Supreme Court dismisses appeals in a ship collision case, rejecting claims of bad evidence assessment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed two concurrent appeals against a final judgment regarding a ship collision. The appellants argued that the lower court improperly evaluated evidence proving the vessel's engine defects and the sellers' concealment of these flaws. The court rejected this, stating that the lower court's comprehensive assessment of all evidence, including sworn statements and documents, was sufficient and did not warrant a new trial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 260, 561, 573, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on alleged poor evaluation of evidence requires a finding of a specific error in the lower court's reasoning, not merely a disagreement with the outcome.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1897 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1897/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή και Ασημίνα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α. Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "…", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευτύχιο - Δημήτριο Καλαμίδα και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: … οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μάρκο Δάρα και κατέθεσαν προτάσεις.
Β. Του αναιρεσείοντος Α. Δ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Απόστολου Λύτρα και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: … οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μάρκο Δάρα και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/7/2015 αγωγή των υπό στοιχεία 1 και 2 ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4747/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 643/2020 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η υπό στοιχείο Α αναιρεσείουσα με την από 30/11/2020 αίτησή της και ο υπό στοιχείο Β αναιρεσείων με την από 7/12/2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεών τους, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Υπόκεινται προς κρίση η από 30.11.2020 (με ειδικό αριθ. κατάθ. 117/16.12.2020) αίτηση αναίρεσης της πρώτης εναγομένης - εκκαλούσας και πρώτης εφεσίβλητης αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "…" και η από 07.12.2020 (με ειδικό αριθ. κατάθ. 119/16.12.2020) αίτηση αναίρεσης του δεύτερου εναγομένου και δεύτερου εφεσίβλητου Α. Δ. του Σ. κατά της 643/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Αμφότερες δε οι ως άνω αναφερθείσες αιτήσεις αναίρεσης, που στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης, πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω συναφείας (άρθρο 246 ΚΠολΔ), που έχει εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, κατά το άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ και, εφόσον έχουν ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 ΚΠολΔ, πρέπει κατά τη διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ίδιου Κώδικα να εξετασθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 260 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος 2 αυτού είχε αντικατασταθεί με τη διάταξη του άρθρου 102 παρ.4 του Ν. 4139/2013, και ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ.2 Ν.4335/2015, με τον τίτλο "Ματαίωση της συζητήσεως", ορίζονταν ότι: "Αν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης δεν εμφανίζονται όλοι οι διάδικοι ή εμφανίζονται, αλλά δεν μετέχουν κανονικά στη συζήτηση, η συζήτηση ματαιώνεται(παρ.1).Η για οποιονδήποτε τρόπο ματαίωση της συζήτησης της υπόθεσης αποτελεί διαδικαστική πράξη του δικαστηρίου (παρ.2)".
Με το Ν.4335/2015 επήλθε ριζική αναμόρφωση των διατάξεων του ΚΠολΔ και αναθεωρήθηκαν εκ βάθρων οι ρυθμίσεις της τακτικής διαδικασίας. Στο πλαίσιο αυτό, το βασικό πλαίσιο λειτουργίας της αναμορφωθείσας νέας τακτικής διαδικασίας(και πριν την πρόσφατη τροποποίηση των διατάξεων του ΚΠολΔ, που επήλθε δυνάμει του Ν. 4842/2021), οριοθετείται μεν από τις διατάξεις των άρθρων 215 παρ.2, 237, 238 και 260 παρ.2 ΚΠολΔ, όπου στην τελευταία διάταξη ορίστηκε ότι "Στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 αν οι διάδικοι δεν λάβουν κανονικά μέρος στη δίκη η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώνεται.
Αν παρέλθουν εξήντα (60) ημέρες από τη ματαίωση χωρίς να συζητηθεί ο προσδιορισμός νέας συζήτησης, η υπόθεση διαγράφεται από το πινάκιο και η αγωγή θεωρείται ως μη ασκηθείσα. Για τη νέα συζήτηση εφαρμόζονται αναλόγως οι προθεσμίες των άρθρων 215 παράγραφος 2 και 237 παράγραφοι 1 και 2",ωστόσο, η νέα αυτή ρύθμιση εφαρμόζεται σε όσες αγωγές κατατίθενται μετά την 1.1.2016(παράγραφος 1 άρθρου 1 άρθρου ένατου Ν.4335/2015, με τον τίτλο "Μεταβατικές Διατάξεις", όπου ρητά ορίζεται ότι "Οι διατάξεις των άρθρων 237 και 238 εφαρμόζονται για τις κατατιθέμενες μετά την 1.1.2016 αγωγές").
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 514 ΚΠολΔ δεύτερη έφεση από τον ίδιο διάδικο κατά της ίδιας απόφασης ως προς το ίδιο ή άλλο κεφάλαιο δεν επιτρέπεται. Η διάταξη αυτή αποβλέπει στην απαγόρευση της επανειλημμένης χρήσης του ενδίκου μέσου της έφεσης κατά της ίδιας απόφασης. Προϋποθέσεις της εφαρμογής της είναι α) να έχει ασκηθεί προηγούμενη έφεση, β) να πλήττεται με αυτή, όπως και με την προηγούμενη, η ίδια απόφαση και γ) να ασκείται από τον ίδιο διάδικο.
Η απαγόρευση του ανωτέρω άρθρου δεν ισχύει και επιτρέπεται η άσκηση δεύτερης έφεσης από τον ίδιο διάδικο κατά της ίδιας απόφασης, όταν ο εκκαλών παραιτήθηκε από το δικόγραφο της πρώτης προτού συζητηθεί η βασιμότητα της μεταγενέστερης έφεσής του (ΑΠ 1779/2008). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295 παρ. 1, 297 και 299 ΚΠολΔ, που, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζονται και στην κατ` έφεση δίκη, προκύπτει, ότι ο εκκαλών μπορεί να παραιτηθεί από το δικόγραφο της έφεσης, χωρίς τη συναίνεση του εφεσίβλητου, πριν αυτός προχωρήσει στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης.
Η παραίτηση γίνεται ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά, που μπορεί να γίνει και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο, ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου και επιφέρει αντίστοιχη (αναλόγως του περιεχομένου και της έκτασής της) κατάργηση της δίκης (ΟλΑΠ 20/1999). Τέλος, κατά τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της από 30.11.2020 (πρώτης) αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα και πρώτη των εναγομένων αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία "…", και με τον πρώτο λόγο (συναφή του δευτέρου λόγου της πρώτης αναίρεσης) της από 07.12.2020 (δεύτερης) αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων και δεύτερος των εναγομένων Α.
Δ. του Σ., μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, αποδίδοντας την εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Συγκεκριμένα η μεν πρώτη αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αίτησής της αναίρεσης αιτιάται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, επειδή, παρά το νόμο, δεν κήρυξε την τελεσιδίκως κριθείσα από 28.07.2015 ένδικη αγωγή των αντιδίκων της εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατ' αυτής (πρώτης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας), ως απαράδεκτη, επικαλούμενη ότι κατά την ορισθείσα αρχική δικάσιμο ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, στις 08.03.2016, η συζήτησή της ματαιώθηκε, και οι αντίδικοι της την επανέφεραν προς συζήτηση με την από 29.07.2016 κλήση τους, ήτοι μετά την πάροδο διμήνου από τη ματαίωση, και επομένως, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 260 παρ.2 ΚΠολΔ, μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ.2 του Ν.4335/2015, θα έπρεπε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο να θεωρήσει την αγωγή αυτή ως μη ασκηθείσα και να την απορρίψει ως απαράδεκτη, η ίδια δε αναιρεσείουσα, με τον δεύτερο λόγο της αίτησής της αναίρεσης και ο (δεύτερος)αναιρεσείων, με τον αντίστοιχο πρώτο λόγο της δικής του αίτησης αναίρεσης, μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν κήρυξε την από 13.03.2018 (δεύτερη) έφεση των αντιδίκων τους εναγόντων-εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, ως απαράδεκτη, επειδή δεν έλαβε χώρα νομότυπη παραίτηση από την πρώτη, από 02.02.2018, έφεσή τους.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου(άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα εξής: Η από 28.07.2015 αγωγή αποζημίωσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων νομότυπα εισήχθη για συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την από 29.07.2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 5772/2987/02.08.2016 κλήση των καλούντων -εναγόντων, κατόπιν ματαίωσής της, κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 08.03.2016, και τούτο διότι, σύμφωνα με την προηγηθείσα σχετική νομική σκέψη, η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 260 παρ.2 ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ.2 του Ν.4335/2015, προθεσμία των εξήντα ημερών, που απαιτείται για τον προσδιορισμό της νέας συζήτησης της υπόθεσης μετά από ματαίωση της συζήτησής της και που αφορά τις περιπτώσεις των άρθρων 237 και 238 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκαν με τον ως άνω Ν.4335/2015, εφαρμόζεται σε αγωγές, που κατατίθενται μετά την 01.01.2016, κατά το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ.4 του ίδιου νομοθετήματος, και δεν καταλαμβάνει αγωγές, που κατατέθηκαν πριν την παραπάνω ημερομηνία, όπως στην προκειμένη περίπτωση.
Περαιτέρω, επί της ανωτέρω αγωγής των αναιρεσιβλήτων εκδόθηκε η με αριθμό 4747/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που δέχθηκε αυτήν εν μέρει, κατά την επικουρική της βάση, ως κατ' ουσίαν βάσιμη, ως προς τον πρώτο ενάγοντα και ήδη πρώτο των αναιρεσιβλήτων, σε βάρος της πρώτης εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσείουσας, αναγνωρίζοντας ότι αυτός εδικαιούτο αποζημίωσης, από σύμβαση πωλήσεως ελαττωματικού πράγματος (σκάφους), συνολικού ύψους 21.000 ευρώ, ενώ την απέρριψε για τους λοιπούς.
Την ως άνω απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου προσέβαλαν αμφότερα τα ηττηθέντα διάδικα μέρη και συγκεκριμένα η μεν πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα εταιρεία, με την από 21.02.2018 έφεσή της, οι δε ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 13.03.2018 αντίθετη έφεσή τους, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά κατά την αρχική ορισθείσα δικάσιμο της 18.10.2018, επί των οποίων(εφέσεων) εκδόθηκε η με αριθμό 443/2019 μη οριστική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία ανέβαλε τη συζήτηση των υποθέσεων επί των ενδίκων εφέσεων, προκειμένου να συμπληρωθεί η έλλειψη της πληρεξουσιότητας των δικηγόρων, οι οποίοι παραστάθηκαν ως πληρεξούσιοι δικηγόροι, φερόμενοι ότι εκπροσωπούσαν, αντίστοιχα, την εκκαλούσα εφεσίβλητη και ήδη (πρώτη) αναιρεσείουσα αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία "…", και τον εφεσίβλητο και ήδη (δεύτερο) αναιρεσείοντα Α.
Δ.. Το Δικαστήριο, μάλιστα, στην ανωτέρω απόφασή του διατύπωσε, επί λέξει, και την εξής επιφύλαξη: "Επισημαίνεται ότι, όσον αφορά τον ισχυρισμό των ανωτέρω διαδίκων (εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσειόντων) περί απαραδέκτου της ως άνω υπό στοιχείο β' εφέσεως (των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων), λόγω άσκησης από τους ενάγοντες-εκκαλούντες προηγούμενης έφεσης κατά της ίδιας απόφασης, παρέλκει προς το παρόν η εξέτασή του, δεδομένου ότι προηγείται η θεμελίωση της νομότυπης παράστασης τους ή της δικονομικής απουσίας τους.
Ενόψει δε της αναβολής της συζήτησης των υποθέσεων και εωσότου συζητηθεί η βασιμότητα της ένδικης μεταγενέστερης έφεσης, χωρεί νομότυπα παραίτηση από το δικόγραφο της προηγούμενης, κατά τους τύπους του άρθρου 297 ΚΠολΔ, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά, που μπορεί να γίνει και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο, ή με δικόγραφο που πρέπει να επιδοθεί στους αντιδίκους.....
ή με δήλωση στις προτάσεις...". Οι ανωτέρω εφέσεις επαναφέρθηκαν προς συζήτηση, με τις από 02.09.2019 αντίστοιχες κλήσεις των διαδίκων, στη δικάσιμο της 16.01.2020, ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, επί των οποίων η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 643/2020 απόφασή του, με την οποία απορρίφθηκε η από 21.02.2018 έφεση της εναγομένης-εκκαλούσας και ήδη πρώτης αναιρεσείουσας, ενώ έγινε δεκτή η από 13.03.2018 έφεση των εκκαλούντων- εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη υπ' αριθμ.4747/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, και, κρατώντας και επαναδικάζοντας την από 28.07.2015 αγωγή, δέχθηκε αυτήν εν μέρει ως και κατ' ουσίαν βάσιμη ως προς την κύρια αδικοπρακτική βάση της αγωγής, αναγνωρίζοντας ότι η πρώτη και δεύτερος των εναγομένων-εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσείοντες υποχρεούνται εις ολόκληρον, να καταβάλουν στον πρώτο ενάγοντα-εκκαλούντα και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο το ποσό των 28.531,60 ευρώ ως αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία του, καθώς και το ποσό των 8.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής του βλάβης, ήτοι το συνολικό ποσό των 36.531,60 ευρώ, για τον εαυτό του ατομικά, στη δεύτερη ενάγουσα-εκκαλούσα και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη το ποσό των 8.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, για τον εαυτό της ατομικά, σε αμφότερους δε αυτούς, ως ασκούντες τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου τους …, το ποσό των 5.000 ευρώ, για λογαριασμό του, και στον τρίτο ενάγοντα-εκκαλούντα και ήδη τρίτο αναιρεσίβλητο, το ποσό των 5.000 ευρώ για την ίδια ως άνω αιτία.
Πριν δε τη συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης επί των ανωτέρω εφέσεων, είχε χωρήσει νομότυπα, κατά τα άρθρα 294 και 297 του ΚΠολΔ, παραίτηση από το δικόγραφο της από 02.02.2018, με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου 1354/06.02.2018, προηγούμενης έφεσης των εναγόντων-εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά των εφεσιβλήτων-εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, κατά της ίδιας πρωτόδικης απόφασης, με το από 14.03.2018 σχετικό δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με αριθμό 2945/352/14.03.2018 και επιδόθηκε στους αντιδίκους των παραιτούμενων, όπως προκύπτει από τα νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα από τους εκκαλούντες ενάγοντες, αφενός υπ' αριθμ.
… έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά, Θ. Λ., προς την Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, για την καθής εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα … … εταιρεία, σε συνδυασμό με την με αριθμό πρωτ. … παραγγελία επίδοσης, της … υπηρεσίας παραλαβής του επιδιδόμενου δικογράφου, με συνημμένο το από … πιστοποιητικό επίδοσης δικογράφων εξωτερικού, του αρμόδιου επιμελητή του Δικαστηρίου της …, για την παραλαβή του επιδιδόμενου δικογράφου από το αναφερόμενο πρόσωπο, που βρέθηκε στην έδρα της εφεσίβλητης, για λογαριασμό της.
Έλαβε δε χώρα νομότυπη παραίτηση, διότι, σύμφωνα με τις προηγηθείσες αντίστοιχες σχετικές νομικές σκέψεις, οι εκκαλούντες και ήδη αναιρεσίβλητοι μπορούσαν, νομότυπα, να παραιτηθούν από το δικόγραφο της πρώτης ως άνω έφεσής τους, και μάλιστα, χωρίς τη συναίνεση των αντιδίκων τους εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσειόντων, πριν αυτοί(εκκαλούντες-αναιρεσίβλητοι) προχωρήσουν στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, ενώ δεν ήταν απαραίτητο να χωρήσει η παραίτηση από το δικόγραφο της προηγούμενης έφεσής τους, κατά την πρώτη συνεδρίαση του Εφετείου, στη δικάσιμο της 18.10.2018, καθόσον, κατά εκείνη τη συνεδρίαση, το δικαστήριο δεν προχώρησε σε συζήτηση της βασιμότητας της ένδικης μεταγενέστερης έφεσης, αλλά, όπως ειπώθηκε, ανέβαλε τη συζήτησή της για να καλυφθούν οι ελλείψεις στην πληρεξουσιότητα των εμφανιζομένων δικηγόρων, η συζήτηση δε της ουσίας της υπόθεσης έλαβε χώρα, το πρώτον, στη συνεδρίαση της 16.01.2020.
Επομένως το Εφετείο, που, αφενός έκρινε παραδεκτή την ως άνω ένδικη αγωγή, αφετέρου ότι η υπό κρίση(ένδικη) δεύτερη έφεση των εναγόντων-εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων είχε ασκηθεί παραδεκτά, καθόσον είχε λάβει χώρα παραδεκτή και νόμιμη παραίτησή τους από την ασκηθείσα προηγούμενη(πρώτη) έφεσή τους, δεν υπέπεσε στην εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδιδόμενη πλημμέλεια για, παρά το νόμο, μη κήρυξη απαραδέκτου, και οι σχετικοί προβαλλόμενοι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναιρεσείουσας της από 30.11.2020 (πρώτης) αίτησης αναίρεσης και πρώτος λόγος (συναφής του δευτέρου λόγου της πρώτης αναίρεσης) του αναιρεσείοντος της από 07.12.2020 (δεύτερης) αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ελέγχεται η παράβαση για νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής και την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο ή αρκέσθηκε σε λιγότερα.
Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν κατ` αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 8 ή αναλόγως 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σ` αυτήν ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σ` αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή εάν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Στο πλαίσιο αυτό αναγκαίο στοιχείο της αγωγής για να είναι αυτή ορισμένη αποτελεί κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 106, 117, 118, 335 και 338 του ίδιου Κώδικα, η πληρότητα της ιστορικής της βάσης, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, τα οποία σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου θεμελιώνουν την αιτούμενη έννομη συνέπεια (ΑΠ 5/2019, ΑΠ 266/2018, ΑΠ 339/2017).
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 του ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Για το ορισμένο δε της αγωγής με την οποία ζητείται η επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης κατ` άρθρο 932 ΑΚ, αρκεί να αναφέρεται το είδος της προσβολής, η παράνομη πράξη που την προκάλεσε, ο αιτιώδης σύνδεσμος και η υπαιτιότητα του προσβάλλοντος, όχι όμως και ειδικότεροι προσδιορισμοί, όπως η έκταση της βλάβης, η βαρύτητα του πταίσματος και οι λοιπές συνθήκες, όπως η περιουσιακή κατάσταση των μερών, η κοινωνική τους θέση, οι προσωπικές σχέσεις τους, καθώς και ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης και που αποτελούν είτε ιδιότητες των στοιχείων της ιστορικής βάσης της αγωγής, είτε περιστατικά που λαμβάνονται υπόψη για να καθοριστεί το εύλογο χρηματικό ποσό για την ικανοποίηση του παθόντος (ΑΠ 829/2021,ΑΠ 298/2019, ΑΠ 284/2012, ΑΠ 1189/2009, ΑΠ 1166/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα της από 30.11.2020 (πρώτης) αίτησης αναίρεσης και ο αναιρεσείων της από 07.12.2020 (δεύτερης) αίτησης αναίρεσης, με τον όμοιο πέμπτο λόγο των αιτήσεών τους αναίρεσης προβάλλουν την από το άρθρο 559 αριθ. 14 πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, παρά το νόμο, απορρίπτοντας σχετική περί του αντιθέτου ένστασή τους που είχαν υποβάλει νομότυπα στα δικαστήρια της ουσίας, έκρινε ως ορισμένο το κεφάλαιο της αγωγής των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων ως προς τις αγωγικές τους αξιώσεις για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας της αποδιδόμενης σ' αυτούς (αναιρεσείοντες) αδικοπρακτικής συμπεριφοράς, για το λόγο ότι δεν προσδιορίζονται στην αγωγή η περιουσιακή και οικονομική κατάσταση των διαδίκων μερών, ώστε να καταστεί εφικτός ο έλεγχος και η δικαστική κρίση ως προς τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης.
Από το δικόγραφο όμως της ένδικης από 28.07.2015 αγωγής των αναιρεσίβλητων προκύπτει ότι αυτό πληροί τους όρους των ως άνω διατάξεων του ΑΚ και 216 του ΚΠολΔ σχετικά με τη σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο, την άσκησή της κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, καθόσον αναφέρονται σ' αυτό τα πραγματικά περιστατικά που εξειδικεύουν τα αναγκαία στοιχεία της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της μεν πρώτης αναιρεσείουσας αλλοδαπής εταιρείας, ως προμηθεύτριας-παραγωγού και πωλήτριας του ελαττωματικού σκάφους, του δε δεύτερου αναιρεσείοντος ως αντιπροσώπου της στην Ελλάδα, που ενεργούσε για λογαριασμό της, και ειδικότερα το είδος της προσβολής, η παράνομη πράξη που την προκάλεσε, ο αιτιώδης σύνδεσμος και η αδικοπρακτική συμπεριφορά των αναιρεσειόντων, ουδόλως δε ήταν απαραίτητο να προσδιορίζονται στο εν λόγω δικόγραφο της αγωγής, όπως οι αναιρεσείοντες εσφαλμένα ισχυρίζονται, συγκεκριμένα στοιχεία της περιουσιακής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ορισμένο και νόμιμο το σχετικό αγωγικό κεφάλαιο, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει το απαράδεκτο λόγω αοριστίας αυτού και ως εκ τούτου είναι αβάσιμος ο από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πέμπτος λόγος αμφοτέρων των αναιρέσεων, με τον οποίο προβάλλονται τα αντίθετα.
Κατά την έννοια του προαναφερθέντος άρθρου 932 ΑΚ, όπως προεκτέθηκε, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι` αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών (ΑΠ 100/2018).
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ` αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της εν λόγω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 944/2017).
Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 184/2021,ΑΠ 398/2020, ΑΠ 43/2020, ΑΠ 1863/2017, ΑΠ 747/2017).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικό ή διεθνούς δικαίου. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 2095/2009). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εναγομένη, ήδη εκκαλούσα-εφεσίβλητη (και ήδη αναιρεσείουσα της πρώτης από 30.11.2020 αίτησης αναίρεσης), εδρεύουσα στο … μονοπρόσωπη εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "…", έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας την κατασκευή και εμπορία σκαφών αναψυχής και διατηρεί προς τούτο ναυπηγείο και εκθεσιακό χώρο στην έδρα της.
Περί τις αρχές Νοεμβρίου του έτους … ο πρώτος ενάγων, ήδη εκκαλών-εφεσίβλητος(και ήδη πρώτος των αναιρεσιβλήτων), Σ. Γ., απευθύνθηκε στο δεύτερο εναγόμενο, ήδη εφεσίβλητο (και ήδη αναιρεσείοντα της δεύτερης από 07.12.2020 αίτησης αναίρεσης), Α. Δ., ο οποίος διατηρεί ατομική επιχείρηση εμπορίας και φύλαξης μικρών σκαφών αναψυχής στο … με τον διακριτικό τίτλο "…" και είναι αντιπρόσωπος στην Ελλάδα, μεταξύ άλλων αλλοδαπών εταιριών κατασκευής σκαφών αναψυχής και της πρώτης εναγόμενης εταιρίας και εκδήλωσε ενδιαφέρον για την αγορά ενός φουσκωτού σκάφους αναψυχής.
Σε μία από τις επόμενες συναντήσεις τους, ο δεύτερος εναγόμενος, μεταξύ άλλων, πρότεινε στον ενάγοντα να προβεί στην αγορά σκάφους κατασκευής της πρώτης εναγόμενης εταιρίας και για το σκοπό αυτό του παρέδωσε ενημερωτικά έντυπα με τα πλήρη τεχνικά στοιχεία των απ' αυτή κατασκευαζόμενων και πωλούμενων σκαφών, καθώς και σχετικό τιμοκατάλογο, ενώ την … ο ίδιος απέστειλε στον ενάγοντα ηλεκτρονικό μήνυμα με συνημμένες πληροφορίες και φωτογραφίες για το σκάφος "…", κατασκευής της πρώτης εναγόμενης.
Ακολούθως, περί τα μέσα Δεκεμβρίου του ίδιου έτους, ο δεύτερος εναγόμενος πληροφόρησε τον ενάγοντα ότι η πρώτη εναγόμενη διέθετε προς πώληση ένα σκάφος, τύπου …, μοντέλο…, επί του οποίου ήταν τοποθετημένη μία πετρελαιοκίνητη μηχανή,265 ίππων, εργοστασίου κατασκευής VOLKSWAGEN, τύπου …, το οποίο βρισκόταν στο ναυπηγείο της πρώτης εναγόμενης, ως εκθεσιακό, για επίδειξη σε υποψήφιους αγοραστές και δοκιμές, με λιγότερες από 10 ώρες πλεύσης, και παρέστησε στον ενάγοντα ότι το παραπάνω σκάφος και η μηχανή του ήταν σε άριστη κατάσταση, έφερε επιπλέον εξοπλισμό, είχε τη δυνατότητα να αναπτύσσει ταχύτητα 40 έως 45 κόμβων την ώρα και είχε χαμηλή κατανάλωση πετρελαίου 0,5 λίτρα ανά μίλι...
Το τίμημα προσδιορίστηκε από τον δεύτερο εναγόμενο στο ποσό των 64.000 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. και έναντι τούτου ο ενάγων κατέβαλε σ' αυτόν μετρητά το ποσό των 30.000 ευρώ, ως προκαταβολή, χωρίς να του χορηγηθεί απόδειξη, του υπολοίπου καταβλητέου με την παράδοση του σκάφους στις εγκαταστάσεις του δευτέρου εναγομένου.
Ωστόσο, επειδή καθυστερούσε η παράδοση τούτου, ο ενάγων, αφού συνεννοήθηκε με τον διευθυντή της πρώτης εναγομένης, Ν. Α., μετέβη ο ίδιος στις εγκαταστάσεις του ναυπηγείου της στην … για να το παραλάβει. Εκεί, στις …, παρουσία και του δευτέρου εναγομένου, αφού έγινε επίδειξη του σκάφους σ' αυτόν και έλαβε τις κρίσιμες για τον ίδιο πληροφορίες και ταυτόσημες διαβεβαιώσεις για την άριστη κατάσταση του σκάφους και της μηχανής, καθώς και για τις επιδόσεις του, την χαμηλή κατανάλωση καυσίμων και τα πρόσθετα εξαρτήματα, που διέθετε (GPS, ραδιοκασετόφωνο, bow thruster κ.αλ.)αξίας, όπως του δηλώθηκε από τους ανωτέρω,19.000 ευρώ, τα οποία αναγόρευαν την αξία του σε 95.000 ευρώ, διαμορφώθηκε τελικά η τιμή αγοράς του, με έκπτωση, σε 76.000 ευρώ.
Προς εξόφληση του εν λόγω τιμήματος, ο ενάγων κατέβαλε στις 16.1.2014 στην πρώτη εναγομένη το υπόλοιπο ποσό των 46.000 ευρώ, με κατάθεση στον τραπεζικό λογαριασμό της στην … τράπεζα "…" που υπέδειξε σ' αυτόν ο…, εκδιδομένου του υπ' αριθμ. … σχετικού τιμολογίου πώλησης της πρώτης εναγομένης, ποσού 46.360 ευρώ (38.000 ευρώ + Φ.Π.Α. 8.360 ευρώ) και του παραδόθηκε το σκάφος, συντελεσθείσης της, μεταξύ της προμηθεύτριας-πωλήτριας πρώτης εναγομένης εταιρείας, με την μεσολάβηση του αντιπροσώπου της, δευτέρου εναγομένου και του πρώτου ενάγοντος με την ιδιότητα του καταναλωτή, σύμβαση πώλησης...
Το αναγραφόμενο στο εκδοθέν παραστατικό τίμημα δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, αλλά ήταν εικονικό για φορολογικούς λόγους... Μετά την παράδοση του σκάφους, ο ενάγων μερίμνησε για τη μεταφορά του από το ναυπηγείο της πρώτης εναγόμενης στις εγκαταστάσεις του δεύτερου εναγόμενου στην Ελλάδα, όπου και το παρέδωσε προς φύλαξη.
Ακολούθως, το σκάφος καταχωρήθηκε με το όνομα "…" και με αριθμό … στο Λεμβολόγιο που τηρεί το Κεντρικό Λιμεναρχείο Πειραιά. Ο πρώτος ενάγων, κατά τους μήνες Απρίλιο και Μάϊο του έτους …, προέβη στην διενέργεια σύντομων δοκιμαστικών πλόων εξοικείωσης με το σκάφος, ενώ τον … του ίδιου έτους, προέβη στο πρώτο service των 50 ωρών, σε στατικό έλεγχο(start-up) του κινητήρα του σκάφους, σε αντικατάσταση των λιπαντικών, του φίλτρου λαδιού και σε αλλαγή βαλβολινών...
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις …, κατά τη διάρκεια πλου από το … με προορισμό την… , ανοικτά της …, ενώ στο σκάφος επέβαινε ο ενάγων με τη δεύτερη ενάγουσα(και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη), σύζυγό του, Ε. Κ. και τα ανήλικα τότε τέκνα τους, Ε. Γ., γεννηθέντα στις …, ήδη ενήλικο(και ήδη τρίτο των αναιρεσιβλήτων) και Μ.
Γ., γεννηθέντα στις … (του οποίου τη γονική μέριμνα, κατά το χρόνο άσκησης των ένδικων αιτήσεων αναιρέσεως, ασκούσαν από κοινού οι δύο πρώτοι των αναιρεσιβλήτων γονείς του και στην παρούσα δίκη εκπροσώπησε η δεύτερη αναιρεσίβλητη μητέρα του, υπό την ιδιότητά της ως συνασκούσας τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τούτου), εμφανίστηκε βλάβη στο "τριμ" της μηχανής του σκάφους.
Συγκεκριμένα, ο ενάγων διαπίστωσε ότι δεν ήταν δυνατή η ρύθμιση της κλίσης του ποδιού του κινητήρα και για το λόγο αυτό κατέπλευσε στο λιμένα της … με το πόδι του κινητήρα σε υψηλή θέση. Κατόπιν αποκατάστασης της βλάβης από τοπικό τεχνίτη, την επόμενη ημέρα ο ενάγων απέπλευσε από τον παραπάνω λιμένα και κατέπλευσε στην …, χωρίς να αντιμετωπίσει έτερο πρόβλημα.
Στις … όμως, περί ώρα 7.00 πρωινή, κατά τον πλου της επιστροφής από την … προς το … σε συνθήκες καλοκαιρίας, νοτιοδυτικά της …, προκλήθηκε έντονος θόρυβος από τη μηχανή και εκπομπή καπνών και ακολούθως σταμάτησε η λειτουργία της και το σκάφος κατέστη ακυβέρνητο. Ο ενάγων έσβησε τη μηχανή, σταμάτησε την εκπομπή καπνών με τα χρήση πυροσβεστήρα και στη συνέχεια το σκάφος του ρυμουλκήθηκε στη … από το αλιευτικό σκάφος "…" υπό το συντονισμό του Κέντρου … του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας.
Κατά την επακολουθήσασα πρώτη επιθεώρηση του σκάφους και της μηχανής του, που διενεργήθηκε στις …, στην επιχείρηση του δευτέρου εναγομένου, από τον Ν. Π., μηχανολόγο-μηχανικό της εταιρίας "…", αντιπροσώπου στην Ελλάδα της κατασκευάστριας της μηχανής βελγικής εταιρείας... ο οποίος συνέταξε την από … τεχνική αναφορά του...
διαπιστώθηκε ότι με την εκκίνηση της μηχανής παράχθηκε δυνατός μεταλλικός θόρυβος, που ενδείκνυε εσωτερική ζημία της μηχανής. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα η μηχανή σταμάτησε. Η μηχανή έχασε σημαντική ποσότητα πετρελαίου κατά τη διάρκεια αυτών των δευτερολέπτων λειτουργίας της μέσω του συστήματος εξάτμισης.
Περαιτέρω προσπάθειες να περιστραφεί η μηχανή είτε χειροκίνητα είτε εκκινώντας το μοτέρ απέτυχαν. Συμπερασματικά ο συντάξας την εν λόγω αναφορά καταλήγει στα εξής: Ο στροβιλοφυσητήρας δεν λειτούργησε και πετρέλαιο της μηχανής μέσω της εσωτερικά βλαβείσας περιμέτρου πετρελαίου του στροβιλοφυσητήρα πέρασε στο σύστημα εξάτμισης και έξω από τη μηχανή με αποτέλεσμα επίσης την κακή λίπανση της μηχανής.
Δεν έμεινε σχεδόν καθόλου πετρέλαιο στη μηχανή. Επιπρόσθετα αέρια της εξάτμισης, που διέρρεαν στο μηχανοστάσιο, πεδίκλωναν το φίλτρο αέρα, με αποτέλεσμα τον υψηλό περιορισμό και την υπερθέρμανση της εισαγωγής αέρος και με περαιτέρω αποτέλεσμα τη λειτουργία της μηχανής υπό μεγάλη καταπόνηση. Οι παραπάνω συνθήκες θα μπορούσαν να προκαλέσουν περαιτέρω εσωτερική ζημία στη μηχανή και προσωρινή ή μόνιμη ανικανότητα της μηχανής να περιστραφεί.
Για την ασφαλή διάγνωση της ακριβούς κατάστασης της ζητήθηκε η εξαγωγή της από το σκάφος, ενώ προτάθηκε η αντικατάσταση της με νέα μηχανή. Κατόπιν συνεννοήσεων του ενάγοντος αγοραστή με την πωλήτρια εναγομένη, το σκάφος με δαπάνες του πρώτου μεταφέρθηκε με φορτηγό στο ναυπηγείο της δεύτερης, όπου έφθασε στις 10.7.2014, προς αντικατάσταση της μηχανής με καινούργια, χωρίς επιβάρυνση του, πλην όμως, παρά τις διαβεβαιώσεις της πρώτης εναγομένης, δεν έλαβε χώρα αντικατάσταση της, αλλά επισκευή της και επιστράφηκε με έξοδα πάλι του πρώτου ενάγοντος στον …, στις εγκαταστάσεις της επιχείρησης φύλαξης σκαφών "…", χωρίς να συνοδεύεται από αναφορά σχετικά με την αιτία της βλάβης και την έκταση της, ούτε με τις ενέργειες αποκατάστασης της.
Ένεκα τούτων, στις 7.8.2014 επακολούθησε νέα επιθεώρηση του μηχανοστασίου του σκάφους και της μηχανής στην ξηρά και διενέργεια δοκιμής λειτουργίας της στην θάλασσα, από τον ίδιο, ως άνω επιθεωρητή, Ν. Π. και τον επιθεωρητή της ασφαλιστικής εταιρείας του σκάφους "…", Γ. Κ., κατά την οποία, όπως προκύπτει από την ίδια, ως άνω τεχνική αναφορά του πρώτου, διαπιστώθηκε ότι η πρώτη εναγομένη είχε προβεί σε αντικατάσταση του στροβιλοφυσητήρα και του φίλτρου αέρος, το οποίο όμως ήταν μερικώς βρώμικο, εν μέρει καθαρισμό της μηχανής, αφαίρεση του αυτοκόλλητου "…" στο ηλεκτρικό κιβώτιο, που...
δεν είναι εργοστασιακό, αλλά αποτελεί ένδειξη επέμβασης τρίτου στο λογισμικό του εγκεφάλου της μηχανής για να αποδώσει μεγαλύτερη ισχύ από εκείνη που ορίζει ο κατασκευαστής, η σωλήνα πετρελαίου ήταν χαλαρή με όχι σωστή ροπή στρέψης, η μάνικα δεν είχε αντικατασταθεί, αν και ο προφυλακτήρας είχε καεί, καθώς επίσης είχε γίνει αφαίρεση και λύσιμο του ψυγείου για τον καθαρισμό του.
Περαιτέρω, από την ίδια ως άνω τεχνική έκθεση προκύπτει ότι από τη δοκιμή στη θάλασσα, που διενεργήθηκε στο ... στις …, κατά τη διάρκεια λειτουργίας της μηχανής διαπιστώνεται διαρροή αερίων εξάτμισης στο μηχανοστάσιο από το στροβιλοφυσητήρα. Πετρέλαιο διαρρέει ακόμα από το στροβιλοφυσητήρα, το οποίο δημιουργεί καπνούς στο μηχανοστάσιο και υπάρχει κίνδυνος πρόκλησης πυρκαγιάς.
Η μηχανή ενώ είναι σχεδιασμένη να επιτυγχάνει 4.250 στροφές ανά λεπτό, εμφανίζει 700 στροφές ανά λεπτό λιγότερες. Η μηχανή λειτουργεί υπό εξαιρετική καταπόνηση είτε λόγω παλαιάς εσωτερικής φθοράς είτε λόγω κακής τοποθέτησής της(αναλογία στροφών κινητήρα με τον ελικοφόρο άξονα). Ακολούθως, ο ενάγων με την από 5.9.2014 ηλεκτρονική επιστολή που απέστειλε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του προς την πρώτη εναγόμενη και τις επακόλουθες τέτοιες από 11.9.2014 και 15.9.2014, απαίτησε από την πρώτη εναγόμενη την αντικατάσταση της μηχανής με νέα, ίδιου τύπου, χωρίς όμως να ικανοποιηθεί η απαίτηση του αυτή...
Η συγκεκριμένη ζημία δεν οφείλεται σε ένα μεμονωμένο εξωτερικό ή/ και συμπτωματικό συμβάν και αποτελεί εσωτερική δυσλειτουργία του κινητήρα, δημιουργήθηκε δε σταδιακά στις καταγεγραμμένες ώρες λειτουργίας του... Επειδή η διαπιστωμένη απώλεια ελαίου, καθώς και η διαπιστωμένη υπερθέρμανση, πλήττουν ως επί το πλείστον το άνω μέρος του κινητήρα, εκτιμάται ότι ο κινητήρας φέρει σημαντική ζημία, η οποία δεν είναι επισκευάσιμη.
Περαιτέρω, διαπιστώθηκε ότι οι σωληνώσεις λιπαντικού ελαίου του υπερσυμπιεστή και τα πυρόμετρα ήταν χαλαρά, δημιουργώντας αιτία διαρροής, ευρήματα που οφείλονται σε υπερταλάντωση υλικών είτε λόγω της ως άνω δυσλειτουργίας κι βλάβης του κινητήρα ή/και της κακής τοποθέτησης του κινητήρα εκ μέρους του ναυπηγείου.
Τα συγκεκριμένα ευρήματα, αν και είχαν διαπιστωθεί από τον πρώτο έλεγχο του σκάφους και είχαν αναφερθεί στην κατασκευάστρια τούτου πρώτη εναγομένη εταιρεία, η οποία δήλωσε ότι τα αποκατέστησε, όπως και ότι αντικατέστησε τον κατεστραμμένο υπερσυμπιεστή με καινούργιο, διαπιστώθηκε ότι ο υπερσυμπιεστής φέρει ίχνη ανακατασκευής, προφανή ίχνη παλαιότητας, εναπομένουσα ζημία στην φτερωτή εισαγωγής και δεν συνοδεύεται από τα νόμιμα πιστοποιητικά προέλευσης ή/και συγχρονισμού του.
Εξάλλου, δυσλειτούργησε κατά την έναρξη των δοκιμών στη θάλασσα, που διενεργήθηκαν... στις … και ήταν ο πρωτεύων λόγος, που αυτές διακόπηκαν. Επίσης, κατά την επιθεώρηση διαπιστώθηκαν ίχνη καπνιάς στο πίσω μέρος του κινητήρα, καμένα και κατεστραμμένα πλαστικά καλύμματα καλωδίων και σωληνώσεων, καθώς και υπολείμματα διαρροής λιπαντικού ελαίου, αλλά και πετρελαίου στις σεντίνες του μηχανοστασίου και όλα αυτά μετά την δηλωμένη αποκατάσταση εκ μέρους της πρώτης εναγομένης, που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι αυτή ήταν πλημμελέστατη.
Εξάλλου, δεν κατέστη δυνατό να εξακριβωθεί κατά την επιθεώρηση η αρτιότητα της μηχανοκίνησης και του ελικοαξονικού συστήματος, λόγω μη προσκόμισης από την κατασκευάστρια εναγομένη των τεχνικών χαρακτηριστικών του κινητήρα, του ηλεκτρονικού του συστήματος, των πιστοποιητικών καταλληλότητας τούτων, καθώς και της μελέτης απόδοσης του αξονικού συστήματος και της προπέλας, στοιχεία που είναι μέρος του τεχνικού φακέλου του σκάφους, που έχει εγκριθεί από τον πιστοποιημένο φορέα, που εξέδωσε την πιστοποίηση του σκάφους.
Συμπερασματικά, αιτία της περιγραφόμενης ζημίας, αποτελεί... η σημαντική μελετητική και κατασκευαστική αμέλεια του ναυπηγείου της πρώτης εναγομένης. Η μελετητική αμέλεια συνίσταται στην επιλογή και τοποθέτηση ανεπαρκούς ισχύος κινητήρα, που δεν κάλυπτε τις απαιτήσεις και προδιαγραφές του σκάφους, όπως είχαν παρουσιαστεί στον αγοραστή ενάγοντα, η δε κατασκευαστική αμέλεια συνίσταται στην εσφαλμένη τοποθέτηση και ρύθμιση του κινητήρα, ούτως ώστε να ανταποκριθεί στα χαρακτηριστικά και τις ιδιότητες, ως προς την ισχύ και απόδοση του, που είχαν συνομολογηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, με αποτέλεσμα ο κινητήρας του σκάφους και το αξονικό σύστημα να λειτουργούν συνεχώς σε κατάσταση πλήρους υπερφόρτωσης και να παρουσιαστούν οι προπεριγραφόμενες βλάβες, που δεν είναι επισκευάσιμες, ήταν δε αναμενόμενες και μπορούσαν να προβλεφθούν από την πρώτη εναγομένη κατασκευάστρια του σκάφους και καθιστούσαν την συγκεκριμένη μηχανή ακατάλληλη και επικίνδυνη για το σκάφος και τους επιβαίνοντες...
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τα περιγραφόμενα ελαττώματα της μηχανής εμφανίσθηκαν περίπου στις 60 ώρες λειτουργίας της, κατά την διάρκεια του, ως άνω, μακρύτερου ταξιδιού, που έκαναν οι ενάγοντες, με την παρατεταμένη χρήση της μηχανής, και όχι νωρίτερα, κατά τους σύντομους πλόες εξοικείωσης, που είχε διενεργήσει ο αγοραστής ενάγων το προηγούμενο διάστημα, διότι στην κρινόμενη περίπτωση ο κινητήρας και το αξονικό του σύστημα λειτουργούσαν συνεχώς σε κατάσταση πλήρους υπερφόρτωσης, εξαιτίας του γεγονότος ότι η μηχανή δεν ανταποκρινόταν από πλευράς στροφών στις προδιαγραφές της κατασκευάστριας της μηχανής εταιρίας και, ειδικότερα, αυτή δεν λειτουργούσε στο 100% του φορτίου με το πλήρες εύρος στροφών, το οποίο για τη συγκεκριμένη μηχανή, με βάση τις προδιαγραφές της ήταν 4.200, αλλά στις 3.500 έως 3.550 στροφές, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το βήμα της προπέλας, δηλαδή η απόσταση που διανύει η προπέλα σε μία πλήρη περιστροφή της, λόγω μετατροπής από την πρώτη εναγομένη, ήταν 25 ίντσες, ενώ έπρεπε να είναι 21 ίντσες, με σκοπό να διανύει το σκάφος περισσότερα μίλια σε πιο χαμηλές στροφές, ενώ, παράλληλα, η σχέση του μειωτήρα μετάδοσης συστήματος, δηλαδή η αναλογία των στροφών του κινητήρα με τον ελικοφόρο άξονα ήταν 1,81/1 ανά λεπτό, δηλαδή για κάθε 1,81 περιστροφές του κινητήρα ο ελικοφόρος άξονας περιστρεφόταν 1 φορά ανά λεπτό, αντί για την αναλογία 2/1, με αποτέλεσμα ο κινητήρας να λειτουργεί σε λιγότερες στροφές υπό μεγάλο φορτίο, να ζορίζεται και να καταπονείται ιδιαίτερα, με συνέπεια, από την παρατεταμένη χρήση λειτουργίας του σε τέτοιες συνθήκες να προκληθεί η εκτιθέμενη πολύ σοβαρή βλάβη, που τον κατέστησε άχρηστο και να διακινδυνεύσει η ασφάλεια των επιβατών του σκάφους...
Ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε πραγματικά ελαττώματα του κινητήρα του πωληθέντος σκάφους, που υπήρχαν κατά τον κρίσιμο χρόνο παράδοσης τούτου στον ενάγοντα- εκκαλούντα αγοραστή και οφείλονταν στις εκτιθέμενες υπαίτιες ενέργειες της κατασκευάστριας του σκάφους και πωλήτριας πρώτης εναγομένης εταιρείας, που συνίστανται στην τοποθέτηση του επίμαχου κινητήρα ανεπαρκούς ισχύος και την ρύθμισή του, ούτως ώστε να εμφανίζεται ότι ανταποκρίνεται στις προδιαγραφές της προοριζόμενης χρήσης του και τις συνομολογηθείσες ιδιότητες περί υψηλής απόδοσης του με ανάπτυξη ταχύτητας 40-45 κόμβων την ώρα και χαμηλής κατανάλωσης καυσίμων μόλις 0,5 λίτρα ανά μίλι, αν και αυτή γνώριζε την ύπαρξη των ελαττωμάτων, που επηρέαζαν αρνητικά την καλή λειτουργία του, την απόδοση του, την κατανάλωση καυσίμων και εντεύθεν την αξιοπλο?α του σκάφους, ήτοι τελούσε εν γνώσει της έλλειψης των συμφωνηθεισών ιδιοτήτων, πλην όμως δια του προστηθέντος διευθυντή της, Ν.
Α. και του εμπορικού αντιπροσώπου της στην Ελλάδα, δευτέρου εναγομένου, που διαπραγματευόταν για λογαριασμό της την πώληση των εμπορευμάτων της, εν προκειμένω του επίδικου σκάφους, προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων της και επομένως, οι ενέργειες του εντάσσονταν στο πεδίο της επιχειρηματικής δραστηριότητάς της, δολίως τα απέκρυψε και δεν ανακοίνωσε στον αγνοούντα ενάγοντα αγοραστή τα ανωτέρω ελαττώματα και την έλλειψη των εν λόγω ιδιοτήτων, αντίθετα, τα ανωτέρω φυσικά πρόσωπα, κατά την εργασία που τους είχε ανατεθεί από την εναγομένη εταιρεία, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς σ' αυτόν ότι το σκάφος, μετά της μηχανής του, δεν είχε ελαττώματα και είχε τις συγκεκριμένες ιδιότητες, ενεργώντας παράνομα και σε αντίθεση με την εκ της καλής πίστης και τα συναλλακτικά ήθη υποχρέωση τους προς γνωστοποίηση τούτων, προκειμένου να πειστεί εκείνος στην κατάρτιση της σύμβασης πώλησης, αφού στην ύπαρξη των εν λόγω ιδιοτήτων αποδόθηκε ιδιαίτερη σημασία από τον ενάγοντα αγοραστή και τις οποίες η πωλήτρια-προμηθεύτρια εναγομένη εγγυήθηκε, ανεξαρτήτως αν δεν παρέδωσε γραπτή εγγύηση, αναλαμβάνοντας και την ευθύνη για την έλλειψη τους, όπως και για την ύπαρξη ελαττωμάτων στο πωληθέν σκάφος, συνεπεία δε της εκτιθέμενης απατηλής συμπεριφοράς των ανωτέρω προκλήθηκε βλάβη, τόσο στον εξαπατηθέντα ενάγοντα αγοραστή του ελαττωματικού σκάφους, όσο και την ενάγουσα σύζυγο του και τα ενάγοντα τέκνα τους, που επέβαιναν στο σκάφος, κατά τον χρόνο του ένδικου ατυχήματος, δεδομένου ότι για την θεμελίωση του αδικήματος της απάτης δεν απαιτείται ταύτιση του εξαπατηθέντος και του ζημιωθέντος προσώπου, η δε βλάβη τους συνδέεται αιτιωδώς με τις παραπλανητικές παραστάσεις και αθέμιτες αποκρύψεις των ανωτέρω υπαίτιων προσώπων για τα ελαττώματα του σκάφους...
Με βάση τις παραδοχές αυτές στοιχειοθετείται αδικοπρακτική συμπεριφορά της πρώτης και του δεύτερου των εναγομένων... Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε την κύρια αδικοπρακτική βάση της αγωγής, αφενός, ως νόμω αβάσιμη, αναφορικά με την δεύτερη ενάγουσα και τα εκπροσωπούμενα από αμφότερους τους γονείς τους ενάγοντα ανήλικα τέκνα, του πρώτου τούτων ήδη ενηλίκου, και αφετέρου, ως ουσιαστικά αβάσιμη, ως προς τον πρώτο ενάγοντα, εσφαλμένα δεν υπήγαγε τα επικαλούμενα και αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στις εφαρμοζόμενες διατάξεις του ελληνικού δικαίου περί αδικοπραξιών, τις οποίες δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους και κακώς εκτίμησε τις αποδείξεις...
Εξαιτίας της υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς των δύο πρώτων εναγόμενων-εφεσιβλήτων, ο πρώτος ενάγων-εκκαλών ζημιώθηκε κατά το ποσό των 29.000 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην πραγματική αξία της μηχανής, κατά τον κρίσιμο χρόνο επέλευσης της ζημίας... Από το ανωτέρω ποσό πρέπει να αφαιρεθεί η αξία των διασωθέντων ανταλλακτικών της, που εκτιμάται ότι ανέρχεται, κατά μέσο όρο, στο ποσό των 5.500 ευρώ...
και, ως εκ τούτου, η εναπομείνασα αποζημίωση του πρώτου ενάγοντος για την αιτία αυτή, αφαιρουμένης της αξίας των υπολειμμάτων της μηχανής, ανέρχεται σε 23.500 ευρώ.
Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε ότι η αξία τούτων ανέρχεται σε 8.000 ευρώ, πλημμελώς εκτίμησε τις αποδείξεις... Περαιτέρω, συνεπεία του ατυχήματος, ο πρώτος ενάγων στις 23.6.2014 υποβλήθηκε στην δαπάνη μεταφοράς του ιδίου και των λοιπών εναγόντων, μελών της οικογένειας του, από τη … στον … με το πλοίο της γραμμής "…" της εταιρείας "…", καταβάλλοντας για την έκδοση τεσσάρων εισιτηρίων...
το ποσό των 130 ευρώ, ενώ για τη μεταφορά του σκάφους από τη … στις εγκαταστάσεις του δεύτερου εναγόμενου στη …, κατέβαλε στον Χ. Κ. για τα έξοδα μετάβασης του από την … στην …, από το λιμάνι του …, με Ι.Χ. αυτοκίνητο με ρυμουλκούμενο (τρέιλερ) και την επιστροφή του με το σκάφος ρυμουλκούμενο με το τρέιλερ, το ποσό των 226,30 ευρώ...
για κάθε διαδρομή και επιπλέον το ποσό των 350 ευρώ, ως κατ' αποκοπή συμφωνηθείσα αμοιβή και συνολικά 802,60 ευρώ... Επίσης δαπάνησε το ποσό των 1.599 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. 23%, ως αμοιβή του Ν. Κ., μηχανολόγου-ναυπηγού μηχανικού, αφενός για την επιθεώρηση του σκάφους και της μηχανής του... και αφετέρου για τη σύνταξη της σχετικής από.....
τεχνικής έκθεσης... Το εν λόγω κονδύλι συνιστά, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ζημία αποκαταστατέα... που συνδέεται αιτιωδώς με την ζημιογόνα συμπεριφορά των εναγομένων και όχι εξώδικη δαπάνη προς απόκτηση αποδεικτικού μέσου και δεν διενεργήθηκε από υπερβολική πρόνοια, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η πρώτη εναγόμενη και εσφαλμένα έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απορρίπτοντας το, ως μη νόμιμο...
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο πρώτος ενάγων για την ρυμούλκηση του καθισταμένου ακυβέρνητου σκάφους του, εξαιτίας του επίδικου ατυχήματος, στην …, κατέβαλε στον πλοιοκτήτη του αλιευτικού "…" το ποσό των 1.000 ευρώ, ενώ για την οδική μεταφορά του σκάφους του με το με αριθμό κυκλοφορίας … φορτηγό αυτοκίνητο της εδρεύουσας στο Π.
Β. μεταφορικής εταιρείας "…", στις … από τις εγκαταστάσεις του δεύτερου εναγόμενου στην …, στο ναυπηγείο της πρώτης εναγόμενης στο … της … και την επιστροφή του στις … στις εγκαταστάσεις της επιχείρησης φύλαξης σκαφών "…" στον …, κατέβαλε το συνολικό ποσό των 1.500 ευρώ... Συνολικά, οι ανωτέρω δαπάνες του πρώτου ενάγοντος, που απορρέουν από το ένδικο συμβάν, ανέρχονται στο ποσό των 5.031,60 ευρώ...
Επομένως, ο πρώτος ενάγων υπέστη περιουσιακή ζημία, που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την αδικοπρακτική ευθύνη της πρώτης και του δεύτερου των εναγομένων και ανέρχεται συνολικά σε 28.531,60 (23.500+ 5.031,60) ευρώ. Επιπλέον, από την εκτιθέμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων, η οποία, κατά τα ανωτέρω, συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα, που υπέστησαν οι ενάγοντες κατά τον εν λόγω πλου, αυτοί υπέστησαν ηθική βλάβη, λόγω του έντονου φόβου και της σοβαρής ανησυχίας, που περιήλθαν για την ασφάλεια της ζωής και της υγείας τους, της στενοχώριας, που δοκίμασαν, αλλά και της ταλαιπωρίας στην οποία υποβλήθηκαν, συνεπεία της σοβαρής βλάβης του σκάφους, που επέβαιναν, καταμεσής του πελάγους.
Επομένως, δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης, η οποία, ενόψει της αδικοπραξίας, που έχει διαπραχθεί σε βάρος τους και των συνθηκών τέλεσης της, της αποκλειστικής υπαιτιότητας των υπαιτίων ανωτέρω προσώπων, του είδους και της έκτασης της ζημίας και της βλάβης τους και της μετέπειτα κατάστασης τους, εξαιτίας αυτής, καθώς και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων μερών, πρέπει να καθορισθεί στο ποσό των οκτώ χιλιάδων (8.000) ευρώ για τους δύο πρώτους ενάγοντες ατομικά στον καθένα και στο ποσό των πέντε χιλιάδων(5.000) ευρώ για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου τους, …, υπό την ιδιότητά τους, ως ασκούντες από κοινού την γονική του μέριμνα και στο ποσό των πέντε χιλιάδων(5.000)ευρώ για το έτερο τέκνο τους ενηλικιωθέντα, …, που κρίνονται εύλογα στην συγκεκριμένη περίπτωση...".
Με βάση δε τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε μεν, τυπικά, αμφότερες τις ασκηθείσες αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, απορρίπτοντας, όμως, την από 21.02.2018 έφεση της εναγομένης-εκκαλούσας, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, και δεχόμενο την από 13.03.2018 (αντίθετη) έφεση των εναγόντων- εκκαλούντων εν μέρει κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 4747/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που είχε απορρίψει την αγωγή, κατά την κύρια αδικοπρακτική της βάση, αλλά την είχε δεχθεί εν μέρει, κατά την επικουρική της βάση εκ της ενδοσυμβατικής ευθύνης, ως κατ' ουσίαν βάσιμη, μόνο ως προς τον πρώτο ενάγοντα και ήδη πρώτο των αναιρεσιβλήτων, σε βάρος της πρώτης εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσείουσας, αναγνωρίζοντας ότι αυτός εδικαιούτο μόνο αποζημίωσης, από σύμβαση πωλήσεως ελαττωματικού πράγματος (σκάφους), συνολικού ύψους 21.000 ευρώ, απορρίπτοντάς την για τους λοιπούς, κράτησε την υπόθεση, προχώρησε στην εκ νέου έρευνα της από 28.07.2015 ένδικης αγωγής και δέχτηκε αυτήν εν μέρει ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, ως προς την πρώτη και τον δεύτερο των εναγομένων, κατά την κύρια βάση της εξ αδικοπραξίας, αναγνωρίζοντας ότι η πρώτη και ο δεύτερος των εναγομένων-εφεσιβλήτων (και ήδη αναιρεσείοντες) υποχρεούνται να καταβάλουν στον πρώτο ενάγοντα-εκκαλούντα (και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο), ως αποζημίωση το ποσό των 28.531,60 ευρώ, καθώς και ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 8.000 ευρώ, ήτοι συνολικά το ποσό των 36.531,60 ευρώ, για τον εαυτό του ατομικά, στην δεύτερη ενάγουσα-εκκαλούσα(και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη), ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 8.000 ευρώ, για τον εαυτό της ατομικά, και σε αμφότερους, ως ασκούντες την γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου τους, …, το ποσό των 5.000 ευρώ, για λογαριασμό του, και στον τρίτο ενάγοντα-εκκαλούντα, ήδη ενηλικιωθέντα, …(και ήδη τρίτο των αναιρεσιβλήτων), για την ίδια αιτία, ήτοι προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του, το αυτό ποσό των 5.000 ευρώ.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 επ., 932 ΑΚ, καθόσον, με τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα ότι από την προεκτεθείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά αμφοτέρων των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, συνισταμένη στο ότι αυτοί με απατηλή συμπεριφορά, ήτοι με παραπλανητικές παραστάσεις και αθέμιτες αποκρύψεις των ελαττωμάτων του επίδικου σκάφους, τα οποία γνώριζαν, αλλά δολίως απέκρυψαν και δεν τα ανακοίνωσαν στον αγνοούντα αυτά πρώτο ενάγοντα και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο, παρέπεισαν τον τελευταίο να προβεί στην αγορά του ελαττωματικού σκάφους, ενεργώντας παράνομα και σε αντίθεση με την εκ της καλής πίστεως και τα συναλλακτικά ήθη υποχρέωσή τους προς γνωστοποίηση τούτων(ελαττωμάτων), και η οποία συμπεριφορά τους συνδέεται αιτιωδώς με το ένδικο ατύχημα με το επίδικο σκάφος, που υπέστη η οικογένεια του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητοι κατά τον πλου του, και την πρόκληση σε αυτούς ηθικής βλάβης, υποχρεούνται οι αποκλειστικά υπαίτιοι για την πρόκληση του ατυχήματος αναιρεσείοντες να αποκαταστήσουν αυτήν, καταβάλλοντας στους παθόντες αντίστοιχη χρηματική ικανοποίηση, και δικαιολογούν την εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων, στις οποίες ορθά υπήχθησαν από το Εφετείο τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά.
Επίσης, με την προαναφερθείσα κρίση του, το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, για μεν έκαστο των πρώτου και δεύτερης των παθόντων αναιρεσιβλήτων, για το εαυτό τους ατομικά, στο ποσό των 8.000 ευρώ, και σε αμφότερους, ως ασκούντες την γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου τους, …, το ποσό των 5.000 ευρώ, για λογαριασμό του, στον δε τρίτο ενηλικιωθέντα παθόντα, …,και ήδη τρίτο των αναιρεσιβλήτων, για την ως άνω αιτία, επίσης, το ποσό των 5.000 ευρώ, δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 932 και την αρχή της αναλογικότητας και δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, είναι εύλογο και δεν υπερτερεί και μάλιστα καταφανώς, εκείνου που συνήθως επιδικάζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποιήσεως με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν αμφότεροι οι αναιρεσείοντες με τις από 30.11.2020 και από 07.12.2020 αντίστοιχες αναιρέσεις τους, με τον τέταρτο λόγο των αναιρετηρίων τους, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα.
Περαιτέρω με βάση τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και σαφείς, μη απαιτουμένης της παραθέσεως και άλλων, αλλά και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που δικαιολογούν το ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή ή μη των πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914 επ., 932 ΑΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.
Με τον όγδοο λόγο του αναιρετηρίου της από 30.11.2020 αίτησης αναίρεσης, η πρώτη αναιρεσείουσα, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, αποδίδοντας την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, λόγω αντιφατικών αιτιολογιών. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι, ενώ στο φύλλο 28, σελίδα δεύτερη, του σκεπτικού της προσβαλλομένης απόφασης, δέχεται ότι για τα ζητήματα της αιτίας και της έκτασης της βλάβης της μηχανής του σκάφους, της δυνατότητας επισκευής της και του κόστους της, απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις μηχανολογικής και ναυπηγικής επιστήμης και τέχνης, σε άλλο σημείο του σκεπτικού, και συγκεκριμένα στο φύλλο 24, σελίδα πρώτη αυτού, δέχεται ότι δεν απαιτείται να διεξαχθεί δικαστική πραγματογνωμοσύνη, αναφέροντας επί λέξει, ότι "...
τα κρίσιμα αυτά ζητήματα διαγνώσθηκαν από τα υφιστάμενα αποδεικτικά μέσα, στα οποία περιλαμβάνονται και οι ανωτέρω τεχνικές εκθέσεις των ειδικών περί τούτων προσώπων και δεν χρειάζεται να ορισθεί έτερος πραγματογνώμονας από το Δικαστήριο...". Ο λόγος, όμως, αυτός, με την προβαλλόμενη ως άνω αιτίαση, είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί, όπως προεκτέθηκε, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο σε σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και όχι με αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς ή την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, όπως στην προκειμένη περίπτωση.
Και, ειδικότερα, το Εφετείο, με τις πληττόμενες, με τον υπό κρίση αναιρετικό λόγο παραδοχές του, επιχειρηματολογεί προς επίρρωση του ανωτέρω, σαφούς, αποδεικτικού του πορίσματος. Κατά δε τις λοιπές αιτιάσεις τους, οι ίδιοι ως άνω τέταρτος και όγδοος λόγοι, ωσαύτως, είναι απαράδεκτοι, καθόσον, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει(ΟλΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμίας εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων(ΟλΑΠ 469/1984), ούτε τέλος οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών(ΑΠ 1120/2007), έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κ.λ.π., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 1530/2008).
Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1455/2009). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421- 425/2009).
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο των αιτήσεων αναίρεσης των αναιρεσειόντων, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η οποία συνίσταται στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν από τους ήδη αναιρεσείοντες στα δικαστήρια της ουσίας και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του, τους ισχυρισμούς τους, προς αντίκρουση της εξ αδικοπραξίας βάσης της αγωγής των αναιρεσίβλητων, που τέλεσαν σε βάρος τους και συγκεκριμένα που αφορούν στη θεμελίωση συντρέχοντος πταίσματος του πρώτου των παθόντων αναιρεσιβλήτων στην επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος του προκληθέντος ατυχήματος με το επίδικο σκάφος, και δη κατά ποσοστό 95% και 90%, όπως έκαστος αναιρεσείων, αντίστοιχα, επικαλείται.
Ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο, τους προταθέντες ισχυρισμούς τους περί απειρίας και κακού χειρισμού του σκάφους εκ μέρους του πρώτου των αναιρεσιβλήτων πλοιοκτήτη, καθώς και την πλημμελή συντήρηση και την έλλειψη εφεδρικής μηχανής του σκάφους τούτου. Ο λόγος, όμως, αυτός των αναιρέσεων, με βάση τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως προεκτέθηκε, προκύπτει σαφώς ότι η επικαλούμενη ένσταση ελήφθη υπόψη και απορρίφθηκε από το Εφετείο, κατ' ουσία, με τις ακόλουθες, επί λέξει, σκέψεις του: "...Εξάλλου, ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων, η ένσταση περί συνυπαιτιότητας του πρώτου ενάγοντος στην πρόκληση του επίδικου ατυχήματος και την έκταση της βλάβης των εναγόντων, που παραδεκτά προέβαλαν πρωτοδίκως, τόσο η πρώτη όσο και ο δεύτερος των εναγομένων και επαναφέρουν στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατά ποσοστό 95% και 90% αντιστοίχως, λόγω απειρίας και κακού χειρισμού εκ μέρους του, πλημμελούς συντήρησης του σκάφους και έλλειψης εφεδρικής μηχανής, κρίνεται απορριπτέα, ως ουσιαστικά αβάσιμη...".
Ενώ,κατά τα λοιπά και καθό μέρος με τον παραπάνω λόγο, υπό την επίκληση των ανωτέρω παραβιάσεων, πλήττεται η ουσιαστική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο(άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), ο λόγος αυτός τυγχάνει απαράδεκτος. Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 9γ' ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη.
Ως αίτηση νοείται αυτοτελές αίτημα που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία, δηλαδή στο αίτημα ή στη βάση αγωγής, ανταγωγής, παρέμβασης ή ενδίκου μέσου, και όχι οποιαδήποτε αίτηση που υποβάλλεται από τους διαδίκους, ενώ οι διαδικαστικές αιτήσεις μπορούν να ιδρύσουν τον παρόντα λόγο μόνο όταν είναι υποχρεωτικές για το δικαστήριο της ουσίας και όχι όταν αυτές υπόκεινται στην κυριαρχική του εξουσία (ΑΠ 709/2008).
Αν το δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί επί αιτήματος, χωρίς να διαλάβει οτιδήποτε στο σκεπτικό ή στο διατακτικό του το αίτημα τούτο θεωρείται ότι σιωπηρά απορρίφθηκε. Επίσης, κατά τις διατάξεις του άρθρου 368 ΚΠολΔ "Το δικαστήριο μπορεί να διορίσει ένα ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει, ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης" (παρ. 1). "Το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει πως χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης" (παρ. 2).
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση, κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, και οι υπάρχουσες αποδείξεις δεν είναι επαρκείς προς τούτο, οπότε οφείλει, στην περίπτωση αυτή, να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες (ΑΠ 827/2020, ΑΠ 255/2020,110/2020, ΑΠ 1701/ 2018, ΑΠ 780/2018, ΑΠ 86/2015, ΑΠ 20/2015).
Έτσι, η απόρριψη του σχετικού αιτήματος του διαδίκου δεν δημιουργεί τον από το άρθρο 559 αρ.9 ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως, που προϋποθέτει την παντελή σιωπή του δικαστηρίου, επ'αυτού, στο αιτιολογικό και στο διατακτικό της αποφάσεως του (ΑΠ 681/2022, ΑΠ 21/2010, ΑΠ 69/2004). Σημειωτέον ότι, δεν μπορεί να ιδρυθεί ο εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για τη μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας του ισχυρισμού του διαδίκου, για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή επανάληψης ή συμπλήρωσής της, επειδή αυτός (ισχυρισμός) δεν αποτελεί "πράγμα", έστω και αν η μη λήψη του υπόψη από το πρωτόδικο δικαστήριο προτείνεται ως λόγος έφεσης (ΑΠ 552/2009, ΑΠ 1493/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον έβδομο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 9γ` του ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία "…" στην από 30.11.2020 (πρώτη)αίτηση αναίρεσης αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν διέταξε μηχανολογική και τεχνική πραγματογνωμοσύνη, την οποία είχε ζητήσει αυτή ως προς τα αναφερόμενα ζητήματα, στα δικαστήρια της ουσίας, αίτημα το οποίο επανέφερε στο Εφετείο και με τον έκτο λόγο της έφεσής της, και ότι έτσι άφησε αδίκαστη τη σχετική αίτησή της.
Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, ενόψει του ότι από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει μεν παραδοχή του Εφετείου ότι ανέκυψαν σχετικά ζητήματα που απαιτούν, για να γίνουν αντιληπτά, ιδιάζουσες γνώσεις μηχανολογικής και ναυπηγικής επιστήμης και τέχνης, ωστόσο, όμως, το Δικαστήριο απέρριψε το ως άνω σχετικό αίτημα της διενέργειας δικαστικής πραγματογνωμοσύνης, δεχόμενο ότι τα κρίσιμα αυτά ζητήματα διαγνώστηκαν από τα υφιστάμενα αποδεικτικά μέσα, και δη, μεταξύ άλλων και από τις μνημονευόμενες τεχνικές εκθέσεις και αναφορές, προσώπων που διαθέτουν τις ιδιάζουσες γνώσεις που απαιτούνται για τα συγκεκριμένα μηχανολογικά και τεχνικά ζητήματα που ανέκυψαν στη υπόθεση, ήτοι των Ν.
Π., μηχανολόγου μηχανικού της εταιρίας "...", αντιπροσώπου στην Ελλάδα της κατασκευάστριας της μηχανής του επίδικου σκάφους εταιρείας, ο οποίος μηχανικός, ως Επιθεωρητής, ενήργησε την πρώτη επιθεώρηση του σκάφους και της μηχανής του, μετά το επίδικο ατύχημα, και Ν. Κ., μηχανολόγου-ναυπηγού μηχανικού, πιστοποιημένου πραγματογνώμονα, που ορίσθηκε ως τεχνικός σύμβουλος, κατ' εντολή και για λογαριασμό του ενάγοντος και πρώτου των αναιρεσιβλήτων πλοιοκτήτη, και ως εκ τούτου δεν ήταν αναγκαίο να διενεργηθεί, συμπληρωματικά, δικαστική πραγματογνωμοσύνη επί των ιδίων ως άνω ζητημάτων, είναι αβάσιμος, σύμφωνα και με τις προεκτεθείσες νομικές σκέψεις, αφού το Εφετείο δεν άφησε αίτηση αδίκαστη, αλλά την απέρριψε με τις προπαρατεθείσες παραδοχές του.
Συνακόλουθα, ο έβδομος λόγος της από 30.11.2020 (πρώτης) αίτησης αναίρεσης της αναιρεσείουσας εταιρείας, με τον οποίο, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 9 του ΚΠολΔ, για το λόγο ότι, το Εφετείο, άφησε αδίκαστο αίτημα της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας για διενέργεια μηχανολογικής πραγματογνωμοσύνης στο επίδικο σκάφος, για το οποίο υπέβαλε και σχετικό λόγο έφεσης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ` του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008).
Όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αίτηση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων(άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο της από 30.11.2020 (πρώτης) αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα και πρώτη των εναγομένων αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία "…", και με τον δεύτερο λόγο (συναφή του έκτου λόγου της πρώτης αναίρεσης) της από 07.12.2020 (δεύτερης) αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων και δεύτερος των εναγομένων Α.
Δ. του Σ., μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, αποδίδοντας την εκ του αριθμού 11 γ` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια και δη ότι, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη της τα προσκομισθέντα με επίκληση ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας, μεταξύ άλλων, κατωτέρω έγγραφα, ήτοι: α)την υπ' αριθ. … απορριπτική διάταξη της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών και το … πιστοποιητικό του Τμήματος Εισαγγελικών γραφείων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθήνας βάσει της οποίας η ανωτέρω Εισαγγελική διάταξη κατέστη αμετάκλητη, β) την από 12-8-2014 τεχνική αναφορά του Ν.
Π., εργαζομένου της..., γ) την από 1-3-2017 επιστολή της κατασκευάστριας του σκάφους προς τους πελάτες της(μεταξύ των οποίων και ο πρώτος αναιρεσίβλητος), καθώς επίσης και δ)την ένορκη βεβαίωση με αριθμό … του Ν. Κ. του Ε. ενώπιον του Ειρηνοδίκη…, και τα οποία έγγραφα και ένορκη βεβαίωση αν είχε λάβει υπόψη του το Εφετείο, θα κατέληγε σε αντίθετο πόρισμα, επειδή από το περιεχόμενό τους προέκυπτε η ουσιαστική βασιμότητα του ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού τους, που συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής των αντιδίκων τους, τόσο κατά την εξ αδικοπραξίας κύρια βάση της, όσο και κατά την εκ πωλήσεως επικουρική της βάση, και συγκεκριμένα του ισχυρισμού τους ότι δεν τέλεσαν αδικοπραξία κατά των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, αφού το επίδικο σκάφος κατά τον κρίσιμο χρόνο της πωλήσεως και παραδόσεως του στον αγοραστή πρώτο αναιρεσίβλητο ήταν σε άριστη κατάσταση και ότι όλα τα συμβάντα στο κρίσιμο διάστημα από … οφείλονται σε υπαιτιότητα του τελευταίου.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου ρητά στην πρώτη σελίδα του 17ου φύλλου μνημονεύονται κατά το είδος τους όλα τα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάστηκαν πρωτοδίκως και οι καταθέσεις των οποίων περιέχονται στα προσκομιζόμενα με επίκληση και ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση υπ' αριθ. 4747/2017 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οι μνημονευόμενες ένορκες βεβαιώσεις, μεταξύ των οποίων και η ως άνω υπ' αριθμ.
… ένορκη βεβαίωση του Ν. Κ., ενώπιον της Ειρηνοδίκη…, που λήφθηκε επιμελεία του δεύτερου εναγομένου και ήδη δεύτερου αναιρεσείοντος, κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, καθώς και όλα τα προσκομιζόμενα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα, μεταξύ των οποίων ρητά αναφέρονται και οι προσκομιζόμενες από τους ενάγοντες τεχνικές εκθέσεις, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε ως δικαστικά τεκμήρια, μεταξύ των οποίων και η ως άνω από ….
τεχνική αναφορά του Ν. Π., για την οποία γίνεται και ειδική αναφορά (βλ. 20ο φύλλο αναιρεσιβαλλομένης απόφασης), σε συνδυασμό και με τις αντίστοιχες παραδοχές της απόφασης, που στηρίζει το αποδεικτικό της πόρισμα , εκτιμώντας και τις διαπιστώσεις της ως άνω επίμαχης αναφοράς, ότι δηλαδή το ένδικο ατύχημα οφειλόταν σε πραγματικά ελαττώματα του κινητήρα του πωληθέντος σκάφους που υπήρχαν κατά τον κρίσιμο χρόνο παράδοσης τούτου στον ενάγοντα και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο αγοραστή και οφείλονταν στις εκτιθέμενες υπαίτιες ενέργειες της κατασκευάστριας του σκάφους και πωλήτριας πρώτης εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσείουσας εταιρείας, τελούσας της τελευταίας, μάλιστα, και σε γνώση της έλλειψης των συμφωνηθεισών ιδιοτήτων, καθώς και του εμπορικού της αντιπροσώπου στην Ελλάδα, δεύτερου εναγομένου και ήδη δεύτερου αναιρεσείοντος, που διαπραγματευόταν για λογαριασμό της την πώληση των εμπορευμάτων της, εν προκειμένω του επίδικου σκάφους, και οι οποίοι δολίως τα απέκρυψαν από τον αγνοούντα αυτά ενάγοντα αγοραστή, προκύπτει, αναμφίβολα, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο συνεκτίμησε, με τις λοιπές αποδείξεις, και όλα τα ανωτέρω, φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα και ένορκη βεβαίωση για τη στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος και την απόρριψη των αρνητικών της ένδικης αγωγήςτων αντιδίκων τους ισχυρισμών των αναιρεσειόντων, χωρίς να είναι αναγκαίο να προβαίνει και σε χωριστή αξιολόγηση του κάθε αποδεικτικού μέσου και καθενός εγγράφου.
Ενώ, η αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι η διαφορετική εκτίμηση των επίμαχων ως άνω αποδεικτικών εγγράφων και ένορκης βεβαίωσης θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την θεμελιώδη επιλογή του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ.
Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους αμφότερες οι αιτήσεις αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατατέθηκε από έκαστο των αναιρεσειόντων για την άσκηση της δικής του αίτησης αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο(άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να καταδικαστεί έκαστος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρ.106,176,183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ τις από 30.11.2020 και 07.12.2020 αιτήσεις για αναίρεση της υπ' αριθμ. 643/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αμφότερες.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου, που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα εταιρεία με την επωνυμία "… ", για την άσκηση της πρώτης αίτησης αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την ως άνω αναιρεσείουσα να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία καθορίζει, συνολικά, στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου, που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα Α. Δ. του Σ., για την άσκηση της δεύτερης αίτησης αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον ως άνω αναιρεσείοντα να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία καθορίζει, συνολικά, στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Σεπτεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2022.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ