Legislator Case Law & Legislation
1898/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on grounds that factual findings regarding labor contract validity are not subject to appellate review.

Case Number 1898/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of First Instance's judgment regarding the validity of a labor contract. The appellant argued the contract was fictitious to avoid social security costs, while the lower court found it genuine based on evidence. The Court ruled that factual determinations made by the lower court are not subject to appellate review unless based on legal error.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564 para.3, 566, 561 para.2, 577 para.3, 246, 176, 183, 191 para.2 of the Code of Civil Procedure; Factual findings by the lower court regarding the validity of a labor contract are not subject to appellate review.

Keywords

AI generated
appellate review factual findings labor contract validity fictitious contract Code of Civil Procedure legal error social security costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 para.3, 566, 561 para.2 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para.3 of the Code of Civil Procedure
Article 246 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 para.2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1898 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1898/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Α)Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου ΑΕ" και το δ.τ. "ΟΠΑΠ ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Σπηλιόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Ά. Β. του Δ. , κατοίκου Θεσσαλονίκης, που παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου Αρετής Καπετανάκου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Β) Του αναιρεσείοντος: Ά. Β. του Δ. , κατοίκου Θεσσαλονίκης, που παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου Αρετής Καπετανάκου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου ΑΕ" και το δ.τ. "ΟΠΑΠ ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Σπηλιόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-11-2015 αγωγή του ήδη Α αναιρεσίβλητου-Β Αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1770/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5837/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν: η Α αναιρεσείουσα με την από 30-11-2021 αίτησή της και ο Β αναιρεσείων με την από 17-3-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Τριανταφυλλιά Πατρώνα. Η πληρεξούσια του Β αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του Α αναιρεσίβλητου την απόρριψη της και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τις από 30.11.2021 αρ. κατάθ. 9425/1156/1-12-2021 και 17.3.2022 και αριθ. κατάθ. 2426/226/28.3.2022 αιτήσεις αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ'αριθ. 5837/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατόπιν ασκήσεως εφέσεων κατά της υπ'αριθ. 1770/2019, αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εκ μέρους αμφοτέρων των διαδίκων [ήδη αναιρεσειόντων και αναιρεσιβλήτων αντίστοιχα].

Οι αιτήσεις αναιρέσεως ασκήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566, 561 παρ.2 ΚΠολΔ] και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους [άρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ], συνεκδικαζόμενες λόγω της συναφείας τους αλλά και λόγω της οικονομίας διεξαγωγής της δίκης και μείωσης των εξόδων (άρθρα 246 και 573 ΚΠολΔ).

O εργοδότης ασκώντας το κατ' άρθ.652 ΑΚ διευθυντικό του δικαίωμα έχει την εξουσία να προσδιορίσει το περιεχόμενο της υποχρέωσης του μισθωτού για παροχή εργασίας καθορίζοντας τους όρους της παροχής της, τον τόπο, τον χρόνο και τον τρόπο, εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιορισθεί από κανόνες δικαίου ή από την εργασιακή σύμβαση.

Δηλαδή, ο εργοδότης ως διευθυντής της εκμετάλλευσης, έχει την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του με βάση τα κρινόμενα απ' αυτόν ως πλέον αποτελεσματικά γι' αυτήν κριτήρια. Από τον συνδυασμό των άρθρων 648, 652, 656 και 349-351 ΑΚ, 7§1 του ν.2132/1920 και 5§3 του ν. 3198/1955 προκύπτει, επομένως, ότι στον εργοδότη ανήκει το δικαίωμα να εξειδικεύει τις υποχρεώσεις του μισθωτού για την αρτιότερη οικονομοτεχνική οργάνωση της επιχείρησής του προς επίτευξη των σκοπών αυτής, δεν επιτρέπεται, όμως, κατά την ενάσκηση του διευθυντικού αυτού δικαιώματος να προκαλείται υλική και ηθική ζημία στο μισθωτό κατά παράβαση διατάξεως νόμου ή της ατομικής σύμβασης εργασίας ή κατά καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπό την έννοια του άρθ. 281 ΑΚ.

Από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθ. 57, 59, 281, 288, 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση βλαπτικής μεταβολής των όρων της σύμβασης εργασίας του μισθωτού, αν υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες επιχειρείται, είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και ενέχει καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος, με αποτέλεσμα την παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του μισθωτού μπορεί ο τελευταίος να αξιώσει από τον υπαίτιο, εκτός των άλλων, και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για την ανεπίτρεπτη επαγγελματική μείωση που υφίσταται (ΑΠ 251/2008).

Από τις ίδιες, ως άνω, διατάξεις, καθίσταται σαφές, ότι, μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει, όταν ο εργοδότης επιχειρεί, χωρίς τη συγκατάθεση του μισθωτού τροποποίηση των όρων αυτών χωρίς να έχει τέτοιο δικαίωμα από τη σύμβαση, τον νόμο ή τον τυχόν υπάρχοντα κανονισμό της επιχείρησης, προκαλεί δε στον εργαζόμενο, άμεσα ή έμμεσα, υλική ή και ηθική μόνο ζημία, πράγμα που συμβαίνει και όταν τον υποβιβάζει με δυσμενείς συνέπειες ως προς τις αποδοχές αλλά και την προσωπικότητά του.

Βλαπτική, όμως, μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας δεν υφίσταται, όταν ο εργοδότης στα πλαίσια του διευθυντικού του δικαιώματος τοποθετεί τον εργαζόμενο σε άλλο τομέα, τμήμα ή θέση της επιχείρησης και με άλλο αντικείμενο απασχόλησης, αν τούτο επιβάλλει το πραγματικό συμφέρον της επιχείρησης για την αρτιότερη οργάνωση και λειτουργία της, εφόσον τα νέα αυτά καθήκοντα δεν είναι υποδεέστερα για τον εργαζόμενο, ούτε η ανάθεση αυτή των καθηκόντων συνεπάγεται δυσμενείς υλικές ή ηθικές ως προς το κύρος και την προσωπικότητά του συνέπειες (πρβλ.

ΑΠ 195/2015, 836/2004). Προϋπόθεση, όπως προαναφέρθηκε, για τα παραπάνω είναι η μονομερής ενέργεια εκ μέρους του εργοδότη, η οποία δεν συντρέχει όταν με τη σύμβαση εργασίας έχει συμφωνηθεί εκ των προτέρων ότι ο εργοδότης δικαιούται να προβεί μονομερώς σε μεταβολή των όρων της συμβάσεως και τα όρια αυτά της μεταβολής καθορίζονται επακριβώς, μέσα δε στα όρια αυτά ο εργοδότης προβαίνει στη μεταβολή των όρων της συμβάσεως, έστω και σε βάρος του εργαζομένου, διότι τότε πρόκειται όχι για μονομερή αλλά για συμφωνημένη μεταβολή, η οποία είναι νόμιμη, εφόσον δεν προσκρούει σε ειδική απαγορευτική διάταξη και εφόσον κατά την άσκηση του σχετικού διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη δεν γίνεται υπέρβαση των ορίων που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. (AΠ 132/2016).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 316/2017, ΑΠ 120/2016, ΑΠ 1420/2013).

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή ή η ένσταση ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΟλΑΠ 3/2020, 4/2014, 7/2006). Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει η ως άνω εξαιρετική περίπτωση, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 2101/2022, 1046/2017).

Σε αναιρετικό έλεγχο, μεταξύ άλλων, δεν υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την εικονικότητα μιας δικαιοπραξίας σχηματιζομένη από την εκτίμηση των αποδείξεων και αναφερόμενη στην αληθινή βούληση των δικαιοπρακτούντων, διότι αφορά κρίση περί τα πράγματα, εκτός εάν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθ. 173 και 200 ΑΚ.

Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, εάν η ως άνω κρίση δεν είναι προϊόν αξιολόγησης και ερμηνευτικής αποσαφήνισης των σχετικών δηλώσεων βούλησης των συμβληθέντων μερών, αλλά αποτελεί πραγματική διαπίστωση συναχθείσα από την εκτίμηση των μνημονευομένων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων [ΑΠ 719 έως 722/2011].

Ακόμη, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος και έχοντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη. "Πράγματα" δε, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος καθώς και οι κύριοι ή προσθετοί λόγοι έφεσης, που αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή μη έχοντα αυτοτέλεια επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1011/2019, 71/2019, 250/2014). Στην από 11.11.3015, αγωγή του ο ενάγων εκθέτει ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη, πρώην ν.π.ι.δ. <<Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου>> [ΟΠΑΠ], με άτυπες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας άλλως σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ως επιμελητής γενικών καθηκόντων και προσέφερε τις υπηρεσίες του, από 28.7.1999 έως 31.5.2009, απασχολούμενος τρείς ημέρες εβδομαδιαίως.

Στη συνέχεια δυνάμει συμβάσεως άλλως σχέσης εργασίας παρείχε τις υπηρεσίες του στη θυγατρική εταιρεία <<ΟΠΑΠ Παροχής Υπηρεσιών ΑΕ>> από 1.6.2009 έως 31.7.2014 με την ίδια ειδικότητα, απασχολούμενος επί πενθήμερο, οκτάωρο ημερησίως. 'Ότι η σύμβαση εργασίας του με τη θυγατρική εταιρεία <<ΟΠΑΠ Παροχής Υπηρεσιών ΑΕ>> ήταν εικονική, αφού όλες οι υπηρεσίες που παρείχε εξυπηρετούσαν τη μητρική εταιρεία, οι κτιριακές της εγκαταστάσεις ανήκαν στην τελευταία, χρηματοδοτείτο από αυτήν και Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος τόσο της μητρικής όσο και της θυγατρικής εταιρείας ήταν το ίδιο πρόσωπο.

Ότι κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης έως τον Ιούλιο του έτους 2014, που αποχώρησε [μετέχοντας σε πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου], επρόκειτο δε στην πραγματικότητα για μια ενιαία σύμβαση άλλως σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την εναγομένη μητρική εταιρεία από την αρχική πρόσληψή του μέχρι την αποχώρησή του.

Ακόμη, ότι παρότι ασκούσε τα ίδια καθήκοντα με τα καθήκοντα των μονίμων συναδέλφων του, ανήκε στο ευκαιριακό προσωπικό της εναγομένης, αμειβόμενος με την εθνική γενική συλλογική σύμβαση εργασίας αντί της επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης με την οποία αμείβονταν οι μόνιμοι υπάλληλοι. Ζητούσε δε κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο α] την αναγνώριση της ακυρότητας της σύμβασης εργασίας που υπογράφηκε το έτος 2009 με τη θυγατρική εταιρεία <<ΟΠΑΠ Παροχής Υπηρεσιών ΑΕ>> και την αναγνώριση μιας μόνο εργασιακής σχέσης με την εναγομένη από την πρόσληψή του μέχρι το έτος 2009, β] την αναγνώριση μιας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την εναγομένη από το έτος 2009 μέχρι την αποχώρησή του, και κατόπιν μετατροπής των καταψηφιστικών αιτημάτων του σε αναγνωριστικά γ] να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη του οφείλει τις διαφορές αποδοχών των ετών 2009 έως και 2014, που προκύπτουν μεταξύ των αποδοχών που ελάμβανε και εκείνων που η εναγομένη κατέβαλε στους μονίμους συναδέλφους του, με τους οποίους ασκούσε τα ίδια καθήκοντα, και που συνολικά ανέρχονται σε 527.090,82 ευρώ εκ της συμβάσεως και επικουρικά κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Ακόμη ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι του οφείλει χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 20.000 ευρώ λόγω κατάχρησης του διευθυντικού της δικαιώματος, αφού υπερβαίνοντας προφανώς τα όρια της καλής πίστης των χρηστών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, με μεθοδεύσεις τον παρέσυρε στη σύναψη εικονικής σύμβασης εργασίας με την <<ΟΠΑΠ Παροχής Υπηρεσιών ΑΕ>>, καταστρατηγώντας τα εργασιακά του δικαιώματα, ενώ παρέλειψε να τον εντάξει στο τακτικό προσωπικό της.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αναγνώρισε ότι ο ενάγων συνδέονταν με την εναγομένη [ΟΠΑΠ ΑΕ] με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από 28.7.1999 έως 31.5.2009, απορρίπτοντας τα λοιπά αιτήματα της αγωγής ως αβάσιμα κατ'ουσίαν, εκτός από το αίτημα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, το οποίο δέχθηκε ως βάσιμο και αναγνώρισε ότι η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα το ποσό των 3.000 ευρώ για την αιτία αυτή.

Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις και εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, η οποία δέχθηκε τυπικά αυτές και τις απέρριψε κατ'ουσίαν.

Κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης ο ενάγων <<απασχολήθηκε στην εναγομένη από την 28.7.1999 και μέχρι τα μέσα του έτους 2009 με άτυπες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου της μίας ημέρας, χαρακτηριζόμενος ως ευκαιριακό προσωπικό ...., ως επιμελητής γενικών καθηκόντων στο τμήμα φύλαξης του κτιρίου...εργαζόταν επί τρείς ημέρες την εβδομάδα με πλήρες ωράριο απασχόλησης.

Λόγω της μη τήρησης του εγγράφου τύπου, ο οποίος προβλέπεται για τη σύναψη συμβάσεων εργασίας από τον ...Κανονισμό Λειτουργίας της εναγομένης και επομένως, μη έγκυρης κατάρτισης των ως άνω συμβάσεων αυτές, ως άτυπες εργασιακές συμβάσεις ήταν άκυρες...ο ενάγων εργαζόταν σταθερά και αδιάλειπτα με τριήμερη απασχόληση την εβδομάδα από το έτος 1999, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης. ...

ασκούσε κανονικά τα καθήκοντα του τακτικού προσωπικού [φύλαξης και κλητήρων γενικών καθηκόντων]...και ακολουθούσε το ίδιο ημερήσιο ωράριο με το τακτικό προσωπικό αυτής....στην πραγματικότητα απασχολήθηκε για την κάλυψη συνήθων, τρεχουσών και απολύτως τακτικών προβλέψιμων και υπαρχουσών αναγκών αυτής, μόνιμης, διαρκούς και πάγιας προοπτικής συναρτημένες και σχετικές με τις ανάγκες που εξυπηρετούσαν παράλληλα και οι μόνιμοι υπάλληλοι...η δε εναγομένη αποσκοπούσε σε αυτή κάθε αυτή την απασχόλησή του ενάγοντος για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών της.

Από τα προαναφερόμενα συνάγεται ότι οι [άκυρες] συμβάσεις εργασίας του ενάγοντος δεν υπάγονται στις περιπτώσεις εκείνες που αντικειμενικοί λόγοι δικαιολογούν την ισχύ τους ως ορισμένου χρόνου και τη διαδοχική ανανέωσή τους, αλλά αντίθετα η σύναψη {άκυρων] συμβάσεων ορισμένου χρόνου με διάρκεια μίας ημέρας και οι αλλεπάλληλες διαδοχικές ανανεώσεις τους συνιστούν καταχρηστική συμπεριφορά.

Και τούτο, διότι οι επίμαχες διαδοχικές άκυρες συμβάσεις, δηλαδή απλές σχέσεις εργασίας, έγιναν προσχηματικά για την κάλυψη έκτακτων και απρόβλεπτων αναγκών στην πραγματικότητα, όμως, κάλυπταν από τη φύση τους μόνιμες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης, ενώ ο καθορισμός της ημερήσιας διάρκειας αυτών, εξακολουθητικά δεν δικαιολογείται από τη φύση τους αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων του ενάγοντος μισθωτού από την απλή σχέση εργασίας αορίστου χρόνου και κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης να ρυθμίζει τη διάρκεια της εργασίας του με βάση τις σχετικές προβλέψεις και ρυθμίσεις του εσωτερικού κανονισμού της, κατά προφανή υπέρβαση από μέρους της των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη τα χρηστά ήθη και οι κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του διευθυντικού αυτού δικαιώματος. ...είχαν προσλάβει ήδη ενιαία κατά τον χρόνο που εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση και το αντικείμενό της, τον χαρακτήρα της απλής σχέσης εργασίας αορίστου χρόνου μερικής απασχόλησης κατ'ορθό νομικό χαρακτηρισμό.......λόγω του ότι πρόκειται για [άκυρη] σύμβαση εργασίας, η οποία καταρτίσθηκε ....πριν την έναρξη ισχύος της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ [10.7.2001], των παραγράφων 7 και 8 της διάταξης του άρθρου 103 του Συντάγματος [18.4.2001] και των άρθρων 5 και 11 του π.δ. 164/2004 [19.7.2001], έχοντας ήδη προσλάβει κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της ...τον χαρακτήρα της [άκυρης] σύμβασης αορίστου χρόνου>>.

Περαιτέρω δέχεται ακόμη ότι η εναγομένη <<προκειμένου να αντιμετωπίσει το αυξημένο έργο ...ήταν απαραίτητο να προσλάβει επιπλέον προσωπικό, ...απευθύνθηκε κατά προτεραιότητα στο <<ευκαιριακό προσωπικό>>...προκειμένου αν το επιθυμούσαν να συμβληθούν με την <<ΟΠΑΠ Παροχής Υπηρεσιών ΑΕ>> υπογράφοντας συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου.

Ο ενάγων υπέβαλε αίτηση ...και την 25.5.2009 κατάρτισε ...έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δυνάμει της οποίας υποχρεούτο να παρέχει ...από την 1.6.2009 την εργασία του ως επιμελητής γενικών καθηκόντων...με ωράριο απασχόλησης 8 ωρών ημερησίως και 40 ωρών εβδομαδιαίως....Σε εκτέλεση των όρων της σύμβασης παρείχε την εργασία του στις κτιριακές εγκαταστάσεις της εναγομένης στην πόλη της Θεσσαλονίκης...Τον Ιούνιο του 2014 η <<ΟΠΑΠ παροχής υπηρεσιών ΑΕ>> στα πλαίσια της αναδιοργάνωσής της, ανακοίνωσε πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου...Ο ενάγων υπέβαλε την 18.7.2014 αίτηση περί υπαγωγής του στο πρόγραμμα, η οποία έγινε δεκτή ...την 31.7.2014, καταβλήθηκε σε αυτόν το ποσό των 40.401,06 ευρώ...υπέγραψε δήλωση - απόδειξη ανεπιφύλακτα, στην οποία διαλαμβάνονται μεταξύ άλλων ότι 1] αναγνωρίζει τη λύση της σύμβασης εργασίας του ως έγκυρη και ισχυρή, 2] παραιτείται από το δικαίωμα να αμφισβητήσει το κύρος της για οποιονδήποτε λόγο ή αιτία, 3] αποδέχεται ότι δεν έχει καμία μισθολογική απαίτηση ή άξίωση, καμίας μορφής, φύσης, χαρακτηρισμού, κατά της εταιρείας ή και κάθε συγγενούς ή και μητρικής ή και θυγατρικής εταιρείας ή άλλης οποιαδήποτε εταιρείας του ομίλου ..., '4] ότι παραιτείται ρητά και αμετάκλητα από οποιαδήποτε τέτοια απαίτηση, δικαίωμα ή αξίωση και 5] ....Από τα παραπάνω δεν προέκυψε ότι η σύμβαση εργασίας που συνήψε ο ενάγων με την <<ΟΠΑΠ παροχής υπηρεσιών ΑΕ>>, η οποία λειτούργησε επί πέντε και πλέον έτη και παρήγαγε έννομα αποτελέσματα ήταν άκυρη κατ'άρθρο 180 ΑΚ λόγω εικονικότητας, υπό την έννοια ότι η αληθής βούληση των συμβαλλομένων ήταν να εξακολουθήσει ο ενάγων να παρέχει την εργασία του στην εναγομένη...η ένδικη σύμβαση ....ήταν έγκυρη και όχι εικονική ως προς το πρόσωπο του εργοδότη και δεν ήταν στην πραγματικότητα εργοδότης του η εναγομένη εταιρεία....δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη μετήλθε μεθοδεύσεις και τεχνάσματα και ότι με την απειλή απώλειας της θέσης εργασίας εξανάγκασε τον ενάγοντα να συναινέσει στη σύναψη σύμβασης εργασίας με τη θυγατρική της με σκοπό την καταστρατήγηση των εργασιακών του δικαιωμάτων και συνακόλουθα ότι αυτή ενήργησε καταχρηστικά ασκώντας το διευθυντικό της δικαίωμα.

Αντιθέτως, η παράλειψη της εναγομένης να εντάξει τον ενάγοντα στο τακτικό προσωπικό της και η εξακολούθηση απασχόλησης αυτού επί σειρά ετών ως δήθεν ευκαιριακά απασχολούμενο προσωπικό της μιας ημέρας υπό συνθήκες πλήρους εργασιακής αβεβαιότητας και προς καταστρατήγηση των εργασιακών του δικαιωμάτων , σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά ανωτέρω συνιστά καταχρηστική αύξηση του διευθυντικού της δικαιώματος ως πραγματικής εργοδότριας...ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, καθώς προσεβλήθη η προσωπικότητά του και δη στην ειδικότερη έκφανση της επαγγελματικής του υπόστασης και αξίας , για την αποκατάσταση της οποίας , πρέπει να του επιδικασθεί το εύλογο ποσό των 3.000 ευρώ >>.

Επί της από 30.11.2021, αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα εταιρεία [εναγομένη] με τον πρώτο λόγο υποστηρίζει ότι έσφαλε η προσβαλλομένη απόφαση στην ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 281 και 932 ΑΚ δεχόμενη ότι η παράλειψη της ένταξης του ενάγοντος στο τακτικό προσωπικό της υπερβαίνει τα όρια του διευθυντικού δικαιώματος, όπως επιβάλει η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός αυτού, γιατί δεν αναφέρονται περιστατικά που να θεμελιώνουν καταχρηστική συμπεριφορά της εναγομένης.

Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, αφού κατά τη μείζονα πρόταση που προηγήθηκε, στο διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη ανάγεται ο τρόπος οργάνωσης και διεύθυνσης της επιχείρησής του. Στην προκειμένη δε περίπτωση από τις ως άνω παραδοχές δεν συνάγεται παράνομη πράξη υπό περιστάσεις καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσείουσας εναγομένης επιφέρουσα υλική ή ηθική ζημία στον αναιρεσίβλητο και προσβολή της προσωπικότητάς του. 'Οσον αφορά τη σύμβαση με την εταιρεία ΟΠΑΠ Παροχής Υπηρεσιών ΑΕ, κατά τις ως άνω ουσιαστικές παραδοχές, αυτή καταρτίσθηκε με αίτηση του ενάγοντος, επρόκειτο για συμφωνημένη μεταβολή, δεν προσκρούει σε απαγορευτική διάταξη και δεν εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 281 ΑΚ.

Ακόμη, η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα είχε ενοχική υποχρέωση να τον απασχολεί από 28.7.1999 έως 31.5.2009 με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, γιατί έκρινε ότι με την εργασία του κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες, όμως εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281, 914 και 932 ΑΚ ως προς το κρίσιμο ζήτημα της παράβασης του άρθρου 281 εκ μέρους του αναιρεσείοντος και της αξίωσής του για ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης, διότι η επιλογή της να καταρτίσει με τον αναιρεσίβλητο διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου (διάρκειας μιας ημέρας) χωρίς να τον εντάξει στο τακτικό της προσωπικό της κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή δεν συνιστά αδικοπραξία, ούτε επάγεται αυτή καθ' εαυτή προσβολή της προσωπικότητας ώστε να θεμελιώνει αξίωση για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη (ΑΠ 319/2022, 778/1995), χωρίς να συντρέχουν άλλα περιστατικά (ΑΠ 517/2019, 868/2018).

Αντιθέτως, οι παραδοχές της απόφασης ότι η σύναψη μεταξύ της θυγατρικής εταιρείας της αναιρεσείουσας και του αναιρεσιβλήτου μη εικονικής γραπτής συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου και μη σχετιζομένης με τεχνάσματα και μεθοδεύσεις της εναγομένης, δεν δικαιολογούν την καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της τελευταίας.

Επομένως, έσφαλε η προσβαλλομένη απόφαση και ο ως άνω λόγος εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί αυτή κατά το μέρος που δέχεται ηθική βλάβη του ενάγοντος λόγω παράλειψης κατάταξής του σε θέση τακτικού προσωπικού, επιδικάζοντας στη συνέχεια χρηματική ικανοποίηση για την αιτία αυτή.

Μετά την παραδοχή του ως άνω λόγου παρέλκει η έρευνα του δευτέρου και τρίτου λόγου, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι με εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και με αντιφατικές αιτιολογίες [άρθρ. 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ] το Μονομελές Εφετείο απέρριψε την ένστασή της περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος, απορρίπτοντας στη συνέχεια τον σχετικό λόγο έφεσής της, αφού η εν λόγω ένσταση προϋποθέτει βασιμότητα της απαίτησης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης [ΑΠ 703/2020, 642/2017], στη συγκεκριμένη δε περίπτωση κρίθηκε αβάσιμη, ως άνωτέρω.

Μετά από αυτά, αφού η υπόθεση δεν χρήζει άλλη διευκρίνιση, μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης ως προς το ως άνω κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από το Τμήμα αυτό, να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο λόγος της εφέσεως του αναιρεσείοντος [Ο.Π.Α.Π. ΑΕ] περί νομικής αβασιμότητας της αγωγής, να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτής περί επιδικάσεως υπέρ του αναιρεσιβλήτου του προαναφερόμενου ποσού και συνακόλουθα και κατά το κεφάλαιο αυτής περί δικαστικών εξόδων, να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη η εν λόγω αγωγή, καθ' ο μέρος έγινε δεκτή από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος του πρώτου και δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της προκείμενης δίκης, κατά παραδοχή νομίμου σχετικού αιτήματος αυτού (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται κατωτέρω στο διατακτικό.

Επί της από 17.3.2022, αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων [ενάγων] υποστηρίζει ότι η προσβαλλομένη απόφαση με τις παραδοχές, που αναφέρονται ως άνω, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και ειδικότερα τις διατάξεις των άρθρων 648, 651, 653 και 138 ΑΚ [άρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ], αφού δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εικονικότητα της από 25.5.2009, σύμβασης εργασίας του ενάγοντος με την <<ΟΠΑΠ Παροχής Υπηρεσιών ΑΕ>> χωρίς να λάβει υπόψη, ότι με το δέλεαρ της κατάρτισης σύμβασης αορίστου χρόνου, μεθοδεύθηκε η μεταφορά του ιδίου και άλλων εργαζομένων από την εναγομένη μητρική εταιρεία στη <<στηθείσα>> γι' αυτό τον λόγο θυγατρική εταιρεία, η οποία δεν είχε δικά της κεφάλαια αλλά χρηματοδοτείτο από την πρώτη [Ο.Π.Α.Π.

ΑΕ], με απώτερο σκοπό να ωθηθούν σε εθελούσια έξοδο, την οποία ακολούθησε η σχεδιαζόμενη συγχώνευση των δύο εταιρειών [μητρικής και θυγατρικής], και άμεσο σκοπό τη μείωση του ασφαλιστικού και μισθολογικού της κόστους, ως και την αποφυγή της εξομοίωσής τους με το αορίστου χρόνου, προσωπικό της, που συνεπάγονταν υψηλότερο μισθολογικό κόστος.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί πλήττεται η ουσία της υπόθεσης. Ειδικότερα, το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση περί μη εικονικότητος της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος με την εταιρεία <<ΟΠΑΠ Παροχής Υπηρεσιών>>, αφού έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, προβαίνοντας σε πραγματική διαπίστωση και όχι ερμηνεία της βούλησης των συμβληθέντων μερών.

Συνεπώς, το αποδεικτικό πόρισμα δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, αφού δεν γίνεται επίκληση νομικών σφαλμάτων αλλά από τον αναιρεσείοντα εκτίθενται συμπεράσματα και επιχειρήματα του, που κατά τους ισχυρισμούς του όφειλε να λάβει υπόψη το Μονομελές Εφετείο και να οδηγηθεί στο αντίθετο αποτέλεσμα, της εικονικότητας της ένδικης σύμβασης. Γι' αυτό είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Ομοίως και ο δεύτερος λόγος, με τον οποίο ο αναιρεσείων, επικαλούμενος καταθέσεις μαρτύρων, υποστηρίζει πλημμέλεια εκ του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί η προσβαλλομένη απόφαση στην κρίση της δεν έλαβε υπόψη ότι η θυγατρική εταιρεία δεν είχε τζίρο αλλά εχρηματοδοτείτο από τη μητρική, οι εγκαταστάσεις της ανήκαν στην τελευταία, οι υπηρεσίες που παρείχε εξυπηρετούσαν τη μητρική, ότι η θυγατρική χρησιμοποιήθηκε ως όχημα αποπομπής από τη μητρική χωρίς να του καταβληθεί αποζημίωση απολύσεως, ότι το πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου εκπονήθηκε από την ίδια ώστε με ελάχιστο κόστος να απαλλαγεί από μεγάλο μέρος εργαζομένων, είναι απαράδεκτος, γιατί αναφέρονται στην ουσία της υπόθεσης.

Συνεπώς, η από 17.3.2022, αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις κατά το βάσιμο αίτημά του, στον αναιρεσείοντα [άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ] , ως ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει την, από 30.11.2021 και από 17.3.2022 αίτηση αναιρέσεως.

Δέχεται την από 30.11.2021 αίτηση.

Αναιρεί την υπ'αριθ. 5837/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που αναφέρεται στο αιτιολογικό.

Κρατεί και δικάζει την από 17.10.2019 έφεση της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας κατά της υπ'αριθ. 1770/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Δέχεται αυτήν κατ'ουσίαν.

Εξαφανίζει την εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή.

Απορρίπτει την αγωγή κατά το μέρος αυτό.

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων [3.000] ευρώ.

Απορρίπτει, την από 17.3.2022, αίτηση αναιρέσεως.

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου σε βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων [1800] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος Δήμητρα Ζώη ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Δεκεμβρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ