Legislator Case Law & Legislation
1898/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on tort damages, ruling lower court's discretion was legally sound and proportional.

Case Number 1898/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a Third Instance Court decision awarding €10,000 in damages for personal injury. The appellant argued the lower court misapplied Articles 300, 914, and 932 of the Civil Code and provided insufficient reasoning regarding moral damages. The court found the lower court's assessment of liability and compensation proportional to the injury and the appellant's financial situation, rejecting the claim of arbitrary discretion.

Legislator headnote

AI generated

Articles 300, 914, and 932 of the Civil Code; The Supreme Court holds that a lower court's determination of damages within its discretionary limits, based on the specific circumstances of the case and the principle of proportionality, constitutes a legally sound decision that cannot be overturned on appeal.

Keywords

AI generated
tort liability moral damages discretionary power proportionality principle appeal admissibility personal injury civil code provisions

Cited Legislation

AI generated
Articles 300, 914 and 932 of the Civil Code
Articles 106, 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1898 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1898/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Σπυρίδων Κουτσοχρήστο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Ι. Τ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ελευθερίου Σεραφείμ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1) Κοινοπραξίας Κατασκευής Τεχνικών Έργων με την επωνυμία "…. ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Τεχνικής Εταιρείας με την επωνυμία "….ΑΤΕ", που εδρεύει στο Νέο Ψυχικό και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Τεχνικής Εταιρείας με την επωνυμία "….ΑΤΕ", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο, 4) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "….. ΑΤΕ", που εδρεύει στην Κηφισιά και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικού διαδόχου της αρχικά αναιρεσίβλητης Τεχνικής Εταιρείας με την επωνυμία "……ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Γαβουνέλη και κατέθεσε προτάσεις, 5) Κ. Τ., κατοίκου Ψυχικού, 6) Κ. Κ., κατοίκου Χαλανδρίου Αττικής, 7) Α. Κ. χήρας Ν. Σ., 8) Κ. Σ. του Ν., 9) Ε. - Σ. Σ. του Ν., 10) Π. Σ., 11) Α. Σ., 12) Γ. Π., 13) Ι. Κ., κατοίκων Αθηνών, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/4/1996 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 3/5/1996 προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή των υπό στοιχείο 1-4 αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9489/1997 μη οριστική και 1894/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1305/2014 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 17/7/2014 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 720/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο αναιρεσείων με την από 1/6/2017 κλήση του.

Εκδόθηκε η 415/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση εν νέου απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο αναιρεσείων με την από 7/7/2020 κλήση του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Κουτσοχρήστος ανέγνωσε την από 19/2/2015 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Αθανασίου Καγκάνη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Νομίμως φέρεται με την από 7-7-2020 κλήση του αναιρεσείοντος για περαιτέρω συζήτηση η από 17-7-2014 αίτησή του για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1305/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ύστερα από την έκδοση της υπ' αριθμ. 415/2020 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποίαν κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως για τους αναφερομένους σ' αυτήν λόγους.

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 576 ΚΠολΔ "1. Άν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. 2. Άν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Άν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί".

Στην προκειμένη υπόθεση από τις υπ' αριθμ. 2058 Β'/26-1-2021, 2055 Β'/25-1-2021, 2062 Β'/27-1-2021, 2056 Β'/25-1-2021, 2063 Β'/27-1-2021, 2064 Β'/27-1-2021, 2066 Β'/27-1-2021, 2065 Β'/27-1-2021, 2054 Β'/22-1-2021, 2059 Β'/26-1-2021, 2071 Β'/29-1-2021 και 2072 Β'/29-1-2021 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού του Εφετείου Αθηνών Παναγιώτη Χρήστου, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ως άνω από 7-7-2020 κλήσεως, μετά της πράξεως ορισμού δικασίμου για την εκδίκαση της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως αλλά και κλήσεως να παρασταθούν κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσης αποφάσεως δικάσιμο (15-11-2021) επιδόθηκε επιμελεία του αναιρεσείοντος νομίμως και εμπροθέσμως (άρθρα 122 § 1, 123, 124, 126 § 1α', γ', 128, 129 και 498 § 2 ΚΠολΔ) στην πρώτη, στην δευτέρα, στην τρίτη, στον πέμπτο, στον έκτο, στην εβδόμη, στον όγδοο, στην ενάτη, στον δέκατο, στον ενδέκατο, στον δωδέκατο και στον δέκατον τρίτον των εφεσιβλήτων (Κοινοπραξία Κατασκευής Τεχνικών Έργων με την επωνυμία "….

ΑΕ", Τεχνική Εταιρεία με την επωνυμία "….ΑΤΕ", Τεχνική Εταιρεία με την επωνυμία "….ΑΤΕ", Κ. Τ., Κ. Κ., Α. Κ. χήρα Ν. Σ., Κ. Σ. του Ν., Ε. - Σ. Σ. του Ν., Π. Σ., Α. Σ., Γ. Π. και Ι. Κ. αντιστοίχως), αλλά όλοι οι προαναφερθέντες αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν κατά την συζήτηση της κρινομένης αιτήσεως. Εφ' όσον λοιπόν, στην δικάσιμο αυτήν κατά την οποίαν εκφωνήθηκε η κρινομένη υπόθεση με την σειρά που είχε αναγραφεί στο πινάκιο, δεν εμφανίσθηκαν οι προαναφερθέντες αναιρεσίβλητοι πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους.

Με την κρινομένη από 17-7-2014 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 1305/2014 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Η ως άνω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από την επιτρεπτή κατ' άρθρον 561 § 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει ότι η διαδικαστική πορεία της κρινομένης υποθέσεως είναι η εξής: Με την από 26-4-1996 αγωγή που ασκήθηκε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ιστορούσε ως προς το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη κοινοπραξία "…ΑΕ", της οποίας μέλη τυγχάνουν η δεύτερη, η τρίτη και η τέταρτη των αναιρεσιβλήτων ανώνυμες εταιρίες "…..

ΑΤΕ", "….ΑΤΕ" και "…..ΑΤΕ", των οποίων νόμιμοι εκπρόσωποι ήταν ο πέμπτος και ο έκτος των αναιρεσιβλήτων (Κ. Τ. και Κ. Κ.), ανέλαβε την υποχρέωση να εκτελέσει το αναφερόμενο σ' αυτήν (την αγωγή) αναφερόμενο τμήμα του δημοσίου έργου στον αυτοκινητόδρομο Αθηνών - Κορίνθου, με βάση την μελέτη του σχετικού αυτού έργου αλλά και την ειδική συγγραφή υποχρεώσεων, όπως και τις οδηγίες και υποδείξεις της αρμόδιας υπηρεσίας του ΥΠΕΧΩΔΕ, ενώ με συμβάσεις που καταρτίσθηκαν μεταξύ της ως άνω κοινοπραξίας και του ίδιου (του αναιρεσείοντος) ανέλαβε αυτός ενεργώντας ως υπεργολάβος να τοποθετήσει μεταλλικούς στύλους και ακολούθως να τους συνδέσει με το δίκτυο της ΔΕΗ για να ηλεκτροφωτισθεί ο ως άνω αυτοκινητόδρομος και ότι στην προσπάθειά του να τοποθετήσει έναν μεταλλικό στύλο, δέχθηκε ηλεκτρική εκκένωση και υπέστη τις αναλυτικώς αναφερόμενες στην αγωγή του σωματικές βλάβες, που προκλήθηκαν σ' αυτόν από υπαιτιότητα όλων των αναιρεσιβλήτων - εκ των οποίων σημειωτέον, ο όγδοος και η εννάτη (δηλαδή ο Κ.

Σ. του Νικολάου και η Ε. - Σ. Σ. του Ν.), υπεισήλθαν στην θέση του αρχικώς εναγομένου Ν. Σ. λόγω του επιγενομένου θανάτου του ως κληρονόμοι του - όπως ειδικότερα αναφέρεται στην αγωγή του και συγκεκριμένα, γιατί δεν φρόντισαν να ληφθούν τα απαραίτητα, επιβεβλημένα και προσήκοντα μέτρα ασφαλείας και ζήτησε να υποχρεωθούν όλοι οι αναιρεσίβλητοι να του καταβάλουν ως αποζημίωση αλλά και ως χρηματική ικανοποίηση τα επίσης ειδικότερα στην αγωγή του επί μέρους χρηματικά ποσά.

Μετά την συζήτηση της ως άνω ασκηθείσης αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 9489/1997 εν μέρει οριστική και εν μέρει προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ακολούθως η υπ' αριθμ. 1894/2009 απόφαση του προαναφερθέντος πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποίαν έγινε εν μέρει δεκτή η ως άνω ασκηθείσα αγωγή ως βάσιμη και από ουσιαστικής απόψεως κατά το μέρος που στρεφόταν στην τελευταία απόφαση εναγομένους.

Ακολούθως ασκήθηκαν οι από 16-9-2009 και 4-10-2009 εφέσεις εκ μέρους των ως άνω εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, οι οποίες με την ως άνω προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 1305/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, αφού έγιναν τυπικώς δεκτές, στην συνέχεια εξαφανίσθηκε τόσον η προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 9489/1997 απόφαση κατά το αναφερόμενο σ' αυτήν μέρος, όσον και η παραπάνω υπ' αριθμ. 1894/2009 απόφαση και έγινε εν μέρει δεκτή η ως άνω ασκηθείσα αγωγή κατά το μέρος που στρεφόταν εις βάρος των τεσσάρων πρώτων των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, που υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα εις ολόκληρον εκάστη εξ αυτών, το χρηματικό ποσόν των 23.206,16 € νομιμοτόκως από της επομένης της επιδόσεως της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως, ενώ απορρίφθηκε η εν λόγω ασκηθείσα αγωγή ως προς τους υπόλοιπους αναιρεσιβλήτους ως αβάσιμη από ουσιαστικής απόψεως.

Κατά το άρθρο 525 ΚΠολΔ, αντικείμενο της έφεσης και της δευτεροβάθμιας δίκης μπορεί να αποτελέσει κάθε αίτηση που έχει υποβληθεί στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας και αν δεν έχει αποφανθεί γι' αυτήν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Συνάγεται εντεύθεν ότι το αντικείμενο της δευτεροβάθμιας δίκης είναι ίδιο με της πρωτοβάθμιας και μεταβιβάζεται στο εφετείο κατά τα κεφάλαια που εξεκλήθη.

Εξάλλου το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν ερευνά αν οι κατώτεροι δικαστές αποφάσισαν ορθά, σύμφωνα με το αποδεικτικό υλικό που τέθηκε ενώπιόν τους, αλλά αν, κατά την ενώπιον του εφετείου νέα συζήτηση της διαφοράς, η απόφαση επιδοκιμάζεται ως ορθή, σύμφωνα με το συμπληρωμένο υλικό και τους νέους ισχυρισμούς που, κατά τα άρθρα 527 και 529 ΚΠολΔ, κάθε διάδικος δικαιούται να προσκομίσει για πρώτη φορά ενώπιόν του. 'Επεται συνεπώς, ότι το αίτημα για εξαφάνιση της εκκαλουμένης δεν εμπίπτει στο πρωταρχικό αντικείμενο της δευτεροβάθμιας δίκης, αφού η έφεση δεν επιτελεί λειτουργία ελεγκτική της αποφάσεως.

Γι' αυτό, η κατά το άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης θεσμοθετείται ως αυτεπάγγελτη υποχρέωση του δικαστηρίου, όταν κρίνει έστω και έναν λόγο της εφέσεως βάσιμο και δεν έχει την έννοια ότι το εφετείο εξαφανίζει την προσβληθείσα απόφαση μόνο κατόπιν αιτήσεως του εκκαλούντος. Ούτε ακόμα το εφετείο υποχρεούται να απαγγείλει ρητώς την εξαφάνιση της πρωτοδίκου αποφάσεως, αλλά αρκεί να καταστήσει σαφές στους ενδιαφερομένους ότι η απόφασή του εισέρχεται στην θέση της πρωτοβαθμίου, η οποία, εκ μόνου του λόγου τούτου, παύει να υπάρχει (ΑΠ 137/2004).

Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ως "αίτηση που αφέθηκε αδίκαστη" νοείται αυτή που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή αίτημα ή βάση αγωγής, ανταγωγής, κυρίας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ανακοπής ή ενδίκου μέσου (ΑΠ 156/2012). Για την ευδοκίμηση όμως του παρόντος λόγου αναίρεσης απαιτείται παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων, όχι μόνον στο αιτιολογικό, αλλά και στο διατακτικό.

Συνεπώς, αν από το διατακτικό προκύπτει ότι η αίτηση δικαστικής προστασίας απορρίφθηκε στο σύνολό της, μολονότι δεν υπάρχει ειδική αιτιολογία (σιωπηρή απόρριψη) ως προς όλα τα αιτήματα, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 86/2018, ΑΠ 1180/2017, ΑΠ 528/2009, ΑΠ 1586/2008).

Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο εκθέτει ο αναιρεσείων ότι η ως άνω υπ' αριθμ. 1305/2014 (δευτεροβάθμια) προσβαλλομένη απόφαση προέβη στην εξαφάνιση της ως άνω υπ' αριθμ. 1894/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, χωρίς να έχει υποβληθεί σχετικό προς τούτο αίτημα και προσάπτει σ' αυτήν την απορρέουσα από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ισχυριζόμενος ότι η προσβαλλομένη απόφαση έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην δίκη, άλλως ότι με την προσβαλλομένη απόφαση επιδικάσθηκε κάτι που δεν ζητήθηκε υποπίπτοντας έτσι στην παράβαση του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ και επικουρικώς ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν κήρυξε ακυρότητα ή έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο υποπίπτοντας στην παράβαση του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ.

Με τον δεύτερον αναιρετικό λόγο κατά το πρώτο σκέλος του ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του προέβη στην εξαφάνιση της ως άνω υπ' αριθμ. 1894/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αλλά και της προαναφερθείσης υπ' αριθμ. 9489/1997 αποφάσεως του αυτού ως άνω Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, χωρίς να έχει υποβληθεί σχετικό προς τούτο αίτημα και προσάπτει σ' αυτήν την απορρέουσα από το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, θεωρώντας ότι με την προσβαλλομένη απόφαση επιδικάσθηκε κάτι που δεν ζητήθηκε.

Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει όπως ήδη αναφέρθηκε, ότι το Εφετείο με την ως άνω προσβαλλομένη απόφαση, δέχθηκε τυπικώς και κατ' ουσίαν τις προαναφερθείσες ασκηθείσες δύο εφέσεις και κατά συνέπειαν, μπορούσε να προβεί σύμφωνα με την προηγηθείσα σχετική νομική σκέψη, στην εξαφάνιση τόσον της εν μέρει οριστικής και εν μέρει προδικαστικής υπ' αριθμ. 9489/1997 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όσον και της παραπάνω υπ' αριθμ. 1894/2009 αποφάσεως του αυτού ως άνω πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ακόμη και χωρίς να έχει υποβληθεί σχετικό προς τούτο αίτημα και συνεπώς, ο από το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, ενώ ο ίδιος λόγος είναι ακόμη και αβάσιμος, γιατί με την προαναφερθείσα από 16-9-2009 ασκηθείσα έφεση εκ μέρους των εναγομένων προκύπτει ότι είχε ζητηθεί η εξαφάνιση αμφοτέρων των ως άνω υπ' αριθμ. 9489/1997 και 1894/2009 πρωτοβαθμίων αποφάσεων.

Περαιτέρω με τις άλλες δύο προαναφερθείσες αιτιάσεις δεν ιδρύονται οι από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, αναιρετικοί λόγοι και ως εκ τούτου, αμφότεροι οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι τυγχάνουν απαράδεκτοι. Από τα άρθρα 681, 688 - 691 και 698 ΑΚ, προκύπτει ότι ο εργολάβος δεν θεωρείται κατ' αρχήν, ως προστηθείς του εργοδότη.

Όταν, όμως, ο εργοδότης επιφύλαξε (ρητά ή σιωπηρά) για τον εαυτό του την διεύθυνση και την επίβλεψη εκτέλεσης του έργου και μάλιστα (επιφύλαξε) το δικαίωμα παροχής οδηγιών προς τον εργολάβο, ο τελευταίος θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση πρόστησης με τον εργοδότη, οπότε, στην περίπτωση αυτή, τα σχετικά με την ευθύνη (ενδοσυμβατική ή εξωσυμβατική) αυτών (εργοδότη-εργολάβου) ρυθμίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 330, 334, 922 ΑΚ.

Περαιτέρω, στο άρθρο 6 του Ν. 1418/1984, με τίτλο "Δημόσια έργα και ρυθμίσεις συναφών θεμάτων", ορίζεται ότι "1. Η παρακολούθηση, ο έλεγχος και η διοίκηση των έργων ανήκει στην αρμόδια τεχνική υπηρεσία του φορέα κατασκευής του έργου (διευθύνουσα υπηρεσία ή επιβλέπουσα υπηρεσία), η οποία ενεργεί ό,τι απαιτείται για την καλή και έγκαιρη εκτέλεση των έργων και ορίζει τους τεχνικούς υπαλλήλους που θα ασχοληθούν ειδικότερα με την επίβλεψη, προσδιορίζει τα καθήκοντα τους όταν είναι περισσότεροι από έναν, παρακολουθεί το έργο τους και γενικά προβαίνει σε κάθε νόμιμη ενέργεια... 2.

Στην περίπτωση κατασκευής έργου με ανάθεση σε ανάδοχο, η επίβλεψη αποσκοπεί στην πιστή εκπλήρωση από τον ανάδοχο των όρων της σύμβασης και στην κατασκευή του έργου κατά τους κανόνες της τέχνης, ώστε να ανταποκρίνεται στον προορισμό του. Η επίβλεψη μπορεί να ασκηθεί εκτός από τον τόπο των έργων και σε όλους τους χώρους που κατασκευάζονται τμήματα του έργου.

Ο ανάδοχος είναι υποχρεωμένος να εξασφαλίσει την απρόσκοπτη άσκηση της επίβλεψης στα εργοτάξια που τυχόν κατασκευάζονται τμήματα του έργου και γενικά σε όλους τους χώρους που κρίνει απαραίτητο η επιβλέπουσα υπηρεσία". Στο άρθρο 7 του αυτού νομοθετήματος ορίζονται τα εξής: "1. Ο ανάδοχος είναι υποχρεωμένος να κατασκευάσει το έργο κατά τους όρους της σύμβασης και τις σύμφωνες προς αυτή και το νόμο έγγραφες εντολές του φορέα κατασκευής του έργου.

Ο ανάδοχος που δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του μπορεί να κηρυχθεί έκπτωτος...". Περαιτέρω στο άρθρο 34 του ΠΔ 609/1985, με τίτλο "Κατασκευή δημοσίων έργων" ορίζεται ότι "1. Ο ανάδοχος έχει την υποχρέωση να τηρεί με ακρίβεια τη διάταξη και τις διαστάσεις των διαφόρων μερών του έργου, όπως προκύπτουν από τα εγκεκριμένα σχέδια ή άλλα στοιχεία της μελέτης... 3.

Αν δεν ορίζεται διαφορετικά στη σύμβαση, ο ανάδοχος υποχρεούται να διαθέσει για το έργο όλο το απαιτούμενο προσωπικό, υλικά, μηχανήματα, οχήματα, αποθηκευτικούς χώρους και οποιαδήποτε άλλα μέσα. Ο ανάδοχος σε κάθε περίπτωση βαρύνεται με όλες τις απαιτούμενες δαπάνες για την ολοκλήρωση του έργου, όπως είναι ...

οι δαπάνες αποζημιώσεων ζημιών στο προσωπικό του, στον κύριο του έργου ή σε οποιονδήποτε τρίτο και γενικά κάθε είδους δαπάνη απαραίτητη για την καλή και έντεχνη εκτέλεση του έργου. 4. Ο ανάδοχος έχει την υποχρέωση για την τήρηση των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας, των διατάξεων και κανονισμών για την πρόληψη ατυχημάτων στο προσωπικό ...

ή σε οποιονδήποτε τρίτο και για την λήψη μέτρων προστασίας του περιβάλλοντος. Σχετικά με την λήψη μέτρων ασφαλείας είναι υποχρεωμένος να εκπονεί με ευθύνη του κάθε σχετική μελέτη (στατική, ικριωμάτων, μελέτη προσωρινής σήμανσης έργων κ.λπ.) και να λαμβάνει όλα τα σχετικά μέτρα". Με την τελευταία αυτή διάταξη δεν επιχειρήθηκε, προδήλως, η κατάργηση ή τροποποίηση των σχετικών κειμένων διατάξεων, με τις οποίες ρυθμίζονται διαφορετικά τα ανωτέρω θέματα, αλλά αποκλειστικώς ο καθορισμός των υποχρεώσεων του αναδόχου έναντι του κυρίου του έργου προς εξυπηρέτηση των δια του Ν. 1418/1984 και του ΠΔ 609/1985 επιδιωκομένου σκοπού, συνισταμένου στην αρτιότερη και ευχερέστερη εκτέλεση των δημοσίων έργων.

Εκ τούτων, παρέπεται ότι ο κύριος δημοσίου έργου, έχοντας την ιδιότητα του προσήκοντος αναδόχου όπως προσδιορίζεται στην προαναφερθείσα διάταξη στο άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 1491/1984, υπέχει αστική ευθύνη για τις ζημίες που προκαλούνται σε τρίτους εξ αιτίας της εκτελέσεως δημοσίου έργου, έστω κι αν η εκτέλεση του έργου αυτού έχει ανατεθεί δια συμβάσεως σε ιδιώτη ανάδοχο (ΑΠ 2112/2014).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β', 914 και 932 ΑΚ, προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.

Για την στοιχειοθέτηση της παρανομίας δεν απαιτείται οπωσδήποτε παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί και η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρεώσεως για την λήψη ορισμένων μέτρων επιμέλειας και για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.

Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παραλείψεως του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλλε, με μέτρο την συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητας του, θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεώς του, ήλπισε όμως ότι θα το αποφύγει.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε όντως στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 431/2021, ΑΠ 1356/2018, ΑΠ 633/2014, ΑΠ 1693/2013, ΑΠ 180/2011). Άν η προκληθείσα ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή την δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά την συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή τη μείωση του ποσού της, κατά το παραπάνω άρθρο 300 ΑΚ.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στην συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1546/2014, ΑΠ 1513/2014).

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 76/2014).

Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς τον βαθμό, την βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 1348/2021, ΑΠ 1591/2014).

Περαιτέρω, σε απόφαση που εκδίδεται σε αγωγή αποζημιώσεως, που γίνεται δεκτή κατ' ουσίαν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά παραδοχή προβληθείσας από τον εναγόμενο ενστάσεως του άρθρου 300 ΑΚ μειώνεται αναλόγως κατά το ποσοστό της συνυπαιτιότητας το αριθμητικό ποσό ζημίας, ο εναγόμενος δύναται με την έφεσή του να διατυπώσει παράπονο κατά της πρωτόδικης αποφάσεως ως προς το κεφάλαιο της συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην έκταση της σωματικής του βλάβης, ζητώντας την παραδοχή της ενστάσεως του άρθρου 300 ΑΚ.

Στην περίπτωση αυτή συμπροσβάλλεται αναγκαίως και το κεφάλαιο της αποζημιώσεως υπό την έννοια, ότι σε περίπτωση παραδοχής της εφέσεως κατά το μνησθέν κεφάλαιο της ενστάσεως του άρθρου 300 ΑΚ, θα μειωθεί αναλόγως και το ποσό της αποζημιώσεως υπέρ του ενάγοντος. Η συμπροσβολή αυτή του κεφαλαίου της αποζημιώσεως είναι αυτονοήτως αναγκαία, παρά την ενίοτε μη ειδική επισήμανσή της για τον λόγο, ότι ο εκκαλών, ασκώντας έφεση, επιδιώκει, στην άνω περίπτωση, όχι μόνο την κήρυξη του παθόντος συνυπαιτίου στην έκταση της σωματικής του βλάβης, αλλά συγχρόνως την μείωση της υπέρ αυτού επιδικαζομένης αποζημιώσεως.

Διαφορετικά, θα προκύπτει το παράδοξο αποτέλεσμα, να αναγνωρίζεται, κατά παραδοχή του σχετικού κεφαλαίου εφέσεως, συνυπαίτιος για την έκταση της σωματικής του βλάβης ο ενάγων, όμως παρόλα αυτά να μη θίγεται καθόλου το κεφάλαιο της πρωτοδίκως υπέρ αυτού επιδικασθείσας αποζημιώσεως, γιατί θα θεωρείται ότι δεν προσβλήθηκε με την έφεση (ΑΠ 632/2010, ΑΠ 442/2002).

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 15/2006 ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει, μεταξύ άλλων, να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, πλην άλλων, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά, που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια, ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό.

Και συγκεκριμένα, όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο, ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια", καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντίφαση (ΟλΑΠ 32/1996, 20/2005.

ΟλΑΠ 16/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 238/2020, ΑΠ 587/2020, ΑΠ 1401/2010, ΑΠ 1198/2009, ΑΠ 216/2009). Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση, από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή οσάκις υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 238/2020, ΑΠ 573/2018).

Εξάλλου παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 - 449 ΚΠολΔ εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενο του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.

Επιπλέον, δεν υπάρχει παραμόρφωση όταν προσδίδεται στο έγγραφο ορισμένη έννοια, χωρίς να αλλοιώνεται το περιεχόμενό του. Εξάλλου, παραμόρφωση εγγράφου συνιστά και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης, δηλαδή για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραβιάσθηκε κατά το περιεχόμενο του.

Δεν αρκεί έτσι ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο επίσης θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 721/2018, 1434/2017, ΑΠ 1029/1988).

Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα εξής: 1) Το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, ώστε από την σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση να υπάρχει δυνατότητα στον Άρειο Πάγο να κρίνει αν υφίσταται διαγνωστικό λάθος, 2) το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο, διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο, 3) το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για το ότι υπάρχουν ή όχι κρίσιμα γεγονότα, 4) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, ενώ παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος, όταν δηλαδή σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 339 και 432 επ.

ΚΠολΔ έγγραφο αποδίδει περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι έχει και στην συνέχεια καταλήγει, στηριζόμενο αποκλειστικά ή κυρίως σε αυτό, σε περίπτωση συνεκτίμησής του με άλλα αποδεικτικά μέσα, σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα σχετικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν έχει απλώς συνεκτιμήσει το έγγραφο μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται το έγγραφο κατά το σχηματισμό του πορίσματός του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΑΠ 8/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1305/2014 απόφαση του προαναφερθέντος Τριμελούς Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά ως προς το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο σχετικό μέρος και συγκεκριμένα, ως προς την συνυπαιτιότητα του ήδη αναιρεσείοντος για την πρόκληση του ως άνω αναφερομένου εις βάρος του ατυχήματος, κατά την ανέλεγκτη κατ' άρθρον 561 § 2 ΚΠολΔ επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων επί λέξει τα ακόλουθα: "Η πρώτη εναγόμενη, κοινοπραξία με μέλη της τις δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των εναγομένων ανώνυμες τεχνικές εταιρίες, δυνάμει της από 29/10/1991 σύμβασης που σύναψε με το Ελληνικό Δημόσιο και της συναφούς, με αριθμό Διδ/0/14/57-Α/3-10-1991 απόφασης του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ ανέλαβε την εκτέλεση του με αριθμό 9071542 έργου κατασκευής του τμήματος Κινέττας - Αγίων Θεοδώρων του αυτοκινητοδρόμου Αθηνών - Κορίνθου.

Η κατασκευή θα γινόταν σύμφωνα με τις διατάξεις των τευχών της εγκεκριμένης από το ΥΠΕΧΩΔΕ μελέτης και της από μηνός Φεβρουάριου του έτους 1991 με αριθμό Τ. 3/2331 Ειδικής Συγγραφής Υποχρεώσεων (ΕΣΥ), καθώς και των διατάξεων του ν. 1418/1984 και του π.δ. 609/1985 περί κατασκευής δημοσίων έργων, έναντι συνολικού εργολαβικού ανταλλάγματος 3.475.222.029 δραχμών.

Ο ενάγων, ο οποίος είναι διπλωματούχος ηλεκτρολόγος και κάτοχος άδειας άσκησης επαγγέλματος Γ' κατηγορίας 100 KW, υπέβαλε στις 10/11/1994, προσφορά προς την πρώτη εναγόμενη, προκειμένου να αναλάβει, ως υπεργολάβος αυτής, το έργο τοποθέτησης 200 μεταλλικών στύλων ύψους 9 και 12 μέτρων, σε τσιμεντένιες βάσεις που θα είχε κατασκευάσει η πρώτη εναγόμενη, επί των πεζοδρομίων του υπό κατασκευή ως άνω τμήματος του αυτοκινητόδρομου, και να συνδέσει τα φωτιστικά σώματα των στύλων με το διερχόμενο δίκτυο της ΔΕΗ για τον ηλεκτροφωτισμό του εν λόγω τμήματος.

Πράγματι η πρώτη εναγόμενη αποδέχθηκε την ως άνω προσφορά και ανέθεσε στον ενάγοντα την εκτέλεση, υπεργολαβικά, του ανωτέρω έργου, το οποίο θα εκτελείτο σύμφωνα με τα σχέδια, που είχαν συνταχθεί από τους μηχανικούς της και είχαν εγκριθεί από την αρμόδια υπηρεσία του ΥΠΕΧΩΔΕ. Ο ενάγων, αφού παρέλαβε τα σχέδια που του παρέδωσε η πρώτη εναγομένη ξεκίνησε, περί τα τέλη Νοεμβρίου 1994 την εκτέλεση του έργου.

Η τοποθέτηση των στύλων γινόταν ως εξής: Ο κάθε στύλος δενόταν και μεταφερόταν στο σημείο τοποθέτησής του από ανυψωτικό μηχάνημα, το οποίο οδηγείτο από τον χειριστή του και οδηγό της κοινοπραξίας Ι. Π.. Στη συνέχεια ο ενάγων, με τη βοήθεια του εργάτη της κοινοπραξίας Η. Τ., και ενώ ο στύλος ήταν ανυψωμένος, τον έπιανε από το κάτω μέρος του προκειμένου να τον ευθυγραμμίσει και να τον κατευθύνει στην τσιμεντένια βάση που είχε κατασκευαστεί προγενέστερα από τα συνεργεία της πρώτης εναγομένης κοινοπραξίας.

Οι βάσεις αυτές είχαν μεταλλικά αγκύρια και ο στύλος, αφού ευθυγραμμιζόταν με τα αγκύρια, βιδωνόταν στα σπιρώματά τους. Μετά την ολοκλήρωση της τοποθέτησης ο ενάγων προέβαινε στην συνδεσμολογία του φωτιστικού σώματος του στύλου με τα καλώδια που έρχονταν από την τάφρο των καλωδίων της ΔΕΗ. Την διεύθυνση και την εποπτεία του εν λόγω έργου ανέλαβε αποκλειστικά ο ενάγων, ο οποίος καθόριζε ο ίδιος και το χρονοδιάγραμμα των εργασιών του.

Οι εργασίες ξεκίνησαν, όπως προαναφέρθηκε, περί τα τέλη Νοεμβρίου 1994 και εξελίσσονταν ομαλά, καθώς ο ενάγων, μέχρι τις 18/1/1995 είχε ήδη τοποθετήσει τους 180 από τους 200 στύλους. Κατά την ως άνω ημέρα και περί ώρα 10.00 π.μ., ο ενάγων, ο οποίος είχε ξεκινήσει να εργάζεται από τις 8.00 π.μ., είχε ήδη τοποθετήσει 17 στύλους και επιχειρούσε να τοποθετήσει άλλον έναν.

Ενώ, όμως, ο στύλος, μετά του επ' αυτού φωτιστικού σώματος, είχε ανυψωθεί και οδηγείτο στην προκατασκευασμένη τσιμεντένια βάση, που βρισκόταν στον ανισόπεδο κόμβο του 60ου χιλιομέτρου του προαναφερθέντος τμήματος του αυτοκινητόδρομου και ο ενάγων τον κρατούσε από το κάτω μέρος του, κεραυνοβολήθηκε από ηλεκτρική εκκένωση ισχύος 22.000 Volt, η οποία του προξένησε εκτεταμένα εγκαύματα σε όλο το σώμα.

Εκτός από τον ενάγοντα τραυματίστηκαν ο εργάτης Η. Τ. και ο οδηγός του γερανοφόρου Ι. Π.. Στην με ημερομηνία 11/4/1995 (αρ. πρωτ. 12/24-1-1995) Έκθεση Έρευνας που συντάχθηκε, μετά το ατύχημα, από τους Τεχνικούς Επιθεωρητές του Κέντρου Πρόληψης Επαγγελματικού Κινδύνου της Νομαρχίας Δυτικής Αττικής, αναφέρονται, κατά λέξη μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: "...

Στο συγκεκριμένο σημείο που συνέβη το ατύχημα η βάση ήταν τοποθετημένη - κατά τα λεγόμενα των μαρτύρων - ακριβώς κάτω από εναέριους ηλεκτροφόρους αγωγούς τάσεως 22.000 V που διέσχιζαν κάθετα τον δρόμο σε ύψος 13.00 μέτρων περίπου. Ο μεταλλικός στύλος που θα τοποθετείτο είχε ύψος μαζί με το φωτιστικό 12, 75 μ... το φωτιστικό ή ήλθε σε επαφή με τα καλώδια ή πλησίασε σε τέτοια απόσταση ώστε να δημιουργηθεί ηλεκτρικό τόξο από τη διαφορά δυναμικού μεταξύ στύλου και αγωγών, με συνέπεια να δεχθούν την επίδραση ηλ/κου ρεύματος...

Η ελάχιστη απόσταση ασφαλείας από αγωγούς τάσεως 22 KV είναι 0,78 μ. Επομένως, αν λάβουμε υπ' όψιν το ύψος των αγωγών 13.00 μ. και το ύψος του στύλου 12.75 μ. καθώς και πιθανή αιώρησή του από την βάση, έχουμε ελάχιστη διαφορά ύψους, μικρότερη του 0,78 εκατοστών αρκετή για να δημιουργηθεί το τόξο... Κατά την γνώμη μας το ατύχημα θα αποφεύγετο αν η εταιρεία ως ώφειλε είχε ειδοποιήσει εγγράφως τη ΔΕΗ και με την έγκρισή της ελάμβανε ειδικά μέτρα ασφαλείας, όπως αναφέρεται στο άρθρο 79 του ν. 1073/81...Προς τούτο θα έπρεπε να είχε εντοπισθεί η μικρή απόσταση των καλωδίων από τη βάση του στύλου και εναλλακτικά ή είχε επιλεγεί στύλος μικρότερου ύψους ή είχε καθορισθεί άλλη θέση για τη βάση μακρύτερα από το σημείο εκείνο, πράγμα που έγινε μετά το ατύχημα...".

Από όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν, αποδεικνύεται ότι μεταξύ στύλου και εναέριων ηλεκτροφόρων καλωδίων δημιουργήθηκε ηλεκτρικό τόξο, το οποίο προκάλεσε την ηλεκτρική εκκένωση που κεραυνοβόλησε τον ενάγοντα. Τούτο συνομολογείται από αμφότερα τα διάδικα μέρη και συνεπώς είναι άνευ εννόμου επιρροής, το αν το ύψος του στύλου είχε ύψος μαζί με το φωτιστικό 12 μ., όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι και προκύπτει και από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες (αφού το φωτιστικό είναι οριζόντιο και δεν προσθέτει ύψος στο στύλο), ή 12,75 μ., όπως αναφέρουν οι ανωτέρω τεχνικοί επιθεωρητές.

Μετά το ως άνω ατύχημα ασκήθηκε, μεταξύ άλλων, και κατά όλων των εναγομένων, φυσικών προσώπων, της κρινόμενης αγωγής, ποινική δίωξη για τις αξιόποινες πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια παρ' υποχρέου κατά συρροή και παράβαση των άρθρων 79 και 115 του π.δ. 1073/1981. Κατόπιν αυτού διενεργήθηκε προανάκριση, η οποία περατώθηκε με απευθείας κλήση στο ακροατήριο.

Κατά του κλητηρίου θεσπίσματος που τους παρέπεμψε, ασκήθηκαν προσφυγές από τους δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο και έβδομο των κατηγορουμένων, οι οποίες έγιναν τυπικά και ουσιαστικά δεκτές, με την με αριθμό 67/1996 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, που παρήγγειλε την εισαγωγή της υπόθεσης στο Δικαστικό Συμβούλιο.

Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το με αριθμό 1471/1997 βούλευμα, αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά των κατηγορουμένων καθώς έκρινε ότι δεν προέκυψαν σε βάρος τους σοβαρές ενδείξεις ενοχής. Με την με αριθμό 124.023/1998 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, οι εκ των εναγομένων Ν. Σ., Α. Σ. και Ι.

Π., καταδικάστηκαν για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια παρ' υποχρέου σε βάρος του ενάγοντος, σε φυλάκιση οκτώ (8) μηνών καθένας. Η απόφαση αυτή έχει καταστεί τελεσίδικη μετά την απόρριψη της αναίρεσης, με την με αριθμό 2378/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, που ασκήθηκε από τους δύο πρώτους κατηγορούμενους κατά της, επίσης καταδικαστικής σε βάρος τους μετά από άσκηση έφεσης, απόφασης με αριθμό 19237/2001 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Σύμφωνα με όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν, υπαιτιότητα, κατ' αρχήν, για το πιο πάνω ατύχημα, φέρει η πρώτη εναγόμενη κοινοπραξία, ευθυνόμενη... αντικειμενικώς και αποκλειστικά εκείνη, ως ανάδοχος εργολάβος δημοσίου έργου και ανεξαρτήτως του αν είχε διατηρήσει για τον εαυτό της ή όχι την επίβλεψη του έργου που είχε αναθέσει, υπεργολαβικά, στον ενάγοντα.

Εις ολόκληρον με την πρώτη εναγόμενη ευθύνονται και οι δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των εναγομένων, μέλη της κοινοπραξίας, αφού η ευθύνη τους ρυθμίζεται, κατά τα προαναφερθέντα, από τις διατάξεις που ρυθμίζουν τις σχέσεις της ομόρρυθμης εταιρείας, με αποτέλεσμα οι ανωτέρω εταιρείες να έχουν την ευθύνη των ομορρύθμων εταίρων.

Όπως δε αποδείχθηκε, η αμέλεια, η οποία οδήγησε στην πρόκληση του επίδικου ατυχήματος, εντοπίζεται σε δύο σημεία, ήτοι: α) στην μη ειδοποίηση της ΔΕΗ για την διακοπή του ρεύματος και β) στην κατασκευή της τσιμεντένιας βάσης, όπου επρόκειτο να τοποθετηθεί ο μοιραίος στύλος, σε λάθος σημείο, ήτοι ακριβώς κάτω από τα εναερίως διερχόμενα, κάθετα στην οδό, καλώδια της ΔΕΗ, ή, εναλλακτικά, στην τοποθέτηση στύλου μεγαλύτερου ύψους από το επιτρεπόμενο στη συγκεκριμένη περίπτωση (12 μ.

αντί 9 μ.). Όσον αφορά το πρώτο σκέλος της αμέλειας, υποχρέωση για την υποβολή της σχετικής αίτησης προς την ΔΕΗ είχε η πρώτη εναγόμενη κοινοπραξία, ως η ανάδοχος εργολάβος που εκτελούσε το έργο. Ωστόσο για να υποβληθεί το σχετικό αίτημα από την πρώτη εναγομένη, έπρεπε προηγουμένως να έχει ενημερωθεί από τον ενάγοντα για τον ακριβή χρόνο που εκείνος σκόπευε να τοποθετήσει τον προαναφερθέντα στύλο, ενόψει του ότι, όπως αποδείχθηκε, ο ενάγων εργαζόταν ανεξάρτητα και με δική του πρωτοβουλία, χωρίς να του έχει τεθεί κάποιο χρονοδιάγραμμα από την πρώτη εναγομένη ή να του έχουν δοθεί ειδικές περί τούτου οδηγίες.

Όμως τέτοια ενημέρωση δεν υπήρξε από τον ενάγοντα προς την πρώτη εναγομένη. Επομένως, όσον αφορά το ανωτέρω σκέλος της αμέλειας η πρώτη εναγόμενη δεν φέρει ευθύνη, αφού η υπαιτιότητα βαραίνει αποκλειστικά τον ίδιο τον ενάγοντα, ο οποίος όφειλε να ενημερώσει την κοινοπραξία προκειμένου να ζητηθεί η διακοπή της ηλεκτροδότησης, καθώς ήταν ο μόνος που γνώριζε τον ακριβή χρόνο που θα προέβαινε στην τοποθέτηση του συγκεκριμένου στύλου, ο οποίος είχε την ιδιαιτερότητα να βρίσκεται ακριβώς κάτω από τα εναερίως διερχόμενα καλώδια της ΔΕΗ.

Περαιτέρω και όσον αφορά το δεύτερο σκέλος της αμέλειας, αυτό δηλαδή της τοποθέτησης της τσιμεντένιας βάσης σε λάθος θέση, υπαιτιότητα φέρει η κοινοπραξία (με τα τρία μέλη της), η οποία δια του πολιτικού μηχανικού της Α. Σ., που ήταν ο υπεύθυνος του κατασκευαστικού σκέλους του έργου, όφειλε να έχει αντιληφθεί και να έχει εντοπίσει ότι η προαναφερθείσα τσιμεντένια βάση δεν είχε κατασκευαστεί σε σωστή θέση, αφού ακριβώς πάνω από αυτή διέρχονταν ηλεκτροφόρα καλώδια, τα οποία μπορούσαν να προκαλέσουν ατύχημα, όπως και προκάλεσαν, ώστε να την μετακινήσουν σε σωστή θέση, όπως και έπραξαν μετά το ατύχημα.

Εναλλακτικά δε και για την περίπτωση που η βάση παρέμενε στην ίδια θέση, τα ίδια ως άνω πρόσωπα, όφειλαν να επιλέξουν να τοποθετήσουν στύλο μικρότερου ύψους, ήτοι στύλο 9 μ. και όχι 12 μ. Συνυπαιτιότητα όμως, σ' αυτό το σκέλος της αμέλειας φέρει και ο ίδιος ο παθών, ο οποίος δεν εντόπισε το πρόβλημα ώστε να ζητήσει κι εκείνος από την ανάδοχο εταιρία, είτε την αλλαγή της θέσης της τσιμεντένιας βάσης, είτε την τοποθέτηση στύλου ύψους 9 μ.

Ειδικότερα ο ενάγων λόγω των γνώσεων που είχε πάνω στο συγκεκριμένο αντικείμενο, καθώς ήταν κάτοχος της ανώτερης κατηγορίας πτυχίου ηλεκτρολόγου, αλλά και της εμπειρίας του, τόσο της γενικής, ως ηλεκτρολόγου, όσο και της ειδικής, λόγω του ότι είχε τοποθετήσει ήδη στο συγκεκριμένο έργο περί τους 197 στύλους από τους 200, μπορούσε και όφειλε να εντοπίσει το πρόβλημα και να ενημερώσει την ανάδοχο εταιρεία, ώστε εκείνη να προβεί σε αλλαγή των αρχικών της σχεδίων.

Τέτοια επισήμανση, όμως, και ενημέρωση της πρώτης εναγομένης από τον ενάγοντα, δεν υπήρξε. Σύμφωνα με όσα ανωτέρω, έγιναν δεκτά αποδεικνύεται η συνυπαιτιότητα του ενάγοντος στο σοβαρό τραυματισμό του, η οποία, συνυπολογιζόμενη συνολικά και για τα δύο σκέλη αμέλειας, προσδιορίζεται στο ποσοστό του 70%. Επομένως η ευθύνη των πρώτης, δεύτερης, τρίτης και τέταρτης των εναγομένων για τον τραυματισμό του ενάγοντος ανέρχεται σε ποσοστό 30%.

Ατομική αδικοπρακτική ευθύνη των λοιπών εναγομένων, νομίμων εκπροσώπων των τριών εταιρειών, μελών της πρώτης εναγόμενης κοινοπραξίας, καθώς και των προστηθέντων από αυτήν στην εκτέλεση του έργου, δεν αποδείχθηκε ότι υφίσταται, ώστε να θεμελιωθεί και προσωπική τους ευθύνη έναντι του ενάγοντος. Εξάλλου...

η καθιέρωση από το νόμο αποκλειστικής ευθύνης του αναδόχου σε περίπτωση κατασκευής δημοσίου έργου, έγινε για λόγους προνοίας υπέρ των, κατά τεκμήριο οικονομικά ασθενέστερων, προσώπων που απασχολεί ο ανάδοχος, τα οποία εξαρτώνται από αυτόν και από τη δραστηριότητά τους εκείνος (ανάδοχος) αποκομίζει οφέλη.

Στο σημείο τούτο θα πρέπει να επισημανθεί ότι η ποινική καταδίκη των Ν. Σ., Α. Σ. και Ι. Π., για την σωματική βλάβης που υπέστη ο ενάγων, δεν αποτελεί δεδικασμένο ούτε δεσμεύει το παρόν δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αστικής διαφοράς...".

Με τον δεύτερον αναιρετικό λόγο κατά το δεύτερο σκέλος του ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την απορρέουσα από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ισχυριζόμενος ότι ως προς το θέμα της συνυπαιτιότητός του για την πρόκληση του ως άνω εις βάρος του ατυχήματος, περιελήφθησαν ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες και ως εκ τούτου αυτή στερείται νόμιμης βάσης.

Στην κρινομένη όμως αίτηση αναιρέσεως δεν προσδιορίζεται όπως ασφαλώς θα έπρεπε, σε τι ακριβώς συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών αλλά και η σύνδεση των σχετικών παραδοχών του Εφετείου με το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, ούτε εξειδικεύεται το σχετικό σφάλμα του δικαστηρίου και συγκεκριμένα, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες ακριβώς είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση αλλά και από πού αυτή προκύπτει και ως εκ τούτου ο προαναφερθείς αναιρετικός λόγος τυγχάνει αόριστος και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί.

Ο ίδιος όμως λόγος τυγχάνει και αβάσιμος, δεδομένου ότι με τις προεκτεθείσες παραδοχές του, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτή την επιβαλλόμενη αιτιολογία που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής της σχετικής ουσιαστικού δικαίου διατάξεως, δηλαδή του άρθρου 300 ΑΚ, την οποία έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, καθόσον, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν περιεχόμενό της, αναφέρονται με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο σχετικό αποδεικτικό της πόρισμα.

Ειδικότερα ως προς το παραπάνω θέμα της συνυπαιτιότητος του αναιρεσείοντος για το παραπάνω εις βάρος του προκληθέν ατύχημα, το Εφετείο δέχθηκε ότι αυτό οφείλεται και στην παράλειψη του ίδιου να ειδοποιήσει την ως άνω ανάδοχο - εργολάβο περί της αναγκαιότητας και του ακριβούς χρόνου διακοπής από την ΔΕΗ της ηλεκτροδοτήσεως της περιοχής στην οποία γίνονταν οι εργασίες τοποθετήσεως των μεταλλικών στύλων και των φωτιστικών σωμάτων και επί πλέον, να ζητήσει από την προαναφερθείσα ανάδοχο - εργολάβο εταιρία να προβεί είτε στην αλλαγή θέσης της τσιμεντένιας βάσης, είτε στην τοποθέτηση στύλου ύψους 9 μέτρων αντί 12 μέτρων, αφού αυτός (ο αναιρεσείων) λόγω των ειδικών γνώσεων που είχε στο συγκεκριμένο αντικείμενο, καθώς ήταν κάτοχος της ανώτερης κατηγορίας πτυχίου ηλεκτρολόγου αλλά και της εμπειρίας του, τόσον της γενικής, ως ηλεκτρολόγου, όσον και της ειδικής λόγω του ότι κατά το χρονικό σημείο που προκλήθηκε το εν λόγω εις βάρος του ατύχημα, αυτός είχε ήδη τοποθετήσει στο παραπάνω έργο 197 στύλους από τους 200 συνολικά και ως εκ τούτου θα μπορούσε αλλά και θα όφειλε να είχε εντοπίσει το πρόβλημα και να είχε ενημερώσει σχετικώς την ανάδοχο εταιρία, ώστε εκείνη να προβεί σε αλλαγή σχεδίων.

Με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο κατά το τρίτο σκέλος του από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 10-11-1994 έγγραφης προσφοράς του προς την πρώτη αναιρεσίβλητη. Ο αναιρετικός όμως αυτός λόγος τυγχάνει απαράδεκτος, καθόσον για την σχετική κρίση του ως προς τις αναληφθείσες εκ μέρους του υποχρεώσεις και στις εργασίες που ανέλαβε να εκτελέσει, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν στηρίχθηκε αποκλειστικώς και μόνον στην προαναφερθείσα έγγραφη προσφορά του αλλά και σε άλλα αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα, στις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που περιέχονται στην υπ' αριθμ. 980/2000 εισηγητική έκθεση καθώς επίσης και στα προσκομισθέντα εκ μέρους των διαδίκων έγγραφα.

Εξάλλου το Εφετείο με την ως άνω προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1305/2014 απόφασή του, δέχθηκε ακόμη κατά την ανέλεγκτη κατ' άρθρον 561 § 2 ΚΠολΔ επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων επί λέξει και τα εξής: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι από το ένδικο ατύχημα ο ενάγων υπέστη βαρύτατες σωματικές βλάβες και, ειδικότερα, εισήχθη αυθημερόν (18/1/1995) στο Τμήμα Πλαστικής Χειρουργικής και Μικροχειρουργικής του Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών με ηλεκτρικό έγκαυμα και βαρύτατες βλάβες δεξιάς και αριστεράς άκρας χειρός, καθώς και του δεξιού και αριστερού κάτω άκρου.

Σύμφωνα με την με αριθμό 450/24-1-1995 ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή Φίλιππου Κουτσαύτη ο ενάγων έφερε "Εκτεταμένα και βαριά εγκαύματα εξ επιδράσεως ηλεκτρικού ρεύματος επί του κάτω χείλους του στόματος και του πώγωνος δεξιά και επί του δεξιού μηρού. Εγένετο χειρουργικός καθαρισμός και τοποθέτηση μοσχευμάτων.

Εκ της βαρείας ταύτης σωματικής βλάβης εξ επιδράσεως ηλεκτρικού ρεύματος προκληθείσης, ο ανωτέρω θέλει νοσήσει και απόσχει των ασχολιών του επί έξι (6) μήνες από τον τραυματισμό του, εκτός επιπλοκής ή υστερογενούς βλάβης". Επίσης, σύμφωνα με την με αριθμό 451/24-1-1995 ιατροδικαστική έκθεση του ιδίου ως άνω ιατροδικαστή ο ενάγων έφερε: "Εκτεταμένα εγκαύματα εξ επιδράσεως ηλεκτρικού ρεύματος υψηλού δυναμικού.

Επί της δεξιάς χειρός παρατηρείται βαθύ ηλεκτρικό έγκαυμα κυκλοτερές επί της βάσεως του δεξιού παραμέσου δακτύλου μετά θρομβώσεως δύο δακτυλικών αρτηριών. Παρά τις ιατρικές προσπάθειες ακολούθησε νέκρωση του δακτύλου και υποχρεωτικός ακρωτηριασμός αυτού από του ύφους του 4ου μετακαρπίου. Παρατηρείται έγκαυμα του ωλενίου χείλους μέχρις των μυών του θέναρος.

Εγένετο καθαρισμός και τοποθέτηση μοσχευμάτων. Παρατηρείται δερματικό έλλειμμα ραχιαίας επιφανείας 5ου δακτύλου και 4ου μεσοδακτυλίου διαστήματος εγένετο τοποθέτηση μοσχευμάτων. Επί της αριστεράς χειρός φέρει εγκαύματα ηλεκτρικά επί της παλάμης ιδίως στο 2° μετακάρπιο εγένετο χειρουργικός καθαρισμός και τοποθέτηση δερματικών μοσχευμάτων, εμφανίζει προβλήματα εκ του μέσου νεύρου.

Επί του δεξιού μηρού παρατηρείται έλλειμμα δερματικό διαστάσεων 10X2 εκ.μ. εγένετο τοποθέτηση μοσχευμάτων. Επί του αριστερού κάτω άκρου και συγκεκριμένα επί της έξω επιφανείας κάτω τριτημορίου του αριστερού μηρού και έξω επιφανείας του αριστερού γόνατος παρατηρείται μεγάλο έλλειμμα διαστάσεων περίπου 20X10 εκ.μ.

τοποθετήθηκε μόσχευμα. Εκ της βαρείας τούτης σωματικής βλάβης εξ επιδράσεως ηλεκτρικού ρεύματος ο ανωτέρω θέλει νοσήσει και απόσχει των ασχολιών του επί ένα (1) χρόνο από τον τραυματισμό του, εκτός επιπλοκής τινός ή υστερογενούς βλάβης και ανεξαρτήτως της μερικής μονίμου αναπηρίας η οποία εγκαταστάθηκε σ' αυτόν".

Επίσης στο με αριθμό 1448/1995 πιστοποιητικό του Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι: "...Κατά τη δεξιά χείρα οι εγκαυματικές βλάβες αφορούσαν πλήρη νέκρωση του παράμεσου, για την οποία έγινε ακτινωτός ακρωτηριασμός, καθώς και νεκρώσεις μαλακών μορίων κατά τη ραχιαία επιφάνεια του δείκτη στο επίπεδο της μετακαρπο-φαλαγγικής αρθρώσεως και της πρώτης φάλαγγος και κατά το ωλένιο χείλος της χειρός.

Κατά την αριστερά άκρα χείρα οι εγκαυματικές βλάβες αφορούσαν τα μαλακά μόρια της παλαμιαίας επιφάνειας. Λόγω αποκαλύψεως των καμπτήρων τενόντων του δείκτη, όπου και έγινε κάλυψη της εγκαυματικής επιφάνειας δια απομακρυσμένου βουβωνικού κρημνού. Το δεξιό κάτω άκρο εμφανίζει εγκαυματική επιφάνεια κατά τη πρόσθια επιφάνεια του κάτω τριτημορίου του μηρού.

Το αριστερό κάτω άκρο εμφανίζει εκτεταμένη εγκαυματική επιφάνεια κατά την έξω επιφάνεια του κατωτέρου τριτημορίου του μηρού και του γόνατος. Προβλέπονται περαιτέρω επεμβάσεις για την κάλυψη των ελλειμμάτων και την λειτουργική αποκατάσταση του ασθενούς". Σύμφωνα δε με το με αριθμό 3140/1996 πιστοποιητικό του ιδίου ως άνω νοσοκομείου, κατά την εξέταση του ενάγοντος στις 19/4/1996, διαπιστώθηκε ότι "εμφανίζει ρικνωτική ουλή κατά το III και V μεσοδακτύλιο διάστημα της δεξιάς άκρας χειρός το οποίο επιδέχεται βελτιωτικής επέμβασης..".

Τέλος στην με ημερομηνία 24/4/96 ιατρική βεβαίωση του ιδιώτη ιατρού Παύλου Σακκά, νευρολόγου - ψυχίατρου, αναφέρεται ότι "Ο κ. Ι. Τ., παρουσιάζει αγχώδη διαταραχή μετά την ψυχοτραυματική εμπειρία που υπέστη κατά το εργατικό του ατύχημα, τον προηγούμενο χρόνο. Η διαταραχή αυτή, αφενός προκαλεί ανάδυση άγχους, κάθε φορά που αυτός έρχεται σε επαφή με το αντικείμενο της εργασίας του, αφετέρου του επιτείνει το αίσθημα αναπηρίας και εμποδίζει την επαγγελματική και κοινωνική του αποκατάσταση".

Περαιτέρω ο πραγματογνώμονας Γ. Π., που διορίστηκε με την προδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ο οποίος εξέτασε τον ενάγοντα το έτος 2001, αναφέρει τα ακόλουθα όσον αφορά την κατάσταση του κατά τον χρόνο αυτό : "Ψυχιατρική εξέταση: Είναι άτομο με καλό προσανατολισμό στο χώρο και στο χρόνο. Έχει καλή λειτουργία των ανώτερων ψυχικών λειτουργιών.

Διαπιστώνεται όμως ύπαρξη μετατραυματικής αγχώδους διαταραχής συνεπεία του ατυχήματος που αφορά την αποφυγή εξάσκησης του επαγγέλματος του ηλεκτρολόγου λόγω της ιδιαίτερα επώδυνης εμπειρίας του ατυχήματος. Νευρολογική εξέταση: Από τη σωματική και νευρολογική εξέταση διαπιστώνεται ότι: α) στο δεξί άνω άκρο έχει γίνει: 1) ακρωτηριασμός του παράμεσου δακτύλου, 2) ο δείκτης έχει ουλή, 3) ουλή στο ωλένιο χείλος της άκρας χειρός.

Υπάρχει δυσκολία σε ορισμένες κινήσεις των δακτύλων της δεξιάς άκρας χειρός. β) στο αριστερό άνω άκρο παρατηρείται ουλή στην παλάμη και δυσκολία στην κίνηση του δείκτη: 1) παρατηρούνται ουλές στο δεξιό μηρό, 2) παρατηρούνται ουλές στο αριστερό πόδι. Αναφέρεται "μούδιασμα " στο αριστερό κάτω άκρο, ενώ στα ερωτήματα που τέθηκαν στον ανωτέρω πραγματογνώμονα από το δικαστήριο απαντά ως εξής: "Λόγω του ατυχήματος υπάρχει μερική αναπηρία που είναι μόνιμη.

Λόγω της μερικής αναπηρίας στο δεξιό άνω άκρο και της δυσχέρειας κίνησης δακτύλων είναι ιδιαίτερα δύσκολη η εξάσκηση του ευαίσθητου και επικίνδυνου επαγγέλματος του ηλεκτρολόγου. Λόγω του ατυχήματος έχει δημιουργηθεί μετατραυματική αγχώδης διαταραχή που δημιουργεί φοβία στον ενάγοντα στην άσκηση του επαγγέλματος του ηλεκτρολόγου".

Το ίδιο έτος και συγκεκριμένα στις 31/5/2001, ο ενάγων εξετάστηκε από τον τεχνικό σύμβουλο των εναγομένων Α. Δ., Νευρολόγο Ψυχίατρο, αλλά και τον Επίκουρο Καθηγητή της Χειρουργικής του Παν/μιου Αθηνών Μ. Γ., τις υπηρεσίες του οποίου ζήτησε ο ανωτέρω τεχνικός σύμβουλος, προκειμένου να απαντηθούν ερωτήματα της ειδικότητάς του.

Σύμφωνα με την από 25/6/2001 έκθεσή του, ο ως άνω τεχνικός σύμβουλος, αφού επισημαίνει, μεταξύ άλλων, το γεγονός ότι ο ενάγων, σε σχετική ερώτηση που του υπέβαλε, απάντησε "παίζω καμιά φορά ρακέτες", καταλήγει στα ακόλουθα συμπεράσματα: "α. Απουσία νευρικής συμμετοχής στις περιοχές των σωματικών βλαβών όπου έγιναν χειρουργικές (πλαστικές κλπ) επεμβάσεις, β.

Απουσία νοσηρού τύπου ψυχικών διαταραχών, γ. Απουσία αγχωδών ή καταθλιπτικών εκδηλώσεων αντιδραστικών προς τις συνέπειες του ατυχήματος. Διακρίνεται βαθμός διεκδικητικότητας με την υπερβολή στην επίδειξη των υπολειμματικών σωματικών του βλαβών, όπως και βαθμός επιφυλακτικότητας στην απάντησή του στο ερώτημα αν θα συνεχίσει το επάγγελμα του ηλεκτρολόγου "όχι...δεν το έχω σκεφθεί", προφανώς για να αποφύγει την παραδοχή του ότι τώρα όλα έχουν καλώς και ότι δύναται να εργασθεί ως ηλεκτρολόγος".

Επίσης ο Επίκουρος Καθηγητής της Χειρουργικής του Παν/μιου Αθηνών Μ. Γ. αναφέρει στην με ημερομηνία 25/6/2001 ιατρική έκθεση - γνωμάτευση που συνέταξε, ότι : "Η άσκηση του επαγγέλματος του ηλεκτρολόγου, ή άλλου παρεμφερούς προς τούτο επαγγέλματος, από τον κ. Ι. Δ. Τ., από ανατομοφυσιολογικής αρτιότητος λειτουργικότητος, είναι δυνατή και δεν υπάρχει ούτε μόνιμη, ούτε πρόσκαιρη ανικανότητα για ηλεκτρολογικές εργασίες ή άλλης φύσεως εργασίες".

Από όλα όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν συνάγεται το συμπέρασμα ότι ο ενάγων, εξ αιτίας του προαναφερθέντος ατυχήματος, υπέστη μόνιμη αναπηρία η οποία χαρακτηρίζεται ως μερική και όχι ως ολική. Τούτο σημαίνει, κατά την κρίση του δικαστηρίου, ότι πράγματι ο ενάγων για χρονικό διάστημα 15 μηνών μετά το ατύχημα, ήτοι μέχρι 30/4/1996, αδυνατούσε να εργασθεί, καθώς νοσηλεύθηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα σε νοσοκομεία και υποβλήθηκε σε αλλεπάλληλες χειρουργικές επεμβάσεις, με αποτέλεσμα να απέχει από οποιαδήποτε εργασία.

Αποδείχθηκε, επίσης, ότι για μια ακόμα πενταετία μετά τις 30/4/1996, ήτοι μέχρι 30/4/2001, επίσης αδυνατούσε να εργαστεί και να εξασκήσει, τόσο το επάγγελμα του ηλεκτρολόγου, όσο και οποιοδήποτε άλλο επάγγελμα. Το διάστημα αυτό, μάλιστα, κρίνεται απολύτως αναγκαίο, τόσο για την προσαρμογή του ενάγοντος, σωματική και ψυχολογική, στα νέα δεδομένα της ζωής του, λαμβανομένων υπόψη του είδους και της σοβαρότητας του τραυματισμού του, όσο και για τον προσανατολισμό του προς κάποιο άλλο επάγγελμα, την ανεύρεσή του και την εξειδίκευσή του σ' αυτό.

Για το μετά την εν λόγω πενταετία χρονικό διάστημα, όμως, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είναι ανίκανος προς εργασία ούτε ότι δεν εργάζεται, καθώς δεν προσκομίστηκε κάποιο σχετικό έγγραφο (π.χ. καθορισμός ποσοστού ανικανότητας από τον ασφαλιστικό του φορέα, φορολογικές δηλώσεις κλπ.). Εξάλλου, λόγω της μερικής και όχι ολικής ανικανότητας του ενάγοντος, της όχι μεγάλης ηλικίας του (41 ετών το έτος 2001) και του ικανού χρόνου που παρήλθε από τον χρόνο του ατυχήματος, το δικαστήριο κρίνει ότι μπορεί να απασχοληθεί σε κάποια άλλη εργασία (π.χ.

φύλακας). Άλλωστε και ο ίδιος ο ενάγων δήλωσε στους προαναφερθέντες τεχνικούς συμβούλους των εναγομένων που τον εξέτασαν (το έτος 2001) ότι εκπαιδευόταν στη χρήση προγραμμάτων στον υπολογιστή, προκειμένου να ασχοληθεί με κάποια σχετική εργασία. Να σημειωθεί, επίσης, ότι ο ενάγων είναι αριστερόχειρας (βλ.

κατάθεση μάρτυρα του Κ. Κ. - εισηγητική έκθεση, κατάθεση στις 10/1/2002) και συνεπώς ο ακρωτηριασμός του δεξιού του παράμεσου δεν αποτελεί ανυπέρβλητο πρόβλημα γι' αυτόν όσον αφορά τη δυνατότητά του στη χρήση αντικειμένων. Αποδείχθηκε, επίσης ότι ο ενάγων, θα κέρδιζε από την εργασία του ως ηλεκτρολόγος, με βεβαιότητα και κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, το ποσό των 200.000 δρχ.

μηνιαίως. Επομένως, με βάση τα όσα ανωτέρω έγιναν δεκτά, ο ενάγων δικαιούται: α) για το χρονικό διάστημα από 1/2/1995 μέχρι 30/4/1996 το ποσό των 3.000.000 δρχ. (15 μήνες Χ 200.000 δρχ. μηνιαίως) ή 8.804,10 ευρώ, το οποίο απώλεσε λόγω της ανικανότητάς του προς εργασία και το οποίο θα κέρδιζε με βεβαιότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων αν δεν είχε μεσολαβήσει ο τραυματισμός του.

Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι το ανωτέρω κεφάλαιο, παρά το ότι δεν προσβάλλεται ρητά με λόγο έφεσης, θεωρείται συμπροσβαλλόμενο αναγκαίως με το κεφάλαιο της υπαιτιότητας, υπό την έννοια, ότι σε περίπτωση παραδοχής της έφεσης κατά το κεφάλαιο της ένστασης του άρθρου 300 ΑΚ, θα μειωθεί αναλόγως και το ποσό της αποζημίωσης υπέρ του ενάγοντος...

Επομένως το ανωτέρω ποσό θα μειωθεί κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητας του ενάγοντος (70%), ήτοι κατά το ποσό των 6,162,87 ευρώ (8.804,10 Χ 70%) και επομένως αυτός δικαιούται να λάβει το ποσό των 2.641,23 ευρώ, β) για το χρονικό διάστημα από 1/5/1996 μέχρι 30/4/2001, ήτοι για χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών που, κατά την κρίση του δικαστηρίου και κατά τα προαναφερθέντα, ο ενάγων, όπως αποδείχθηκε, αδυνατούσε να ασκήσει οποιοδήποτε επάγγελμα, θα κέρδιζε μετά βεβαιότητας και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων το ποσό των 200.000 δρχ.

και συνολικά για τα πέντε (5) χρόνια το ποσό των 12.000.000 δρχ. ή 35.216,43 ευρώ, το οποίο θα μειωθεί κατά το ποσοστό της συνυπαιτιότητάς του (70%), ήτοι κατά το ποσό των 24.651,50 ευρώ (35.216,43 Χ 70%) και επομένως δικαιούται να λάβει το ποσό των 10.564,93 ευρώ. Επομένως από τις πιο πάνω αιτίες ο ενάγων δικαιούται το συνολικό ποσό των, 13.206,16 ευρώ...".

Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο κατά το τρίτο σκέλος του ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την απορρέουσα από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ισχυριζόμενος ότι υπάρχει αντίφαση ως προς το χρονικό διάστημα κατά το οποίο αυτός κατέστη ανάπηρος και ως εκ τούτου ανίκανος προς εργασίαν.

Ο λόγος όμως αυτός είναι αόριστος, γιατί δεν προσδιορίζεται στην κρινομένη αίτηση η σχετική αντίφαση ούτε εξειδικεύεται το σχετικό σφάλμα του δικαστηρίου. Ο ίδιος όμως λόγος είναι και απαράδεκτος καθώς με την επίκληση της παραπάνω πλημμέλειας πλήττεται η κατ' άρθρον 561 παρ. 1 ΚΠολΔ ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας σχετικά με το παραπάνω θέμα, δηλαδή για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο αναιρεσείων δεν μπορούσε να εργασθεί λόγω των σωματικών βλαβών που υπέστη από το παραπάνω αναφερόμενο εις βάρος του ατύχημα.

Ο παραπάνω λόγος όμως είναι ακόμη και αβάσιμος από ουσιαστικής απόψεως, γιατί με τις προαναφερθείσες παραδοχές του, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε στην απόφασή του την επιβαλλόμενη αιτιολογία που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των σχετικών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και συγκεκριμένα, των άρθρων 914 και 929 ΑΚ, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, καθόσον, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν περιεχόμενό της, αναφέρονται με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο σχετικό αποδεικτικό της πόρισμα.

Ειδικότερα ως προς το παραπάνω θέμα της ανικανότητος του αναιρεσείοντος για εργασία αναφέρονται αναλυτικά οι σωματικές βλάβες που προκλήθηκαν σ' αυτόν από το παραπάνω περιγραφόμενο εις βάρος του ατύχημα αλλά και την κατάσταση της υγείας του, εξαιτίας της οποίας αυτός δεν ήταν σε θέση να εργασθεί κατά το επίσης αναφερόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση χρονικό διάστημα.

Περαιτέρω λόγοι εφέσεως αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, εφόσον αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών και συνεπώς το Εφετείο υποπίπτει στην πλημμέλεια του άνω άρθρου, εφόσον δεν εξετάζει τέτοιο λόγο εφέσεως. Εξάλλου, όπως ήδη αναφέρθηκε, κατ' αποφάσεως εκδοθείσας επί αγωγής αποζημιώσεως, η οποία έγινε κατ' ουσίαν δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με παράλληλη απόρριψη της από τον εναγόμενο προταθείσας ενστάσεως του άρθρου 300 ΑΚ, δύναται ο εναγόμενος με την έφεσή του να διατυπώσει παράπονο κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως κατά το κεφάλαιο της απόρριψης της παραπάνω ενστάσεως ζητώντας την παραδοχή της.

Στην περίπτωση όμως αυτή συμπροσβάλλεται αναγκαίως και το κεφάλαιο της σχετικής αποζημιώσεως υπό την έννοια, ότι σε περίπτωση παραδοχής της εφέσεως κατά το μνησθέν κεφάλαιο της ενστάσεως του άρθρου 300 ΑΚ, θα μειωθεί αναλόγως και το ποσόν της αποζημιώσεως υπέρ του ενάγοντος. Η συμπροσβολή αυτή του κεφαλαίου της αποζημιώσεως είναι αυτονοήτως αναγκαία, παρά την ενίοτε μη ειδική επισήμανσή της για τον λόγο, ότι ο εκκαλών, ασκώντας έφεση, επιδιώκει, στην άνω περίπτωση, όχι μόνον την κήρυξη του παθόντος συνυπαιτίου στην έκταση της σωματικής του βλάβης, αλλά συγχρόνως την μείωση της υπέρ αυτού επιδικαζομένης αποζημιώσεως.

Διαφορετικά, θα προκύπτει το παράδοξο αποτέλεσμα, να αναγνωρίζεται, κατά παραδοχή του σχετικού κεφαλαίου εφέσεως, συνυπαίτιος για την έκταση της σωματικής του βλάβης ο ενάγων, όμως παρόλα αυτά να μην θίγεται καθόλου το κεφάλαιο της πρωτοδίκως υπέρ αυτού επιδικασθείσας αποζημιώσεως, γιατί θα θεωρείται ότι δεν προσβλήθηκε με την έφεση (ΑΠ 632/2010, ΑΠ 442/2002).

Με το δεύτερο σκέλος του τρίτου αναιρετικού λόγου ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την απορρέουσα από το άρθρο 559 αριθ. 8 πλημμέλεια, αλλά και με το πρώτο σκέλος του αυτού ως άνω τρίτου λόγου προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την επίσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ απορρέουσα πλημμέλεια - κατ' ορθό χαρακτηρισμό και όχι από το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ - ισχυριζόμενος ότι χωρίς να υπάρχει σχετικός λόγος εφέσεως, μειώθηκε η οφειλομένη σ' αυτόν αποζημίωση κατά το προαναφερθέν ποσοστόν της συνυπαιτιότητός του.

O λόγος όμως αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον όπως αναφέρθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη, το παραπάνω κεφάλαιο, παρότι δεν προσβάλλεται με σχετικό λόγο εφέσεως, θεωρείται συμπροσβαλλόμενο αναγκαίως με το κεφάλαιο της υπαιτιότητος, υπό την έννοια ότι σε περίπτωση παραδοχής της εφέσεως κατά το κεφάλαιο της ενστάσεως του άρθρου 300 ΑΚ, θα πρέπει να μειωθεί ανάλογα και το ποσόν της αποζημιώσεως υπέρ του ενάγοντος.

Από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διατάξεως είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται στην συνέχεια ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος και οι όλως ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.

Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.

Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται - κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα - με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στην διάθεσή του οι διάδικοι.

Επιβάλλεται όμως σε κάθε περίπτωση να τηρείται κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος) με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στην συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί γενική αρχή του δικαίου και μέσον ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Επομένως, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχονται ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 1052/2020, ΑΠ 553/2019).

Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παραβίαση.

Ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή καλύπτονται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βούλησης των μερών. Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στην δικαιοπραξία μπορεί να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά και να προκύπτει έμμεσα από αυτή (ΑΠ 1651/2013).

Στην ερευνώμενη περίπτωση το Εφετείο με την ως άνω προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1305/2014 απόφασή του, δέχθηκε ως την επιδικασθείσα στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, κατά την ανέλεγκτη κατ' άρθρον 561 § 2 ΚΠολΔ επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων τα εξής: "Αποδείχθηκε, επίσης, ότι ο ενάγων εξ αιτίας του ως άνω ατυχήματος τραυματίστηκε σοβαρά, ταλαιπωρήθηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα, υποβλήθηκε σε αλλεπάλληλες πλαστικές επεμβάσεις, χωρίς εντέλει να αποκατασταθούν πλήρως οι σωματικές του βλάβες, κατά τα προαναφερθέντα.

Υπέστη, συνεπώς, ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, η οποία, λαμβανομένων υπόψη του είδους και της βαρύτητας του πταίσματος των εναγομένων, του βαθμού συνυπαιτιότητας του ενάγοντος, της έκτασης της βλάβης του, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών, και κατ' εφαρμογή των διδαγμάτων της κοινής πείρας και μάλιστα στο βαθμό που δεν παραβιάζεται η Συνταγματική αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέτρου και του επιδιωκόμενου σκοπού πρέπει να προσδιοριστεί στο ποσό των 10.000 ευρώ...".

Με τον τέταρτο αλλά και τον πέμπτο των αναιρετικών λόγων που συμπληρώνονται μεταξύ τους, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την απορρέουσα από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ισχυριζόμενος ότι όσον αφορά την επιδικασθείσα σ' αυτόν ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το Εφετείο δεν εφάρμοσε ορθά τις σχετικές διατάξεις των άρθρων 300, 914 και 932 ΑΚ, ενώ προσάπτει ακόμη ότι στην προσβαλλομένη απόφαση περιλαμβάνονται ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες για το παραπάνω θέμα.

Από τις προαναφερθείσες παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο ορθά εφήρμοσε τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 300, 914 και 932 ΑΚ, ενώ οι σχετικές αυτές παραδοχές, οι οποίες καλύπτουν το πραγματικό των ανωτέρω κανόνων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκαν και ήταν εφαρμοστέοι εν προκειμένω, είναι σαφείς, πλήρεις, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και δεν χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή και ως εκ τούτου η προσβαλλόμενη απόφαση έχει νόμιμη βάση και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε τους παραπάνω κανόνες εκ πλαγίου.

Έτσι λοιπόν το Εφετείο σταθμίζοντας τις συνθήκες του παραπάνω αναφερομένου ατυχήματος, το ποσοστόν της συνυπαιτιότητος του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος για το προκληθέν εις βάρος του ατύχημα, τις σωματικές βλάβες που αυτός υπέστη, καθώς και τις επιπτώσεις που είχαν αυτές στην υγεία του, την οικονομική και κοινωνική κατάσταση του αναιρεσείοντος και εν όψει του προαναφερθέντος αιτηθέντος εκ μέρους του (αναιρεσείοντος) για την παραπάνω αιτία χρηματικού ποσού των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, καθόρισε το ύψος της χρηματικής ικανοποιήσεώς του στο προαναφερθέν χρηματικό ποσόν των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το εν λόγω ποσόν κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, είναι ανάλογο του συνήθως επιδικαζομένου σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Επομένως αμφότεροι οι προαναφερθέντες (τέταρτος και πέμπτος) αναιρετικοί λόγοι, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι.

Εν όψει όλων όσων αναφέρθηκαν και εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι αναιρετικοί λόγοι προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως κατά της ως άνω πληττομένης υπ' αριθμ. 1305/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, να διαταχθεί η εισαγωγή του σχετικού παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεώς του στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της νομίμως παρασταθείσης ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου τετάρτης αναιρεσίβλητης κατά παραδοχή του σχετικού προς τούτο υποβληθέντος αιτήματός της (άρθρα 106, 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως αμέσως παρακάτω στο διατακτικό αυτής της αποφάσεως ειδικότερα αναφέρεται.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 17-7-2014 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1305/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΖΕΙ να εισαχθεί το κατατεθέν εκ μέρους του αναιρεσείοντος παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της τέταρτης των αναιρεσιβλήτων, το ύψος των οποίων καθορίζει στο χρηματικό ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700,00 €).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Σεπτεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2022.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ