Supreme Court dismisses appeal against rejection of public utility company's appeal as inadmissible due to procedural flaws.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the lower court's rejection of the water company's appeal. The appellants argued that the single-member court of appeal failed to address the merits of their case and misapplied civil procedure rules. The court ruled the appeal inadmissible because the lower court correctly rejected the original lawsuit as legally unfounded and the appellants' procedural arguments were vague or covered by other grounds.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564 para.3 of the Code of Civil Procedure; Article 577 para.3 of the Code of Civil Procedure: An appeal against a decision rejecting a lawsuit as inadmissible is inadmissible if the appellant fails to substantiate procedural defects or if the lower court correctly applied the law to dismiss the claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1897 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1897/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Α. Μ. του Ε., 2.Γ. Σ. του Κ., …..και 12.Α. Κ. του Π., απάντων κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Απόστολου Παπακωνσταντίνου, που ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2)παράστασή του και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΥΔΡΕΥΣΗΣ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΗΓΟΥΜΕΝΙΤΣΑΣ" (Δ.Ε.Υ.Α.Η.), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Ηγουμενίτσα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ελένης Χρήστου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-2-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν η 24/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 66/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-7-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Τριανταφυλλιά Πατρώνα. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 7.7.2020 και αριθ. κατάθ. 20/9-6-2020 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ'αριθ. 66/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κερκύρας, η οποία δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης δημοτικής επιχείρησης και μετ'εξαφάνιση της εκκαλουμένης υπ'αριθ. 28/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Η ως άνω αίτηση ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα [άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3 ΚΠολΔ] και θα ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ].
Με το άρθρο 1 § 1 ν. 1069/1980 "Περί κινήτρων δια την ίδρυση Επιχειρήσεων Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως" προβλέφθηκε για την άσκηση των πάσης φύσεως δραστηριοτήτων του κυκλώματος ύδρευσης και αποχέτευσης οικιστικών κέντρων της χώρας (με εξαίρεση τις πόλεις των Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Βόλου και των μειζόνων περιοχών τους), η δυνατότητα της σύστασης σε κάθε δήμο ή κοινότητα ενιαίων επιχειρήσεων ύδρευσης και αποχέτευσης, οι οποίες αποτελούν ίδια νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (ΝΠΙΔ) κοινωφελούς χαρακτήρα, διεπόμενα από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο, λειτουργούν με τη μορφή δημοτικής ή κοινοτικής επιχείρησης και διέπονται ως προς τη διοίκηση, οργάνωση, εκτέλεση, λειτουργία, συντήρηση των έργων της αρμοδιότητάς τους καθώς και τις πηγές της χρηματοδότησής τους από τις διατάξεις του νόμου αυτού, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των διατάξεων του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα.
Σύμφωνα με τις επιμέρους ρυθμίσεις του ως άνω νόμου ορίζεται ότι: α) η δημοτική επιχείρηση ύδρευσης και αποχέτευσης, αποτελούσα κατά τα προαναφερθέντα αυτοτελές νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, διοικείται από ίδιο διοικητικό συμβούλιο, του οποίου τα μέλη, ο Πρόεδρος και Αντιπρόεδρος ορίζονται κατά τας περί συγκροτήσεως της Επιτροπής Δημοτικών Επιχειρήσεων του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικος διατάξεις (άρθρο 3 § 1), β) καθορίζεται με οργανισμό εσωτερικής υπηρεσίας, που συντάσσεται με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης και εγκρίνεται από τον Υπουργό Εσωτερικών, η οργάνωση, η σύνθεση και η αρμοδιότητα των υπηρεσιών, ο αριθμός των θέσεων του πάσης φύσεως προσωπικού της, το οποίο συνδέεται με την επιχείρηση με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ανάλογα προς τις ανάγκες της επιχείρησης, η κατά μισθολογικά κλιμάκια κατανομή των θέσεων αυτού κατά ομάδες ειδικοτήτων και ανάλογα με τη βαθμίδα εκπαίδευσης, οι αποδοχές, καθώς και ο τρόπος πρόσληψης και απόλυσης και το αρμόδιο προς τούτο όργανο (άρθρο 7 §§ 1 & 2), γ) η επιχείρηση έχει ιδία περιουσία και δικούς της πόρους (άρθρα 8 & 10), δ)στους πόρους της επιχείρησης μεταξύ άλλων περιλαμβάνονται τα τέλη σύνδεσης με τα δίκτυα ύδρευσης και αποχέτευσης , η αξία του καταναλισκόμενου ύδατος κλπ., ενώ οι ως άνω πόροι χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για τη μελέτη, κατασκευή ανακατασκευή ή επέκταση ύδρευσης και αποχέτευσης ή την εξόφληση τοκοχρεωλυσίων από δάνεια [άρθρ. 10 παρ.1 και 2], ε] οι διατάξεις περί προστασίας δημοτικών και κοινοτικών κτημάτων εφαρμόζονται και επί της περιουσιά/της επιχείρησης, στ] η οικονομική διαχείριση της επιχείρησης ενεργείται με βάση δικό της προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων, έχει δε η επιχείρηση δική της αυτοτελή ταμειακή υπηρεσία και διατάκτης αυτής είναι ο γενικός διευθυντής σε σύμπραξη με τον προϊστάμενο των οικονομικών υπηρεσιών της επιχείρησης (άρθρο 17 § 1), ε) τα σχετικά με τη λειτουργία και διαχείριση της επιχείρησης, σύμφωνα με τις ,γενικής παραδοχής λογιστικές και οργανωτικές αρχές, ρυθμίζονται κάθε φορά με κανονισμούς που συντάσσονται και ψηφίζονται από το διοικητικό συμβούλιο της επιχείρησης και ελέγχονται από το οικείο δημοτικό συμβούλιο (άρθρο 21 & 1). ), στ) το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων συμβάλλει με δωρεάν επιχορήγηση μέχρι ποσοστού 35% στις δαπάνες μελετών και κατασκευών των πάσης φύσεως έργων που ανήκουν στην αρμοδιότητα των δημοτικών επιχειρήσεων και μέχρι του ύψους των εγκρινομένων κατ' έτος για το\/σκοπό αυτό πιστώσεων (άρθρο 13 παρ. 1), ζ) η οικονομική διαχείριση της επιχείρησης ενεργείται με βάση δικό της προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων, έχει δε η επιχείρηση δική της αυτοτελή ταμειακή υπηρεσία και διατάκτης αυτής είναι ο γενικός διευθυντής, σε σύμπραξη με τον προϊστάμενο των οικονομικών υπηρεσιών της επιχείρησης (Άρθρο 17 παρ. 1), η) ο τακτικός οικονομικός έλεγχος της διαχείρισης της επιχείρησης ενεργείται από δύο ορκωτούς λογιστές - εκτιμητές, που διορίζονται από το\/γραμματέα της Περιφέρειας στην αρχή κάθε οικονομικού έτους (άρθρο 18, ως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 7 του ν. 4483/2018), θ) ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας ασκεί έλεγχο νομιμότητας στις αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου για την ψήφιση του προϋπολογισμού της επιχείρησης, του τεχνικού προγράμματος έργων και για κάθε τροποποίησή του, για την αγορά και εκποίηση ακινήτων ή την επιβάρυνσή τους με εμπράγματα βάρη, για τη σύναψη δανείων, για τις μελέτες, έργα και προμήθειες και ελέγχει τον ισολογισμό, απολογισμό και την έκθεση πεπραγμένων και μπορεί να διατάξει έκτακτο διαχειριστικό και ταμειακό έλεγχο από ορκωτούς λογιστές (άρθρο 20), ι) τα σχετικά με τη λειτουργία και διαχείριση της επιχείρησης, σύμφωνα με τις, γενικής παραδοχής, λογιστικές και οργανωτικές αρχές, ρυθμίζονται κάθε φορά με κανονισμούς, που συντάσσονται και ψηφίζονται από το διοικητικό συμβούλιο της επιχείρησης και ελέγχονται από το οικείο δημοτικό συμβούλιο (άρθρο 21), ια) τα από την επιχείρηση εκτελούμενα έργα χαρακτηρίζονται δημοσίας ωφέλειας, τα δε προς τούτο αναγκαία ακίνητα απαλλοτριώνονται αναγκαστικά υπέρ και με δαπάνες της, κατόπιν αποφάσεως του διοικητικού συμβουλίου (άρθρο 34) και ιβ) με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου που εγκρίνεται από το οικείο δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο καθορίζονται χωριστά τιμολόγια για την υπηρεσία ύδρευσης και αποχέτευσης (άρθρο 25 παρ. 1).
Εξ άλλου στο δέκατο μέρος του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, που κυρώθηκε με το ν. 3463/2006, το οποίο φέρει τον τίτλο "Επιχειρήσεις Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης", ορίζονται τα εξής: "1. Οι δήμοι και οι κοινότητες μπορούν να συνιστούν ή να συμμετέχουν σε επιχειρήσεις, οι οποίες καλούνται επιχειρήσεις Ο.Τ.Α., σύμφωνα με τις παρακάτω ειδικότερες ρυθμίσεις... 4.
Επιχειρήσεις Ο.Τ.Α. που συνιστώνται βάσει ειδικών διατάξεων νόμου, οι οποίες διέπουν την οργάνωση και λειτουργία τους, αποτελούν αντίστοιχες επιχειρήσεις Ο.Τ.Α. ειδικού σκοπού. 5. Οι επιχειρήσεις των προηγούμενων παραγράφων αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου..." (άρθρο 252 §§ 1, 4 & 5). "1. Οι κοινωφελείς επιχειρήσεις διοικούνται από διοικητικό συμβούλιο, αποτελούμενο από επτά (7) έως έντεκα (11) μέλη, τα οποία ορίζονται μαζί με τους αναπληρωτές τους από το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο.
Από τα μέλη αυτά τουλάχιστον τρεις (3) είναι αιρετοί εκπρόσωποι του Δήμου ή της Κοινότητας, ένας (1) είναι εκπρόσωπος των εργαζομένων στην επιχείρηση, αν αυτή απασχολεί περισσότερους από είκοσι (20) εργαζόμενους, υποδεικνυόμενος από τη γενική συνέλευση αυτών, και ένας (1) είναι εκπρόσωπος κοινωνικού φορέα της περιοχής.
Τα υπόλοιπα μέλη είναι δημότες ή κάτοικοι του Δήμου ή της Κοινότητας που έχουν πείρα ή γνώσεις σχετικές με το αντικείμενο της επιχείρησης. Στην περίπτωση των αιρετών μελών τουλάχιστον ένα μέλος εξ αυτών προέρχεται από τη μειοψηφία. 2. Η θητεία του διοικητικού συμβουλίου ακολουθεί τη θητεία του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, εκτός αν στην πράξη σύστασης της επιχείρησης προβλέπεται μικρότερη θητεία.
Σε κάθε περίπτωση η θητεία του λήγει το αργότερο τρεις (3) μήνες μετά την εγκατάσταση του νέου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου. 3. Μέλη του διοικητικού συμβουλίου είναι δυνατόν να αντικατασταθούν κατά τη διάρκεια της θητείας τους, με αιτιολογημένη απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου που τα όρισε, η οποία λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνολικού αριθμού των μελών του.
Για την αντικατάσταση του εκπροσώπου των εργαζομένων και του κοινωνικού φορέα της περιοχής απαιτείται η σύμφωνη γνώμη του οργάνου που τους πρότεινε. 4. Το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο ορίζει από τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου τον πρόεδρο και τον αντιπρόεδρο του. Με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης προσλαμβάνεται διευθυντής μετά από σχετική προκήρυξη.
Στον κανονισμό προσωπικού καθορίζονται τα προσόντα που πρέπει να έχει ο διευθυντής της επιχείρησης..." (άρθρο 255 §§ 1, 2, 3, 4). "Οι αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης εγκρίνονται από το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο, αν αυτές αφορούν: α) Την ψήφιση του προϋπολογισμού, του ισολογισμού και της έκθεσης πεπραγμένων, β) Την αγορά ή εκποίηση ακινήτων ή την επιβάρυνση αυτών με εμπράγματο δικαίωμα, γ) Τη διάθεση των καθαρών κερδών ή τη διενέργεια επενδύσεων, δ) Την αύξηση του κεφαλαίου της επιχείρησης, ε) Τη συγχώνευση ή τη λύση της επιχείρησης, στ) Τη σύναψη δανείων και ζ) Την έγκριση των κανονισμών του επομένου άρθρου" (άρθρο 256 § 1). "Το διοικητικό συμβούλιο της επιχείρησης συντάσσει υποχρεωτικά τους ακόλουθους κανονισμούς:
α. Εσωτερικό κανονισμό υπηρεσιών, με τον οποίο καθορίζονται η οργάνωση, η διάρθρωση και οι αρμοδιότητες των υπηρεσιών της επιχείρησης, οι θέσεις του προσωπικού κατά ειδικότητα, καθώς και το ανώτατο όριο αυτού. β. Κανονισμό προσωπικού, ο οποίος καθορίζει την υπηρεσιακή κατάσταση αυτού, τα προσόντα πρόσληψης, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, καθώς και τις πειθαρχικές του ευθύνες, γ.
Κανονισμό οικονομικής διαχείρισης. Με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης μπορεί να συντάσσονται και άλλοι κανονισμοί, οι οποίοι κρίνονται απαραίτητοι για τη λειτουργία αυτής" (άρθρο 257 § 1). "Η κοινωφελής επιχείρηση είναι δυνατόν να χρηματοδοτείται από τον οικείο δήμο για τις δραστηριότητές της, μετά από σχετική απόφαση του δημοτικού συμβουλίου, η οποία λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του" (άρθρο 259 § 1 εδ.
α', όπως η § 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 § 14 ν. 4071/2012). "1. Η διαχείριση των κοινωφελών επιχειρήσεων γίνεται σύμφωνα με ιδιαίτερο προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων και είναι ανεξάρτητη από την υπόλοιπη δημοτική ή κοινοτική διαχείριση. 2... 3. Η έγκριση του προϋπολογισμού της επιχειρήσεως από το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο, λαμβάνει χώρα το αργότερο εντός μηνός από την ψήφιση του προϋπολογισμού του οικείου Ο.Τ.Α. 4... 5.
Ο Δήμος ή η Κοινότητα δεν ευθύνεται για οφειλές ή οποιεσδήποτε υποχρεώσεις έχει αναλάβει η επιχείρηση έναντι τρίτων" (άρθρο 260 §§ 1, 3 & 5).Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 276 οι επιχειρήσεις Ύδρευσης - Αποχέτευσης απαλλάσσονται εν γένει από κάθε δημόσιο, άμεσο ή έμμεσο, δημοτικό, κοινοτικό ή λιμενικό φόρο, τέλος, δικαστικό ένσημο και εισφορά υπέρ οποιουδήποτε ταμείου, εισφορά υπέρ της Ε.Ρ.Τ. - Α.Ε., από κρατήσεις και από κάθε δικαστικό τέλος στις δίκες τους, με την επιφύλαξη των εκάστοτε ισχυουσών φορολογικών ρυθμίσεων.
Επίσης, έχουν όλες ανεξαιρέτως τις ατέλειες και τα δικαστικά, διοικητικά και δικονομικά προνόμια, που παρέχονται στο Δημόσιο. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι οι Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης, ναι μεν χαρακτηρίζονται από τον ιδρυτικό τους νόμο ως νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, δεν αποτελούν, ωστόσο, αυτόνομα νομικά πρόσωπα του ιδιωτικού τομέα, αλλά πρόκειται για ετεροκαθοριζόμενα νομικά πρόσωπα, τα οποία εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον και παρέχουν δημόσιο - αυτοδιοικητικό σκοπό (ύδρευση - αποχέτευση), τελούν δε σε καθεστώς έντονης εξάρτησης από τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Δήμων και Περιφερειών), στα οποία ανήκουν και υπάγονται, καθώς:
α) η σύσταση κάθε επιχείρησης λαμβάνει χώρα με απόφαση του οικείου δημοτικού συμβουλίου, β) το διοικητικό συμβούλιο κάθε επιχείρησης ορίζεται από το οικείο δημοτικό συμβούλιο, γ) ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης διορίζονται εκλεγμένοι δημοτικοί σύμβουλοι, από τους οποίους ο ένας αναγκαστικά προέρχεται από την εκάστοτε μειοψηφία, δ) ο Οργανισμός Εσωτερικής Υπηρεσίας της επιχείρησης εγκρίνεται από τον Υπουργό Εσωτερικών, μετά από γνώμη του οικείου δημοτικού συμβουλίου, ε) ο τακτικός οικονομικός έλεγχος της διαχείρισης κάθε επιχείρησης ενεργείται από δύο ορκωτούς λογιστές, που διορίζονται από τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας στην αρχή κάθε έτους στ) ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας ασκεί έλεγχο νομιμότητας των αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου για τα σοβαρότερα ζητήματα και συγκεκριμένα για την ψήφιση και κάθε τροποποίηση του προϋπολογισμού της επιχείρησης και του τεχνικού προγράμματος έργων, την αγορά και εκποίηση ακινήτων κτημάτων της επιχείρησης ή την επιβάρυνση αυτών με εμπράγματα δικαιώματα, τη σύναψη δανείων, τις μελέτες, τα έργα και τις προμήθειες, ζ) ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας ελέγχει τον ισολογισμό, τον απολογισμό και την έκθεση πεπραγμένων και μπορεί να διατάξει τη διενέργεια έκτακτου διαχειριστικού και ταμειακού ελέγχου από ορκωτούς ελεγκτές, η) οι κανονισμοί λειτουργίας και διαχείρισης, που ψηφίζονται από το διοικητικό συμβούλιο της επιχείρησης, ελέγχονται από το οικείο δημοτικό συμβούλιο και, τέλος, θ) οι αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης, αναφορικά με τα χωριστά τιμολόγια ύδρευσης και αποχέτευσης ή τη διαφοροποίηση των εισπραττόμενων τελών, πρέπει να εγκριθούν από το οικείο δημοτικό συμβούλιο.
Περαιτέρω στις ανωτέρω επιχειρήσεις απονέμονται προνόμια και ατέλειες, με αποτέλεσμα την απαλλαγή τους από τον ανταγωνισμό, ενώ ως πόροι κάθε επιχείρησης ορίζονται, μεταξύ άλλων, διάφορα ανταποδοτικά τέλη. Τέλος, οι ως άνω επιχειρήσεις επιχορηγούνται από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων για τη μελέτη και την κατασκευή έργων ύδρευσης και αποχέτευσης, κατά ποσοστό 35%, από τις πιστώσεις που εγκρίνονται κατ' έτος, για τον σκοπό αυτό.
Τα έργα που εκτελούνται από την επιχείρηση χαρακτηρίζονται δημόσιας ωφέλειας, με αποτέλεσμα να προβλέπεται δυνατότητα αναγκαστικής απαλλοτρίωσης των αναγκαίων ακινήτων ή σύστασης δουλείας οιασδήποτε μορφής επ' αυτών με σχετική απόφαση του διοικητικού συμβουλίου. Εν κατακλείδι, από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η δομή και η οργάνωση, καθώς και η χρηματοδότηση των Δ.Ε.Υ.Α., ταυτίζεται με την έννοια της δημόσιας επιχείρησης, δηλαδή εκείνης για την οποία νόμος, είτε ιδρυτικός της, είτε άλλος, προβλέπει ότι λειτουργεί χάριν του δημόσιου συμφέροντος και η οποία, περαιτέρω, οργανωμένη σε νομικό πρόσωπο, επί του οποίου το κράτος ασκεί αποφασιστική επιρροή (μέσω χρηματοδοτήσεων και οικονομικών ελέγχων), λειτουργεί με κριτήρια επιδιώξεως οικονομικού αποτελέσματος, με την έννοια όχι της κερδοσκοπίας, αλλά της δημιουργίας των οικονομικών δυνατοτήτων, για την επίτευξη των βασικών σκοπών της.
Επιπλέον, η παροχή υπηρεσιών κοινής ωφελείας, δεν συνιστά δραστηριότητα αναπόσπαστη από τον πυρήνα της κρατικής εξουσίας, επομένως, εφόσον σκοπός των Δ.Ε.Υ.Α. είναι, όπως προαναφέρθηκε, να μεριμνούν για τον συνεχή εφοδιασμό όσων κατοικούν ή διαμένουν στην περιφέρειά τους, με επαρκή, για τις προσωπικές και οικογενειακές τους ανάγκες, ποσότητα πόσιμου ύδατος, το οποίο πληροί τους απαραίτητους όρους υγιεινής και διατίθεται σε προσιτή τιμή, ταυτοχρόνως δε για την κρίσιμη για την δημόσια υγεία παροχέτευση των ακάθαρτων υδάτων και των λυμάτων, δικαιολογείται η λήψη μέτρων, που εντάσσονται σε ενιαία δημοσιονομική πολιτική, όπως η περικοπή των μισθολογικών παροχών, ώστε να εξασφαλιστεί η επίτευξη του δημόσιου σκοπού τους, όπως αρχικά συνέβη με τους Ν. 3833 και 3845/2010 (Ολ.
Α.Π. 5/2022). Οι υπηρεσίες αυτές παρέχονται μονοπωλιακώς, σε πληθυσμό διαβιούντα σε συγκεκριμένο νομό, από δίκτυα που είναι μοναδικά και ανήκουν στα πάγια περιουσιακά στοιχεία της επιχείρησης. Αβεβαιότητα, ως προς την συνέχεια της παροχής προϊόντων υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, με αυτόν το βαθμό αναγκαιότητας, δεν συγχωρείται από το άρθρο 5 παρ. 5 του Συντάγματος, που κατοχυρώνει το δικαίωμα στην προστασία της υγείας, καθώς και από το άρθρο 21 παρ. 3 του Συντάγματος που ορίζει ότι το κράτος μεριμνά για την υγεία των πολιτών, εξ ου και ο εξοπλισμός των Δ.Ε.Υ.Α.
με την αρμοδιότητα κήρυξης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης. Την ένταξη δε των Δ.Ε.Υ.Α. στα δημοσιονομικά μέτρα, που λαμβάνονται για τη μείωση των κρατικών ελλειμάτων δικαιολογεί και η προναφερθείσα επιχορήγησή τους από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων για τη μελέτη και την κατασκευή έργων ύδρευσης και αποχέτευσης.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο όρος "ανήκει", στη φράση "Ν.Π.Ι.Δ. που ανήκουν στο Κράτος, σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α.", που διαλαμβάνουν οι ως άνω νόμοι, αναφορικά με το ρυθμιστικό τους πεδίο, εκφεύγει των στενών ορίων της έννοιας της ιδιοκτησίας και καταλαμβάνει κάθε Ν.Π.Ι.Δ., η δραστηριότητα του οποίου εξυπηρετεί δημόσιο σκοπό και τελεί υπό τη δημοσιονομική μέριμνα του κράτους, ερμηνεία που επιβάλλεται τελολογικώς από τον σκοπό του νόμου.
Είναι δε αδιάφορο για την εφαρμογή των ρυθμίσεων των ν. 3833/2010 και 3845/2010 (με τις οποίες το πρώτον έλαβε χώρα μείωση των αποδοχών των εργαζομένων, χωρίς εξαίρεση, σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), που ανήκουν στο κράτος, σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α. ή επιχορηγούνται τακτικά από τον κρατικό προϋπολογισμό ή είναι δημόσιες επιχειρήσεις, κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005), εάν οι επιχειρήσεις αυτές, τόσο κατά το ενωσιακό, όσο και κατά το εθνικό δίκαιο, δεν συγκαταλέγονται στους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, όπως αυτοί προσδιορίζονται από το Μητρώο φορέων Γενικής Κυβέρνησης, που τηρείται με ευθύνη της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής [ΑΠ 2040/202].
Περαιτέρω με τον Ν. 4024/2011 "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015 "(ΦΕΚ Α* 226/27-10-2011), προβλέφθηκε ανώτατο όριο για το, μέσο κατά κεφαλή , κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών των απασχολούμενων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα .
Ειδικότερα, προβλέφθηκε μισθολόγιο για τους απασχολούμενους στον με στενή έννοια, δημόσιο τομέα, στο δε άρθρο 29 παρ. 2 αυτού όπως τροποποιήθηκε από τότε που ίσχυσε, με το άρθρο 3 παρ. 3 της ΠΝΠ 16/16-12-2011 (ΦΕΚ Α' 262), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4047/2012 (ΦΕΚ Α' 31/232/2012) ορίζεται ότι : "Σε περίπτωση που από τις ρυθμίσεις των διατάξεων του Κεφαλαίου αυτού προκύπτουν συνολικές μηνιαίες αποδοχές μεγαλύτερες από αυτές που έπαιρναν οι δικαιούχοι τους κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος Κεφαλαίου, η προκαλούμενη αύξηση καταβάλλεται ως εξής :
α)... β)... Εφόσον προκύπτει μείωση, η οποία είναι μεγαλύτερη κατά ποσοστό του 25% των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι, κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, η συνολική μείωση κατανέμεται ως εξής : α) 25% μείωση επί των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι, κατά τον τελευταίο μήνα, πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου με την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, β) η υπερβάλλουσα μείωση ισόποσα σε χρονικό διάστημα δύο (2) ετών, το οποίο αρχίζει ένα έτος μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου. 3.... 4.
Τα θέματα του Κεφαλαίου αυτού δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων". Στο άρθρο 31 του νόμου και υπό τον τίτλο "Αναλογικές ρυθμίσεις για νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα", ορίζονται τα ακόλουθα: "1. α) Στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), που ανήκουν στο κράτος ή σε Ν.Π.Δ.Δ.
ή σε Ο.Τ.Α., κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων, κατά 50%, τουλάχιστον, του ετήσιου προϋπολογισμού τους ...
εφαρμόζεται ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβών προσωπικού, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις επόμενες παραγράφους [...] 3. Για τους εργαζόμενους στους φορείς της υποπαραγράφου 1α, με σχέση εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου, το ανώτατο όριο των μηνιαίων τακτικών αποδοχών για κάθε εκπαιδευτική κατηγορία ΥΕ, ΔΕ, ΤΕ και ΠΕ, ισούται με το αντίστοιχο ανώτατο όριο, που προκύπτει κατ' εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου για τους υπαλλήλους με αντίστοιχη σχέση εργασίας (ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου) στο Δημόσιο [...] 4.
Το μέσο, κατά κεφαλή, κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά, εξαιρουμένων των εργοδοτικών εισφορών, των φορέων της υποπαραγράφου 1α του παρόντος άρθρου, απαγορεύεται να υπερβαίνει τα χίλια εννιακόσια (1.900) ευρώ το μήνα ... Αν με την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου, προκύπτει μέσο, κατά κεφαλή, κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά, του πάσης φύσεως προσωπικού του φορέα, μικρότερο του 65% του μέσου κατά κεφαλή αντίστοιχου κόστους του φορέα, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί κατά την 31-12-2009, ισχύει ως όριο, το ως άνω όριο του 65% "(το τελευταίο εδάφιο της παρ. 4 προστέθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 1 της από 31-12-2011 ΠΝΠ (ΦΕΚ Α' 268, η οποία κυρώθηκε με το άρθρο δεύτερο του ως άνω Ν. 4047/2012) ... 7.
Οι διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 29 εφαρμόζονται αναλογικά και στους εργαζόμενους των φορέων, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος άρθρου, εφόσον προκύπτει μείωση των συνολικών μηνιαίων αποδοχών τους μεγαλύτερη από το ποσοστό που ορίζεται στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 29 [...] 9.
Από την έναρξη ισχύος του παρόντος Κεφαλαίου καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρος συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας, που καθορίζει αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές, που υπερβαίνουν τα ανώτατα κατά περίπτωση όρια που ορίζονται στις προηγούμενες παραγράφους "Και με το άρθρο 32 παρ. 4 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι : "Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου αρχίζει την 1-11-2011".
Καθίσταται σαφές ότι η ανωτέρω διάταξη, η οποία θεσπίστηκε για τη λήψη άμεσων δημοσιονομικών μέτρων για την εξοικονόμηση πόρων με μείωση των δημόσιων δαπανών, ώστε η Χώρα να υλοποιήσει τις δεσμεύσεις που ανέλαβε με το Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης (Π.Σ.Α.) και να επιτύχει τη δημοσιονομική εξυγίανση με συγκεκριμένους στόχους και σε συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα, δεν προσδίδει επιπλέον κανονιστικό περιεχόμενο, σε σχέση με τις ρυθμίσεις των Ν. 3833 και 3845/2010, αλλά έχει διευκρινιστική διατύπωση και καθιστά σαφέστερο το νόημα του όρου "ανήκουν ", συνδέοντάς τον με την επίτευξη συγκεκριμένου σκοπού, ώστε πλέον να μην καταλείπονται αμφιβολίες για τη γραμματική ερμηνεία της διάταξης, ότι δηλαδή οι δημοτικές επιχειρήσεις, περιλαμβαλομένων και των δημοτικών επιχειρήσεων ύδρευσης και αποχέτευσης, περιλαμβάνονται στους δημοσιονομικούς περιορισμούς που οι διατάξεις αυτές προβλέπουν .
Ακόμη κατ' εφαρμογή του ν. 4046/2012 'Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (Ε.Τ.Χ.Σ.) της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας "(ΦΕΚ Α' 28) και στο πλαίσιο του εκεί τεθέντος στόχου της επίτευξης, με δημοσιονομικές παρεμβάσεις, πρωτογενούς πλεονάσματος της Γενικής Κυβέρνησης, που θα επέτρεπε τη σταθεροποίηση, σε πρώτη φάση και τη μείωση, στη συνέχεια, του δημοσίου χρέους, εκδόθηκε ο ν. 4093/2012 'Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 - Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016", ορίζονται στην περίπτωση 2 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου, όπως η περίπτωση 2 συμπληρώθηκε με την προσθήκη του τελευταίου εδαφίου της από τότε που ίσχυσε με το άρθρο 31 παρ.Ι του Ν. 4354/2015 και στην περίπτωση 12 της ίδιας υποπαραγράφου αντίστοιχα τα εξής:
στην παράγραφο Γ', υποπαράγραφο Γ1 του άρθρου πρώτου αυτού, υπό τον τίτλο "Μισθολογικές Διατάξεις του Δημοσίου Τομέα", περ. 2 και 12, ορίζει, αντίστοιχα, τα εξής: " 2. Αναστέλλεται μέχρι 31-12-2016, η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 19 και της περίπτωσης β' του τελευταίου εδαφίου της παρ.2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011 (Α' 226).
Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου ισχύουν από 31-10- 2012, Για τους υπαλλήλους των φορέων της περίπτωσης 12 η αναστολή των διατάξεων του πρώτου εδαφίου ισχύει από 1.1.2013" "12. Οι διατάξεις του Κεφαλαίου Δεύτερου του ν. 4024/2011 που αφορούν το βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς των υπαλλήλων του άρθρου 4 του ίδιου νόμου, έχουν ανάλογη εφαρμογή, από 1-1- 2013, και στο προσωπικό των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (ΝΠΙΔ), που ανήκουν στο Κράτος ή σε ΝΠΔΔ ή σε ΟΤΑ, κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και των λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανωνύμων εταιριών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α' του ν. 3429/2005 (Α' 314), όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ. 1α του άρθρου 1 του ν. 3899/2010 (Α' 212). [...].
Από την έναρξη ισχύος των διατάξεων της παρούσας περίπτωσης, για τους ανωτέρω παύουν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 31 του ν. 4024/2011, εκτός από αυτές της παραγράφου 2". Με τις διατάξεις του νόμου αυτού, προς εφαρμογή του εγκριθέντος με τον. 4046/2012 δεύτερου Μνημονίου Συνεννόησης, ο νομοθέτης, αφού διαπίστωσε ότι η οικονομική ύφεση συνεχίζεται και ότι η Χώρα εξακολουθεί να έχει συνεχή προβλήματα με τη φορολογική "συμμόρφωση", την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Κράτος και την προώθηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, αποφάσισε να λάβει και πάλι, μεταξύ άλλων, ως άμεσο μέτρο στο πλαίσιο αυτό για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης, με την επίμαχη διάταξη της περίπτωσης 12 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του εν λόγω ν. 4093/2012, την ένταξη από 1-1-2013 του προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα στο ενιαίο βαθμολόγιο και μισθολόγιο, που είχε θεσπιστεί με τον ν.4024/2011 για το προσωπικό του στενού δημόσιου τομέα.
Το μέτρο αυτό αποτελεί τμήμα ευρύτερου ολοκληρωμένου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής "Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016" και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, που αποσκοπεί στην κάλυψη των άμεσων οικονομικών αναγκών της Χώρας, όσο και τη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής κατάστασης, δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, δυνάμενους να δικαιολογήσουν κατ' αρχήν τη λήψη μέτρων ρύθμισης μισθολογικών δαπανών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεδομένου ότι συνδέεται με την εκπλήρωση υποχρεώσεων, που απορρέουν από τη συμμετοχή της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση.
Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να ληφθεί υπόψη, ότι και τα αναφερόμενα στην περ. 12 της παραγράφου Γ' υποπαράγραφο Γ1 του άρθρου πρώτου του ν.4093/2012 νομικά πρόσωπα λειτουργούν χάριν του δημοσίου συμφέροντος και, λόγω ακριβώς της ουσιαστικής ένταξής τους στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και του σκοπού τους, είναι δυνατή, με ειδική νομοθετική πρόβλεψη, η υπαγωγή τους σε καθεστώς μισθολογικών μέτρων, που αποσκοπούν στην αναμόρφωση του συστήματος οικονομικών απολαβών του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης [ΟλΑΠ 1/2021 ].
Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι αρχικά, με τον ν. 4024/2011, θεσμοθετήθηκε ενιαίο βαθμολόγιο και μισθολόγιο για τους υπαλλήλους του στενού δημόσιου τομέα, το οποίο δεν καταλάμβανε το προσωπικό του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όμως, με το άρθρο 31 του ίδιου νόμου και υπό τον τίτλο "Αναλογικές ρυθμίσεις για νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα", για το προσωπικό αυτό και συνακόλουθα και για τους αναιρεσείοντες, που αποτελούσαν προσωπικό της αναιρεσίβλητης δημοτικής επιχείρησης Ύδρευσης Αποχέτευσης, προβλέφθηκε ανώτατο όριο μέσου, κατά κεφαλήν, κόστους αμοιβών προσωπικού με τη θέσπιση ανωτάτου ορίου μέσου μισθολογικού κόστους ύψους 1.900 ευρώ και ανωτάτου ορίου μηνιαίων τακτικών αποδοχών κάθε εκπαιδευτικής κατηγορίας το αντίστοιχο ανώτατο μηνιαίο όριο της αντίστοιχης εκπαιδευτικής κατηγορίας υπαλλήλων του Δημοσίου, με πρόβλεψη ότι, σε περίπτωση που, από την εφαρμογή αυτού του ορίου, θα προέκυπτε μείωση αποδοχών ανώτερη του 25%, η πέραν του 25% μείωση θα ήταν σταδιακή, εντός διαστήματος δύο ετών από την πάροδο ενός έτους από την έναρξη ισχύος του ν. 4024/2011, ήτοι από 1.11.2012 έως 1.11.2014, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 29 του ως άνω νόμου, που εφαρμόζεται αναλογικά στα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημοσίου τομέα (άρθρο 31 παρ. 7 ν. 4024/2011), του οποίου στη συνέχεια η εφαρμογή ανεστάλη αναδρομικά μέχρι 31.12.2016 με τη διάταξη της περίπτωσης 2 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012.
Κατ εφαρμογή των διατάξεων αυτών οι αναιρεσείοντες με βάση το προβλεπόμενο ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλήν κόστους αμοιβών, υποκεινταν την 1.11.2011 σε μειώσεις επί των, κατά τον μήνα Οκτώβριο του έτους 2011, αποδοχών τους, μέχρι ποσοστού 25% αμέσως, ετεροχρονιζόμενες κατά το, τυχόν, υπερβάλλον το ως άνω ποσοστό (25%) μετά την 31.12.2016.
Ακολούθως, από 1.1.2013 οι ως άνω μισθωτοί υπήχθησαν στο ενιαίο μισθολόγιο και βαθμολόγιο του ν. 4024/2011, από το οποίο μέχρι τότε εξαιρούνταν τα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα, με συνέπεια την εφεξής κατάργηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τον καθορισμό των αποδοχών της συγκεκριμένης κατηγορίας μισθωτών, που καταλαμβάνονται πλέον από τη ρύθμιση της παραγράφου 4 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011, η οποία ρητά ορίζει ότι οι ρυθμίσεις περί μισθολογίου δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων.
Κατά την ένταξη αυτών από 1.1.2013 στο ενιαίο βαθμολόγιο και μισθολόγιο του ν. 4024/2011, σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης 12 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, διαμορφώθηκαν οι αποδοχές τους με βάση τις διατάξεις του ως άνω ενιαίου βαθμολογίου και μισθολογίου και έκτοτε (από 1.1.2013) έπαυσε η ισχύς των προαναφερθεισών διατάξεων του άρθρου 31 του ν. 4024/2011, ως άνευ αντικειμένου.
Λόγω, δε, της ένταξής των στις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου από 1.1.2013, οι αποδοχές τους, υπόκεινται σε νέες μειώσεις σε σχέση με τις καταβαλλόμενες αποδοχές τους την 31.12.2012, μέχρι ποσοστού 25% αμέσως, ετεροχρονιζόμενες κατά το, τυχόν, υπερβάλλον ποσοστό μετά την 31.12.2016. Κατά τις ανωτέρω διατάξεις και το, με βάση τις οικείες αιτιολογικές εκθέσεις, σκοπό θέσπισής τους, αφενός της άμεσης αντιμετώπισης της οξείας δημοσιονομικής κρίσης και της εξυγίανσης των δημόσιων οικονομικών και αφετέρου του εξορθολογισμού της δημόσιας διοίκησης, της άρσης των ανισοτήτων στις συνολικές αμοιβές των υπαλλήλων και της ανταμοιβής της εργασίας βάσει του παραγόμενου αποτελέσματος, προκύπτει ότι τυγχάνουν εφαρμοστέες δύο μειώσεις, ήτοι μια (πρώτη) μείωση την 1.11.2011 επί των κατά τον μήνα Οκτώβριο του έτους 2011 αποδοχών μέχρι ποσοστού 25% αμέσως, ετεροχρονιζόμενη κατά το υπερβάλλον ποσοστό μετά την 31.12.2016 και μια (δεύτερη) μείωση την 1.1.2013 κατά ποσοστό, επίσης μέχρι 25% επί των καταβαλλομένων τονμήνα Δεκέμβριο του έτους 2012 αποδοχών, ετεροχρονιζόμενη, επίσης, κατά το τυχόν υπερβάλλον ποσοστό, μετά την 31.12.2016.
Οι μισθολογικές αυτές ρυθμίσεις, που ίσχυαν τους ως άνω χρόνους, εισήχθησαν, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, για την άμεση αντιμετώπιση της οξείας δημοσιονομικής κρίσης, για τον εξορθολογισμό της δημόσιας διοίκησης και την άρση των ανισοτήτων στις συνολικές αμοιβές των υπαλλήλων, ενόψει του ότι, παρά τις αρχικές μειώσεις με βάση το άρθρο 31 του ν. 4024/2011, οι μέσες μηνιαίες αποδοχές των απασχολουμένων στους φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, εξακολουθούσαν να υπερτερούν των αντιστοίχων αποδοχών των υπαλλήλων του στενού δημόσιου τομέα, όπως οι τελευταίες είχαν διαμορφωθεί από 1.11.2011 με την εφαρμογή των διατάξεων του ενιαίου μισθολογίου του ν. 4024/2011 και στο οποίο εντάχθηκαν από 1.1.2013 και οι απασχολούμενοι στους φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΟλΑΠ 2/2023, 1/2021).
Οι προαναφερθείσες ρυθμίσεις είναι συνταγματικά ανεκτές, διότι, παρά τη διπλή μείωση των αποδοχών των αναιρεσειόντων που προκύπτουν από την εφαρμογή τους, το μέτρο αυτό, που αποτελεί, όπως προεκτέθηκε, τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας ("Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2016"), αποσκοπεί τόσο στην κάλυψη των άμεσων οικονομικών αναγκών της Χώρας και την αντιμετώπιση των ιδιαίτερα αυξημένων ελλειμμάτων, περιλαμβανομένων και των ελλειμμάτων που δημιουργούνταν από τη λειτουργία δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών που λειτουργούν χάριν του κοινωνικού συνόλου, όπως η αναιρεσίβλητη δημοτική επιχείρηση, όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής κατάστασης της Χώρας, δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών, που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, δυνάμενους να δικαιολογήσουν τη λήψη μέτρων περιστολής μισθολογικών δαπανών των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεδομένου ότι συνδέεται με την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμμετοχή της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση.
Επομένως, το επίδικο μέτρο εφαρμογής από 1.1.2013 στους μισθωτούς των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα των διατάξεων του ενιαίου μισθολογίου του Κεφαλαίου Δεύτερου του ν. 4024/2011, που συνεπάγεται, όπως προεκτέθηκε, περαιτέρω μείωση των αποδοχών τους, το οποίο, λόγω της φύσης του, συμβάλλει άμεσα στην περιστολή των δημόσιων δαπανών, δεν παρίσταται απρόσφορο, και μάλιστα προδήλως, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων ως άνω σκοπών, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ήταν αναγκαίο, δεδομένου ότι με αυτό το μέτρο, το οποίο καταλαμβάνει γενικά όλους τους μισθωτούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, γίνεται προσπάθεια εξοικονόμησης και περιορισμού των διογκωμένων δαπανών των ως άνω φορέων και συνακόλουθα και της Δημόσιας Διοίκησης.
Ακόμη, η εκτίμηση του νομοθέτη, ως προς τα ληπτέα μέτρα για την αντιμετώπιση της διαπιστωθείσας από αυτόν κρίσιμης κατάστασης, υπόκειται, όπως προεκτέθηκε, σε οριακό δικαστικό έλεγχο, δεδομένου ότι ο νομοθέτης, απολαμβάνει μεγάλης ελευθερίας επιλογής στη χάραξη της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, ιδίως όταν η επιλογή αυτή αναφέρεται σε χορήγηση παροχών και εντάσσεται σε πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής που αποσκοπεί στη δημοσιονομική εξυγίανση, ενόψει των περιορισμένων πόρων του κράτους.
Κατά συνέπεια, τυχόν ύπαρξη εναλλακτικών λύσεων για τον νομοθέτη δεν καθιστά από μόνη της μη αιτιολογημένη την επίδικη ρύθμιση ούτε, άλλωστε, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο η συγκεκριμένη επιλογή, αν, δηλαδή, ο νομοθέτης επέλεξε τον καλύτερο τρόπο χειρισμού του προβλήματος ή αν έπρεπε να είχε ασκήσει διαφορετικά την εξουσία του.
Περαιτέρω, ενόψει του, κατά τα ανωτέρω, προκύπτοντος ποσοστού μείωσης των αποδοχών και του λόγου της θέσπισής του, καθώς και του ύψους, στο οποίο είχαν διαμορφωθεί κατά τον κρίσιμο χρόνο οι αποδοχές των υπαλλήλων των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα και συνεπώς και των υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης, που ήταν υπέρτερες των υπαλλήλων του στενού δημόσιου τομέα, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η επελθούσα με την περίπτωση 12 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 μείωση των συνολικών αποδοχών τους θέτει σε διακινδύνευση την αξιοπρεπή διαβίωσή τους, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι με τη διάταξη αυτή παραβιάζεται η δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού δημοσίου συμφέροντος και της προστασίας των δικαιωμάτων των ως άνω υπαλλήλων.
Συνεπώς η ένταξη, με την ως άνω διάταξη, του προσωπικού των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα από 1.1.2013 στο ενιαίο μισθολόγιο και η εξ αυτής μείωση των αποδοχών του, δεν αντίκειται στην κατοχυρωμένη από την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. (ΟλΑΠ 2/2023,1/2021).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ'αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού [ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013], Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται [άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ], προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες με την από 24.2.2014, αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηγουμενίτσας εξέθεταν ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη επιχείρηση, με την οποία συνδέονται δυνάμει συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου και παρέχει υπηρεσίες ύδρευσης και αποχέτευσης.
Ότι η εν λόγω δημοτική επιχείρηση δεν υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων των ν. 4024/2011 και 4093 /2012, που επιβάλουν περικοπές στους μισθούς των. Ζητούσαν δε τη μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών στη μισθολογική τους κατάσταση αλλά την εφαρμογή της Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας του έτους 2010, επικουρικώς δε για την περίπτωση που κριθεί ότι υπάγονται στο ρυθμιστικό πεδίο αυτών, να μην υποστούν διπλή μείωση των αποδοχών τους, αφενός κατ'εφαρμογήν των άρθρων 31, 29 του Ν. 4024/2011 έως τις 31.12.2012 και αφετέρου κατ'εφαρμογή της περ. 12 της υποπαραγράφου Γ.1 της παρ.
Γ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 από 1.1.2013, λόγω της εφαρμογής του ενιαίου μισθολογίου στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Επ'αυτής εκδόθηκε η υπ'αριθ. 24/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας η οποία απέρριψε την αγωγή ως προς την κυρία βάση της ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας και έκανε δεκτή αυτήν ως βάσιμη κατ'ουσίαν, ως προς την επικουρική βάση.
Κατόπιν εφέσεως του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση , η οποία δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες υπάγονται στις ρυθμίσεις των νόμων 4024/2011 και 4093/2012. Κατά την προσβαλλομένη απόφαση η αναιρεσίβλητη δημοτική επιχείρηση, που έχει κοινωφελή χαρακτήρα υπάγεται στο ρυθμιστικό πεδίο των ν. 4024/2011 και 4093/2012 και η διπλή μείωση των αποδοχών που επιβλήθηκε στο προσωπικό της προβλέπεται από τους ως άνω νόμους.
Με την υπό κρίση αίτηση οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι έσφαλε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση στην ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των ως άνω νόμων [άρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ], αφενός υπάγοντας την αναιρεσίβλητη στις διατάξεις αυτών, αφετέρου επιβάλλοντας μονομερώς διπλή μείωση των αποδοχών τους, επιφέροντας με τον τρόπο αυτό βλαπτική μεταβολή στους όρους εργασίας των και μη λαμβάνοντας υπόψη ότι με την υποπαράγραφο Γ1 περιπτ. 2 εδ.
β' του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 ανεστάλη η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 29 παρ.2 περιπτ. β'εδ. τελευτ. του Ν. 4024/2011, κατά την οποία η υπερβάλλουσα του 25% των αποδοχών [της παραγρ.2α] μείωση αυτών κατανέμεται ισόποσα σε χρονικό διάστημα δύο [2] ετών, το οποίο αρχίζει να ισχύει ένα έτος μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου και από την οποία προκύπτει ότι αναστέλλεται γενικώς η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 29 παρ.2 του Ν. 4024/2011.
Ως εκ τούτου η μείωση των αποδοχών τους υπό την ισχύ του ν. 4093/2012 είναι παράνομη και αυθαίρετη. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Ειδικότερα, κατά το μέρος που αφορά την εφαρμογή του νόμου στους εργαζομένους της αναιρεσίβλητης κατά τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, επειδή πρόκειται για επιχείρηση ειδικού σκοπού με κοινωφελή χαρακτήρα, παρέχοντας ζωτικής σημασίας για το κοινωνικό σύνολο υπηρεσίες [ύδρευσης, αποχέτευσης], ανήκει σε συγκεκριμένο ΟΤΑ [Δήμο Ηγουμενίτσας] και επιτελεί αυτοδιοικητικούς σκοπούς, η υπαγωγή της στις ως άνω ρυθμίσεις αιτιολογείται επαρκώς στα πλαίσια της προσπάθειας της Ελληνικής Κυβέρνησης για την εξοικονόμηση δαπανών και τον εξορθολογισμό της υφιστάμενης προβληματικής κατάστασης που είχε διαμορφωθεί με βάση το ισχύον, παρωχημένο σε ορισμένες περιπτώσεις σύστημα οικονομικών απολαβών τόσο στο στενό όσο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, αφού εξυπηρετεί θεμιτό σκοπό δημόσιας ωφέλειας .
Σκοπός δε του νομοθέτη ήταν όχι μόνο η αντιμετώπιση της άμεσης ανάγκης χρηματοδότησης της Χώρας αλλά και η βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής και οικονομικής κατάστασης και της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας [ΟλΑΠ 1/2021]. Κατά το μέρος που αφορά τη νομιμότητα των περικοπών για τα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα, στα οποία περιλαμβάνεται η αναιρεσίβλητη, με W νόμο 4024/2011 έπρεπε την 1.11.2011 να επιβληθούν μειώσεις μέχρι 25% ετεροχρονιζόμενες κατά το πλέον του άνω ποσοστού ποσό [25%] σε διάστημα δύο ετών.
Με τον νόμο 4093/2012 οι αναιρεσείοντες υπηχθησαν στο ενιαίο βαθμολόγιο μισθολόγιο του ν. 4024/2011 από 1.1.2013 και έκτοτε έπαυσε η ισχύς των διατάξεων του άρθρ 31 του ν. 4024/2011 στις δε αποδοχές τους, όπως διαμορφώθηκαν από τις πρώτες μειώσεις την 31.12.2012 θα επιβάλλονταν νέα μείωση μέχρι ποσοστού 25% ετεροχρονιζόμενη μετά την 31.12.2016 κατά τα τυχόν υπερβάλλοντα ποσά.
Κατά τις ανωτέρω διατάξεις και τονσκοπό θέσπισής τους με βάση τις οικείες αιτιολογικές εκθέσεις [άμεση αντιμετώπιση της οξείας δημοσιονομικής κρίσης, εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών, εξορθολογισμός της δημόσιας διοίκησης, άρση των ανισοτήτων στις συνολικές αμοιβές των υπαλλήλων και της ανταμοιβής της εργασίας βάσει του παραγόμενου αποτελέσματος], συνάγεται ότι προβλέπονται δύο μειώσεις, ήτοι μια την 1-11-2011 επί των κατά την 31 Οκτωβρίου 201 ^αποδοχών μέχρι ποσοστού 25% αμέσως, με βάση το προβλεπόμενο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβών, ετεροχρονιζόμενη κατά το υπερβάλλον, και μια την 1 η Ιανουαρίου του 2013 κατά ποσοστό πάλι μέχρι 25% επί των προκυπτουσών την 31-12-2012 από την εφαρμογή της πρώτης μειώσεως αποδοχών, ετεροχρονιζόμενη, κατά το τυχόν υπερβάλλον, μετά την 31-12-2016.
Οι ως άνω διατάξεις δεν αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 5 παρ.1, 25 παρ.1 του Συντάγματος ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών, αφού αιτιολογούνται επαρκώς στο πλαίσιο εφαρμογής ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας για την αντιμετώπιση των αυξημένων ελλειμάτων, αποσκοπώντας γενικότερα στο δημόσιο συμφέρον [αιτιολ.εκθ.
ν. 4024/2011].
Συνεπώς, ο ως άνω λόγος πρέπει ν' απορριφθεί ως μη νόμιμος.
Οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ακόμη συνοπτικά εσφαλμένη εφαρμογή των λόγων εκ των αριθ. 8, 9 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι και ειδικότερα ο λόγος εκ του αριθ. 19, γιατί το Μονομελές Εφετείο δεν υπεισήλθε στην ουσία της υπόθεσης, οι δε λοιποί [8 και 9] λόγω της αοριστίας των , αφού καθένας εξ αυτών δεν συνάπτεται με συγκεκριμένες πλημμέλειες, ενώ οι πλημμέλειες που αποδίδονται συνολικά στην προσβαλλομένη απόφαση καλύπτονται από τον λόγο με αριθ. 1 του ιδίου άρθρου.
Μετά από αυτά η προσβαλλομένη δεν έσφαλε, αφού ορθά απέρριψε την επικουρική βάση της αγωγής ως μη νόμιμη και η υπό κρίση αίτηση πρέπει ν'απορριφθεί. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων γιατί η ερμηνεία των κανόνων που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής [ΑΠ 179 εδ. τελ., 183 ΚΠολΔ],
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση .
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης αποχωρησάσης από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος Δήμητρα Ζώη
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Δεκεμβρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ