1898/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1898/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): προγράμματος αναγκαστικού πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτας Στασινοπούλου) έπρεπε να απαγγελθεί και σύμφωνα με τις διατάξεις του άνω αναφερομένου άρθρου 39 ν.3259/2004, το ισχυρισμό της δε αυτόν απέρριψε το Εφετείο, παραβιάζοντας ευθέως μη εφαρμόζοντας τη διάταξη αυτή αλλά και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τη συνδρομή ή μη των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της εφαρμογής της.
Full text
Απόφαση 1898 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1898/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "EΡΦΑΡ-ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΦΑΡΜΑΚΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "EΡΦΑΡ-ΑΒΕΦ",που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αντωνόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, με την ιδιότητά της ως καθολικής διαδόχου δια συγχωνεύσεως με απορρόφηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ ΑΕ" και τον δ.τ "ΕΤΒΑ Βαnk AE" σύμφωνά με την υπ' αριθ. Κ215289/2003 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Τσεμπενέκα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 23-6-1999 και 18-10-1999 ανακοπές της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1586/2001 του ίδιου Δικαστηρίου 304/2002 μη οριστική και 6326/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 8-11-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 2-10-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 30 παρ. 1 του ν. 2789/2000, που άρχισε να ισχύει από 11.02.2000 "κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων η συνολική οφειλή από τόκους σε καθυστέρηση που παρήχθησαν από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα δεν δύναται να υπερβεί το πιο κάτω αναφερόμενο πολλαπλάσιο της απαίτησης, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί κατά το χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, κατά το χρόνο του οριστικού κλεισίματος αυτών, ή, όπου δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, από τότε που η απαίτηση κατέστη εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τους όρους της οικείας σύμβασης ή κατά το νόμο :
α) το τετραπλάσιο, εάν τα ως άνω περιστατικά συνέβησαν μέχρι την 31-12-1985, β) το τριπλάσιο, εάν συνέβησαν μετά την υπό α' ημερομηνία και μέχρι την 31-12-1990, γ) το διπλάσιο, εάν συνέβησαν μετά την υπό β' ημερομηνία και μέχρι την 15-4-1998". Κατά την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου "Από της ισχύος του παρόντος νόμου τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται:
α) Να γνωστοποιούν, εντός προθεσμίας ενενήντα (90) ημερών από την υποβολή σχετικής αίτησης, στους οφειλέτες που οι οφειλές τους εμπίπτουν στη ρύθμιση της παραγράφου 1, το ύψος της οφειλής τους κατά κεφάλαιο και τόκους, β) Να μη λογίζουν τόκους για τη συνολική οφειλή, όπως αυτή θα διαμορφωθεί μετά την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2, μέχρι τις 30 Απριλίου 2000 και να μην αρχίσουν διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης, ούτε να συνεχίσουν διαδικασίες που έχουν αρχίσει, μέχρι την 31 Οκτωβρίου 2000".
Κατά την παράγραφο 7 του ίδιου άρθρου, από 1 - 11 - 2000 αίρεται η αναστολή της έναρξης ή συνέχισης της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης προς ικανοποίηση των απαιτήσεων που υπάγονται στη ρύθμιση της παραγράφου 1, εφόσον δεν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά κατά τα αναφερόμενα στην παράγραφο 6 και με την προϋπόθεση ότι το πιστωτικό ίδρυμα, με δήλωσή του, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, θα προσδιορίσει το οφειλόμενο, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου, ποσό της απαίτησης.
Ακολούθησε ο ν.2873/2000 (ΦΕΚ 285 Α της 28-12-2000) με το άρθρο 47 παρ. 1 του οποίου τροποποιήθηκαν οι παράγραφοι 4 στοιχ. β' και 7 του άρθρου 30 του ανωτέρω ν. 2789/2000 και ορίσθηκε αντιστοίχως α) αντί της 31 Οκτωβρίου 2000, η 31 Μαρτίου 2001, ως ημερομηνία μέχρι της οποίας αναστέλλεται η έναρξη και συνέχιση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης και β) αντί της 1 Νοεμβρίου 2000, η 1 Απριλίου 2001, ως ημερομηνία άρσης της αναστολής έναρξης ή συνέχισης της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, ενώ με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ορίσθηκε ότι οι τροποποιήσεις αυτές ισχύουν από την 31 Οκτωβρίου 2000.
Στη συνέχεια, με το άρθρο 42 παρ. 1 και 2 του ν. 2912/2001 (ΦΕΚ 94 Α της 9-5-2001), που άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευσή του στη εφημερίδα της κυβερνήσεως, αντικαταστάθηκε το άρθρο 30 παρ. 1 και 4 στοιχ. β του ν. 2789/2000, όπως είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 47 του ν. 2783/2000. Με τη νέα παράγραφο 1 ορίσθηκε : "Κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων η υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση και το νόμο, μέχρι 31-12- 2000 δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου...α)το τετραπλάσιο, εάν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι τις 31-12-1985 ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, η λήψη της τελευταίας πιστώσεως δανείου έγινε μέχρι την ημερομηνία αυτήν, β) το τριπλάσιο, εάν τα άνω περιστατικά συνέβησαν μετά την υπό (α) ημερομηνία και μέχρι τις 31-12-1990, γ) το διπλάσιο, εάν συνέβησαν μετά την υπό (β) ημερομηνία και μέχρι τις 31-12-2000..".
Περαιτέρω, αντί της 31-3-2001 ορίσθηκε η 31-12-2001, ως ημερομηνία μέχρι της οποίας αναστέλλεται η έναρξη και η συνέχιση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης και αντί της 1-4-2001 ορίσθηκε η 1-1-2002, ως ημερομηνία άρσης της αναστολής της έναρξης ή συνέχισης της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης (παρ. 2). Τέλος με το άρθρο 39 ν. 3259/2004 (ΦΕΚ Α 149/4.8.2004) που ισχύει από 4.8.2004 ορίζονται και τα εξής:
α) "η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από τις κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσοτέρων δανείων ή προκειμένου περί αλληλοχρέων λογαριασμών του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των 4 και 5 του παρόντος άρθρου" (παρ.1), β) " τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεών τους σύμφωνα με της διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου.
Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να μην προχωρήσουν σε έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη τους ούτε σε συνέχιση διαδικασιών που έχουν ήδη αρχίσει μέχρι 31.12.2004 ... Μέχρι 31.10.2004 οι οφειλέτες ή οι εγγυητές πρέπει να υποβάλλουν στο πιστωτικό ίδρυμα αίτηση για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση" (παρ.2 εδ.α) γ) "μη υποβολή αίτησης κατά τα προηγούμενα ή καθυστέρηση στη εξόφληση δόσης που έχει συμφωνηθεί με τη ρύθμιση πέραν των 90 ημερών παρέχει το δικαίωμα στο πιστωτικό ίδρυμα να αρχίσει ή να συνεχίσει τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη της ανεξόφλητης οφειλής...
η οποία θα εκτοκίζεται με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας από την πρώτη ημέρα καθυστέρησης" (παρ.3 εδ. 2) Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι, με αυτές θεσπίσθηκε, αυτοδίκαιη αναστολή των διαδικασιών έναρξης και συνέχισης της αναγκαστικής εκτέλεσης για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων από πιστωτικές συμβάσεις κλπ, υπό τις άνω διακρίσεις και υποχρέωση επαναπροσδιορισμού του ποσού αυτών σύμφωνα με τα άνω οριζόμενα στις διατάξεις αυτές, χωρίς όμως να απαγγελθεί ακυρότητα των επί μέρος πράξεων της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης που είχαν γίνει προηγουμένως.
Επομένως πράξεις της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης που έγιναν πριν την θεσπιζομένη αυτοδίκαια αναστολή έναρξης και συνέχισης αυτής εξακολουθούν να είναι ισχυρές και έγκυρες και στηρίζουν τις εν συνεχεία με βάση αυτές ενεργούμενες για την ολοκλήρωση της διαδικασίας, μετά την θεσπισθείσα αναστολή, πλήν του ποσού της απαίτησης για την είσπραξη της οποίας επισπεύδεται η αναγκαστική εκτέλεση, η οποία πρέπει να αναπροσδιορισθεί.
Από αυτά, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 933 και 934 ΚΠολΔ συνάγεται περαιτέρω, ότι ισχυρισμός του οφειλέτη περί υπαγωγής της οφειλής του στις άνω διατάξεις περί επαναπροσδιορισού της οφειλής εισάγει αμφισβήτηση ως προς το ύψος της απαίτησης, με την έννοια ότι κατά το επί πλέον του επιβαλλόμενου επαναπροσδιορισμού της απαίτησης η απαίτηση θεωρείται εκ του νόμου μερικώς (ή και ολικώς) αποσβεσθείσα και συνεπώς ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί πράγμα, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔικ, μπορεί δε να αποτελέσει και λόγο ανακοπής του οφειλέτη κατά των μεταγενεστέρων πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης, για το παραδεκτό όμως του οποίου απαιτείται κατά το άρθρο 585 παρ.2 ΚΠολΔ να προβάλλεται με το δικόγραφο της ανακοπής ή το δικόγραφο προσθέτων λόγων,και όχι με την έφεση ή τις προτάσεις, ακόμη και αν είναι οψιγενής, διαφορετικά είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση των αριθμών 1 και 19 ΚΠολΔ, ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου, διότι, όπως εκθέτει, με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου κατά τη δεύτερη συζήτηση της έφεσης, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι η ακύρωση των προσβαλλόμενων με τις ανακοπές της κατά της επισπευδόμενης από την αναιρεσίβλητη εις βάρος της αναγκαστικής εκτέλεσης, (της από 29.5.1998 επιταγής σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ.17.7/13.8.1923, της επιβληθείσας με βάση αυτή από 5.4.1999 αναγκαστικής κατάσχεσης και του υπ' αριθμ. .....
προγράμματος αναγκαστικού πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτας Στασινοπούλου) έπρεπε να απαγγελθεί και σύμφωνα με τις διατάξεις του άνω αναφερομένου άρθρου 39 ν.3259/2004, το ισχυρισμό της δε αυτόν απέρριψε το Εφετείο, παραβιάζοντας ευθέως μη εφαρμόζοντας τη διάταξη αυτή αλλά και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τη συνδρομή ή μη των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της εφαρμογής της.
Οι αιτησιάσεις αυτές συγκροτούν τον από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο (και όχι 1 και 19 όπως επικαλείται η αναιρεσείουσα), ο οποίος είναι απαράδεκτος, διότι, κατά τα εκτιθέμενα από την αναιρεσείουσα, ο ισχυρισμός περί ακυρώσεως των άνω πράξεων της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, ως λόγος ανακοπής από το άρθρο 933 ΚΠολΔ, απαραδέκτως προβλήθηκε το πρώτο με τις προτάσεις της κατά τη δεύτερη συζήτηση της έφεσης στο Εφετείο.
Πρέπει συνεπώς να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 08.11.2006 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία " ΕΡΦΑΡ-ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΦΑΡΜΑΚΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο " ΕΡΦΑΡ-ΑΒΕΦ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6.326/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από ευρώ 1.800.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ