΠ 656/2021).
ΙΙ. Περαιτέρω, με το άρθρο 62 του Ν. 4549/2018, μετά την παράγραφο 2 του άρθρου 9 του Ν. 3869/2010 προστέθηκαν οι παράγραφοι 2α και 2β, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 68 παρ. 11 του ιδίου νόμου (μεταβατικές διατάξεις), εφαρμόζονται και σε υποθέσεις επί των οποίων δημοσιεύθηκε απόφαση πριν την έναρξη ισχύος του άνω νόμου (4549/2018) και ορίζουν τα εξής: "2α.
Για την εφαρμογή του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2, οποιοσδήποτε διάδικος μπορεί να ζητήσει να ληφθεί υπόψη η εμπορική και όχι η αντικειμενική αξία της κύριας κατοικίας του οφειλέτη. Στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο διορίζει ως πραγματογνώμονα πιστοποιημένο εκτιμητή, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο περιλαμβάνεται στο Μητρώο Πιστοποιημένων Εκτιμητών της Διεύθυνσης Οικονομικού Συντονισμού και Μακροοικονομικών Προβλέψεων της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομικών......Δεν απαιτείται διορισμός πραγματογνώμονα αν οποιοσδήποτε διάδικος προσκομίσει έκθεση πιστοποιημένου εκτιμητή του δεύτερου εδαφίου".
Από τη γραμματική διατύπωση της άνω διάταξης προκύπτει ότι το εν λόγω άρθρο αφορά αιτούντα που διαθέτει κύρια ή μοναδική κατοικία, η οποία όμως δεν πληροί τις προϋποθέσεις προστασίας του νόμου, ήτοι δεν έχει αντικειμενική αξία, σύμφωνα με την πράξη διοικητικού προσδιορισμού ΕΝΦΙΑ ή και από το προσκομιζόμενο φύλλο υπολογισμού που να είναι εντός των προβλεπόμενων ορίων δηλαδή αν η αντικειμενική αξία της κύριας κατοικίας κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης δεν υπερβαίνει τις 80.000 ευρώ για τον άγαμο οφειλέτη, προσαυξημένη κατά 40.000 ευρώ για τον έγγαμο οφειλέτη και κατά 20.000 ευρώ ανά τέκνο και μέχρι τρία (3) τέκνα ...".
Στην περίπτωση αυτή, εφόσον ο αιτών θεωρεί ότι η εμπορική αξία της υπό διάσωση κατοικίας ευρίσκεται εντός των ορίων προστασίας του νόμου, μπορεί να χρησιμοποιήσει αυτήν την εμπορική αξία προκειμένου να προστατεύσει την κύρια ή μοναδική του κατοικία, εφόσον αυτή αποτυπώνεται σε έκθεση πιστοποιημένου εκτιμητή, φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο περιλαμβάνεται στο Μητρώο Πιστοποιημένων Εκτιμητών της Διεύθυνσης Οικονομικού Συντονισμού και Μακροοικονομικών Προβλέψεων της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομικών.
Από την ανωτέρω διάταξη καθίσταται σαφές ότι δεν είναι υποχρεωτική η προσκόμιση της ως άνω έκθεσης πιστοποιημένου εκτιμητή, με εξαίρεση την περίπτωση που η κύρια κατοικία του οφειλέτη δεν πληροί τα κριτήρια προστασίας του νόμου, ως προς την αντικειμενική της αξία και ότι το Σχέδιο Διευθέτησης Οφειλής, γίνεται και πάλι με βάση την αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης των πιστωτών, δηλαδή εκ νέου με τις διατάξεις της αναγκαστικής εκτέλεσης του ΚΠολΔ, ήτοι με βάση την εμπορική αξία του ακινήτου, χωρίς να υφίσταται επιλογή μεταξύ εμπορικής ή αντικειμενικής αξίας.
Η επιλογή όμως της εμπορικής αξίας της υπό διάσωση κατοικίας του οφειλέτη, αποκλειστικά για την πλήρωση των κριτηρίων προστασίας κρίθηκε επιβεβλημένη από το νομοθέτη και δικαιολογείται στην αιτιολογική έκθεση του Ν. 4549/2018, όπου επί λέξει αναφέρεται ότι: "Με την προστιθέµενη παρ. 2α του Ν. 3869/2010 εισάγεται µία σηµαντική µεταβολή στις προϋποθέσεις για προστασία της κύριας κατοικίας από τη ρευστοποίηση.
Η ισχύουσα διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 9 του Ν. 3869/2010 εξαρτά την προστασία της κύριας κατοικίας από ένα ανώτατο όριο αντικειµενικής αξίας (180.000 ευρώ, προσαυξανόµενο ανάλογα µε την οικογενειακή κατάσταση του οφειλέτη). Η εξάρτηση από την αντικειµενική αξία µπορεί να οδηγήσει σε αδικίες τόσο κατά του οφειλέτη όσο και κατά των πιστωτών, όταν η εµπορική αξία αποκλίνει από την αντικειµενική είτε προς τα κάτω είτε προς τα πάνω.
Για το λόγο αυτό δίνεται η δυνατότητα σε οποιονδήποτε διάδικο να ζητήσει η απόφαση του δικαστηρίου για την εξαίρεση ή µη της κύριας κατοικίας να βασιστεί στην εµπορική αξία αυτής". Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ., όπως ίσχυε, τόσο πριν όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 757/2015).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 449/2022, Α.Π. 551/2018, Α.Π. 1753/2017). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (11.10.2021), αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο πιο πάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το Ν. 4335/2015 και αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1052/2023, ΑΠ 449/2022, ΑΠ 1361/2013, ΑΠ 1266/2011).
Με τον πρώτο, δεύτερο, τέταρτο και μέρος του τρίτου από τους λόγους της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το ως εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, παρά τις ρητές προβλέψεις του νόμου στην παράγραφο 2α του άρθρου 9 του Ν. 3869/2010 για τη διαδικασία δυνάμει της οποίας λαμβάνεται υπόψη η εμπορική αξία για την εξαίρεση της κύριας κατοικίας του οφειλέτη από την εκποίηση, προσδιόρισε την εμπορική αξία της κύριας κατοικίας των αναιρεσιβλήτων, της οποίας ζήτησαν την εξαίρεση από την εκποίηση, στο ποσό των 60.000 ευρώ, όχι με βάση έκθεση εκτίμησης πιστοποιημένου εκτιμητή, αλλά με κριτήρια το έτος κατασκευής του και τις σημαντικές φθορές που έχει υποστεί αυτό από την εκμίσθωσή του.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι κανείς από τους διαδίκους δεν ζήτησε να ληφθεί υπόψη η εμπορική και όχι η αντικειμενική αξία της κύριας κατοικίας του οφειλέτη, ώστε να απαιτηθεί η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, λόγω ελλείψεως εκθέσεως εκτιμητή.
Σε κάθε περίπτωση, όμως, κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αναφορικώς με την εκτίμηση της εμπορικής αξίας της κύριας κατοικίας των αιτούντων, καθόσον: α) αφενός διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του με επάλληλη σκέψη ότι έλαβε υπόψη του την εμπορική αξία της κατοικίας ως προϋπόθεση για την εξαίρεσή της από τη ρευστοποίηση {εσφαλμένα μεν έκρινε ότι έπρεπε να λάβει υπόψη του την αντικειμενική και όχι την εμπορική αξία του ακινήτου, μετά την πρόσθεση των ως άνω παραγράφων 2α και 2β}.
Ειδικότερα με αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις και χωρίς λογικά κενά προέβη στην εκτίμηση της εμπορικής αξίας του ακινήτου συνεκτιμώντας τα περιστατικά ότι η επίδικη κατοικία, εμβαδού 60 τ.μ., κατασκευάστηκε το έτος 2004, είναι εργολαβικής κατασκευής, έχει υποστεί σημαντικές φθορές κατά τη διάρκεια της τελευταίας μισθωτικής σχέσης και αυτή τη στιγμή δεν είναι κατοικήσιμη και κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η εμπορική αξία του διαμερίσματος δεν υπερβαίνει την αντικειμενική του, η οποία, σύμφωνα με το φύλλο υπολογισμού αξίας ακινήτου της συμβολαιογράφου ...
Μ. Ζ., ορθά υπολογίστηκε στο ποσό των 38.272,50€, μαζί με τα έγγραφα, που οι διάδικοι είχαν προσκομίσει, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και β) αφετέρου δεν απαιτείτο να διατάξει τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης ή την εκτίμηση της εμπορικής αξίας από πιστοποιημένο εκτιμητή, καθόσον οι εκθέσεις από εκτιμητή δεν είναι δεσμευτικές για το Δικαστήριο, αλλά αξιολογούνται ελεύθερα, η δε κρίση του Δικαστηρίου περί της αξίας του ακινήτου σχηματίστηκε από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που προσκομίστηκαν με νόμιμη επίκληση από τους διαδίκους.
Συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως και οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού. Περαιτέρω, από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 αριθ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο, αναφορικά με το ερευνώμενο ζήτημα του προβληθέντος και επαναφερθέντος με λόγο έφεσης ισχυρισμού, περί παροδικής και όχι μόνιμης αδυναμίας πληρωμών των αιτούντων - αναιρεσίβλητων δέχθηκε, τα ακόλουθα: "Ο αιτούντες (υιός και μητέρα) (ήδη αναιρεσίβλητοι) είναι 38 και 57 ετών αντίστοιχα.
Ο πρώτος εξ αυτών το έτος 2007 τέλεσε γάμο με τη ...... του Δ. και απέκτησαν δύο τέκνα, ηλικίας σήμερα 9 και 7 ετών. Κατά το χρόνο συζήτησης της έφεσης ο γάμος τους έχει ήδη λυθεί με συναινετικό διαζύγιο και τα ανήλικα τέκνα τους κατοικούν με τη μητέρα τους στην πατρική οικία της τελευταίας. Ο αιτών από το έτος 2004, τουλάχιστον, εργάζεται ως ιδιωτικός υπάλληλος στο κυλικείο του ΚΤΕΛ ...
στο ... και τα καθαρά εισοδήματά του από την εργασία του ανέρχονταν το έτος 2014 στο ποσό των 532,53€ μηνιαίως, το έτος 2015 στο ποσό των 529,47€ μηνιαίως, και το έτος 2016 (όταν δηλαδή ασκήθηκε η κρινόμενη αίτηση) στο ποσό των 446,15€ μηνιαίως. Την ίδια χρονιά (2016) ο αιτών είχε πρόσθετο καθαρό εισόδημα από την πώληση εισιτηρίων του ΚΤΕΛ ...
ύψους 3.163,31€ (βλ. δήλωση φορολογίας εισοδήματός του για το φορολογικό έτος 2016), εισόδημα από εργασία που δεν υπήρχε τα προηγούμενα έτη. Έτσι, το έτος 2016 τα συνολικά καθαρά εισοδήματα του αιτούντος ανέρχονταν στο ποσό των [446,15 + (3.163,31 : 12)] = 709,80€ μηνιαίως. Η δεύτερη αιτούσα δεν εργάζεται και λαμβάνει σύνταξη χηρείας από το ΙΚΑ - ΕΤΑΜ ύψους 637,49€ μηνιαίως, ενώ επιπλέον εισπράττει το ποσό των 250,00€ μηνιαίως από την εκμίσθωση ενός αγρού ιδιοκτησίας της στο ... ....
Δηλαδή, τα συνολικά καθαρά εισοδήματά της ανέρχονται στο ποσό των 887,49€ μηνιαίως. Επίσης, οι αιτούντες εκμισθώνουν την επίδικη κατοικία που βρίσκεται στην …., για την οποία θα γίνει λόγος παρακάτω, πλην όμως τα μισθώματα αυτά δεν τα έχουν εισπράξει και για το λόγο αυτό υποχρεώθηκαν να ασκήσουν αγωγή απόδοσης μισθίου - καταβολής μισθωμάτων ενώπιον του Ειρηνοδικείου ...
με αριθ. έκθεσης κατάθεσης 195/2015. Αμφότεροι οι αιτούντες φιλοξενούνται σε ένα διαμέρισμα εμβαδού 45 τ.μ. στο ..., ιδιοκτησίας της Δ. Τ. του Α., αδελφής του πρώτου και θυγατέρας της δεύτερης των αιτούντων. Το επίδικο χρέος των αιτούντων προς το καθ' ου, προέκυψε μετά την αποδοχή της κληρονομιάς του θανόντος πατέρα και συζύγου των, αντίστοιχα, Α.
Τ., ο οποίος συνήψε με το καθ' ου την υπ' αριθ. 11/16828/4-9-2003 σύμβαση στεγαστικού δανείου ποσού 88.041,00€, με συμφωνηθείσα διάρκεια αποπληρωμής 25 ετών και ποσό δόσης 491,84€. Ο ανωτέρω δανειολήπτης ήταν υπάλληλος του ΟΣΕ, με πολύ καλά εισοδήματα, και προέβη στη λήψη του δανείου αυτού προκειμένου να αποκτήσει διαμέρισμα για τη στέγαση της οικογένειάς του.
Το ακίνητο αυτό βρίσκεται στην ... στο δεύτερο όροφο πολυώροφης οικοδομής κείμενης στη διασταύρωση των οδών ... έχει εμβαδό καθαρό 60 τ.μ. και αποτελείται από σαλόνι - κουζίνα, δύο δωμάτια, λουτρό και ένα ημιυπαίθριο χώρο. Άλλη ακίνητη περιουσία ο Α. Τ. δεν είχε, ούτε άλλες οφειλές προς τρίτους. Απεβίωσε στις 13-12-2004 χωρίς να αφήσει διαθήκη.
Με την υπ' αριθ. 4793/27-1-2005 πράξη αποδοχής κληρονομιάς που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου ... Α. Ε. και μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο 1103 με αύξοντα αριθμό 23, η σύζυγος και τα δύο τέκνα του αποβιώσαντος αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά και κατέστησαν συγκύριοι του ανωτέρω διαμερίσματος και συνυπόχρεοι έναντι του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου η δεύτερη αιτούσα και κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου έκαστο των δύο τέκνων (ο πρώτος αιτών και η αδελφή του Δ.
Τ.). Ακολούθως, με την υπ' αριθ. 5304/30-9-2005 πράξη δωρεάς εν ζωή που συντάχθηκε ενώπιον του ιδίου συμβολαιογράφου και μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο 1142 με αύξοντα αριθμό 62, η Δ. Τ. δώρισε στον αδελφό της (πρώτο αιτούντα) το ως άνω ιδανικό μερίδιό της επί του επιδίκου κι έτσι ο τελευταίος κατέστη κύριος αυτού κατά ποσοστό 6/8 ή3/4 εξ αδιαιρέτου.
Κατά το χρόνο που έλαβε χώρα η αποδοχή της κληρονομιάς του Α. Τ. εκ μέρους των αιτούντων - νομίμων κληρονόμων του, ο πρώτος εξ αυτών ήταν μόλις 25 ετών και η δεύτερη 44 ετών. Ο πρώτος εργαζόταν ήδη στο ΚΤΕΛ ..., δεν είχε ακόμη δικές του οικογενειακές υποχρεώσεις, βρισκόταν στην αρχή της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας και είχε τη θέληση να εργαστεί και να αποπληρώσει το εν λόγω δάνειο, ώστε να διατηρήσει η οικογένειά τους το διαμέρισμα αυτό που μόλις πριν από ένα έτος είχε αγοράσει ο πατέρας του.
Ομοίως, η δεύτερη αιτούσα θεώρησε εύλογα ότι με τη σύνταξη χηρείας του συζύγου της θα είχε τη δυνατότητα να αποπληρώσει το δάνειο αυτό στο μέτρο που της αναλογούσε, ώστε να μην χαθεί το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο που απέκτησε ο σύζυγός της κατά τη διάρκεια του έγγαμου βίου τους. Άλλωστε, όπως προαναφέρθηκε, πέραν του επιδίκου χρέους προς το καθ' ου, ο κληρονομούμενος δεν είχε κανένα άλλο χρέος προς τρίτους.
Για το λόγο αυτό οι αιτούντες αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά χωρίς το ευεργέτημα της απογραφής. Το ότι η πεποίθησή τους περί της δυνατότητας εξόφλησης του δανείου ήταν εύλογη, αποδεικνύεται αναμφίβολα από το γεγονός ότι για χρονικό διάστημα 11 ετών ήταν συνεπείς στις υποχρεώσεις τους έναντι του καθ' ου και δεν δημιούργησαν καμία άλλη οφειλή.
Ωστόσο, η μείωση των εισοδημάτων τους κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης που ενέσκηψε στη χώρα, άμεση (μείωση μισθών και συντάξεων) και έμμεση (αύξηση φορολογίας, αύξηση τιμών ειδών πρώτης ανάγκης και λογαριασμών ύδατος και κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος), ήταν τέτοια, που είχε ως αποτέλεσμα να περιέλθουν σε διαρκή αδυναμία πληρωμής της παραπάνω δόσης για την εξόφληση του δανείου.
Συνακόλουθα, δεν προέκυψε ότι οι αιτούντες περιήλθαν δολίως σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των οφειλών τους, καθόσον, ούτε γνώριζαν κατά την ανάληψη του επίδικου χρέους ότι είναι αδύνατη η εξυπηρέτησή του, ούτε αποδέχθηκαν το ενδεχόμενο αυτό, ούτε βεβαίως επρόκειτο για μια υπερχρεωμένη κληρονομιά την οποία αποδέχθηκαν προκειμένου να εξασφαλίσουν ένα επίπεδο πολυτελούς διαβίωσης ανώτερο αυτού που τους επέτρεπαν οι οικονομικές τους δυνατότητες, ούτε βρέθηκαν από υπαιτιότητά τους μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, η οποία, αποδίδεται στη μείωση των αποδοχών των υπαλλήλων στον ιδιωτικό και στο δημόσιο τομέα λόγω της δημοσιονομικής προσαρμογής και στην αύξηση του μηνιαίου κόστους διαβίωσης με βάση πασίδηλα γεγονότα......Από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα, αποδεικνύονται, ακόμη, και τα εξής:
Η οφειλή των αιτούντων από το επίδικο δάνειο κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ανερχόταν στο ποσό των 56.576,24€ (όπως προκύπτει από την από 20-2-2018 αναλυτική βεβαίωση οφειλών του ΤΠΔ) και είναι εμπραγμάτως ασφαλισμένη με υποθήκη επί της ως άνω κύριας κατοικίας των αιτούντων.
Η καταβλητέα τοκοχρεωλυτική δόση προ της κατάθεσης της αίτησης ανερχόταν στο ποσό των 491,84€ και παρακρατούνταν ολόκληρη από τη σύνταξη που δικαιούταν και ελάμβανε η δεύτερη αιτούσα ως κληρονόμος του αποθανόντος δανειολήπτη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 4 του Ν. 4202/1929. Τα καθαρά εισοδήματα της αιτούσας, όπως προαναφέρθηκε, ανέρχονταν κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης αλλά και κατά τη συζήτηση αυτής στο συνολικό ποσό των 887,49€.
Ωστόσο, σε περίπτωση ρευστοποίησης του αγρού ιδιοκτησίας της στο ... ..., όπως αιτείται το εκκαλούν, η αιτούσα θα στερούνταν το μηνιαίο μίσθωμα των 250,00 € από τη μισθώτρια ... και το μηνιαίο εισόδημά της θα ανερχόταν μόνο στο ποσό των 637,49 €. Περαιτέρω, το ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των βασικών δαπανών για τη διαβίωση της αιτούσας, λαμβανομένης υπόψη της ηλικίας της, στις οποίες περιλαμβάνεται η διατροφή, η ένδυση και υπόδηση, τα λειτουργικά έξοδα της κατοικίας στην οποία φιλοξενείται, η μετακίνηση, η επισκευή και συντήρηση επίπλων και οικιακού εξοπλισμού, τα είδη οικιακής κατανάλωσης και ατομικής φροντίδας, η ενημέρωση, οι υπηρεσίες τηλεφωνίας, τα είδη και οι υπηρεσίες υγείας, δεν υπολείπεται των 650,00€ μηνιαίως.
Συνεπώς, σύμφωνα με τα προμνησθέντα, αποδεικνύεται ότι η αιτούσα, λόγω του ύψους της οφειλόμενης δόσης προς το καθ' ου και της οικονομικής κατάστασης στην οποία βρίσκεται σήμερα, έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών, υπό την έννοια ότι μετά την πληρωμή κάθε δόσης προς το εκκαλούν, το υπόλοιπο της σύνταξής της δεν επαρκεί για την εξασφάλιση των βασικών βιοτικών αναγκών της.
Επομένως, συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της αιτούσας στη ρύθμιση των διατάξεων του Ν. 3869/2010... για τον υπολογισμό των δόσεων για τη διάσωση της κύριας κατοικίας της αιτούσας κατ' άρθρο 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 λαμβάνεται υπόψη ως αξία του ιδανικού μεριδίου της το ποσό των (38.272,50€ X 2/8) = 9.568,14€." Κρίνοντας, έτσι, το πιο πάνω δικαστήριο, δεν παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ούτε εκ πλαγίου, τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1 παρ. 1 Ν. 3869/2010, που παρατέθηκαν στη μείζονα σκέψη, ενώ διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.
Ειδικότερα, με το να δεχθεί ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη, έστω και αν το μοναδικό δάνειό της προς το ΤΠΔ είναι ενήμερο, εξυπηρετούμενο κανονικά, λόγω της εκχώρησης ποσοστού από το μισθό της ουδεμία έχουσα ληξιπρόθεσμη οφειλή προς αυτό (ΤΠΔ) ή σε άλλον πιστωτή (ιδιώτη ή μη), μπορεί να υπαχθεί στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/2010, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές, καθόσον, κατά τα άνω εκτεθέντα, η εξόφληση των πιστωτών δεν αναιρεί την αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, όταν αυτή (εξόφληση) γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, όταν δηλαδή αδυνατεί να ικανοποιήσει τις βιοτικές του ανάγκες και να εξασφαλίσει ένα στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο και τα προστατευόμενα μέλη της οικογένειάς του.
Το γεγονός ότι το ΤΠΔ παρακρατεί, με βάση τη μεταξύ αυτού και της δανειολήπτριας - αναιρεσίβλητης σύμβαση εκχώρησης ποσοστού του μισθού της τελευταίας ποσού 491,34 €, προ της κατάθεσης της αίτησης, από το μισθό της, δεν σημαίνει ότι για το λόγο αυτόν και μόνο ελλείπει η προϋπόθεση της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής και της υπαγωγής της στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, εφόσον, μετά από έρευνα των βιοτικών αναγκών των οφειλετών, διαπιστωθεί ότι τα εισοδήματά τους δεν επαρκούν για την κάλυψη των δαπανών για τις βιοτικές ανάγκες τους, παράλληλα με την ικανοποίηση των απαιτήσεων του δανειστή, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν.
Εξάλλου, ούτε η διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 3867/2010, που προβλέπει τη δυνατότητα του δανειολήπτη να ζητήσει από το Δ.Σ. του ΤΠΔ και να επιτύχει εξωδικαστική ρύθμιση του χρέους του, δεν αναιρεί οποιαδήποτε άλλη διαδικασία δικαστική, όπως η προκείμενη του Ν. 3869/2010, καθώς με τις διατάξεις του νόμου αυτού προβλέπονται ευνοϊκότερες ρυθμίσεις για τους δανειολήπτες από εκείνες του άρθρου 25 του Ν. 3867/2010 και, επομένως, δεν μπορεί να στερηθεί τις ευνοϊκές αυτές ρυθμίσεις, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν.
Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμοι οι σχετικοί συναφείς από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πρώτος και δεύτερος από τους λόγους αναίρεσης με τους οποίους το αναιρεσείον υποστηρίζει ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν μπορούν να υπαχθούν στην ευνοϊκή ρύθμιση του Ν.3869/2010, επειδή δεν είχαν ληξιπρόθεσμη οφειλή έναντι αυτού, ούτε έναντι άλλου, τόσο κατά την κατάθεση της αίτησης, όσο και σήμερα, ενώ εξακολουθεί να παρέχεται από το ΤΠ και Δανείων η δυνατότητα προσαρμογής του ύψους της μηνιαίας δόσης στο ποσό που δύναται να καταβάλει, με ευνοϊκότατους όρους (ΑΠ 544/2022).
Συνεπώς, ορθά δέχθηκε η προσβαλλόμενη την υπαγωγή των αιτούντων στις διατάξεις του Ν. 3869/2010, απορριπτομένου ως αβασίμου του τρίτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το μέρος αυτό.
ΙΙΙ. Με την παρ. 2 του άρθρου 9 του Ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και άλλες διατάξεις", όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 4346/2015 και καταλαμβάνει τις αιτήσεις που έχουν κατατεθεί από 1/1/2016, ορίζεται ότι "Μέχρι την 28η Φεβρουαρίου 2019, ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης και σχέδιο διευθέτησης οφειλών ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, εφόσον, στο πρόσωπο του οφειλέτη, πληρούνται σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις:
α) το συγκεκριμένο ακίνητο χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, β)...γ)...δ) ο οφειλέτης είναι συνεργάσιμος δανειολήπτης, βάσει του Κώδικα Δεοντολογίας των Τραπεζών, όπου αυτός εφαρμόζεται. Το σχέδιο διευθέτησης οφειλών θα προβλέπει ότι ο οφειλέτης θα καταβάλλει το μέγιστο της δυνατότητας αποπληρωμής του και ότι καταβάλλει ποσό τέτοιο ώστε οι πιστωτές του δεν θα βρεθούν, χωρίς τη συναίνεσή τους, σε χειρότερη οικονομική θέση από αυτήν στην οποία θα βρίσκονταν σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης.
Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος ορίζονται η διαδικασία και τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό της μέγιστης ικανότητας αποπληρωμής του οφειλέτη και τον προσδιορισμό του ποσού το οποίο θα ελάμβαναν οι πιστωτές σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης, καθώς και για τον προσδιορισμό της ενδεχόμενης ζημίας των πιστωτών.....
Οι απαιτήσεις των πιστωτών ικανοποιούνται από τις καταβολές του οφειλέτη με βάση την παρούσα παράγραφο κατά αναλογική εφαρμογή των άρθρων 974 επ. Κ.Πολ.Δ". Ακολούθως, με την υπ' αριθμ. 54/15-12-2015 (ΦΕΚ Β 2740/16-12-2015) απόφαση της ΤτΕ ορίσθηκαν η διαδικασία και τα κριτήρια προσδιορισμού της μέγιστης ικανότητας αποπληρωμής του οφειλέτη και του ποσού που θα ελάμβαναν οι πιστωτές του σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης, στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 9 παρ. 2 Ν. 3869/2010, όπως ισχύει, ως ακολούθως: "Ο προσδιορισμός της μέγιστης ικανότητας αποπληρωμής του οφειλέτη βασίζεται στην τρέχουσα και στη μελλοντική ικανότητα αυτού για αποπληρωμή του συνόλου της οφειλής με βάση αξιόπιστες και ρεαλιστικές παραδοχές που λαμβάνουν υπόψη και τις αναφερόμενες στο άρθρο 5 παρ. 3 Ν. 3869/2010 εύλογες δαπάνες διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειας του, βάσει της κατωτέρω μεθοδολογίας:
Α1. ΤΡΕΧΟΥΣΑ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ ΑΠΟΠΛΗΡΩΜΗΣ ΤΟΥ ΟΦΕΙΛΕΤΗ:1. Βάση του υπολογισμού της τρέχουσας ικανότητας αποπληρωμής του οφειλέτη αποτελούν το συνολικό διαθέσιμο εισόδημα και οι δαπάνες διαβίωσης αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογένειας του κατά το χρόνο συζήτησης της προβλεπόμενης στο άρθρο 4 παρ. 1 ν. 3869/2010 αίτησής του, όπως αυτά τεκμηριώνονται από τα έγγραφα και δικαιολογητικά, που αυτός έχει καταθέσει στη Γραμματεία του Δικαστηρίου, με την ως άνω αίτηση και ορίζονται στην κοινή υπουργική απόφαση με αριθμό 7534/2015 (ΦΕΚ Β` 1794/20.8.2015). 2.
Για το σκοπό αυτό ο οφειλέτης υποβάλλει μαζί με την αίτηση του άρθρου 4 παρ. 1 Ν. 3869/2010 κατάλληλα συμπληρωμένο το τυποποιημένο υπόδειγμα του Παραρτήματος που αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της παρούσας Απόφασης. Σε αυτό ενσωματώνονται: α) τα στοιχεία του εισοδήματος του οφειλέτη που δηλώθηκαν από αυτόν στην αίτηση του άρθρου 4 παρ. 1 Ν. 3869/ 2010 και β) οι δαπάνες διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειας του κατηγοριοποιημένες στις ομάδες των ευλόγων δαπανών διαβίωσης, που προβλέπονται στο άρθρο 5 παρ. 3 Ν. 3869/2010 και στις ενδεχόμενες λοιπές δαπάνες.
Α. 2. ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΗ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ ΑΠΟΠΛΗΡΩΜΗΣ ΤΟΥ ΟΦΕΙΛΕΤΗ 1. Βάση του υπολογισμού της μελλοντικής ικανότητας αποπληρωμής του οφειλέτη αποτελεί το ποσό που προκύπτει από τον υπολογισμό της τρέχουσας ικανότητας αποπληρωμής του οφειλέτη, σύμφωνα με το Κεφάλαιο. Α. 1. ανωτέρω, υποκείμενο σε κατ' αρχήν σταδιακή προσαύξηση ποσοστού 5% ανά πενταετία. 2.
Το ανωτέρω ποσοστό της προσαύξησης ανά πενταετία μπορεί να είναι ανώτερο ή κατώτερο του 5%: (α) στην περίπτωση που βασίζεται σε προσδοκία μελλοντικής αύξησης ή σε εκτίμηση μελλοντικής μείωσης του εισοδήματος του οφειλέτη από οποιαδήποτε αιτία, εφόσον αυτή τεκμηριώνεται επαρκώς, (β) στην περίπτωση που βασίζεται σε οικειοθελή δέσμευση του οφειλέτη να μειώσει τις δαπάνες διαβίωσης του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, εφόσον δεν συντρέχουν άλλοι προφανείς λόγοι που καθιστούν μη ρεαλιστική την προοπτική μείωσης των δαπανών διαβίωσης.
Για την εκτίμηση της παρούσας παραγράφου λαμβάνονται ενδεικτικά υπόψη: • το τρέχον επίπεδο δαπανών σε σχέση με τις εύλογες δαπάνες, • η ηλικία του οφειλέτη, • ο αριθμός και ηλικία των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, • τυχόν προβλήματα υγείας του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του,• οι συνθήκες της αγοράς ή του κλάδου δραστηριότητας του οφειλέτη ή του εργοδότη αυτού.
Α.3. ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΜΕΓΙΣΤΗΣ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ ΑΠΟΠΛΗΡΩΜΗΣ ΤΟΥ ΟΦΕΙΛΕΤΗ 1. Κατά τον υπολογισμό της μέγιστης ικανότητας αποπληρωμής του οφειλέτη λαμβάνεται υπόψη το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο οι τυχόν μεταβολές στο εισόδημα ή στις δαπάνες του αναμένεται να επισυμβούν και η περίοδος που εκτιμάται ότι αυτές θα διαρκέσουν. 2.
Εάν το σχέδιο διευθέτησης οφειλών περιέχει σταδιακά αυξανόμενες δόσεις αποπληρωμής, η ικανότητα αποπληρωμής υπολογίζεται μέχρι το χρονικό σημείο της ολοσχερούς εξόφλησης της συνολικής οφειλής, λαμβάνοντας υπόψη την πιο πάνω, κατά περίπτωση, τεκμηρίωση. 3. Το σύνολο του ποσού των δόσεων που προκύπτει από την εκτίμηση της μέγιστης δυνατότητας αποπληρωμής του δανειολήπτη ανάγεται σε παρούσα αξία.
Για το σκοπό αυτό ως προεξοφλητικό επιτόκιο θα χρησιμοποιείται το μέσο επιτόκιο υφιστάμενων στεγαστικών δανείων σε ευρώ με διάρκεια άνω των πέντε ετών, όπως αυτό δημοσιεύεται κάθε μήνα στο διαδικτυακό τόπο της Τράπεζας της Ελλάδος καθώς και στο Μηνιαίο Στατιστικό Δελτίο".
Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το οικείο μέρος του το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Δικαστήριο δεν εφήρμοσε την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 σχετικά με την αποκλειστική ρύθμιση της διαδικασίας προσδιορισμού του ποσού που θα ελάμβαναν οι πιστωτές σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης, με την συνδρομή της προϋπόθεσης ότι ο οφειλέτης θα καταβάλει το μέγιστο της δυνατότητας αποπληρωμής του, η οποία θα πρέπει να διακρίνεται σε τρέχουσα και μελλοντική, ώστε οι πιστωτές του να μην βρεθούν χωρίς τη συναίνεσή τους σε χειρότερη οικονομικά θέση από αυτήν που θα βρίσκονταν σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης, ήτοι προϋπόθεση αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενη και ότι ουδόλως διέλαβε αιτιολογία περί του αν πληρούται ως προς τους αιτούντες - αναιρεσίβλητους η προϋπόθεση της στάθμισης της τρέχουσας με την μελλοντική ικανότητά τους προς αποπληρωμή των δόσεων για την διάσωση της εξαιρουμένης κύριας κατοικίας τους.
Με βάση τις προαναφερθείσες παραδοχές η προσβαλλομένη απόφαση δεν διέλαβε επαρκείς αιτιολογίες για τον προσδιορισμό των καταβλητέων ποσών, και ειδικότερα δεν αναφέρεται ποιό θα ήταν το ελάχιστο αναμενόμενο ποσό, ούτε προσδιορίζει το ύψος των εξόδων της εκτέλεσης (αμοιβές δικαστικών επιμελητών, συμβολαιογράφου, δαπάνες δημοσιεύσεων κλπ), που αφαιρούνται για τον υπολογισμό του πιο πάνω ποσού σε περίπτωση αναγκαστικού πλειστηριασμού και όρισε συνεπώς ότι για τη διάσωση της κύριας κατοικίας των αναιρεσιβλήτων (ορίζοντας ταυτοχρόνως τη μέγιστη ικανότητα αποπληρωμής του οφειλέτη τρέχουσα και μελλοντική) θα πρέπει να καταβληθεί το ποσό των 16.636,24 ευρώ, με μηνιαίες καταβολές 180 μηνιαίων δόσεων (15 έτη), ποσού 92,40 ευρώ εκάστης, χωρίς να αιτιολογείται ότι διασφαλίζεται συγχρόνως η μη χειροτέρευση της οικονομικής θέσης του αναιρεσείοντος, χωρίς τη συναίνεσή του, από αυτήν στην οποία θα ευρίσκετο σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης.
Ειδικότερα έσφαλε κατά την υπαγωγή των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών στον ως άνω εφαρμοστέο κανόνα δικαίου, αφενός μεν διότι, όπως προαναφέρθηκε, αν και ο νόμος υποχρεώνει για τον προσδιορισμό της μέγιστης ικανότητας αποπληρωμής να λαμβάνεται υπόψη πέραν της τρέχουσας ικανότητας και η μελλοντική, με (τιμαριθμική ) προσαύξηση των καταβαλλόμενων ανά πενταετία ποσοστού 5%, δεν διαλαμβάνονται στην αναιρεσιβαλλομένη πραγματικά περιστατικά αναφορικά με την μελλοντική ικανότητα προς προσδιορισμό της μέγιστης ικανότητας αποπληρωμής των οφειλετών, όπως σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις απαιτείται, ούτε εκτίθενται τοιαύτα, που να δικαιολογούν απόκλιση από την προβλεπόμενη προσαύξηση.
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το οικείο μέρος του, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των προαναφερθεισών διατάξεων κατά τα προεκτιθέμενα, σημειούμενου ότι παραδεκτώς προβάλλεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, μολονότι στηρίζεται σε ισχυρισμούς, που δεν είχαν προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 περ. β ΚΠολΔ, δεδομένου ότι τα σφάλματα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στα οποία ερείδεται ο λόγος αυτός, προκύπτουν από το ίδιο το "σώμα" αυτής (ΑΠ 449/2022, ΑΠ 1650/2018).
Συνακόλουθα τούτων, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει κατά παραδοχή ως βασίμου του προαναφερομένου λόγου της να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το μέρος της περί εξαίρεσης του ακινήτου των αιτούντων - αναιρεσιβλήτων που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία τους, από την εκποίηση και να παραπεμφθεί η υπόθεση ως προς το μέρος της αυτό για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ. Διάταξη περί επιστροφής παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον ως Ν.Π.Δ.Δ. δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση κατ'άρθρο 28 παρ. 4 του Ν. 2579/1988 (ΑΠ 1047/2021, ΑΠ 930/2021, ΑΠ 1150/2019). Τέλος στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β` του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β` του ίδιου ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΟλΑΠ 4/2023, ΑΠ 1683/2022, ΑΠ 785/2022, ΑΠ 658/2022).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, την υπ'αριθμ. 229/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., που δίκασε ως Εφετείο, ως προς το μέρος της περί εξαίρεσης του ακινήτου των αιτούντων - αναιρεσιβλήτων, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία τους, από την εκποίηση.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο κεφάλαιό της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο παραπάνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β'αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ