Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding late filing of objections and enforcement of seizure descriptions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding enforcement proceedings. The appellant argued that the lower court erred in rejecting her objections, but the Court found the objections were filed late under Article 632 of the Code of Civil Procedure. The Court held that the procedural defect rendered the objections inadmissible, and the lower courts correctly applied the law without substantive error.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure; Articles 933, 934, 954, 992, 993 of the Code of Civil Procedure; Articles 281(17), 25 of the Constitution; Article 6(1) of the ECHR; Article 1 of the First Protocol; The appeal must be rejected if the objection was filed out of time, as the legal issue of the existence of the claim cannot be examined at this stage.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1898 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1898/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. συζ. Ε. Ν., το γένος Ν. Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπύρο Λάλα.
Του αναιρεσίβλητου: Σ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Κοτζιά-Σοφαντζή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 13.4.1994, 31.8.1994 και 30.11.2005 ανακοπές της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4845/2005 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 612/2009 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1.3.2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας, ανέγνωσε την από 20 Απριλίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 παρ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφήρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφήρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή (Ολομ.ΑΠ 36/1988, ΑΠ 1186/2009, ΑΠ 1126/2009).
Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 236/2009, ΑΠ 12/2009).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 993 παρ. 2 εδ. β' ΚΠολΔ, το κατασχεμένο ακίνητο πρέπει, ύστερα από επιτόπια μετάβαση του δικαστικού επιμελητή, να περιγράφεται με ακρίβεια ως προς το είδος, τη θέση, τα όρια και την έκταση του, με τα συστατικά και τα παραρτήματα που κατασχέθηκαν, ώστε να μη χωρεί αμφιβολία για την ταυτότητά του.
Κατά το άρθρο 999 παρ.1 του ίδιου Κώδικα ο αρμόδιος για την εκτέλεση δικαστικός επιμελητής, συντάσσει, μέσα σε 15 ημέρες από την ημέρα που έγινε η κατάσχεση, πρόγραμμα που περιέχει, πλην των άλλων, και συνοπτική περιγραφή του κατασχεμένου ακινήτου, κατά το είδος, τη θέση, τα όρια και την έκταση του, με τα συστατικά και τα κατασχεμένα παραρτήματά του.
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι στην έκθεση κατασχέσεως, η οποία αναφέρεται στις σχέσεις μεταξύ των παραγόντων της εκτελεστικής διαδικασίας, μεταξύ των οποίων και ο υπερθεματιστής, το κατασχεμένο ακίνητο πρέπει να περιγράφεται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μη χωρεί αμφιβολία για την ταυτότητά του, όχι μόνο την "τοπική" αλλά ακόμη και την "οικονομική".
Στο πρόγραμμα πλειστηριασμού (ήδη περίληψη κατασχετήριας έκθεσης), το οποίο απευθύνεται προς εκείνους που επιθυμούν να πλειοδοτήσουν, πρέπει να περιέχεται συνοπτική περιγραφή του κατασχεμένου ακινήτου, δηλαδή να περιέχονται σε αυτό όλα τα απαραίτητα για την πληροφόρησή τους στοιχεία, κατά τρόπο ώστε να μπορούν να κάνουν τις προσφορές τους.
Συγκεκριμένα πρέπει να περιέχονται όλα εκείνα τα στοιχεία τα οποία επιδρούν στο ύψος των πλειοδοσιών και του πλειστηριάσματος. Ειδικότερα οι οικοδομές και οι όροφοι, οι οποίοι υπάγονται στα συστατικά του εδάφους (άρθρο 954 παρ.1 αριθμ.1 Α.Κ.), πρέπει να περιγράφονται στην έκθεση κατασχέσεως και στο πρόγραμμα πλειστηριασμού κατά τα παραπάνω, χωρίς όμως να απαιτείται να είναι η περιγραφή τους άκρως λεπτομερειακή και σχολαστική.
Ως "έκταση" του ακινήτου νοείται η κατά το ισχύον μετρικό σύστημα επακριβής ή κατά προσέγγιση συνολική έκταση του ακινήτου. Εξάλλου, στην έκθεση κατασχέσεως η ατελής περιγραφή του κατασχεμένου ακινήτου ή η έλλειψη ή ανακρίβεια οποιουδήποτε από τα στοιχεία του άρθρου 993 παρ. 2 εδ. β' (είδος, θέση, όρια, έκταση), εφόσον γεννά αμφιβολία για την ταυτότητα του ακινήτου, άγει σε ακυρότητα εκθέσεως, μόνο όταν συντρέχει και το στοιχείο της βλάβης, δηλαδή όταν η παράβαση της πιο πάνω διατάξεως, προκάλεσε στον καθ'ού η εκτέλεση βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας (άρθρο 159 αριθμ. 3 Κ.Πολ.Δ).
Αν πρόκειται για πρόγραμμα πλειστηριασμού τυχόν σφάλματα ή παραλείψεις ως προς την περιγραφή του κατασχεμένου ακινήτου επιδρούν ακυρωτικώς, κατά την τελευταία διάταξη, επίσης μόνο αν συντρέχει και το στοιχείο της βλάβης (ΑΠ 1470/2004, ΑΠ1329/80, ΑΠ597/1989, ΑΠ186/1976).Περαιτέρω, με το άρθρο 934 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ. προβλέπεται η κατά στάδια προσβολή των πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης με την ανακοπή του άρθρου 933 και δη επιτρέπεται η άσκηση της ανακοπής μόνο μέσα σε ορισμένη για κάθε περίπτωση ακυρότητας προθεσμία.
Αν περάσει άπρακτη αυτή η προθεσμία, οι πράξεις εκτέλεσης γίνονται πλέον απρόσβλητες και δεν μπορούν να συμπαρασύρουν σε ακυρότητα και τις επόμενες στη διαδικασία πράξεις, διότι επέρχεται έκπτωση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής. Ειδικότερα το άρθρο 934 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. ορίζει τα εξής: "Ανακοπή σύμφωνα με το άρθρο 933 είναι παραδεκτή α) αν αφορά την εγκυρότητα του τίτλου ή την προδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, μέσα σε δεκαπέντε ημέρες αφότου γίνει η πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης, β) αν αφορά την εγκυρότητα των πράξεων της εκτέλεσης που έγιναν από την πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης και πέρα, ή την απαίτηση, έως την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης, γ) αν αφορά την , εγκυρότητα της τελευταίας πράξης εκτέλεσης, μέσα σε έξι μήνες αφότου η πράξη αυτή ενεργηθεί, και αν πρόκειται για εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, μέσα σε τριάντα ημέρες από την ημέρα του πλειστηριασμού ή αναπλειστηριασμού αν πρόκειται για κινητά, και ενενήντα ημέρες αφότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, αν πρόκειται για ακίνητα".
Κριτήριο του εμπροθέσμου της ανακοπής αποτελεί ο προβαλλόμενος λόγος, ήτοι η πράξη όπου ενυπάρχει το επικαλούμενο ελάττωμα και όχι το αίτημά της, δηλαδή οι επόμενες πράξεις των οποίων ζητείται η ακύρωση (Ολομ. ΑΠ 10/2006, ΑΠ37/2009).Ειδικά όταν προσβάλλεται ο πλειστηριασμός λόγω ελαττωμάτων της προδικασίας του γίνεται δεκτό για την τηρούμενη προθεσμία ότι κάθε λόγος που αναφέρεται σε δικονομικά ελαττώματα των πράξεων της προδικασίας του πλειστηριασμού, οι οποίες εντούτοις πραγματοποιήθηκαν εμπρόθεσμα, προκαλεί δικονομική ακυρότητα των πράξεων αυτών και υπόκειται στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1β.
Όταν όμως πρόκειται για ελλείψεις που ισοδυναμούν με νομική ανυπαρξία των διατυπώσεων της προδικασίας του πλειστηριασμού (δηλαδή των άρθρων 960 παρ.1 και 999 παρ.1 και 3 εδ. α', β', γ', ε', στ' Κ.Πολ.Δ.), όταν τηρήθηκαν εκπρόθεσμα ή όταν δεν τηρήθηκαν οι διατυπώσεις αυτές καθόλου, το ελάττωμα ενυπάρχει στον ίδιο τον πλειστηριασμό, αφού σύμφωνα με τα άρθρα 960 παρ. 2 και 999 παρ. 4, ο πλειστηριασμός είναι τότε άκυρος και η προβολή του σχετικού λόγου υπόκειται, έτσι, στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1 γ' του ΚΠολΔ. (ΑΠ 158/85, ΑΠ744/79, ΑΠ186/76).Στην προκειμένη περίπτωση, όπως έκρινε το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του αλλά και προκύπτει από τα εκτιμώμενα από τον Άρειο Πάγο διαδικαστικά έγγραφα, σύμφωνα με το αρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσείουσα:
Με την από 24.2.1994 (με αριθμό κατάθεσης 2966/ΤΜ 316/1994) ανακοπή της ιστορούσε ότι ο Μ. Δ., ισχυριζόμενος ότι δικαιούται να λάβει από αυτή το ποσό των 726.000 δραχμών δυνάμει της υπ' αριθμό 559/1993 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, έδωσε εντολή στο δικαστικό επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ν.
Κ. και αυτός κατέσχε αναγκαστικά το αναφερόμενο στη με αριθμό 85β'/1993 κατασχετήρια έκθεση ακίνητο συγκυριότητάς της, το οποίο, όμως, μη επαρκώς περιέγραψε σε αυτή ως εξής: "α) το 1/6 εξ' αδιαιρέτου ενός οικοπέδου κείμενου εις … και εις την θέσιν "..." του Δήμου ..., τέως Δήμου … και επί της οδού ... συνολικής εκτάσεως μ.τ. 157,50.
Επί του ανωτέρω ακινήτου υπάρχουν τα εξής κτίσματα, ήτοι: επί της προσόψεως δύο καταστήματα, αποτελούμενου εκάστου εκ μίας αιθούσης εσκεπασμένων δια ταράτσας, β) Τρία δωμάτια συνεχόμενα εις το δεξιό τω εισερχόμενο εσκεπασμένων δια κεράμων. γ) Εις το βάθος κουζίνα και το αριστερό τω εισερχομένω μικρά αποθήκη".
Ότι ο αυτός δικ. επιμελητής, σε εκτέλεση της παραπάνω διαταγής πληρωμής με την υπ' αριθμό 87Β'/1993 κατασχετήρια έκθεση του, προέβη στην κατάσχεση του 1/3 εξ' αδιαιρέτου του προαναφερόμενου ακινήτου και όλως αυθαίρετα προσδιόρισε την αξία του, του μεν 1/3 στο ποσό των 4.000.000 δραχμών, του δε 1/6 στο ποσό των 2.000.000 δραχμών και του όλου ακινήτου στο ποσό των 12.000.000 δραχμών.
Ότι ο ίδιος δικ. επιμελητής εξέδωσε το υπ' αριθμό 86Β'/1993 πρόγραμμα δημόσιου αναγκ. πλειστηριασμού, με το οποίο δηλοποιήθηκε η διενέργεια του πλειστηριασμού για τις 20-6-1993 ενώπιον της επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου, Συμβ/φου Αθηνών, Αγγελικής Σακκά-Ρεβέλα, πλην όμως ματαιώθηκε η διενέργεια του. Ότι ο καθ'ού, ισχυριζόμενος ότι έχει σε βάρος της απαίτηση 15.900.000 δραχμών, με βάση την υπ' αριθμό 398/1992 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, με την υπ' αριθμό 6049/13.1.1994 δήλωση του προς την επί του πλειστηριασμού υπάλληλο, επέσπευσε αυτός τη συνέχιση του πλειστηριασμού για το ιδανικό μερίδιο κυριότητας της ανακόπτουσας στο επίδικο, σύμφωνα με την υπ' αριθμό 85Β'/1993 κατασχετήρια έκθεση και όρισε ημέρα πλειστηριασμού την 2.3.1994.
Ότι ακολούθως, ο δικ. επιμελητής στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ. Α., με εντολή του καθ'ού, συνέταξε και εξέδωσε το υπ' αριθμό 247/1994 πρόγραμμα δημοσίου πλειστηριασμού, με το οποίο δηλοποιείτο η διενέργεια αυτού για τις 2.3.1994 και με τιμή πρώτης προσφοράς στο ποσό των 1.000.000 δραχμών. Ότι επίσης προβάλλοντας απαίτηση 26.000.000 δραχμών δυνάμει της υπ' αριθμ. 399/92 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, με την υπ' αριθμ. 6048/1994 έτερη δήλωση συνεχίσεως πλειστηριασμού, που έγινε στην ίδια συμβ/φο, ο καθ'ου όρισε ημέρα πλειστηριασμού του έτερου κατασχεθέντος ιδανικού μεριδίου με την υπ' αριθμ. 87Β'/1993 κατασχετήρια έκθεση, επίσης για τις 2.3.1994.
Ότι ακολούθως ο δικ. επιμελητής Γ. Α. εξέδωσε το υπ' αριθμ. 246/1994 πρόγραμμα δημόσιου αναγκ. πλειστηριασμού, με το οποίο δηλοποιείτο η διενέργεια αυτού για την παραπάνω ημερομηνία, με ορισθείσα τιμή πρώτης προσφοράς στα 2.000.000 δραχμές. Ζητούσε λοιπόν, η ανακόπτουσα να κηρυχθούν άκυρες οι πιο πάνω υπ' αριθμούς 85Β'/93 και 87Β'/93 κατασχετήριες εκθέσεις, καθώς και τα υπ' αριθμούς 246/94 και 247/94 προγράμματα δημόσιου αναγκαστικού πλειστηριασμού και ο επισπευδόμενος για τις 2.3.1994 πλειστηριασμός για τους εξής λόγους:
α) Διότι, κατ' άρθρο 999 Κ.Πολ.Δ, το συντασσόμενο πρόγραμμα δεν αποβλέπει μόνο στον προσδιορισμό της ταυτότητας του κατασχεθέντος ακινήτου, αλλά και την ενημέρωση των υποψηφίων υπερθεματιστών σχετικά με το εκπλειστηριαζόμενο πράγμα, ώστε να επιτευχθεί μεγαλύτερο εκπλειστηρίασμα. Ότι ειδικότερα πρέπει να περιέχει συνοπτική περιγραφή του κατασχεθέντος ακινήτου, κατά το είδος, τη θέση, τα όρια και την έκταση αυτού και όχι να προσδιορίζονται με γενικότητες αλλά κατά το εφικτό και ειδικότερα ως προς το εμβαδόν των κατασχεθέντων κτισμάτων, την έκτασή τους και τα τετραγωνικά τους μέτρα.
Ότι εν προκειμένω, δεν προσδιορίζεται στις κατασχετήριες εκθέσεις και στα προγράμματα πλειστηριασμού, η έκταση των κατασχεθέντων καταστημάτων σε τετραγωνικά μέτρα, ούτε η εν γένει κατασκευή τους και κατ' ακολουθίαν η διενέργεια του επισπευδομένου πλειστηριασμού θα επιφέρει βλάβη στην ανακόπτουσα, η οποία δεν μπορεί να επανορθωθεί διαφορετικά, παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας αυτού.
β) Διότι, όπως είναι γνωστό, η με αναγκαστικό πλειστηριασμό εκποίηση συνιστά "πώληση", η οποία γίνεται υπό το κράτος της αρχής, με στόχο την επίτευξη του κατά το δυνατό μεγαλύτερου τιμήματος για την πληρέστερη ικανοποίηση των δανειστών και την ευρύτερη απαλλαγή του οφειλέτη από το χρέος, αλλά και την ωφέλεια του από το απομένον εκπλειστηρίασμα, οπότε κάθε πράξη ή παράλειψη που παρεμποδίζουν την πλειοδοσία και τον ελεύθερο συναγωνισμό με κίνδυνο να κατακυρωθεί το κατασχεθέν με μικρότερο τίμημα έρχεται σε αντίθεση με την καλή πίστη και την ελευθερία των συναλλαγών, επιφέροντας ακυρότητα του πλειστηριασμού.
Ως προς τα προσβαλλόμενα υπ' αρ. 246 και 247/1994 προγράμματα του δικ. επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ. Α., η ανακοπή κρίθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο ως απαράδεκτη, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, με την αιτιολογία ότι τα κατασχεθέντα ιδανικά μερίδια κυριότητας της ανακόπτουσας τελικά εκπλειστηριάσθηκαν σε δύο δημόσιους αναγκαστικούς αναπλειστηριασμούς βάσει άλλων προγραμμάτων αναγκαστικού δημόσιου αναπλειστηριασμού του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Χ.
Α., οπότε τυχόν ακύρωση των παλαιότερων ατελέσφορων προγραμμάτων πλειστηριασμού δεν επηρεάζει τους αναπλειστηριασμούς που διεξήχθησαν βάσει νεοτέρων προγραμμάτων. Ως προς το κεφάλαιο δε αυτό δεν πλήττεται η εκκαλουμένη. Αναφορικά με τις εκθέσεις κατασχέσεως, οι προβληθέντες λόγοι ανακοπής είναι απορριπτέοι εν μέρει ως μη νόμιμοι και εν μέρει ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας.
Ειδικότερα, ως προς τα κατασχεθέντα καταστήματα, ο προβαλλόμενος λόγος περί μη νόμιμης περιγραφής τους, λόγω μη αναφοράς των τετραγωνικών μέτρων τους δεν είναι νόμιμος, αφού αυτά δεν φέρονται να αποτελούν αυτοτελείς ιδιοκτησίες ώστε να μπορούν να εκποιηθούν χωριστά και να έχουν αυτοτελή οικονομική αξία, αλλά αποτελούν ενιαία ιδιοκτησία με τα λοιπά τμήματα του αυτού ισογείου κτίσματος (τρία δωμάτια, κουζίνα,WC και μικρή αποθήκη), συνολικής εκτάσεως περίπου 150 τ.
μ. (αφού όλο το οικόπεδο μαζί με τον αύλειο χώρο έχει έκταση 157,50 τ. μ.). Διαφορετική θα ήταν η κρίση, ενδεχομένως, του Δικαστηρίου αν καθένα από τα εν λόγω καταστήματα ήταν αυτοτελής ιδιοκτησία, οπότε θα είχε και αυτοτελή οικονομική αξία, κάτι που δεν συμβαίνει εδώ. Η δε προδιαληφθείσα περιγραφή του οικοπέδου μετά των κτισμάτων του είναι επαρκώς ορισμένη, ούτως ώστε να δίνεται στις εκθέσεις κατασχέσεως τόσο η τοπική του ταυτότητα (οδός ..., στη θέση "..." του Δήμου ..., τέως Δήμου …) όσο και η οικονομική του ταυτότητα (προσδιορίζεται στις εκθέσεις κατάσχεσης η ιδιότητα των κτισμάτων και μάλιστα όχι γενικά, όπως λ.χ. "κτίσμα" ή "οίκημα" αλλά διακρίνονται τα καταστήματα από τα λοιπά δωμάτια και την αποθήκη, ώστε να γνωρίζει ο ενδιαφερόμενος υπερθεματιστής ότι μπορεί να εκμεταλλευθεί με εμπορική μίσθωση τα δύο καταστήματα και με μίσθωση κατοικίας τα υπόλοιπα δωμάτια.
Επίσης αναφέρεται ότι τα δύο καταστήματα βρίσκονται στην πρόσοψη του οικοπέδου, ότι τα τρία δωμάτια βρίσκονται συνεχόμενα στα δεξιά του εισερχόμενου στο ακίνητο και στο βάθος βρίσκεται η κουζίνα, ενώ στα αριστερά του εισερχόμενου στο ακίνητο βρίσκεται μικρή αποθήκη, η οποία λογικά δύναται να χρησιμοποιηθεί ως βοηθητικός χώρος των καταστημάτων).
Όσον αφορά δε στη μη αναφορά στις εκθέσεις κατασχέσεως της εν γένει κατασκευής των κτισμάτων, υπό την έννοια της περιγραφής από ποια υλικά είναι φτιαγμένα ή αν πρόκειται για παλαιά κτίσματα ή για νέα, ο λόγος αυτός ακυρότητας είναι απορριπτέος λόγω αοριστίας ως απαράδεκτος σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ.2, 118 στοιχ.4 και 216 παρ.1 στοιχ.
β' του Κ.Πολ.Δ. θα έπρεπε η ανακόπτουσα να αναφέρει την αιτία για την οποία της προξενήθηκε βλάβη από τη μη διευκρίνιση των παραπάνω στοιχείων (βλ. άρθρο 159 του Κ.Πολ.Δ.). Τούτο, γιατί βλάβη υφίσταται ενδεχομένως μόνο αν τα εκπλειστηριασθέντα είναι π.χ πολυτελούς κατασκευής ή αν είναι νεόδμητα, στοιχεία τα οποία δεν εκτίθενται στην ανακοπή.
Διαφορετικά, η μη αναφορά στις εκθέσεις ότι επρόκειτο για πεπαλαιωμένα κτίσματα ή ότι είναι φτιαγμένα με τα συνήθη υλικά με τα οποία κατασκευάζονται οι αστικές οικοδομές, δεν έχουν καμία δυσμενή επίπτωση σε βάρος της ανακόπτουσας- καθ'ης η εκτέλεση, ως προς την εκδήλωση ενδιαφέροντος από πιθανούς υπερθεματιστές.
Ορθώς, συνεπώς, έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απορρίπτοντας τους λόγους αυτούς της ανωτέρω ανακοπής και ο πρώτος λόγος της εφέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Με τους πρόσθετους λόγους ανακοπής, οι οποίοι επίσης έχουν ασκηθεί εντός της προθεσμίας του άρθρου 934 παρ.1 στοιχ.
β' του Κ.ΠολΔ. (βλ. την έκθεση κατάθεσης στις 13.4.1994 και την αυθημερόν επίδοση στο αντίγραφο της ανακοπής που προσκομίζει ο καθ'ου) η ανακόπτουσα ζητούσε την ακύρωση των υπ' αριθμ. 85Β'/1993 και 87Β'/1993 εκθέσεων κατασχέσεως του δικ. επιμελητή στο Πρωτοδικείο της Αθήνας Ν. Κ. και των υπ'αριθμ. 250/1994 και 251/1994 προγραμμάτων του δικ.
επιμελητή στο Πρωτοδικείο της Αθήνας, Χ. Α. καθώς και του επισπευδόμενου με αυτά πλειστηριασμού της 20.4.1994, ισχυριζόμενη ότι οι υπ' αριθμ. 398/1992 και 399/1992 διαταγές πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου δυνάμει των οποίων επισπεύδεται από τον καθ'ού η εκτέλεση εκδόθηκαν βάσει τραπεζικών επιταγών, οι οποίες αποσπάσθηκαν εκ μέρους του καθ'ου με απάτη και καλύπτουν τοκογλυφικούς τόκους.
Δηλαδή προέβαλε ως λόγο για την ακύρωση των παραπάνω πράξεων την ανυπαρξία οφειλής. Εντούτοις οι υπ' αριθμ. 85Β'/1993 και 87Β'/1993 εκθέσεις κατασχέσεως δεν μπορούν να ακυρωθούν για το λόγο αυτό, δεδομένου ότι αυτές συντάχθηκαν με εντολή του αρχικού επισπεύδοντα Μ. Δ., ο οποίος έδωσε την εντολή έχοντας ως εκτελεστό τίτλο την υπ' αριθμ. 559/93 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς για ποσό 726.000 δραχμές και για τον οποίο δεν τίθεται θέμα ανυπαρξίας της απαιτήσεώς του, με την ένδικη ανακοπή.
Δηλαδή το γεγονός ότι υποκαθίσταται στη θέση του αρχικού επισπεύδοντος δανειστή άλλος, επειδή ο πρώτος αδρανεί, δεν μπορεί αναδρομικά να προκαλέσει ακυρότητα των εκθέσεων κατασχέσεως, με επίκληση της ανυπαρξίας της απαιτήσεως του υποκατασταθέντος δανειστή. Μόνο οι πράξεις εκτελέσεως οι οποίες αρχίζουν από τη δήλωση συνεχίσεως από τον υποκατασταθέντα δανειστή στον υπάλληλο του πλειστηριασμού πάσχουν, εφόσον ο υποκατασταθείς δεν διατηρεί υπαρκτή απαίτηση σε βάρος του καθ'ου η εκτέλεση οφειλέτη.
Σε ό,τι δε αφορά την προσβολή των υπ' αριθμ. 250/94 και 251/94 προγραμμάτων και του επισπευδομένου με αυτά για τις 20-4-1994 πλειστηριασμού και πάλι η ανακόπτουσα δεν έχει έννομο συμφέρον να τα προσβάλει, αφού τα επίδικα κατασχεθέντα ιδανικά μερίδια κυριότητας της ανακόπτουσας επί του ανωτέρω ακινήτου έχουν κατακυρωθεί στον καθ'ού με δύο αναπλειστηριασμούς που διεξήχθησαν αργότερα, ο μεν ένας στις 6.7.1994, συνταχθείσας της υπ' αριθμ. 6573/6.7.1994 έκθεσης αναγκ.
αναπλειστηριασμού, ο δε άλλος στις 5.10.1994, συνταχθείσας της υπ'αριθμ. 6750/5.10.1994 έκθεσης αναγκ. αναπλειστηριασμού, οπότε η τυχόν ακύρωση προηγούμενων ατελέσφορων προγραμμάτων πλειστηριασμού και του ίδιου του ανατραπέντος από 20.4.1994 πλειστηριασμού δεν οδηγεί και στην ακύρωση του αναπλειστηριασμού. Μάλιστα, ο πλειστηριασμός της 20.4.1994 έχει ήδη ανατραπεί κατ' άρθρο 965 παρ.5 Κ.Πολ.Δ., γιατί η αναδειχθείσα σε αυτόν υπερθεματίστρια Δ.
θυγ. Ε. Ν. δεν κατέβαλε εμπροθέσμως το σύνολο του πλειστηριάσματος με το οποίο πλειοδότησε στον ανωτέρω πλειστηριασμό. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα αυτά και απέρριψε τους πρόσθετους λόγους της ανακοπής δεν έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ο δεύτερος λόγος εφέσεως, με τον οποίο η εκκαλούσα παραπονείται για την απόρριψη αυτή είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.Αναφορικά με την υπ' αριθμ.
εκθ. καταθ. 14060/1994 ανακοπή, σε αυτή εκτίθετο ότι με την παραπάνω 85Β'/14.4.1993 έκθεση κατάσχεσης κατόπιν εντολής του φερόμενου δανειστή Μ. Δ. έγινε κατάσχεση στο 1/2 εξ' αδιαιρέτου της κυριότητας του ένδικου ακινήτου που ανήκει στην ανακόπτουσα και με την 87Β'/15.6.1993 έκθεση κατάσχεσης έγινε κατάσχεση στο 1/3 εξ' αδιαιρέτου της κυριότητας επί του παραπάνω ακινήτου.
Ότι ενώ με την πρώτη έκθεση κατάσχεσης ο δικ. επιμελητής Ν. Κ. εκτίμησε την αξία ολόκληρου του ακινήτου στα 18.000.000 δραχμές, με τη δεύτερη έκθεση κατάσχεσης την εκτίμησε στα 12.000.000 δραχμές. Ζητούσε δε, η ανακόπτουσα την ακύρωση των υπ' αριθμ. 85Β'/1993 και 87Β'/1993 εκθέσεων κατασχέσεως του ανωτέρω δικ. επιμελητή και του υπ' αριθμ. 262/1994 Α' επαναληπτικού προγράμματος δημόσιου αναγκ.
πλειστηριασμού του δικ. επιμελητή στο Πρωτοδικείο της Αθήνας Γ. Α., καθώς και του επισπευδόμενου με αυτόν πλειστηριασμού για την 5.10.1994 α) γιατί ο αρχικός επισπεύδων Μ. Δ. είχε ισχυριζόμενη απαίτηση μόλις 726.000 δραχμών, οπότε κατ' άρθρο 951 παρ.2 του Κ.Πολ,Δ. δεν συνέτρεχε λόγος να κατασχεθούν δύο ιδανικά μερίδια κυριότητας που το καθένα είχε πολύ μεγαλύτερη αξία από την εκτελούμενη απαίτηση., β) γιατί στις δύο εκθέσεις κατασχέσεως γίνεται διαφορετική εκτίμηση της αξίας του ίδιου ακινήτου, προκαλώντας έτσι σύγχυση στους ενδιαφερόμενους να υπερθεματίσουν ως προς την ταυτότητα του ακινήτου, προς βλάβη της ανακόπτουσας και γ) γιατί ο συνεχίσας τις πράξεις της εκτέλεσης μετά τη ματαίωση του πλειστηριασμού του αρχικού επισπεύδοντος, καθ'ού η ανακοπή στηρίχθηκε σε ανυπόστατη έκθεση κατάσχεσης, την 87Β'/1993.
Η ανωτέρω ανακοπή, της οποίας η εμπρόθεσμη επίδοση αμφισβητήθηκε με τις πρωτόδικες προτάσεις του καθ'ού η ανακοπή (βλ. σελίδα 8 των προτάσεων "...πρέπει και για το λόγο αυτό η υπό κρίση ανακοπή να απορριφθεί ως μη νόμιμη, πέραν του ότι είναι και απαράδεκτη κατ' άρθρα 934 και 935 Κ.Πολ.Δ. καθόσον οι λόγοι αυτής μπορούσαν ως γεγεννημένοι, ν' αποτελέσουν λόγους ανακοπής εκ του 933 Κ.Πολ.Δ.
κατά των ανωτέρω εκθέσεων κατασχέσεων εντός της προθεσμίας του 934 Κ.Πολ.Δ, τέτοια ανακοπή όμως δεν ασκήθηκε") αποδεικνύεται ότι πράγματι δεν επιδόθηκε μέχρι τη σύνταξη της υπ' αριθμ. 6754/1994 έκθεσης αναγκαστικού αναπλειστηριασμού στις 5.10.1994. Σημειωτέον ότι επειδή κανένας εκ των διαδίκων δεν προσκόμιζε κάποιο έγγραφο από το οποίο να προκύπτει η ημερομηνία επιδόσεως της ανωτέρω ανακοπής, ζητήθηκε από τους διαδίκους κατ' άρθρο 227 του Κ.Πολ.Δ, να συμπληρωθεί η τυπική αυτή έλλειψη, έστω μετά τη συζήτηση της υπόθεσης, όπως ρητώς μνημονεύεται στην εκκαλουμένη, χωρίς να λάβει χώρα η συμπλήρωση αυτή, με συνέπεια να απορριφθεί η ανακοπή ως απαράδεκτη, κατ' άρθ. 934 παρ. 1 στοιχ.
β' του Κ.Πολ.Δ., λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της. Με τον τρίτο λόγο εφέσεως, που πλήττει την ανωτέρω απορριπτική διάταξη, γίνεται λόγος περί της δυνατότητας διορθώσεως στο Εφετείο της παραλείψεως αυτής, χωρίς όμως η εκκαλούσα να επικαλείται ούτε να προσκομίζει σχετική έκθεση επιδόσεως. Κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθεί και ο τρίτος λόγος της εφέσεως.
Με την υπ' αριθ. εκθ. καταθέσεως 10177/2005 ανακοπή ζητήθηκε η ακύρωση των υπ' αρ. 6573/1994 και 6750/1994 εκθέσεων αναγκαστικού αναπλειστηριασμού ακινήτου της συμ/φου Αθηνών Αγγελικής Σακκά-Ρέβελα για τους εξής λόγους: Με τον πρώτο λόγο η ανακόπτουσα ισχυρίσθηκε ότι με τις υπ' αρ. 85Β'/1993 και 87Β'/1993 εκθέσεις αναγκαστικής κατασχέσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ν.
Κ. και τα υπ'αριθ. 250/1994 και 251/1994 προγράμματα δημόσιου αναγκαστικού, πλειστηριασμού του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Χ. Α., παρά το νόμο, διασπάσθηκε η οικονομική ενότητα του ιδανικού της μεριδίου του 1/2 εξ αδιαιρέτου στο ως άνω ακίνητο και κατασχέθηκαν αυτοτελώς και με διαφορετικές εκθέσεις κατασχέσεως, από τον ίδιο κατασχόντα και στη συνέχεια από τον ίδιο επισπεύδοντα, αφενός το 1/6 εξ αδιαιρέτου της ιδιοκτησίας της, αφετέρου τα 2/6 εξ αδιαιρέτου αυτής.
Ότι στη συνέχεια εκπλειστηριάσθηκαν σε δύο πλειστηριασμούς και στη συνέχεια αναπλειστηριασμούς τα ιδανικά της μερίδια επί του ίδιου ακινήτου σε ιδιαίτερα χαμηλή τιμή. Ότι η ως άνω διάσπαση των ιδανικών της μεριδίων αντίκειται στις αρχές της καλής πίστης, των χρηστών συναλλακτικών ηθών και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος κατ' άρθρο 281 του Α.
Κ., επειδή α) η διάσπαση της οικονομικής ενότητας ενός ιδανικού μεριδίου επί του αυτού ακινήτου, χωρίς ιδιαίτερο λόγο, οδηγεί με βεβαιότητα στην ουσιώδη μείωση της αξίας του, η οποία αποτυπώθηκε και στην τελική τιμή αναπλειστηριασμού του ακινήτου, β) η διάσπαση των ιδανικών μεριδίων επί του αυτού ακινήτου και η έκδοση δύο αυτοτελών εκθέσεων κατάσχεσης, δύο αυτοτελών προγραμμάτων πλειστηριασμού και διπλών επαναληπτικών προγραμμάτων καθώς και η διενέργεια δύο αυτοτελών πλειστηριασμών και στη συνέχεια αναπλειστηριασμών, μεγεθύνει παράνομα και σε ανεπίτρεπτο βαθμό τα έξοδα του πλειστηριασμού, τα οποία χρεώθηκαν στην ανακόπτουσα.
Ως προς τα επικαλούμενα ελαττώματα των πράξεων της εκτέλεσης που προηγήθηκαν του αναπλειστηριασμού, ο παραπάνω λόγος είναι απαράδεκτος λόγω εκπροθέσμου, γιατί η ανακοπή ασκήθηκε μετά την τελευταία πράξη εκτέλεσης και δη τη σύνταξη έκθεσης αναγκαστικού αναπλειστηριασμού για κάθε εκπλειστηριασθέν ιδανικό μερίδιο της ανακόπτουσας.
Σε ό,τι αφορά τον ανωτέρω προβαλλόμενο ισχυρισμό ότι οι διενεργηθέντες δύο αναγκαστικοί αναπλειστηριασμοί για δύο ιδανικά μερίδια του ως άνω ακινήτου που και τα δύο ανήκαν στην ανακόπτουσα συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος εκ μέρους του επισπεύδοντος καθ'ού η ανακοπή, καθώς μειώνεται αδικαιολόγητα η αξία του συνολικού ιδανικού μεριδίου, αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας.
Ειδικότερα, γίνεται δεκτό ότι είναι δυνατή η επιβολή κατάσχεσης ιδανικού μεριδίου ακινήτου ακόμη κι αν το όλο ανήκει στον καθ'ού η εκτέλεση. Τούτο με το σκεπτικό ότι στην κατάσχεση ισχύει η βασική αρχή κατά την οποία κάθε μεταβιβαστό δικαίωμα είναι κατασχετό, αφού δεν καθιερώνεται στην κατάσχεση ιδανικού μεριδίου απόκλιση από τον για κάθε κατάσχεση ισχύοντα κανόνα για δέσμευση της εξουσίας διάθεσης του κατασχεθέντος δικαιώματος.
Εφόσον συνεπώς ο οφειλέτης μπορεί και δικαιούται από την αποκλειστική επί του όλου πράγματος κυριότητά του να μεταβιβάσει οποιοδήποτε εξ αδιαιρέτου ποσοστό, η μη παραδοχή της δυνατότητας στο δανειστή για κατάσχεση οποιουδήποτε ποσοστού της σε ορισμένο πράγμα ιδιοκτησίας του οφειλέτη του, θα αποτελούσε "εννοιοκρατική ερμηνεία".
Γιατί για το λόγο που ο κύριος του όλου πράγματος δύναται να συστήσει με δικαιοπραξία συγκυριότητα σε αυτό, αξιοποιώντας μερικώς την σε αυτό ανήκουσα εξουσία διάθεσης, κατά τον ίδιο λόγο δύναται και ο δανειστής του, με την κατάσχεση ιδανικού μεριδίου του όλου και με τη με αυτή δέσμευση της εξουσίας διάθεσης του ιδανικού αυτού μεριδίου, να πετύχει την πλειστηρίαση του κατασχεθέντος και τη με το δικονομικό αυτό τρόπο δημιουργία συγκυριότητας υπέρ του υπερθεματιστή.
Η άνω λύση, όμως, πρέπει να τελεί υπό τον περιορισμό της μη καταχρηστικής άσκησης της κατάσχεσης ιδανικού μεριδίου (άρθρα 281 του Α.Κ., 116 του Κ.Πολ.Δ. και 25 παρ.3 του Συντάγματος), αλλιώς, σε ενάντια περίπτωση, παρέχεται δικαίωμα στον καθ'ου η εκτέλεση με την άσκηση της ανακοπής του άρθρου 933 να επιτύχει την ακύρωση της κατάσχεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση που υπερθεματιστής στους αναπλειστηριασμούς της 6.7.1994 και 5.10.1994, αναδείχθηκε ο καθ'ού για 3.700.000 δραχμές και 3.501.000 δραχμές, αντίστοιχα, η ανακόπτουσα δεν προσδιορίζει ποια μείωση της αξίας του συνολικού ιδανικού της μεριδίου του 1/2 εξ' αδιαιρέτου υπέστη και ποιο το αναμενόμενο πλειστηρίασμα σε περίπτωση που εκπλειστηριαζόταν ολόκληρο το ιδανικό της μερίδιο, και ακόμη με ποιο ποσό εξόδων επιβαρύνθηκε επιπλέον το οποίο συγκρινόμενο με τα επιτευχθέντα πλειστηριάσματα της προκαλεί υπέρμετρη ζημία, ούτως ώστε να μπορεί να κριθεί ως καταχρηστικός ο αναπλειστηριασμός χωριστά των δύο ιδανικών μεριδίων.
Ως προς το δεύτερο λόγο της ανακοπής ο οποίος βασίζεται στο ότι θα ακυρωθούν οι 85Β'/1993 και 87Β'/1993 εκθέσεις κατάσχεσης, όπως και τα υπ' αριθμ. 246/1994 και 247/1994 προγράμματα πλειστηριασμού, γενομένου δεκτού του λόγου της κριθείσας ως άνω υπ' αριθμ. έκθ. κατ. 2966/ΤΜ 316/23.2.1994 ανακοπής ότι οι εν λόγω πράξεις είναι άκυρες γιατί δεν προσδιορίζονται χωριστά τα τετραγωνικά μέτρα κάθε κτίσματος στο επίδικο ακίνητο και η ποιότητα της κατασκευής τους και ότι άρα άκυροι είναι και οι επακολουθήσαντες αναπλειστηριασμοί που στηρίχθηκαν στις ανωτέρω άκυρες πράξεις, αυτός είναι απαράδεκτος, ελλείψει πλέον έννομου συμφέροντος της ανακόπτουσας, μετά την απόρριψη των σχετικών λόγων της παραπάνω ανακοπής της ως μη νόμιμων (βλ.
στην παρούσα πιο πάνω). Τέλος και ο τρίτος λόγος ανακοπής είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος για την ίδια ακριβώς αιτία (δεν έγιναν δεκτές οι ανωτέρω ανακοπές και δεν ακυρώθηκαν οι προηγηθείσες των αναπλειστηριασμών πράξεις που η ανακόπτουσα προβάλλει ότι είναι άκυρες) κατά το μέρος που υποστηρίζεται ότι οι προσβαλλόμενες εκθέσεις αναπλειστηριασμού στηρίζονται σε άκυρες πράξεις και δη α) στα υπ' αριθμ. 250/1994 και 251/1994 προγράμματα δημόσιου αναγκ.
Πλειστηριασμού, β) στις σχετικές υπ' αριθμ. 6048 και 6049/1994 πράξεις επίσπευσης πλειστηριασμού εκ μέρους του καθ' ου και γ) στις υπ' αριθμ. 85Β' και 87Β'/1993 εκθέσεις κατασχέσεως. Κατά το μέρος που με τον τρίτο λόγο ανακοπής προβάλλεται η ανυπαρξία των απαιτήσεων του καθ'ου κατά της ανακόπτουσας, αφού οι διαταγές πληρωμής στις οποίες αυτός στηρίζεται έχουν εκδοθεί βάσει επιταγών που καλύπτουν τοκογλυφικούς τόκους, οπότε είναι άκυρες και οι προσβαλλόμενες εκθέσεις αναγκαστικού αναπλειστηριασμού, ο σχετικός λόγος ως αναφερόμενος στην απαίτηση του επισπεύδοντος προτείνεται εκπρόθεσμα κατ' άρθρο 934 παρ.1 στοιχ.
β' του Κ.Πολ.Δ, ήτοι μετά τη σύνταξη των προσβαλλόμενων εκθέσεων αναγκαστικού αναπλειστηριασμού και άρα είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Ας σημειωθεί ότι παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον καθ'ου δεν υφίσταται δεδικασμένο που να εμποδίζει την εξέταση του υπαρκτού των απαιτήσεων του καθ'ου κατά της ανακόπτουσας στο παρόν στάδιο από την έκδοση των υπ'αριθμ. 466/2003 και 467/2003 αποφάσεων του Εφετείου Ναυπλίου που έκρινε σε δεύτερο βαθμό τις ανακοπές της ανακόπτουσας κατά των υπ' αριθμ. 398 και 399/1992 διαταγών πληρωμής του καθ'ου.
Οι ως άνω αποφάσεις έκριναν μόνο ότι οι ανακοπές της ανακόπτουσας ασκήθηκαν εκπρόθεσμα και τις απέρριψαν για τυπικούς λόγους. Ειδικότερα επί ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής του άρθρου 632 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., το δικαστήριο ερευνά πρώτα το παραδεκτό της ανακοπής και δη την άσκησή της μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από την πρώτη επίδοσή της (προκειμένου για ανακοπές που είχαν ασκηθεί πριν από την τροποποίηση του άρθρου 632 που έτρεψε τις απλές ημέρες σε εργάσιμες).
Αν ασκήθηκε εκπρόθεσμα, η ανακοπή απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Το δεδικασμένο της απορριπτικής αυτής αποφάσεως εκτείνεται μόνο στο κριθέν δικονομικό ζήτημα (άρθρο 322 παρ.1 εδ.2 ΚΠολΔ).
Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με τις αυτές αιτιολογίες απέρριψε και την εν λόγω ανακοπή, δεν έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή των προδιαληφθεισών διατάξεων και οι τέταρτος και πέμπτος λόγοι εφέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε την έφεση. Με τις άνω κρίσεις του το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 933, 934, 954, 992 και 993 ΚΠολΔ, οι οποίες χαρακτηρίζονται ως ουσιαστικού δικαίου προκειμένου να δύναται να ελεγχθεί η ορθή εφαρμογή αυτών με λόγους αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, καθώς καιαυτές του άρθρου 281 ΑΚ, 17 και 25 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 του πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ενώ δεν κήρυξε απαράδεκτο παρά το νόμο. Επομένως, αμφότεροι οι λόγοι αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Η αναιρεσείουσα, ως ηττωμένη διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-3-2010 αίτηση της Μ. συζ. Ε. Ν., το γένος Ν. Χ., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 612/2009 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.-
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700)ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2011.-
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ