Supreme Court partially allows appeal against insurance liability judgment due to excessive damages awarded for moral harm.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against a final judgment from the Athens Court of First Instance regarding insurance liability for a traffic accident. The appellants argued that the awarded damages for moral harm were excessive and violated the principle of proportionality given the specific circumstances of the accident and the parties' fault. The court agreed that the amount awarded by the lower court exceeded reasonable limits and therefore annulled the specific section concerning moral damages while remanding the case for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(7) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may annul a specific part of a final judgment if the lower court exceeded the limits of its discretionary power by awarding damages that are manifestly disproportionate to the proven facts and legal principles.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1897 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1897/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ.Κ. του Α., κατοίκου ... και 2) Χ.Σ. του Χ., κατοίκου ... (περιοχή ...), οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Σκορίνη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 25-1-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ (ως προς τον 1ο) και παρίσταται.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "..." και ήδη "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου μετά από συγχώνευση διά απορροφήσεως της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...”, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ντανάκα, που με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-3-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 169/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1586/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-10-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αντιγόνη Τζελέπη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 27-10-2021 (αρ. εκθ. κατ. 53/21-1-2022) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 1586/23-3-2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, που αφορούν απαιτήσεις αποζημίωσης για ζημίες που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 591 επ., 614 παρ. 6ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα αυτά αντικαταστάθηκαν με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν 4335/2015), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3ΚΠολΔ, από τη δημοσίευσή της (23-3-2021), καθόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την προσβαλλόμενη με αριθμό 1586/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Οι ήδη αναιρεσείοντες, άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 13-3-2013 (αρ.
εκθ. 1544/2017) αγωγή τους, με την οποία εξέθεταν ότι, κατά τον αναφερόμενο τόπο και χρόνο, ο πρώτος εναγόμενος Β. Κ., οδηγώντας το ιδιοκτησίας του Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, που ήταν ασφαλισμένο κατά το χρόνο του ατυχήματος, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη εναγόμενη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "....", στη θέση της οποίας υπεισήλθε, ως οιονεί διάδοχος, λόγω συγχώνευσης και απορρόφησης, η ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "....", ήδη αναιρεσίβλητη, προκάλεσε από υπαιτιότητά του τον τραυματισμό τους υπό τις λεπτομερώς αναφερόμενες συνθήκες.
Ζήτησαν, δε, μετά την παραδεκτή παραίτηση από το δικόγραφο αυτής ως προς τον πρώτο εναγόμενο και τον παραδεκτό περιορισμό του αιτήματός της, από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας να καταβάλλει: α) στον πρώτο, ως αποζημίωση για πλασματική δαπάνη οικιακής βοηθού, μέλλουσες χειρουργικές επεμβάσεις, χρηματική παροχή λόγω αναπηρίας και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το συνολικό ποσό των 268.822,51 ευρώ και β) στον δεύτερο, ως αποζημίωση για πλασματική δαπάνη οικιακής βοηθού και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το συνολικό ποσό των 36.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την υπ' αριθ. 169/2019 οριστική απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγόμενης να καταβάλλει στους ενάγοντες τα αναφερόμενα σ'αυτή χρηματικά ποσά. Κατόπιν άσκησης αντιθέτων εφέσεων εκ μέρους των διαδίκων, εκδόθηκε η ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το Εφετείο αφού συνεκδίκασε τις εφέσεις, δεχόμενο, όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ασφαλισμένου στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη Ι.Χ.Φ.
αυτοκινήτου (Β.Κ.), στην πρόκληση της ένδικης σύγκρουσης, στη συνέχεια, δέχθηκε εν μέρει ως κατ' ουσία βάσιμη την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του δευτέρου ενάγοντος (ήδη δευτέρου αναιρεσείοντος) στην έκταση του τραυματισμού του στο κεφάλι σε ποσοστό 20%, διότι δεν έφερε κατά τη στιγμή του ατυχήματος προστατευτικό κράνος, την οποία (ένσταση) η εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) παραδεκτά είχε προτείνει ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και είχε επαναφέρει στο Εφετείο με λόγο έφεσης και, ακολούθως, απέρριψε την έφεση της εναγόμενης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας, δέχθηκε κατ'ουσίαν την έφεση των εναγόντων, εξαφάνισε την εκκαλουμένη οριστική απόφαση (169/2019 ), δίκασε επί της ουσίας την αγωγή, δέχθηκε εν μέρει αυτήν ως κατ'ουσία βάσιμη και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγόμενης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας, να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 13.920 ευρώ και στο δεύτερο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 2.320 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Κατά το άρθρο 929 εδ. α' ΑΚ, σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που ήδη έχει επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του (ΑΠ 45/2024, ΑΠ 1492/2022). Ως νοσήλια νοούνται οι δαπάνες που είναι αναγκαίες για τη σωτηρία και την αποκατάσταση της υγείας του παθόντος (φάρμακα, αμοιβή ιατρού, νοσοκομείου κ.
ά.), όπως είναι, εκτός των άλλων, η δαπάνη για την πρόσληψη αποκλειστικής νοσοκόμου είτε στην οικία του είτε στο νοσοκομείο, καθώς και οικιακής βοηθού, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν και έτσι με κριτήριο την αναγκαιότητα ή όχι πραγματοποίησης της δαπάνης θα υποχρεωθεί ή όχι ο υπόχρεος σε αποζημίωση να καταβάλει τη συγκεκριμένη δαπάνη ως οφειλόμενη ζημία (ΑΠ 1492/2022, ΑΠ 1572/2018, ΑΠ 1207/2017, ΑΠ 1543/ 2017).
Στον όρο "νοσήλια" περιλαμβάνεται κάθε δαπάνη, που έγινε ή κρίθηκε αναγκαία να γίνει προς αποκατάσταση της υγείας του παθόντος, όπως π.χ. διάφορες εγχειρήσεις, στις οποίες ο παθών πρέπει να υποβάλλεται μέχρις ότου ολοκληρωθεί η όλη διαδικασία της αποθεραπείας του, ιδιαίτερα στα κατάγματα, πλαστικές εγχειρήσεις κ.ά. (ΑΠ 1881/2023, ΑΠ 2015/2022, ΑΠ 1935/2013).
Συνεπώς, ο παθών, σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας του, δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση και για μέλλουσα ζημία (όπως π.χ. για τη δαπάνη μελλοντικής χειρουργικής επέμβασης προς διόρθωση ουλών), η αποκατάσταση της οποίας μπορεί να αξιωθεί και πριν από την πραγματοποίησή της, αρκεί αυτή να είναι δυνατόν να προσδιοριστεί εκ των προτέρων.
Δεν απαιτείται γι' αυτό βεβαιότητα, αλλά αρκεί πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πράγμα που πρέπει να προκύπτει από τις ιδιαίτερες περιστάσεις. Κριτήριο, δηλαδή, για το "τι είναι νοσήλια", που αποκαθίστανται, δυνάμει της ανωτέρω διάταξης, αποτελεί η ανάγκη για πραγματοποίηση της δαπάνης και όχι η πραγματοποίησή της (ΑΠ 1881/2023, ΑΠ 1493/2022, ΑΠ 1064/2022, ΑΠ 176/2022, ΑΠ 567/2018, ΑΠ 601/2009).
Για την πληρότητα της αγωγής, με την οποία αξιώνεται δαπάνη για ενεστώσα ή μέλλουσα ζημία, πρέπει στο δικόγραφο αυτής, κατά τα άρθρα 118 αριθ. 4 και 216 ΚΠολΔ, να εξειδικεύονται οι επιμέρους δαπάνες κατά είδος, έκταση και ποσό, προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί, διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να θεραπευτεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή δικόγραφα (ΑΠ 1088/2010).
Για να επιδικασθεί αποζημίωση για τη μελλοντική ζημία θα πρέπει να είναι δυνατός ο προσδιορισμός αυτής κατά το χρόνο της απόφασης, είτε εφάπαξ, είτε κατά χρονικές περιόδους. Όταν, όμως, αυτή δεν είναι απλώς μέλλουσα, αλλά η πραγμάτωσή της εξαρτάται και από άλλους αστάθμητους παράγοντες, οι οποίοι είναι ενδεχόμενο να επέλθουν στο μέλλον και των οποίων η τυχόν μέλλουσα πραγματοποίηση είναι αδύνατο να προβλεφθεί κατά τους κανόνες της κοινής πείρας, τότε δεν επιδικάζεται ως "πρόωρη" επιδικάζεται δε μόνον όταν γεννηθεί (ΑΠ 994/2023, ΑΠ 1223/2023, ΑΠ 1492/2022,ΑΠ 909/2022).
Πάντως, η τελεσίδικη απόφαση με την οποία απορρίπτεται η αγωγή ως προώρως ασκηθείσα δεν δημιουργεί, ως προς τούτο δεδικασμένο, διότι δεν πρόκειται για τομή της διαφοράς (ΑΠ 1333/2023, ΑΠ 2015/2022, ΑΠ 909/2022, ΑΠ 999/2021).Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ, που ορίζει ότι η αξίωση αποζημίωσης δεν αποκλείεται από το λόγο ότι κάποιος άλλος έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε και η οποία αποτελεί εκδήλωση της νομοθετικής βούλησης να μην αποβεί προς όφελος του ζημιώσαντος το γεγονός ότι κάποιος άλλος υποχρεούται από το νόμο ή από άλλο λόγο να αποζημιώσει ή να διατρέφει τον παθόντα, συνάγεται ότι στην περίπτωση που, εξαιτίας του είδους και της σοβαρότητας του τραυματισμού του τελευταίου, αυτός αδυνατεί να αυτοεξυπηρετηθεί και έχει ανάγκη πρόσληψης αποκλειστικής νοσοκόμου-οικιακής βοηθού, για τη φροντίδα και την εξυπηρέτησή του, έργο το οποίο αναλαμβάνει, με εντατικοποίηση των δυνάμεων του, συγγενικό ή φιλικό του πρόσωπο, το οποίο, με τις προς τον παθόντα υπηρεσίες του, καλύπτει την πιο πάνω ανάγκη πρόσληψης οικιακής βοηθού ή αποκλειστικής νοσοκόμου, θεμελιώνεται αξίωση αποζημίωσης του παθόντος κατά του υπόχρεου.
Τέτοια συγγενικά πρόσωπα, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, μπορεί να είναι και η σύζυγος, οι γονείς, τα πεθερικά ή άλλοι στενοί συγγενείς, αλλά και φιλικά πρόσωπα.
Συνεπώς, ο τραυματισθείς από αδικοπραξία τρίτου, ο οποίος δέχεται τις αναγκαίως αυξημένες περιποιήσεις και φροντίδες αυτών, προς αποκατάσταση της υγείας του, δικαιούται να απαιτήσει από τον υπόχρεο προς αποζημίωση, το ποσό που θα ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει σε τρίτο πρόσωπο, που θα προσλάμβανε για το σκοπό αυτό, έστω και αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν κατέβαλε κανένα ποσό στους ως άνω οικείους του, οι οποίοι με υπερένταση των δυνάμεών τους και σε βάρος άλλων ενασχολήσεών τους, ασχολούνται με τη φροντίδα για την αποκατάσταση της υγείας του παθόντος συγγενούς ή φίλου τους (ΑΠ 1950/2022, ΑΠ 752/2021, ΑΠ 553/2019, ΑΠ 1207/2017, ΑΠ 1622/2013).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ...ραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του προσώπου, η οποία καθορίζεται, όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.
Ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμόρφωσης στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Η διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον βεβαίως αυτές είναι μόνιμες και διαρκείς και συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.
Όμως, η αναπηρία ή η παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Κατά συνέπεια γίνεται δεκτό ότι προβλέπεται από τη διάταξη αυτή η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί.
Είναι πρόδηλο ότι, η, κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, αξίωση για αποζημίωση, λόγω αναπηρίας ή παραμόρφωσης, είναι διαφορετική από την κατά τη διάταξη του άρθρου 929 ΑΚ αξίωση αποζημίωσης για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που, κατ' ανάγκη, συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας, λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και από την, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, αξίωση για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης και είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν, είτε σωρευτικά, είτε μεμονωμένα, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαία την ύπαρξη και των λοιπών (ΑΠ 1469/2022, ΑΠ 790/2022, ΑΠ 1043/2021, ΑΠ 677/2019, ΑΠ 599/2018, ΑΠ 158/2016, ΑΠ 150/2015).
Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί, ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 9/2015, ΑΠ 1488/2022, ΑΠ 548/2021, ΑΠ 525/2021, ΑΠ 553/2019, ΑΠ 1207/2017).
Περαιτέρω, κατάτη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 1783/2023, ΑΠ 448/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 757/2015).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1ΚΠολΔ (ΑΠ 1783/2023, ΑΠ 143/2023 ,ΑΠ 59/2021, ΑΠ 550/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017). Για το ορισμένο, δε, του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 λόγου αναίρεσης, στην περίπτωση της κατ` ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο:
α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια, β) οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με το λόγο αναίρεσης πλημμέλεια (Ολ.ΑΠ 1/2016,Ολ.ΑΠ 2/2013, Ολ.ΑΠ 20/2005, ΑΠ 16/2023, ΑΠ 1096/2022,ΑΠ 678/2022 ).
Κατά, δε, την έννοια του ιδίου άρθρου 559 αριθ. 1 εδάφ. β'ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή, όταν το Δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, ήτοι τις αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το Δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Δεν ιδρύεται, δε, ο λόγος αυτός, όταν το Δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ. κατά την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 35/2022,ΑΠ 164/2021,ΑΠ 40/2020).
Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το Δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το Δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το Δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.
Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 21/2023, ΑΠ 1300/2022,ΑΠ 35/2022,ΑΠ 3/2021, ΑΠ 1554/2021,ΑΠ 551/2020, ΑΠ 208/2020). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις, δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα, δε, του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 3/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 551/2020, ΑΠ 208/2020).
Επιπροσθέτως, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο (Ολ.ΑΠ 25/2003) και όχι οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (Ολ.ΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, ούτε οι νομικές αναλύσεις, καθώς και τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών (ΑΠ 242/2023, ΑΠ 279/2019, ΑΠ 1079/2019).
Αντίθετα, δεν αποτελούν πράγματα, με την έννοια της παραπάνω διάταξης, τα αποδεικτικά μέσα και η εκτίμηση των καταθέσεων μαρτύρων, διότι ανήκει στην κυριαρχική και, επομένως, ανέλεγκτη αναιρετικώς εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 1534/2017, ΑΠ 1449/2008). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για την απόδειξη και ανταπόδειξη ισχυρισμού, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Έτσι, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 344/2020, ΑΠ 620/2019, ΑΠ 1169/2019, ΑΠ 70/2008, 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
ΑΠ 42/2002), διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 781/2020, ΑΠ 1169/2019, ΑΠ 1/2018, ΑΠ 1874/2008), εφόσον, βέβαια, προτάθηκαν παραδεκτά στο Δικαστήριο της ουσίας, πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο (ΑΠ 1126/2020). Ωστόσο, δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους.
Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός (Ολ.
ΑΠ 2/2008) και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (ΑΠ 1126/2020, ΑΠ 1167/2019). Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 1167/2019, ΑΠ 798/2010 ΑΠ 22/2005), όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 781/2020, ΑΠ 427/2020, ΑΠ 345/2020, ΑΠ 1167/2019).
Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ.ΑΠ 8/2016, ΑΠ 1126/2020).
Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ.
ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1126/2020, ΑΠ 1034/2020, ΑΠ 412/2019, ΑΠ 705/2019). Εξάλλου, ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ή ότι το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1110/2020, ΑΠ 75/2016, ΑΠ 100/2007).
Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και την αποκλειστική υπαιτιότητα του εμπλακέντος στο ατύχημα οδηγού του ασφαλισμένου στην εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία Ι.Χ.Φ.
αυτοκινήτου: Την 25-7-2015 και περί ώρα 19.00', ο πρώτος ενάγων Γ.Κ., (ήδη πρώτος αναιρεσείων) οδηγούσε το υπ'αριθμ. κυκλοφορίας ...- 5858 δίκυκλο μοτοποδήλατο ιδιοκτησίας του μη διαδίκου Χ.Σ. κι εκινείτο επί της ... στα ... με κατεύθυνση από ... προς ..., περί το μέσο του ρεύματος πορείας του, με ταχύτητα εντός της επιτρεπομένης για την περιοχή των 50 χιλ/ωρα, έχοντας συνεπιβάτη τον δεύτερο ενάγοντα Χ.
Σ. (ήδη δεύτερο αναιρεσείοντα). Η εν λόγω οδός, στο σημείο όπου έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα, είναι διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, το πλάτος του ασφάλτινου οδοστρώματος της είναι 5,30 μ., κατά μήκος και εκατέρωθεν αυτής υπάρχει αυλάκι πλάτους 0,4 μ. καθώς και πεζοδρόμιο, είναι ευθεία οριζόντια, ενώ στο εν λόγω σημείο δεν υπάρχει οριζόντια και κάθετη σήμανση.
Κατά τον παραπάνω χρόνο ήταν ημέρα, υπήρχε καλοκαιρία, η ορατότητα δεν περιοριζόταν, η άσφαλτος ήταν ξηρά, η κυκλοφορία οχημάτων και πεζών ήταν αραιή, το, δε, ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ήταν το προβλεπόμενο από τον Κ.Ο.Κ. για τις κατοικημένες περιοχές, ήτοι αυτό των 50χ/ω ... Κατά τον ίδιο, ως άνω, χρόνο ο Β.
Κ., οδηγούσε το υπ' αριθμ. κυκλ. ...-3922 Ι.ΧΦ. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, εκινείτο επί της ιδίας ως άνω οδού, με κατεύθυνση αντίθετη από αυτή των εναγόντων, ήτοι έχοντας κατεύθυνση από ... προς .... Φθάνοντας ο οδηγός του Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου λίγο πριν το σημείο όπου η ως άνω οδός ... συμβάλλεται δεξιά κάθετα σε σχέση με την πορεία του, με την οδό ..., απώλεσε τον έλεγχο του οχήματος του, εξετράπη αριστερά της πορείας του και εισήλθε εξ ολοκλήρου και αιφνιδιαστικά εντός του αντίθετου ρεύματος πορείας της, ως άνω οδού, στο οποίο έβαινε κατά τα ως άνω, το δίκυκλο μοτοποδήλατο με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί εντελώς αιφνίδια στη πορεία του δικύκλου και να επιπέσει με την εμπρόσθια αριστερή πλευρά του οχήματος του στο εμπρόσθιο μέρος του ως άνω δικύκλου, το οποίο παρέσυρε στη συνέχεια κατά την πορεία του, μετά του οποίου ακινητοποιήθηκε σε απόσταση 4,9 μ.
από το σημείο της σύγκρουσης, με συνέπεια να τραυματιστούν αμφότεροι οι ενάγοντες. Το γεγονός αυτό, ότι δηλαδή το ΙΧΦ εισήλθε στο ρεύμα πορείας του μοτοποδηλάτου, αποδεικνύεται τόσο από το σημείο σύγκρουσης, "το οποίο εντοπίζεται εξ ολοκλήρου περί το μέσο του ρεύματος πορείας του δικύκλου, όσο και από την τελική θέση των δύο οχημάτων, που εντοπίζεται στο δεξιό άκρο της οδού (του ρεύματος πορείας του δίκυκλου μοτοποδηλάτου) όπου και βρέθηκαν θραύσματα γυαλιών και πλαστικών εξαρτημάτων, καθώς και ίχνη τροχοπέδησης προερχόμενα από το Ι.Χ.Φ.
όχημα, αλλά και χαραγές προερχόμενες από το δίκυκλο μοτοποδήλατο (βλ. την ως άνω, από 25.7.2015 έκθεση αυτοψίας και το συνοδεύον αυτή πρόχειρο σχεδιάγραμμα). Αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος είναι ο οδηγός του Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου καθόσον αυτός δεν κατέβαλε κατά την οδήγηση του ως άνω οχήματος του, την επιμέλεια και προσοχή, την οποία θα κατέβαλε ο μέσος συνετός οδηγός σε ανάλογες περιστάσεις, (άρθρο 330 ΑΚ).
Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι ο ανωτέρω, οδηγούσε χωρίς σύνεση και χωρίς να έχει συνεχώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, με αποτέλεσμα να απωλέσει τον έλεγχο του οχήματος του, να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, κίνηση η οποία γενικώς απαγορεύεται, να παρεμβληθεί αιφνιδίως στην πορεία του δίκυκλου μοτοποδηλάτου και να προσκρούσει με το όχημά του σ' αυτό (άρθρα 12 παρ. 1, 16 παρ. 1, 2 και 4, 19 παρ. 1 Ν. 2696/1999).
Αντίθετα, δεν αποδείχτηκε οποιαδήποτε υπαιτιότητα του πρώτου ενάγοντα - οδηγού του δίκυκλου μοτοποδηλάτου στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, καθόσον αυτός οδηγούσε με σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση εντός του ρεύματος πορείας του. Ο ισχυρισμός της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας ότι ο οδηγός του δίκυκλου μοτοποδηλάτου, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας δηλαδή στο ρεύμα κυκλοφορίας του οδηγού του ΙΧΦ και ότι ο τελευταίος στη συνέχεια για να αποφύγει τη σύγκρουση, εισήλθε στο ρεύμα κυκλοφορίας του μοτοποδηλάτου, όμως δεν απεφεύχθη η σύγκρουση, διότι ο ενάγων οδηγός επανέφερε το όχημα του στο ρεύμα πορείας του, δεν αποδείχτηκε βάσιμος στην ουσία του.
Εξάλλου, αν πραγματικά είχε συμβεί αυτό, όπως αβασίμως ισχυρίζεται, τότε και στην περίπτωση αυτή ο οδηγός του ΙΧΦ αυτοκινήτου όφειλε ως μέσος συνετός οδηγός να επιχειρήσει ελιγμό προς τα δεξιά του ρεύματος πορείας του και να ακινητοποιήσει συγχρόνως το όχημά του και όχι να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας.
Επομένως πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η ένσταση περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος οδηγού στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, που προέβαλε η δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, την οποία επανέφερε με σχετικό λόγο της εφεσής της, ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου ...". Δέχθηκε, επίσης το Εφετείο και τα ακόλουθα: "αποδείχτηκε ότι, κατά το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος, ο δεύτερος των εναγόντων, μολονότι ήταν συνεπιβάτης του δίκυκλου μοτοποδηλάτου, δεν φορούσε, ως όφειλε, προστατευτικό κράνος, όπως αυτό αναμφίβολα προκύπτει από το σημείο του τραυματισμού του, που εντοπίζεται, μεταξύ άλλων σημείων, ως κατωτέρω θα αναφερθεί, και στο κεφάλι, και το είδος του τραύματος του (κρανιοεγκεφαλική κάκωση).
Ο εν λόγω, δε, τραυματισμός του, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, θα είχε αποφευχθεί ή μετριαστεί εάν είχε κάνει χρήση αυτού, δεδομένου ότι δεν επρόκειτο για σφοδρή σύγκρουση.
Συνεπώς, ο δεύτερος ενάγων κρίνεται ότι είναι συνυπαίτιος του ένδικου τραυματισμού του στο κεφάλι κατά ποσοστό 20%, γενομένης ως προς τούτο ως εν μέρει δεκτής της σχετικής ένστασης που προέβαλε σχετικά η δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία ως βάσιμης και κατ' ουσίαν. Επομένως, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός ως κατ' ουσίαν βάσιμος ο σχετικός λόγος της έφεσης του δεύτερου των εναγόντων".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, δεχόμενο, όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού, του ασφαλισμένου στην εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου (Β. Κ.) στην πρόκληση της ένδικης σύγκρουσης (κεφάλαιο μη πληττόμενο με την αναίρεση), στη συνέχεια δέχθηκε εν μέρει ως κατ' ουσία βάσιμη την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του δευτέρου ενάγοντος (ήδη δευτέρου αναιρεσείοντος) στην έκταση του τραυματισμού του στο κεφάλι και συγκεκριμένα σε ποσοστό 20%, διότι δεν έφερε κατά τη στιγμή του ατυχήματος προστατευτικό κράνος, την οποία (ένσταση) η εναγόμενη παραδεκτά είχε προτείνει ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επανέφερε με λόγο έφεσης.
Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 300 ΑΚ και του άρθρου 101 παρ. 2 του Κ.Ο.Κ., αφού διέλαβε επαρκείς, σαφείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες, όσον αφορά το ζήτημα του συντρέχοντος πταίσματος του δευτέρου αναιρεσείοντος στην έκταση του πιο πάνω τραυματισμού του, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή εφαρμογή ή μη των άνω διατάξεων, το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στο κρίσιμο ζήτημα της παράλειψης του δευτέρου αναιρεσείοντος να φέρει κράνος, κατά το χρόνο του ατυχήματος, γεγονός το οποίο, συνετέλεσε στην έκταση της προαναφερθείσης σωματικής του βλάβης, ενώ ορθά υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα από αυτό περιστατικά στην έννοια του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της έλλειψης του κράνους και του επελθόντος αποτελέσματος (όσον αφορά τις σωματικές βλάβες που προκλήθηκαν στο κεφάλι του), ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, περί συντρέχοντος πταίσματος του δευτέρου αναιρεσείοντος, σε ποσοστό 20% στην έκταση του τραυματισμού του, λόγω έλλειψης προστατευτικού κράνους (άρθρο 101 παρ.2 Κ.Ο.Κ.), αφενός έλαβε υπόψη του το είδος και τη βαρύτητα του αναφερόμενου τραύματος στο κεφάλι αυτού (κρανιοεγκεφαλική κάκωση) και αφετέρου αιτιολογεί την εν λόγω κρίση του, με την παραδοχή ότι, σε περίπτωση που ο δεύτερος αναιρεσείων έφερε προστατευτικό κράνος θα είχε αποφύγει τον τραυματισμό του στο κεφάλι, σε κάθε δε περίπτωση οι συνέπειες θα ήταν πολύ μικρότερες, δεδομένου ότι δεν επρόκειτο για σφοδρή σύγκρουση των εμπλακέντων στο ατύχημα οχημάτων.
Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, και, συνεπώς, αυτός πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Καθ` ο μέρος όμως, με την κατ` επίφαση επίκληση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθ. 19ΚΠολΔ πλήττεται η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας περί την αξιολόγηση των πραγματικών γεγονότων, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο δεν εκτίμησε την κατάθεση του υπαίτιου οδηγού, που περιέχεται στην προανακριτική ένορκη εξέτασή του, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι τα ανωτέρω δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια που προεκτέθηκε, αλλά εκτίμηση κατάθεσης μάρτυρος, η μη λήψη υπόψη της οποίας από το δικαστήριο της ουσίας δεν ιδρύει τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, σχετικά με το αίτημα του πρώτου ενάγοντος για επιδίκαση αποζημίωσης για πλασματική δαπάνη υπηρεσιών οικιακής βοηθού τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...αμέσως μετά την ένδικη σύγκρουση...μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο ... (Νοσηλευτική Μονάδα ...)... ειδικότερα υπέστη συντριπτικό κάταγμα άνω άκρου του οστού της κνήμης και μεταφέρθηκε στο Γ.Ν. ....
Την 26-7-2015, με τη θέλησή του διεκομίσθη στο Γ.Ν.Α. ..., όπου την 29-7-2015 υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση, ανοικτή ανάταξη - εσωτερική οστεοσύνθεση με πλάκα και βίδες στο αριστερό γόνατο και εξήλθε την 3-8-2015. Ακολούθως, την 25-3-2027 υποβλήθηκε σε επέμβαση αφαίρεσης υλικών οστεοσύνθεσης (...1909/28-8-2015 πιστοποιητικό του Γ.Ν. ..., από 30-10-2015 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού-ορθοπαιδικού Α.Τ.
και από 25-3-2017 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού Θ.Π., Δ/ντή ορθοπαιδικού τμήματος του Γ.Ν....)". Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, η από 16-9-2015 γνωμάτευση του ιατρού του Γ.Ν …., Κ. Π. επί της μαγνητικής τομογραφίας, την οποία επικαλείται στην έφεσή του ο πρώτος των εναγόντων, αφορά τον δεύτερο των εναγόντων και όχι τον ίδιο.
Λόγω του άνω τραυματισμού του, ο πρώτος των εναγόντων αποδείχθηκε ότι δεν μπορούσε να αυτοεξυπηρετηθεί πλήρως στις βασικές του ανάγκες (σίτιση, καθαριότητα κλπ) κατά το χρονικό διάστημα τριών (3) μηνών από τον τραυματισμό του, από το ένδικο ατύχημα. Για το λόγο αυτό καθόλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα που αδυνατούσε να φροντίζει τον εαυτό του, το έργο αυτό ανέλαβαν οι γονείς του εναλλάξ, προσφέροντάς του τις σχετικές πρόσθετες υπηρεσίες της περιποιήτριας, επί τέσσερις (4) ώρες ημερησίως, που απαιτούνταν κατά την κρίση του δικαστηρίου προκειμένου να αντιμετωπίσει τις καθημερινές του ανάγκες, που σχετίζονται με τη διατροφή του, την καθαριότητα, κλπ.
Την αναγκαία αυτή βοήθεια παρείχαν οι ανωτέρω, άνευ ανταλλάγματος και με εντατικοποίηση των προσπαθειών τους, επιπλέον από αυτές που του προσέφεραν και προ του ατυχήματος, στα πλαίσια της συγγενικής τους σχέσης και με υπηρεσίες που υπερβαίνουν την από την ηθική, επιβαλλόμενη υποχρέωσή τους για φροντίδα και βοήθεια, χωρίς οικονομικό αντάλλαγμα.
Αν προσλάμβανε ο ενάγων άλλο πρόσωπο προς παροχή των ως άνω υπηρεσιών (οικιακή βοηθό), θα δαπανούσε το ποσό των 400 ευρώ μηνιαίως. Το ποσό αυτό αφορά αμοιβή οικιακής βοηθού και όχι αμοιβή αποκλειστικής νοσοκόμας, που παρέχει εξειδικευμένες υπηρεσίες. Επομένως, ο ενάγων δικαιούται, συνολικά τα ποσό των 1200 ευρώ(400 ευρώΧ3 μήνες), το οποίο θα κατέβαλε σε τρίτο πρόσωπο για την παροχή των άνω υπηρεσιών (οικιακής βοηθού- περιποιήτριας), το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα (άρθρ. 930 παρ.3 ΑΚ απορριπτομένου του επιπλέον αιτηθέντος ποσού για την αιτία αυτή ως κατ' ουσίαν αβάσιμου.
Επομένως, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός ως κατ' ουσίαν βάσιμος ο σχετικός λόγος της έφεσης του πρώτου των εναγόντων...".Το Εφετείο, με τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεχόμενο κατά ένα μέρος ως βάσιμο κατ' ουσίαν το άνω αγωγικό αίτημα (αποζημίωση για πλασματική δαπάνη υπηρεσιών οικιακής βοηθού), ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 930 παρ. 3, 929 εδ.
α' και 914 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά στην προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με την ως άνω αγωγική αξίωση, πληρούν το πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, οι οποίες ορθά εφαρμόσθηκαν, διέλαβε δε το Εφετείο στην πληττόμενη απόφασή του, ως προς την αξίωση αυτή, επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών και, επομένως, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών για να καταλήξει στο προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, για την εν μέρει ουσιαστική παραδοχή του άνω αγωγικού κονδυλίου.
Τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα από τον πρώτο αναιρεσείοντα με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα. Σε κάθε περίπτωση, οι αιτιάσεις, που περιλαμβάνονται στον παραπάνω αναφερόμενο λόγο αναίρεσης, είναι απαράδεκτες, διότι υπό την επίκληση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, καθόσον οι προβαλλόμενες πλημμέλειες συνίστανται σε αντίθετες απόψεις και εκτιμήσεις του πρώτου αναιρεσείοντος, προς το άνω σαφές και πλήρες αποδεικτικό πόρισμα, που συνήγαγε η προσβαλλόμενη απόφαση και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό αυτό πόρισμά του.
Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες και, συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος και απαράδεκτος, κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της αποζημίωσης για πλασματική δαπάνη υπηρεσιών οικιακής βοηθού, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του ουσιώδη αποδεικτικά μέσα, τα οποία ο πρώτος αναιρεσείων είχε επικαλεστεί και προσκομίσει νόμιμα στο Δικαστήριο της ουσίας και δη την ιατρική γνωμάτευση του θεράποντος ιατρού του κατόπιν υποβολής του σε ιατρική εξέταση στις 30-10-2015, 16-11-2015, 28-11-2015 και 23-3-2017, κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οπίσθια σελίδα του 4ου φύλλου αυτής, το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και, συνεπώς, και το ανωτέρω για το οποίο αιτιάται ο πρώτος αναιρεσείων, καθόσον, κατ' ακριβή λεκτική διατύπωση, η προσβαλλόμενη αναφέρει ότι συνεκτιμήθηκαν "...όλα τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι...".
Και είναι μεν αληθές ότι το Εφετείο δεν ανέφερε ξεχωριστά το αποδεικτικό στοιχείο -έγγραφο, για το οποίο αιτιάται ο πρώτος αναιρεσείων (άλλωστε δεν είχε τέτοια ειδική υποχρέωση), όμως από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει με βεβαιότητα και χωρίς αμφιβολία, ότι το Εφετείο τα έλαβε υπόψη του και το συνεκτίμησε μαζί με όλες τις λοιπές αποδείξεις ως έχον ισοδύναμη αποδεικτική ισχύ και, συνεπώς, εκτιμάται ελεύθερα από το Δικαστήριο.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β ΚΠολΔ πλημμέλεια, της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφενός μεν λόγω αοριστίας, εφόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ποια διδάγματα κοινής πείρας και λογικής εσφαλμένα δεν εφαρμόσθηκαν από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και ποιος είναι ο αντίστοιχος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου δεν έγινε χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας για την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας στον κανόνα αυτό, αφετέρου δε διότι οι επικαλούμενες αιτιάσεις κατά τον οικείο αναιρετικό λόγο αναφέρονται ευθέως στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, οι οποίες, όμως, δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, το Εφετείο, όσον αφορά το αίτημα του πρώτου αναιρεσείοντος για επιδίκαση αποζημίωσης για μελλοντική χειρουργική αισθητική επέμβαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: "...ο πρώτος των εναγόντων, ισχυρίζεται ότι φέρει συνεπεία του ενδίκου ατυχήματος, μια δύσμορφη, δύσχρωμη ουλή μήκους 32 εκ., που ξεκινάει από την εξωτερική πλευρά του κατώτερου τριτημορίου του μηρού και φτάνει έως την πρόσθια επιφάνεια της κνήμης καθώς και δύο μικρές στρογγυλές δύσχρωμες τομές στο εσωτερικό του αριστερού γονάτου, για τις οποίες, σύμφωνα με το, από 5.11.2015 ιατρικό σημείωμα της πλαστικής χειρουργού Μ.Λ., συνιστάται χειρουργική επέμβαση και θεραπείες με ιατρικά λέιζερ και επουλωτικές κρέμες, με συνολικό κόστος 5.650 ευρώ.
Όμως, το εν λόγω αίτημα για επιδίκαση της ως άνω δαπάνης για πλαστική χειρουργική επέμβαση κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου ασκείται σε κάθε περίπτωση πρόωρα διότι, κατά τα προαναφερόμενα από τον ίδιο τον ενάγοντα, απαιτείται αυτός στο μέλλον να υποβληθεί σε νέα χειρουργική επέμβαση, ήτοι αρθροπλαστική γόνατος και συνεπώς η εν λόγω ζημία δεν είναι απλώς μέλλουσα, αλλά η πραγμάτωσή της εξαρτάται από αστάθμητους παράγοντες και συγκεκριμένα από την ως άνω μελλοντική χειρουργική επέμβαση, η οποία όπως είναι φυσικό θα δημιουργήσει στην περιοχή και νέες τομές στο δέρμα, και συνεπώς η τυχόν μέλλουσα πραγματοποίησή της είναι αδύνατο να προβλεφθεί από τώρα κατά τους κανόνες της κοινής πείρας.
Επομένως, ο σχετικός λόγος της έφεσης του πρώτου των εναγόντων, πρέπει ν' απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος...". Το Εφετείο, με τις προεκτεθείσες παραδοχές, απέρριψε ως προώρως ασκηθέν το άνω αγωγικό αίτημα (αποζημίωση για μελλοντική αισθητική χειρουργική επέμβαση και θεραπείες με ιατρικά λέϊζερ) προς αποκατάσταση σωματικής βλάβης.
Ήδη, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, ο πρώτος αναιρεσείων, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο απορρίπτοντας ως πρόωρο, το άνω αγωγικό αίτημά του, εσφαλμένα ερμήνευσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 298 εδ.α', 914 και 929 εδ.α ΑΚ, μολονότι επρόκειτο για προβλεπτή μελλοντική ζημία, η οποία γεννήθηκε αμέσως μετά το ατύχημα και ήταν αμέσως αποκαταστατέα από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη.
Ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες παραδοχές το αιτούμενο για την προαναφερόμενη αιτία κονδύλιο, ποσού 5.950 ευρώ, απορρίφθηκε από το Εφετείο, ως προώρως ασκηθέν και, συνεπώς, δεν ερευνήθηκε κατ' ουσίαν.
Το Εφετείο, όσον αφορά το αίτημα του πρώτου αναιρεσείοντος για επιδίκαση αποζημίωσης για ολική αρθροπλαστική αριστερού γόνατος, δέχθηκε τα ακόλουθα: "... ο (σ.σ. πρώτος αντί του εσφαλμένου ο δεύτερος)των εναγόντων ισχυρίζεται ότι λόγω του ενδίκου τραυματισμού του και των χειρουργικών επεμβάσεων στις οποίες υπεβλήθη, χρήζει στο μέλλον χειρουργικής επανορθωτικής επέμβασης του αριστερού γόνατος, ήτοι ολικής αρθροπλαστικής αριστερού γόνατος, λόγω εμφάνισης στο μέλλον μετατραυματικής αρθρίτιδας (βλ.
την ως άνω, από 30.10.2015 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού - χειρουργού ορθοπαιδικού Α.Τ.) σε ειδικό θεραπευτικό κέντρο και ότι η δαπάνη θα ανέλθει στο συνολικό ποσό των 13.500 ευρώ, το οποίο περιόρισε κατά το ποσό των 1.000 ευρώ, που θα λάβει από τον ασφαλιστικό του φορέα. Συγκεκριμένα απαιτείται, όπως εκθέτει για έξοδα νοσηλείας πέντε ημερών, ποσό 5.000 ευρώ, για αμοιβή αναισθησιολόγου ποσό 1.000 ευρώ, για αμοιβή χειρουργού ορθοπαιδικού ποσό 3.000 ευρώ, για αμοιβή βοηθού ποσό 500 ευρώ και για ορθοπαιδικό υλικό, ποσό 4.000 ευρώ.
Έτσι, όμως διατυπωμένο το ανωτέρω αίτημα... είναι προεχόντως απορριπτέο ως αόριστο, καθόσον δεν εκτίθενται στην αγωγή, όλα τα επί μέρους κονδύλια που αφορούν την εν λόγω επέμβαση, ήτοι, αναλυτικά η δαπάνη για τον προεγχειρητικό έλεγχο, τα έξοδα νάρκωσης, τα έξοδα χειρουργείου, σε τι συνίσταται το ορθοπαιδικό υλικό καθώς και ο χρόνος πραγματοποίησης της ως άνω επέμβασης, ώστε να τύχει δικαστικής εκτίμησης και αντίκρουσης από την εναγομένη.
Επομένως, ο σχετικός λόγος της έφεσης του πρώτου των εναγόντων πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος...". Ήδη, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, ο πρώτος αναιρεσείων, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο απορρίπτοντας ως αόριστο το αγωγικό αίτημά του για επιδίκαση αποζημίωσης για μελλοντική χειρουργική επανορθωτική επέμβαση (ολική αρθροπλαστική) αριστερού γόνατος, εσφαλμένα ερμήνευσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 298 εδ.α', 914 και 929 εδ.α ΑΚ.
Από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) του δικογράφου της ένδικης από 13-3-2015 αγωγής προκύπτει ότι αυτή είναι επαρκώς ορισμένη, όσον αφορά την άνω αξίωση, διότι εκτίθενται σε αυτή με επάρκεια και σαφήνεια όλες οι επί μέρους δαπάνες που θα απαιτηθούν, κατά είδος, έκταση και ποσό. Ειδικότερα, διαλαμβάνονται στην αγωγή αναλυτικά οι δαπάνες πενθήμερης νοσηλείας σε κλινική, αμοιβών αναισθησιολόγου, χειρουργού ορθοπαιδικού και βοηθού, καθώς επίσης και η δαπάνη ορθοπαιδικού υλικού, προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα στην εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη να αμυνθεί.
Το Εφετείο κρίνοντας ως αόριστη την αγωγή κατά το άνω αίτημά της, με την αιτιολογία της μη παράθεσης του χρόνου πραγματοποίησης της επέμβασης, της επιμέρους δαπάνης του προεγχειρητικού ελέγχου και του είδους του αναγκαίου προς διενέργεια αυτής ορθοπαιδικού υλικού υπέπεσε στην πλημμέλεια, αληθώς εκ του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ και, επομένως, ο άνω πέμπτος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Έτι περαιτέρω, το Εφετείο, ως προς την αγωγική αξίωση επιδίκασης πρόσθετης παροχής εκ του άρθρου 931 ΑΚ, δέχτηκε, πλέον των ήδη εκτεθέντων, και τα ακόλουθα: "...ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο πρώτος των εναγόντων, λόγω του ένδικου ατυχήματος και του εξ αυτού τραυματισμού του, υπέστη μόνιμη αναπηρία, όπως αβασίμως ισχυρίζεται.
Ειδικότερα, στην από 30-10-2015 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού χειρουργού ορθοπεδικού Α.Τ., την οποία αυτός προσκομίζει αναφέρεται ότι, σε σχέση με τον ένδικο τραυματισμό του, αυτός πάσχει από μετεγχειρητική δυσκαμψία κυρίως του αριστερού γόνατος και ότι η σημερινή κλινική του κατάσταση εμφανίζει έλλειμμα κάμψης τουλάχιστον δεκαπέντε (15) μοίρες και έκταση επώδυνη που υπολείπεται κατά πέντε (5) μοίρες.
Ότι παρουσιάζει πρώιμα σημεία που θα οδηγήσουν σε μετατραυματική οστεαρθρίτιδα (εμβύθηση τμήματος του κνημιαίου πλατώ και περιοχές σκλήρυνσης του υποχόνδριου οστού) του αριστερού γόνατος, ότι στο μέλλον χρήζει χειρουργικής επανορθωτικής επέμβασης του αριστερού γόνατος, ήτοι, ολικής αρθροπλαστικής και ότι μετά την ολική αρθροπλαστική θα παραμείνει ανάπηρος σε ποσοστό 20% για κάθε εργασία, σύμφωνα με τον αριθ. 11321/οικ.10219/688 Ενιαίο Πίνακα Προσδιορισμού Ποσοστού Αναπηρίας της 4 Μαϊου 2012, παρ. 3.3.5 εφόρου ζωής.
Όμως από την παραπάνω ιατρική γνωμάτευση του ιδιώτη ιατρού, ουδόλως αποδεικνύεται η επικαλούμενη από τον πρώτο ενάγοντα μόνιμη αναπηρία του, καθόσον η εν λόγω γνωμάτευση, πέραν του ότι συντάχθηκε τρεις (3) μόλις μήνες μετά το ένδικο ατύχημα και ως εκ τούτου κρίνεται καθόλα πρόωρη προς διαπίστωση της ύπαρξης τυχόν μόνιμης αναπηρίας εφόρου ζωής, ουδόλως ενισχύεται σχετικά από κάποια άλλη ιατρική γνωμάτευση δημόσιου νοσηλευτικού ιδρύματος, σύγχρονή ή κυρίως μεταγενέστερη αυτής.
Επιπλέον, ουδόλως προσκομίζεται σχετική βεβαίωση από το Κέντρο Πιστοποίησης Αναπηρίας (ΚΕ.Π.Α.), το οποίο είναι το μόνο αρμόδιο όργανο για την πιστοποίηση αναπηρίας και του ποσοστού αυτής. Άλλωστε ... η αξίωση αποζημίωσης από τη ...διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, επιδιώκεται μόνον όταν πλέον έχει παγιωθεί-αποσαφηνιστεί η, συνεπεία του ατυχήματος, μονιμότητα της αναπηρίας ή παραμόρφωσης, προϋπόθεση που δεν συντρέχει στην προκείμενη περίπτωση.
Επομένως, το σχετικό αίτημα του πρώτου των εναγόντων για επιδίκαση αποζημίωσης εκ του άρθρου 931 ΑΚ, που αποτελεί και λόγο της έφεσής του, είναι απορριπτέο ως κατ' ουσίαν αβάσιμο...". Με βάση τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι πρώτος ενάγων δεν δικαιούται ιδιαίτερη αποζημίωση, κατά το άρθρο 931 ΑΚ, και απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, ως προς το σχετικό αγωγικό αίτημα.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, διότι οι ανωτέρω παραδοχές του αρκούσαν για την εφαρμογή αυτής και παραδοχή του σχετικού αιτήματος, επιπλέον δε, διέλαβε στην απόφασή του ελλιπείς, ασαφείς και με λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής της προαναφερόμενης διάταξης.
Ειδικότερα, με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν διευκρινίζεται αν: α) η βλάβη αυτή του σώματος του πρώτου ενάγοντος είναι διαρκής και μόνιμη, β) επέφερε παραμόρφωση της εξωτερικής εμφάνισής του και εφόρου ζωής αναπηρία, γ) θα έχει μελλοντικά δυσμενείς επιπτώσεις και επιδράσεις στη ζωή του και συγκεκριμένα την οικονομική, επαγγελματική και κοινωνική εξέλιξή του, καθώς και την οικογενειακή αποκατάστασή του.
Έτσι, όμως, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής της ως άνω διάταξης. Επομένως, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ έκτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο πρώτος αναιρεσείων αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, των άρθρων 931, 297, 298, 914 του ΑΚ και ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε την εν λόγω αξίωσή του εκ του άρθρου 931 ΑΚ.
Μετά την παραδοχή του ως άνω λόγου αναίρεσης, κατά το προεκτεθέν σκέλος, παρέλκει η έρευνα του ιδίου λόγου αναίρεσης, από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι αφορά στο ίδιο ζήτημα δηλ. στο αγωγικό αίτημα επιδίκασης πρόσθετης παροχής εκ του άρθρου 931 ΑΚ, για το οποίο αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση.
Τέλος, όσον αφορά την αξίωση της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του πρώτου αναιρεσείοντος, πέραν των μέχρι τώρα αναφερθεισών παραδοχών, ως προς την υπαιτιότητα, το είδος και την έκταση των σωματικών βλαβών αυτού, διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και τα ακόλουθα: "... ενόψει των συνθηκών κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα, της αποκλειστικής υπαιτιότητας του εναγομένου οδηγού του ζημιογόνου οχήματος στην πρόκληση του ατυχήματος, του είδους και του βαθμού της σωματικής βλάβης που υπέστη ο πρώτος των εναγόντων εξαιτίας αυτού της ταλαιπωρίας και της στεναχώριας που δοκίμασε, της ηλικίας του, της κοινωνικής θέσης και της οικονομικής κατάστασης των διαδίκων φυσικών προσώπων, το Δικαστήριο κρίνει ότι υπέστη ηθική βλάβη και πρέπει να του επιδικασθεί εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση αυτής, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 12.000 ευρώ, το οποίο κρίνει εύλογο και δίκαιο, με βάση και την αρχή της αναλογικότητας, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων...
Επομένως, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός ο σχετικός λόγος έφεσης του πρώτου των εναγόντων, ως κατ' ουσίαν βάσιμος...". Με τις άνω κρίσεις του το Εφετείο παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, καθόσον το άνω επιδικασθέν ποσό κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, υπολείπεται, και μάλιστα καταφανώς, εκείνου που συνήθως επιδικάζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις, σύμφωνα με όσα το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος, την αποκλειστική υπαιτιότητα του υπαιτίου οδηγού στην πρόκληση του ατυχήματος και το είδος και την έκταση των σωματικών βλαβών που υπέστη ο πρώτος αναιρεσείων.
Επομένως, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ έβδομος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο ο πρώτος αναιρεσείων αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας το Εφετείο του επιδίκασε για την προεκτεθείσα αιτία το ως άνω ποσό.
Μετά την παραδοχή του ως άνω λόγου αναίρεσης, κατά το προεκτεθέν σκέλος του, παρέλκει η έρευνα του ιδίου λόγου αναίρεσης, από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι αφορά στο ίδιο ζήτημα, δηλ. στο αγωγικό αίτημα επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, εκ του άρθρου 932 ΑΚ,για το οποίο αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση.
Περαιτέρω, το Εφετείομε την πληττόμενη απόφαση, όσον αφορά το είδος και την έκταση του εκ του ατυχήματος επελθόντος τραυματισμού του δευτέρου αναιρεσείοντος, δέχτηκε τα ακόλουθα: "...αποδείχτηκε ότι ο δεύτερος των εναγόντων (ήδη δεύτερος αναιρεσείων) εξαιτίας του ενδίκου ατυχήματος υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση και άλγος δεξιού πλάγιου κοιλιακού τοιχώματος, εκδορές στο δεξιό βραχίονα, στον αριστερό πήχη και στο μεγάλο δάκτυλο του δεξιού άκρου πόδα.
Διεκομίσθη αυθημερόν στο Γ.Ν. ... (Νοσηλευτική Μονάδα ..., όπως ανωτέρω εκτίθεται και στη συνέχεια στο Γενικό Νοσοκομείο ... (Νοσηλευτική Μονάδα ...) για απεικονιστικό και ακτινολογικό έλεγχο και επέστρεψε αυθημερόν στο Γ.Ν. ... (Νοσηλευτική Μονάδα ...), οπότε και εισήχθη στη χειρουργική κλινική, από την οποία και εξήλθε στις 27.7.2015 με διάγνωση εξιτηρίου κρανιοεγκεφαλική κάκωση και άλγος δεξιού πλάγιου κοιλιακού τοιχώματος (βλ.
σχετ. τα υπ' αριθ. 4543/18.8.2015 πιστοποιητικό του Νοσοκομείου ... και το από 27.7.2015 εξιτήριο του Νοσοκομείου ...). Ο ισχυρισμός του ότι, συνεπεία του ενδίκου ατυχήματος, υπέστη κάκωση αριστερού γόνατος και μικρό συμπιεστικό υπαρθρικό κάταγμα κνημιαίου πλατώ, τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος κατ'ουσίαν. Και τούτο διότι προσκομίζει μεν, προς απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού του, την από 16.9.2015 γνωμάτευση του ιατρού του Γενικού Νοσοκομείου Αττικής "…", Κ.
Π. επί της μαγνητικής τομογραφίας στην οποία υπεβλήθη αυτός την 16-9-2015 ήτοι, δυο περίπου μήνες μετά το ένδικο ατύχημα (51 ημέρες), όμως δεν αποδεικνύεται ότι η εν λόγω βλάβη συνδέεται αιτιωδώς με το ένδικο ατύχημα, αφού στο προαναφερόμενο υπ' αριθ.4543/18.8.2015 πιστοποιητικό του Νοσοκομείου ..., στο οποίο νοσηλεύθηκε ο ενάγων αμέσως μετά το ατύχημα ουδόλως αναφέρεται ότι αυτός υπέστη κάκωση αριστερού γόνατος.
Ούτε εξάλλου αναφέρεται στην εν λόγω γνωμάτευση ότι η ως άνω βλάβη είναι συνέπεια του τραυματισμού του από το ένδικο ατύχημα... ".Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του ένδικου τροχαίου ατυχήματος και του επελθόντος τραυματισμού του δευτέρου αναιρεσείοντος, το είδος και την έκταση των σωματικών βλαβών αυτού και των συνεπειών τους, επί των οποίων αυτός θεμελιώνει το άνω αγωγικό αίτημά του, έτσι ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου, στερώντας την απόφασή του νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, το Εφετείο: 1) Ενώ δέχεται ότι εξαιτίας του ενδίκου ατυχήματος ο δεύτερος αναιρεσείων υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση, άλγος δεξιού πλάγιου κοιλιακού τοιχώματος, εκδορές στο δεξιό βραχίονα, στον αριστερό πήχη και στο μεγάλο δάκτυλο του δεξιού άκρου πόδα, στη συνέχεια, δέχεται ότι, σύμφωνα με το υπ' αριθ.4543/18.8.2015 πιστοποιητικό του Νοσοκομείου ...
υπέστη μόνο κρανιοεγκεφαλική κάκωση και άλγος δεξιού πλάγιου κοιλιακού τοιχώματος. Επίσης, δεν προσδιορίζει ποιο είναι το είδος της προκληθείσας σωματικής βλάβης στην περιοχή του δεξιού πλάγιου κοιλιακού τοιχώματος του δευτέρου ενάγοντος, μη αρκούσης της αναφοράς και μόνο ότι προκλήθηκε σε αυτόν "άλγος", δεδομένου ότι το "άλγος" δεν συνιστά καθ'εαυτή σωματική βλάβη, αλλά το σύμπτωμα κάποιας σωματικής βλάβης και πάθησης, η οποία στην ένδικη περίπτωση ούτε μνημονεύεται ούτε προσδιορίζεται, όπως είναι αναγκαίο για την επάρκεια της αιτιολογίας.2) Δέχεται ότι ο ισχυρισμός του δεύτερου αναιρεσείοντος ότι συνεπεία του ενδίκου ατυχήματος, υπέστη κάκωση αριστερού γόνατος και μικρό συμπιεστικό υπαρθρικό κάταγμα κνημιαίου πλατώ, είναι ουσιαστικά αβάσιμος, διότι δεν αποδεικνύεται ότι η εν λόγω βλάβη συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα, στηρίζει δε την παραδοχή αυτή στο ότι στο υπ' αριθ.4543/18.8.2015 πιστοποιητικό του Νοσοκομείου ..., στο οποίο νοσηλεύθηκε αμέσως μετά το ατύχημα ο ανωτέρω ουδόλως αναφέρεται ότι αυτός υπέστη κάκωση αριστερού γόνατος και, επιπλέον, στην από 16.9.2015 γνωμάτευση του ιατρού του Γενικού Νοσοκομείου Αττικής "…", Κ.Π.
επί της μαγνητικής τομογραφίας στην οποία υπεβλήθη την 16-9-2015 ήτοι, δυο περίπου μήνες μετά το ένδικο ατύχημα (51 ημέρες), δεν αναφέρεται ότι η άνω βλάβη είναι συνέπεια του τραυματισμού του από το ένδικο ατύχημα, ωστόσο, η τελευταία αυτή παραδοχή, είναι ανεπαρκής, ήτοι δεν επαρκεί από μόνη της για να στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα ότι η άνω βλάβη (κάκωση αριστερού γόνατος και μικρό συμπιεστικό υπαρθρικό κάταγμα κνημιαίου πλατώ), δεν συνδέεται αιτιωδώς, κατ' αντικειμενική κρίση, με το ένδικο ατύχημα.3) Ενώ δέχεται ότι ο δεύτερος αναιρεσείων στις 16-9-2015 υπεβλήθη σε μαγνητική τομογραφία δεν αναφέρεται τι ακριβώς διαγνώστηκε ιατρικώς και ποιο το είδος και η έκταση τελικά της σωματικής του βλάβης.
Έτσι διέλαβε ελλιπή και ανεπαρκή αιτιολογία ως προς το ουσιώδες αυτό ζήτημα για την έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί νομικά η ύπαρξη τυχόν αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του ένδικου ατυχήματος και του επελθόντος αποτελέσματος (σωματικής βλάβης) και των συνεπειών αυτού, επί των οποίων στηρίζεται το αγωγικό αίτημα για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Επομένως, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο δεύτερος αναιρεσείων αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ με την αιτίαση, ότι στερείται νόμιμης βάσης, διότι διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε σχέση με το πόρισμά της για τις σωματικές βλάβες που υπέστη, συνεπεία του ατυχήματος.
Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε, σχετικά με το αίτημα του δευτέρου αναιρεσείοντοςγια επιδίκαση αποζημίωσης για πλασματική δαπάνη υπηρεσιών οικιακής βοηθού τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Λόγω του άνω τραυματισμού του ο δεύτερος των εναγόντων (ήδη δεύτερος των αναιρεσειόντων) δεν μπορούσε να αυτοεξυπηρεηθεί πλήρως στις βασικές του ανάγκες (σίτιση, καθαριότητα κλπ) κατά το χρονικό διάστημα 20 ημερών από τον τραυματισμό του, από το ένδικο ατύχημα.
Για το λόγο αυτό καθόλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα που αδυνατούσε να φροντίζει τον εαυτό του, το έργο αυτό ανέλαβαν οι γονείς του εναλλάξ, προσφέροντάς του τις σχετικές πρόσθετες υπηρεσίες της περιποιήτριας, επί τέσσερις (4) ώρες ημερησίως, που απαιτούνταν κατά την κρίση του δικαστηρίου προκειμένου να αντιμετωπίσει τις καθημερινές του ανάγκες, που σχετίζονται με τη διατροφή του, την καθαριότητα, κλπ.
Την αναγκαία αυτή βοήθεια παρείχαν οι ανωτέρω, άνευ ανταλλάγματος και με εντατικοποίηση των προσπαθειών τους, επιπλέον από αυτές που του προσέφεραν και προ του ατυχήματος, στα πλαίσια της συγγενικής τους σχέσης και με υπηρεσίες που υπερβαίνουν την από την ηθική, επιβαλλόμενη υποχρέωσή τους για φροντίδα και βοήθεια, χωρίς οικονομικό αντάλλαγμα.
Αν προσλάμβανε ο ενάγων άλλο πρόσωπο προς παροχή των ως άνω υπηρεσιών (οικιακή βοηθό), θα δαπανούσε το ποσό των 20 ευρώ ημερησίως. Το ποσό αυτό αφορά αμοιβή οικιακής βοηθού και όχι αμοιβή αποκλειστικής νοσοκόμας, που παρέχει εξειδικευμένες υπηρεσίες. Επομένως, δικαιούται, συνολικά τα ποσό των 400 ευρώ (200 ευρώΧ20 ημέρες), το οποίο θα κατέβαλε σε τρίτο πρόσωπο για την παροχή των άνω υπηρεσιών (οικιακής βοηθού- περιποιήτριας), το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα (άρθρ. 930 παρ.3 ΑΚ απορριπτομένου του επιπλέον αιτηθέντος ποσού για την αιτία αυτή ως κατ' ουσίαν αβάσιμου.
Το ποσό αυτό θα μειωθεί κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητάς του στον τραυματισμό του ήτοι κατά το ποσό των 80 ευρώ και συνεπώς θα λάβει ποσό 320 ευρώ (400-80).Επομένως, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός ως κατ' ουσίαν βάσιμος ο σχετικός λόγος της έφεσης του δεύτερου των εναγόντων". Το Εφετείο, με τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεχόμενο κατά ένα μέρος ως βάσιμο κατ' ουσίαν το άνω αγωγικό αίτημα (αποζημίωση για πλασματική δαπάνη υπηρεσιών οικιακής βοηθού), ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 930 παρ. 3, 929 εδ.
α' και 914 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά στην προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με την ως άνω αγωγική αξίωση, πληρούν το πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, οι οποίες ορθά εφαρμόσθηκαν, διέλαβε δε το Εφετείο στην πληττόμενη απόφασή του, ως προς την αξίωση αυτή, επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών και, επομένως, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών για να καταλήξει στο προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, για την εν μέρει ουσιαστική παραδοχή του άνω αγωγικού κονδυλίου.
Το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές, όσον αφορά το ως άνω αγωγικό αίτημα, το οποίο δέχθηκε ως νόμιμο και ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 930 παρ. 3, 929 εδαφ. α' και 914 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα από τον δεύτερο αναιρεσείοντα με το σχετικό λόγο του αναιρετηρίου, κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα.
Σε κάθε περίπτωση, οι αιτιάσεις του δευτέρου αναιρεσείοντος, που περιλαμβάνονται στον παραπάνω αναφερόμενο λόγο αναίρεσης, είναι απαράδεκτες, διότι υπό την επίκληση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στις των διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και περί την αποδοχή πραγματικών περιστατικών, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, καθόσον οι προβαλλόμενες πλημμέλειες συνίστανται σε αντίθετες απόψεις και εκτιμήσεις του δευτέρου αναιρεσείοντος, προς το άνω σαφές και πλήρες αποδεικτικό πόρισμα, που συνήγαγε η προσβαλλομένη απόφαση και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό αυτό πόρισμά του.
Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του και, συνεπώς, αυτός πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος και απαράδεκτος, κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ.
β'ΚΠολΔ πλημμέλεια, της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφενός μεν λόγω αοριστίας, εφόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ποια διδάγματα κοινής πείρας και λογικής εσφαλμένα δεν εφαρμόσθηκαν από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και ποιος είναι ο αντίστοιχος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου δεν έγινε χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας για την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας στον κανόνα αυτό, αφετέρου δε διότι οι επικαλούμενες αιτιάσεις, κατά τον οικείο αναιρετικό λόγο, αναφέρονται ευθέως στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, οι οποίες, όμως, δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Τέλος, όσον αφορά την αξίωση της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του δευτέρου αναιρεσείοντος, πέραν των μέχρι τώρα αναφερθεισών παραδοχών, ως προς την υπαιτιότητα, το είδος και την έκταση των σωματικών βλαβών αυτού, διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και τα ακόλουθα: "... ενόψει των συνθηκών κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα, της αποκλειστικής υπαιτιότητας του εναγομένου οδηγού του ζημιογόνου οχήματος στην πρόκληση του ατυχήματος, του είδους και του βαθμού της σωματικής βλάβης που υπέστη ο δεύτερος των εναγόντων εξαιτίας αυτού, της συνυπαιτιότητάς του στην επέλευση του τραυματισμού του, της ηλικίας του, των συνεπειών που είχε για τον ανωτέρω ο τραυματισμός του, της ταλαιπωρίας και της στεναχώριας που δοκίμασε, της κοινωνικής θέσης και της οικονομικής κατάστασης των διαδίκων φυσικών προσώπων, το Δικαστήριο κρίνει ότι, υπέστη ηθική βλάβη και πρέπει να του επιδικασθεί εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση αυτής, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 2.000 ευρώ, το οποίο κρίνει εύλογο και δίκαιο, με βάση και την αρχή της αναλογικότητας, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων...
Επομένως, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός ο σχετικός λόγος έφεσης του πρώτου των εναγόντων, ως κατ' ουσίαν βάσιμος...". Με τις άνω κρίσεις του το Εφετείο παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, καθόσον το άνω επιδικασθέν ποσό κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, υπολείπεται, και μάλιστα καταφανώς, εκείνου που συνήθως επιδικάζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις, σύμφωνα με όσα το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος, την αποκλειστική υπαιτιότητα του υπαιτίου οδηγού στην πρόκληση του ατυχήματος, το βαθμό πταίσματος του δευτέρου αναιρεσείοντος,, σε ποσοστό 20%, στην έκταση του τραυματισμού του, το είδος και την έκταση των σωματικών βλαβών που υπέστη.
Επομένως, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ έβδομος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο ο δεύτερος αναιρεσείων αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας το Εφετείο του επιδίκασε για την προεκτεθείσα αιτία το ως άνω ποσό.
Μετά την παραδοχή του ως άνω λόγου αναίρεσης, κατά το προεκτεθέν σκέλος του, παρέλκει η έρευνα του ιδίου λόγου αναίρεσης, από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι αφορά στο ίδιο ζήτημα, δηλ. στο αγωγικό αίτημα επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, εκ του άρθρου 932 ΑΚ, για το οποίο αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης γίνει εν μέρει δεκτή, κατά παραδοχή ως βάσιμων των παραπάνω λόγων της, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τα κεφάλαια που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας,να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά τα ανωτέρω αναιρούμενα κεφάλαιά της, στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Πρέπει επίσης να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαιά της, την υπ' αριθ. 1586/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση, κατά τα αναιρούμενα κεφάλαιά της, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από Δικαστή άλλον από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παράβολου στους αναιρεσείοντες.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β'αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ