Legislator Case Law & Legislation
1898/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on jurisdiction, confirming civil courts handle public sector employment disputes under private law contracts.

Case Number 1898/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Athens Court of Appeal's decision, upholding the civil courts' jurisdiction over the case. The State argued that administrative courts should hear disputes regarding public sector salaries, while the lower courts correctly applied the law to determine that employment relationships governed by private law contracts fall under civil jurisdiction. The Court ruled that since the State's claim lacked legal basis and the lower court properly exercised its authority, the appeal was rejected and the State was ordered to pay legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1 para. 2 lit. h of Law 1406/1983; Art. 559 para. 1 of the Code of Civil Procedure: Disputes concerning salaries of public personnel governed by private law contracts fall under the exclusive jurisdiction of ordinary civil courts, not administrative courts.

Keywords

AI generated
civil jurisdiction public sector employment private law contract administrative court salary dispute Code of Civil Procedure ordinary courts

Cited Legislation

AI generated
Art. 1 para. 2 lit. h of Law 1406/1983
Art. 559 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 562 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 21 para. 11 of Law 2190/1994
Art. 1, 14, 16, 670 et seq. of the Code of Civil Procedure
Art. 185, 189, 192, 201, 361 and 648, 346 et seq. of the Civil Code
Law 993/1979
Art. 1 and 7 of Law 993/1979
Law 1198/1972
AD 42/1990

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1898 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1898/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Κωνσταντίνο Κηπουρό, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Μ. συζύγου Σ. Κ., το γένος Β. Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αυγερινό Ανδρέου και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/1/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2189/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4139/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 20/12/2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 1/11/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 20-12-2011 αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4139/2010 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 1 παρ. 2 εδ. θ του Ν. 1406/1983 στις διοικητικές διαφορές ουσίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά, εκτός των άλλων, και στις κάθε είδους αποδοχές του προσωπικού εν γένει Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ οι οποίες ρυθμίζονται από διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου.

Ως "αποδοχές", κατά τη διάταξη αυτή, νοούνται οι αποδοχές το προσωπικού που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα Ν.Π.Δ.Δ. με σχέση δημοσίου δικαίου. Απ' αυτό γίνεται φανερό ότι οι διαφορές που αφορούν τις αποδοχές των μισθωτών που συνδέονται με το Δημόσιο με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.

Το ίδιο, όπως είναι φυσικό, συμβαίνει και για τις διαφορές από τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, όταν έχον ως υπόβαθρο άκυρη σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (ΑΕΔ 42/1990). Εξάλλου, από το σύνολο των διατάξεων του Ν. 993/1979, ιδίως δε από τα άρθρα 1 και 7, συνάγεται ότι το προσωπικό που προσλαμβάνεται από το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα Ν.Π.Δ.Δ.

με βάση τις διατάξεις του νόμου αυτού συνδέεται με τον εργοδότη του με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, οι δε αποδοχές του καθορίζονται κατά τις διατάξεις του ΝΔ 1198/1972. Επομένως, για τις διαφορές που ανακύπτουν από τις συμβάσεις αυτές, αποκλειστική δικαιοδοσία, σύμφωνα με το άρθρο 94 παρ. 3 του Συντάγματος και το άρθρο 1 της Πολιτ.

Δικονομίας έχουν τα πολιτικά δικαστήρια, ανεξάρτητα από το χρόνο στον οποίο αναφέρονται οι αποδοχές και ανεξάρτητα από το αν στηρίζονται στη σύμβαση ή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (άρθρα 904 επ. Α.Κ.) κ.λπ. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άρθρων 185, 189, 192, 201, 361 και 648 ΑΚ συνάγεται ότι η προκήρυξη διαγωνισμού για την πρόσληψη σε θέσεις εργασίας που είναι κενές ή προβλέπεται να κενωθούν μέσα σε ορισμένη προθεσμία, αποτελεί πρόταση για τη σύναψη συμβάσεως εργασίας, υπό την αίρεση της επιτυχίας στο διαγωνισμό.

Η υποβολή αιτήσεως και η συμμετοχή στο διαγωνισμό ενέχει αποδοχή της προτάσεως από μέρους των υποψηφίων, ενώ η επιτυχία στο διαγωνισμό (που κρίνεται από το πρόσωπα τα οποία ορίστηκε ως κριτής, συνήθως επιτροπή), σε σειρά δε που βρίσκεται μέσα στον αριθμό των κενών ή κενωθησομένων θέσεων, επιφέρει την τελείωση της συμβάσεως, που έκτοτε δεσμεύει αμφότερα τα μέρη.

Μετά από αυτά ο εργοδότης, μη αποδεχόμενος, τις υπηρεσίες του επιτυχόντος στο διαγωνισμό, καθίσταται υπερήμερος, με τις συνέπειες που ορίζει το άρθρο 656 ΑΚ. Διαγωνισμός υπάρχει και όταν με την προκήρυξη δεν ορίζεται ότι οι υποψήφιοι θα υποβληθούν στη βάσανα των εξετάσεων, αλλά ζητείται από αυτούς να έχουν ορισμένα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και να υποβάλουν τα αποδεικτικά έγγραφα αυτών στην οριζόμενη επιτροπή των κριτών, η οποία αξιολογεί αυτά και κατατάσσει τους υποψηφίους σε πίνακα κατά σειρά υπεροχής εκάστου ως προς τα προσόντα αυτά.

Με την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων πληρούται η αίρεση και θεωρείται επιτυχών αυτός που κατέλαβε σειρά επιτυχίας, η οποία αντιστοιχεί στον αριθμό των θέσεων που έχουν προκηρυχθεί. Για την τοποθέτηση των επιτυχόντων σε συγκεκριμένη θέση εργασίας δεν απαιτείται εκ μέρους τους καμία υποβολή αιτήσεως ούτε άλλη διαδικασία, επειδή ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να προβεί σ' αυτήν με βάση μόνον τον πίνακα επιτυχίας και να απασχολήσει τον επιτυχόντα.

Έτσι, με τη διαδικασία του διαγωνισμού, και την ανακοίνωση του πίνακα επιτυχόντων, καταρτίζονται τόσες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, όσες ήταν οι θέσεις που προκηρύχθηκαν. Η κατάρτιση της συμβάσεως συντελείται με την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων, ενώ αν ο επιτυχών δεν προσκομίσει τα δικαιολογητικά του, όπου απαιτείται, ή δεν αναλάβει τα καθήκοντά του, θεωρείται ότι παραιτείται.

Εάν ο υποψήφιος καταλάβει σειρά που είναι πέραν των θέσεων για τις οποίες προκηρύχθηκε ο διαγωνισμός, η προϋπόθεση (αίρεση) υπό την οποία τελούσε η κατάρτιση της συμβάσεως του ματαιώθηκε οριστικά και δεν είναι δυνατόν να προσληφθεί εγκύρως, με βάση μεταγενέστερη απόφαση οργάνου του προκηρύξαντος τον διαγωνισμό, γιατί η μεταγενέστερη αυτή απόφαση επέχει θέση νέας προτάσεως για κατάρτιση συμβάσεως (ΑΠ 436/2004).

Αν ο εργοδότης, ενεργώντας αντίθετα προς την καλή πίστη, εμποδίσει την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης επιτυχίας, θεωρείται ότι αυτή πληρώθηκε, δηλαδή ότι πέτυχε ο υποψήφιος και καταρτίστηκε η σύμβαση εργασίας (ΑΚ 207). Αν δε ο εργοδότης δεν αποδέχεται τις υπηρεσίες του υποψηφίου που έτσι πέτυχε στο διαγωνισμό, γίνεται υπερήμερος και οφείλει, κατά το άρθρο 656 ΑΚ, μισθούς υπερημερίας.

Ο εργοδότης ενεργεί κατά παράβαση της καλής πίστης όταν δεν τηρεί τους κανόνες προκήρυξης, ή δεν βαθμολογεί ή κρίνει δίκαια κάποιον υποψήφιο, όταν τα κριτήρια είναι εκ των προτέρων καθορισμένα και δεσμεύουν την κρίση επιλογής του εργοδότη (ΑΠ 473/2000). Οι διαφορές ιδιωτικού δικαίου, έστω κι αν γενεσιουργός τους λόγος είναι εκτελεστές πράξεις των διοικητικών αρχών, υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια.

Κρίσιμη δηλαδή από άποψη δικαιοδοσίας είναι η φύση του αδικήματος, της έννομης σχέσης που αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς και όχι της πράξεως από την οποία πηγάζει το δικαίωμα ή η σχέση. Τέλος, οι αποφάσεις επιτροπών του Δημοσίου επιλογής προσωπικού αποτελούν διοικητικές πράξεις που προσβάλλονται ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων (ΣτΕ 2699/2000).

Οι ως άνω αποφάσεις ερευνώνται από τα πολιτικά δικαστήρια παρεμπιπτόντως, εφόσον δεν υπάρχει περί αυτών απόφαση διοικητικού δικαστηρίου παραγουσα δεδικασμένο (ΑΠ 473/2000). Ο παρεμπίπτων όμως έλεγχος είναι έλεγχος νομιμότητας, ήτοι ελέγχονται για παράβαση ουσιώδους τύπου, ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ύπαρξη επαρκούς ή όχι αιτιολογίας κλπ.

και όχι έλεγχος της ουσιαστικής κρίσης του διοικητικού οργάνου (ΑΠ 473/2000 ό.π., ΑΠ 226/98 ). Τα πολιτικά δικαστήρια λοιπόν, στα πλαίσια του ως άνω παρεμπίπτοντος ελέγχου, δεν ακυρώνουν τις διοικητικές πράξεις, απλώς στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν τις εφαρμόζουν, ενώ και το αποτέλεσμα του ελέγχου αυτού δεν ανυψώνεται σε δεδικασμένο (ΑΠ 1172/85).

Επομένως, η αγωγή για την πρόσληψη υπαλλήλου και καταβολής μισθών υπερημερίας υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, αφού αφορά διαφορά ιδιωτικού δικαίου, δηλαδή περί την ύπαρξη, με βάση σύμβαση συναπτόμενη κατόπιν διαγωνισμού, υπαλληλικής σχέσης ιδιωτικού δικαίου, μολονότι ο διαγωνισμός αυτός προκηρύχθηκε και διεξήχθη ενώπιον επιτροπής δημοσίων υπαλλήλων (ΑΠ 473/2000 ).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της κρινόμενης υπόθεσης, με την από 3/1/2006 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά του Ελληνικού Δημοσίου (ήδη αναιρεσείοντος) η ενάγουσα (και ήδη αναιρεσίβλητη) ισχυρίσθηκε ότι με βάση την 05/1-7-2004 ανακοίνωση του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων για την πρόσληψη τριάντα ατόμων με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου του Τομέα Δασών, εκ των οποίων πέντε ατόμων με την ειδικότητα δασοπόνου για χρονική διάρκεια δ μηνών από της προσλήψεως, υπέβαλε, εντός της νόμιμης προθεσμίας, αίτηση και συμμετείχε νομίμως σύμφωνα με τους τιθέμενους όρους.

Ότι τέλος Ιουλίου αναρτήθηκαν οι πίνακες κατατάξεως των υποψηφίων, σύμφωνα με την ανακοίνωση, όμως, στον σχετικό πίνακα κατατάξεως των δασοπόνων κατέλαβε την έβδομη κατά σειρά θέση με αναγνωρισθέντα μόρια 386 για το λόγο, ότι στην ανάλογη στήλη των ειδικών κριτηρίων είχε μοριοδοτηθεί με "0" μόρια για την ανεργία, ενώ έπρεπε να λάβει 1400 μόρια (λόγω ανεργίας για χρονικό διάστημα 15 μηνών και 20 ημερών, ήτοι υπέρτερο του προβλεπομένου με την προκήρυξη ανωτάτου ορίου των 12 μηνών, βάσει του οποίου έπρεπε να λάβει 1400 μόρια για ανεργία).

Ειδικότερα, ισχυρίσθηκε ότι αν αναγνωριζόταν ο συνολικός χρόνος ανεργίας της έπρεπε να λάβει α) 1400 μόρια λόγω της ανεργίας της, β) 200 μόρια ως τέκνο πολύτεκνης οικογένειας, γ) 30 μόρια ως μητέρα ανήλικου τέκνου, δ) 118 μόρια με βάση τον βαθμό του πτυχίου της και ε) 38 μόρια με βάση την ηλικία της και, έτσι, να καταταγεί βάσει 1786 μορίων στη δεύτερη θέση, εφόσον στον σχετικό πίνακα την πρώτη θέση κατέλαβε η Κ.

Ε. με 1902,8 μόρια συνολικά και τη δεύτερη η Γ. Δ. με 1766 μόρια συνολικά τις επόμενες δε θέσεις οι Π. Α., Μ. Ε., Κ. Μ., Τ. Τ. με 1615,4, 1554, 1550 και 1309 και, τέλος, η ίδια (στην έβδομη θέση) με 386 μόρια, αντίστοιχα, με αποτέλεσμα το εναγόμενο να παρακωλύοει την πλήρωση της αναβλητικής αιρέσεως της επιτυχίας της στον διαγωνισμό, αντιθέτως προς την καλή πίστη, και, συνεπώς, το εναγόμενο που δεν αποδέχθηκε την εργασία της, κατέστη υπερήμερο, οφείλοντας της τις αποδοχές που θα ελάμβανε επί 8 μήνες πλέον αναλογίας δώρου Χριστουγέννων 2004, Πάσχα 2005 και επιδόματος αδείας 2005.

Εξάλλου, ισχυρίσθηκε ότι οι εναγόμενοι της οφείλουν ως αποζημίωση απολύσεως κατά τη λύση της συμβάσεως εργασίας της ένα μηνιαίο μισθό πλέον 1/6 για αναλογία δώρων και επιδόματος αδείας και, τέλος, ότι, συνεπεία της παράνομης συμπεριφοράς των εναγομένων να την προσλάβουν στην υπηρεσία τους υπέστη ηθική βλάβη λόγω προσβολής της προσωπικότητας της, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματικής ικανοποιήσεως ποσού 1000 ευρώ.

Ζήτησε δε, βάσει τούτων, να αναγνωρισθεί ότι πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις που όριζε η ανακοίνωση του δευτέρου εναγομένου για την πλήρωση της αιρέσεως και ότι οι εναγόμενοι κατέστησαν υπερήμεροι περί την αποδοχή της εργασίας της από 20/8/2004, και εφεξής επί 8 μήνες, οφείλοντας της τους μισθούς που θα ελάμβανε και, τέλος, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν το ποσό των 12.648 ευρώ συνολικά για μισθούς υπερημερίας, αποζημίωση απολύσεως και χρηματική ικανοποίηση νομιμοτόκως.

Το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση του απέρριψε την αγωγή ως προς τον δεύτερο εναγόμενο ως απαράδεκτη, ως προς το κεφάλαιο της αποζημιώσεως απολύσεως, ως μη νόμιμη και ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποιήσεως ως ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή , κατά τα λοιπά, ως βάσιμη κατ' ουσία, επιδικάζοντας στην ενάγουσα το ποσό των 10.374 ευρώ, νομιμοτόκως.

Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε έφεση εκ μέρους του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία και με τον πρώτο λόγο αυτής, προέβαλε έλλειψη δικαιοδοσίας των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων, προς εκδίκαση της ένδικης διαφοράς, ισχυριζόμενο (το εφεσείον) ότι η δικαιοδοσία αυτή ανήκει στα τακτικά διοικητικά Δικαστήρια.

Το εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε την αγωγή ως νόμιμη και απέρριψε τον ισχυρισμό αυτόν του (ήδη) αναιρεσείοντος, δεχθέν ότι, υπό τα άνω περιστατικά, η δικαιοδοσία προς εκδίκαση της ένδικης διαφοράς ανήκει στα τακτικά, πολιτικά δικαστήρια, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 14,16, 670 επ.

Κ.Πολ.Δικ. Με την κρίση του αυτή το εφετείο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια των από τους αριθμούς 4 και 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. προβλεπομένων λόγων αναιρέσεως, αφού, υπό τα άνω περιστατικά, η ένδικη αγωγή αφενός είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 185, 189, 192, 201, 361 και 648, 346 επ. Α.Κ. και αφετέρου υπάγεται στην αποκλειστική δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων και, επομένως, οι περί του αντιθέτου, πρώτος, δεύτερος και τρίτος, υπό στοιχ. 2 , αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι.

Με τον υπό στοιχ. 3 υπό στοιχείο 1 αναιρετικό λόγο, το αναιρεσείον, κατ' επίκληση της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., ισχυρίζεται ότι το εφετείο παρεβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 21 παρ. 11 του Ν. 2190/1994, με το να λάβει υπόψη του και να συνυπολογίσει, εσφαλμένα, ως προσόν των εξ 11 μηνών χρόνο ανεργίας της αναιρεσίβλητης, πράγμα το οποίο δεν ήταν σύννομο, εφόσον κατά το χρόνο υποβολής της αιτήσεως, για τη συμμετοχή της στον ως άνω διαγωνισμό, είχε ανασταλεί η ιδιότητά της, ως άνεργης. Όμως (και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η διάταξη του άρθρου 21 παρ. 11 του Ν. 2190/1994, δε θέτει τέτοια προϋπόθεση, ότι δηλ. πρέπει να είναι ο αιτών να έχει την ιδιότητα του ανέργου και κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης συμμετοχής στον διαγωνισμό, αλλά απλά απαιτεί, προκειμένου να ληφθεί υπόψη ως "προσόν" ο χρόνος ανεργίας, να είχε συμπληρώσει αυτός, κατά την υποβολή της αιτήσεως, τουλάχιστον τέσσερις μήνες ανεργίας), από την επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως, δεν προκύπτει ότι το αναιρεσείον είχε υποβάλλει σχετικό λόγο κατά της πρωτόδικης απόφασης και, συνεπώς, το εφετείο (ορθά) δεν αποφάνθηκε επί του ζητήματος αυτού, εφόσον ενεργεί μόνο μέσα στα πλαίσια του εφετηρίου και των (τυχόν) προσθέτων λόγων εφέσεως. Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.

Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-12-2011 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4139/2010 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, εκ τριακοσίων (300) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Οκτωβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 15 Οκτωβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ