Legislator Case Law & Legislation
1897/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against fraud conviction citing statute of limitations and lack of evidence regarding illegal benefit.

Case Number 1897/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against a fraud conviction, upholding the lower court's decision to permanently stop criminal proceedings. The defendant argued for a retrial based on erroneous legal interpretation, but the court found the prosecution time-barred. Consequently, the court ruled that the statute of limitations had expired, rendering the criminal liability extinguished.

Legislator headnote

AI generated

Articles 510(1)(e) and 7 of the Criminal Code; The statute of limitations extinguishes criminal liability, preventing prosecution even if procedural errors occurred.

Keywords

AI generated
statute of limitations fraud by profession criminal appeal extinguishment of liability public prosecution

Cited Legislation

AI generated
Article 510(1)(e) of the Criminal Code
Article 7(1) of the Constitution
Article 7(1) of the ECHR
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1897 / 2019 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1897/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Διονυσία Μπιτζούνη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ'αριθ.194/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου, Βασιλική Ηλιοπούλου και Γρηγόριο Κουτσοκώστα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Παπαγεωργίου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Κ. Α. του Ε., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Χαρμάνη, για αναίρεση της υπ'αριθ.9/2019 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Με πολιτικώς ενάγον το Ν.Π.Δ.Δ. Δήμου Βόλου "ΔΗΜΟΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΠΑΙΔΙΟΥ, ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ - ΔΗ. ΠΕ.ΘΕ ΔΗΜΟΥ ΒΟΛΟΥ", το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα και το οποίο εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο του Φωτεινή Ζυγούρη.

Το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25.6.2019. αίτησή της αναιρέσεως και με αριθ. εκθ. καταθ.9/2019, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 952/19.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά της αναιρεσείουσας, λόγω παραγραφής και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 25.6.2019, με αριθμό έκθ. κατάθ. 9/2019, αίτηση της Κ. Α. του Ε., κατοίκου ..., για αναίρεση της απόφασης 9/2019 Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία καταχωρίστηκε στο κατά το άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠοινΔ τηρούμενο ειδικό βιβλίο στις 18.6.2019 και με την οποία η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχη για την αξιόποινη πράξη της απάτης κατ' επάγγελμα με συνολικό όφελος και αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουσα το ποσό των 30.000 ευρώ κατ' εξακολούθηση, για την οποία της επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών, ανασταλείσα επί τριετία, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, περιέχει δε λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ (εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξη) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή.

Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, "έγκλημα δεν υπάρχει ούτε ποινή επιβάλλεται χωρίς νόμο που να ισχύει πριν από την τέλεση της πράξης και να ορίζει τα στοιχεία της. Ποτέ δεν επιβάλλεται ποινή βαρύτερη από εκείνη που προβλεπόταν κατά την τέλεση της πράξης". Επίσης, κατά το άρθρο 7 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, "ουδείς δύναται να καταδικασθή δια πράξιν ή παράλειψιν η οποία, καθ' ην στιγμήν διεπράχθη, δεν απετέλει αδίκημα συμφώνως προς το εθνικόν ή διεθνές δίκαιον.

Ούτε και επιβάλλεται βαρυτέρα ποινή από εκείνην η οποία επεβάλλετo κατά την στιγμήν της διαπράξεως του αδικήματος", ενώ κατά το άρθρο 15 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που έχει κυρωθεί με το Ν. 2462/1997, "κανείς δεν καταδικάζεται για πράξεις ή παραλείψεις, οι οποίες δεν ήταν αξιόποινες κατά το εσωτερικό ή το διεθνές δίκαιο τη στιγμή της διάπραξής τους.

Επίσης, δεν επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνην που προβλεπόταν κατά τη χρονική στιγμή της διάπραξης του ποινικού αδικήματος. Εάν, μετά τη διάπραξή του ο νόμος προβλέπει την επιβολή ελαφρύτερης ποινής, ο δράστης επωφελείται από αυτήν". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του κυρωθέντος με το Ν. 4619/2019 και ισχύοντος από την 1η.7.2019 (άρθρο δεύτερο του Ν. 4619/2019 ) νέου Ποινικού Κώδικα, "αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου".

Η διάταξη αυτή αναφέρεται στους ουσιαστικούς ποινικούς νόμους και όχι στους δικονομικούς, καθόσον οι δικονομικοί νόμοι έχουν αναδρομική ισχύ και ρυθμίζουν τις εκκρεμείς δίκες κατά το ατέλεστο, κατά το χρόνο της έκδοσής τους, μέρος αυτών, εκτός αν ορίζουν διαφορετικά (ΟλΑΠ 1/2014). Κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ως επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση.

Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσότερων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές. Αν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος.

Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης ποινής φυλάκισης, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, επί ίσων δε ποινών φυλάκισης, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή.

Ακόμη, επιεικέστερος είναι ο νόμος, ο οποίος δεν περιλαμβάνει την επιβαρυντική περίπτωση, υπό την οποία έλαβε χώρα η καταδίκη. Επίσης, επιεικέστερος είναι ο νόμος, ο οποίος απαιτεί, για την άσκηση της ποινικής δίωξης, την υποβολή από τον παθόντα έγκλησης για αξιόποινη πράξη, η οποία κατά τον προγενέστερο νόμο, διωκόταν αυτεπαγγέλτως.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 386 παρ. 1 και 3 του ΠΚ, όπως αυτό ίσχυε μέχρι την 30η.6.2019, "1. Όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών...3.

Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ", ενώ κατά το αντίστοιχο άρθρο 386 του νέου Ποινικού Κώδικα, "1. Όποιος με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με σκοπό από τη βλάβη αυτής της περιουσίας να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή.

Αν η ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή. 2. Αν η απάτη στρέφεται άμεσα κατά του νομικού προσώπου του ελληνικού δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και η ζημιά που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή έως χίλιες ημερήσιες μονάδες.

Η πράξη αυτή παραγράφεται μετά είκοσι έτη". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αξιόποινη πράξη της απάτης κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια με συνολικό όφελος ή συνολική ζημία άνω των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ, που προβλεπόταν από το άρθρο 386 παρ. 3 εδ. α' του παλαιού Ποινικού Κώδικα δεν αποτελεί πλέον κακούργημα, αλλά πλημμέλημα, το οποίο προβλέπεται και τιμωρείται από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 εδ.

α' του νέου Ποινικού Κώδικα, η οποία είναι επιεικέστερη από την προαναφερόμενη αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 3 εδ. α' του παλαιού Ποινικού Κώδικα, αφού για την πράξη αυτή απειλείται πλέον ποινή φυλάκισης με μικρότερο κατώτατο όριο και συγκεκριμένα δέκα ημερών έως πέντε έτη, καθώς και χρηματική ποινή, η οποία, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, δεν λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη για το χαρακτηρισμό του νόμου ως επιεικέστερου ή μη, ενώ η προηγούμενη διάταξη, που ίσχυε κατά το χρόνο κατά τον οποίο φέρεται ότι τελέστηκε από την αναιρεσείουσα η αξιόποινη πράξη της απάτης, για την οποία καταδικάστηκε, προέβλεπε ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών έως πέντε έτη.

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 405 παρ. 1 του νέου Ποινικού Κώδικα, για την ποινική δίωξη του εγκλήματος της κατά το άρθρο 386 παρ. 1 εδ. α' του ίδιου Κώδικα πλημμεληματικής απάτης, η οποία με βάση τις διατάξεις του προγενέστερου Ποινικού Κώδικα διωκόταν αυτεπαγγέλτως, απαιτείται πλέον έγκληση, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 464 του νέου Ποινικού Κώδικα, "εκκρεμείς ποινικές διαδικασίες, που έχουν ανοίξει χωρίς την υποβολή εγκλήσεως με αντικείμενο πράξεις για την δίωξη των οποίων απαιτείται έγκληση στον παρόντα Κώδικα, ενώ διώκονταν αυτεπαγγέλτως υπό το προσχύσαν δίκαιο, συνεχίζονται, εφόσον ο δικαιούμενος να υποβάλει έγκληση δηλώσει εντός τεσσάρων μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος ότι επιθυμεί την πρόοδό τους".

Περαιτέρω, από τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 386 του ΠΚ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή και σε άλλον (τρίτον) παράνομο περιουσιακό όφελος, έστω και αν τελικώς δεν επιτευχθεί το όφελος, β) εν γνώσει, με την έννοια του άμεσου δόλου, παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή• η παράσταση ψευδών γεγονότων μπορεί να συνίσταται σε οποιαδήποτε ανακοίνωση, δήλωση ή ισχυρισμό, στον οποίο υπάρχει ανακριβής απεικόνιση της πραγματικότητας, μπορεί δε να είναι ρητή ή να συνάγεται και συμπερασματικά από τη συμπεριφορά του δράστη και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την απατηλή συμπεριφορά (παραπλανητική ενέργεια ή παράλειψη του δράστη) και την συνεπεία αυτής πλάνη εκείνου που προέβη στην περιουσιακή διάθεση, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος.

Η κατά τα προεκτεθέντα παραπλάνηση του άλλου πραγματώνεται με τρεις, υπαλλακτικά μικτούς, τρόπους (παράσταση, απόκρυψη, παρασιώπηση), οι οποίοι κατατείνουν σε ένα και το αυτό έγκλημα και διαφέρουν εννοιολογικά μεταξύ τους. Οι δύο πρώτοι συνιστούν περιπτώσεις θετικής απατηλής συμπεριφοράς, ενώ ο τρίτος συνιστά περίπτωση απατηλής συμπεριφοράς με παράλειψη, δηλαδή με την παράλειψη ανακοίνωσης αληθινών γεγονότων, για τα οποία υπήρχε υποχρέωση ανακοίνωσης από τον νόμο, σύμβαση ή προηγούμενη συμπεριφορά του υπαιτίου.

Η πράξη εξαπάτησης πρέπει να κατευθύνεται στην πρόκληση ή στη διατήρηση πλάνης σε άλλον, η οποία, όμως, δεν προκλήθηκε προηγουμένως σ' αυτόν από το δράστη με διαφορετικό από τους υπαλλακτικώς αναφερόμενους τρόπους τέλεσης της απάτης. Με την έκφραση "διατήρηση πλάνης" δεν εννοείται κατ' ακριβολογία η διατήρηση μιας αρχικά υφιστάμενης αμετάβλητης παράστασης, αλλά παράλειψη του δράστη να αποτρέψει ή να άρει επιγενόμενη πλάνη, οφειλόμενη στο ότι ο διαθέτων θεωρεί υφιστάμενη μία κατάσταση, η οποία όμως στην πραγματικότητα έχει εν τω μεταξύ μεταβληθεί.

Ως περιουσία, νοείται το σύνολο των οικονομικών αγαθών του προσώπου, τα οποία έχουν χρηματική αξία, βλάβη δε της περιουσίας είναι η μείωση αυτής, δηλαδή η επί έλαττον διαφορά μεταξύ της χρηματικής αξίας την οποία είχε πριν από τη διάθεση που προκλήθηκε με την απατηλή συμπεριφορά και εκείνης που απέμεινε μετά από αυτή.

Βλάβη της περιουσίας υπάρχει έστω και αν ο παθών έχει ενεργό αξίωση προς ανόρθωσή της. Χρόνος τέλεσης του εγκλήματος της απάτης θεωρείται, ενόψει του άρθρου 17 του ΠΚ, ο χρόνος κατά τον οποίο ο δράστης, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του, προβαίνοντας στην παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή στην αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση των αληθινών, που συνιστούν τους υπαλλακτικώς μικτούς τρόπους τέλεσης της απάτης, είναι δε αδιάφορος ο μεταγενέστερος χρόνος επέλευσης της περιουσιακής βλάβης στον παθόντα, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, καθώς και ο χρόνος, κατά τον οποίο επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια, παράλειψη η ανοχή του παραπλανηθέντος.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 98 του ΠΚ προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο, το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες αυτοτελείς ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της απόφασης για την τέλεσή τους.

Έτσι, προκειμένου περί απάτης τότε μόνο υπάρχουν περισσότερες πράξεις, που αν συνδέονται και με την ταυτότητα της απόφασης προς τέλεσή τους, θα αποτελούν κατ' εξακολούθηση τέλεση αυτής, αν κάθε επιζήμια για τον παθόντα πράξη είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του εξαπατηθέντος, που προκλήθηκε από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου.

Αντίθετα, τελείται μία πράξη απάτης και όχι περισσότερες εξακολουθητικώς τελούμενες, όταν συνεπεία της άπαξ προκληθείσας πλάνης, ο εξαπατηθείς προβαίνει σε περισσότερες και σε διαφορετικούς χρόνους (διαδοχικές) επιζήμιες πράξεις. Έτσι, επί απάτης που συνεπάγεται περιοδικές καταβολές εκ μέρους του εξαπατηθέντος, συνιστάμενες στη χωρίς υποχρέωση καταβολή ενός επιδόματος ή μισθού δεν συντρέχει περίπτωση κατ' εξακολούθηση τέλεσης της απάτης, αφού, για να υπάρξει εξακολουθούν έγκλημα, θα πρέπει να διαπράττεται κάθε φορά μια νέα αυτοτελής απάτη.

Εξάλλου, όταν η εξαπάτηση είναι το αποτέλεσμα της θετικής ενέργειας της ψευδούς παράστασης, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνεχίζεται με τη μορφή της παράλειψης άρσης της πλάνης του θύματος, ως ένα δήθεν έγκλημα μη γνήσιας παράλειψης. Κάτι τέτοιο θα οδηγούσε στη μετατροπή κάθε στιγμιαίου εγκλήματος σε διαρκές και κάθε εγκληματική ενέργεια σε σύνθετη συμπεριφορά (ενέργειας και παράλειψης), που έχει ως συνέπεια η διάπραξή της να διαρκεί για όσο χρονικό διάστημα δεν επέρχονται ακόμη τα τελικά αποτελέσματά της.

Έτσι, σε περίπτωση που η πλάνη του θύματος και η περιουσιακή διάθεση, την οποία επιχειρεί, προκαλείται με θετική ενέργεια, η παράλειψη άρσης αυτής της διάθεσης είναι ποινικά αδιάφορη. Δεν δημιουργείται δε υποχρέωση άρσης της ήδη επελθούσας πλάνης, που οδηγεί σε διαδοχικές διαθέσεις και διαδοχικές επιζήμιες συνέπειες, που αντιστοιχούν στο συνολικό όφελος, στο οποίο απέβλεπε ο δράστης με την άπαξ επιδειχθείσα απατηλή συμπεριφορά του, και που εντάσσονται σε ένα και το αυτό έγκλημα απάτης, με το οποίο δεν δημιουργείται κάποιος άλλος κίνδυνος για κάποιο άλλο αγαθό, αλλά είναι το ίδιο περιουσιακό αγαθό του τρίτου με το ίδιο υλικό αντικείμενο που πλήττεται στην ίδια έκταση, δηλαδή στο ίδιο ποσό, στο οποίο εξ αρχής απέβλεψε ο δράστης ως περιουσιακό όφελος.

Διαφορετική εκδοχή θα οδηγούσε στο αποτέλεσμα, σε κάθε περίπτωση που η περιουσιακή διάθεση και η εξ αυτής βλάβη δεν επέρχεται ταυτόχρονα με την ολοκλήρωση της παραπλανητικής συμπεριφοράς και την εξ αυτής προκαλούμενη πλάνη αλλά μεταγενέστερα, να δημιουργείται, από το χρονικό σημείο της επελθούσας πλάνης, αμέσως υποχρέωση του δράστη, λόγω προηγούμενης επικίνδυνης κατάστασης που ο ίδιος δημιούργησε, να αποτρέψει την περιουσιακή διάθεση, στην οποία όμως απέβλεπε με την αμέσως προηγηθείσα συμπεριφορά του (ΟλΑΠ 3/2019).

Συνακολούθα, επί απάτης, που συνεπάγεται περιοδικές καταβολές εκ μέρους του εξαπατηθέντος και η πλάνη του θύματος και η περιουσιακή διάθεση πραγματώθηκε με θετική ενέργεια, ήτοι με την άπαξ θετική απατηλή συμπεριφορά της παράστασης ψευδούς γεγονότος ως αληθινού, δεν μπορεί να θεωρηθεί, ότι συνεχίζεται με τη μορφή του διαφορετικού υπαλλακτικού τρόπου της παρασιώπησης, ήτοι της παράλειψης ανακοίνωσης του αληθινού γεγονότος και με τη δημιουργία έτσι νέας πλάνης, κάθε φορά που εισπράττει το μισθό του, που όμως αυτή έχει ήδη επέλθει με την αρχική επιδειχθείσα απατηλή συμπεριφορά του, και να αποτελεί έτσι κατ' εξακολούθηση έγκλημα, αν δεν διαπράττεται κάθε φορά νέα αυτοτελής απάτη, με την πρόκληση νέας και διαφορετικής βλάβης στην περιουσία του παθόντος (ΟλΑΠ 3/2019).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 590 παρ. 1 εδ. α' του κυρωθέντος με το Ν. 4620/2019 νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, που άρχισε να ισχύει από την 1η.7.2019, σύμφωνα με το άρθρο δεύτερο του Ν. 4620/2019, "υποθέσεις που εκκρεμούν σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας και σε οποιονδήποτε βαθμό συνεχίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα".

Κατά δε το άρθρο 511 του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, "αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων και κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν και δεν προτάθηκαν, όλους τους λόγους της αναίρεσης που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 510, εκτός από τον προβλεπόμενο στο στοιχ. Β'. Δεν επιτρέπεται όμως να χειροτερεύσει η θέση του κατηγορουμένου.

Υπό τις ίδιες προϋποθέσεις ο Άρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως λαμβάνει υπόψη το δεδικασμένο και την παραγραφή που επήλθαν μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επίσης, αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευσή της". Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προμνημονευόμενης προσβαλλόμενης απόφασής του, με αριθμό 9/2019, το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "Η κατηγορούμενη στο Βόλο, κατά το χρονικό διάστημα από 1 Φεβρουάριου 2001 έως και 30 Μαΐου 2014 και με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει της παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών και την παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, το συνολικό δε περιουσιακό όφελος υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ.

Ειδικότερα η κατηγορούμενη προσλήφθηκε στον καλλιτεχνικό οργανισμό ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ του Δήμου Βόλου, ο οποίος τυγχάνει κοινωφελής επιχείρηση, την 1-12-1990, με την ιδιότητα του ταμία έως 31-12-1996 και από 1-1-1996 έως και 31-12-1998 εργαζόμενη στο λογιστήριο του οργανισμού. Στον παραπάνω τόπο, στις 1-1-1996, κατήρτισε και κατέθεσε ως τίτλο σπουδών της το από 24-6-1995 πιστοποιητικό αποφοίτησης του τμήματος στελεχών λογιστηρίου της Ανώτερης Σχολής Στελεχών Επιχειρήσεων του Κ.Α.Τ.Ε.Ε Αθηνών, με αριθμό πρωτοκόλλου ..., αριθμό μητρώου ...

και αριθμό πτυχίου 511, προκειμένου να της ανατεθούν τα καθήκοντα λογιστή στην Κοινωφελή Επιχείρηση "..." του Δήμου Βόλου και να της χορηγείται σε μηνιαία βάση επίδομα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, που αντιστοιχούσε στο 13% του βασικού μισθού της. Όμως, ο ανωτέρω τίτλος σπουδών της, μετά από έλεγχο που διενεργήθηκε από το Τμήμα Διαχείρισης Ανθρώπινου Δυναμικού της Διεύθυνσης Διοικητικών Υπηρεσιών του Δήμου Βόλου, με το υπ' αριθ. .../23-3-2015 έγγραφο του προς το ΤΕΙ Αθήνας-Σχολή Διοίκησης και Οικονομίας-Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων (όπου τηρούνται τα αρχεία της Ανώτερης Σχολής Στελεχών Επιχειρήσεων του Κ.Α.Τ.Ε.Ε.

Αθηνών), πιστοποιήθηκε ότι είναι πλαστός, όπως προκύπτει από το με αριθμό .../27-3-2015 έγγραφο του ΤΕΙ Αθήνας, αφού αυτή ουδέποτε υπήρξε πτυχιούχος και απόφοιτος του τμήματος Στελεχών Λογιστηρίου της Ανώτερης Σχολής Στελεχών Επιχειρήσεων του Κ.Α.Τ.Ε.Ε Αθηνών. Με την κατάρτιση του παραπάνω τίτλου σπουδών και την κατάθεσή του στο Δήμο Βόλου, με την ιδιότητα του υπαλλήλου και δη του υπαλλήλου του "..." και στη συνέχεια του "Δ.Ο.Ε.Π.Α.Π.-ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ ΔΗΜΟΥ ΒΟΛΟΥ", παρέστησε εν γνώσει της ψευδώς ότι είναι πτυχιούχος της Ανώτερης Σχολής Στελεχών Επιχειρήσεων του Κ.Α.Τ.Ε.Ε.

Αθηνών, και παρασιώπησε την αλήθεια καθώς παρέλειπε να ανακοινώνει κάθε μήνα, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως και 30-5-2014, στην αρμόδια υπηρεσία του Δήμου, το αληθινό και πραγματικό γεγονός, ότι δηλαδή δεν είχε δικαίωμα λήψης επιδόματος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, υποχρέωση ανακοίνωσης που πήγαζε από δική της προγενέστερη παράνομη ενέργεια (κατάρτιση και κατάθεση πλαστού πτυχίου), αλλά και από το καθήκον αλήθειας που υποχρεούται και όφειλε να τηρεί ως δημοτικός υπάλληλος, με αποτέλεσμα ο Δήμος Βόλου να καταβάλλει σ' αυτή αντίστοιχο της θέσης της μισθό, αφού της χορηγούσε μηνιαίως επίδομα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, που αντιστοιχούσε στο 13% του βασικού μισθού της καθώς και επίδομα ισολογισμού, που αντιστοιχούσε σε ποσοστό 60% του ως άνω επιδόματος και θεωρώντας τον τίτλο αυτό σπουδών γνήσιο, σκόπευε δε να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας την περιουσία του Δήμου Βόλου, δηλαδή να ενσωματώσει στην περιουσία της τη διαφορά των ποσών που της καταβλήθηκαν ως μισθοί επαυξημένοι με το επίδομα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, καθώς και με το επίδομα ισολογισμού, ανερχόμενα συνολικά σε μικτές αποδοχές ύψους 44.416,63 ευρώ, όπως προσδιορίστηκε από τον έλεγχο του ορκωτού λογιστή που ορίστηκε νόμιμα, σύμφωνα με τα ως άνω έγγραφα που αναγνώστηκαν χωρίς να αποδειχθεί ότι είναι μικρότερο, όπως αβάσιμα ισχυρίσθηκε η κατηγορούμενη, αποτέλεσμα στο οποίο και απέβλεπε με τις μερικότερες ως άνω πράξεις της, και το οποίο είναι ανώτερο των 30.000 ευρώ, με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία του Δήμου Βόλου.

Ειδικότερα: 1) το έτος 2001 (από 1-2-2001) της χορηγήθηκε το ποσό των 1507,80 ευρώ ως επίδομα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και το ποσό των 775, 43 ευρώ ως επίδομα ισολογισμού, ήτοι συνολικά το ποσό των 2.283,23 ευρώ, 2) το έτος 2002 της χορηγήθηκε το ποσό των 1.666 ευρώ ως επίδομα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και το ποσό των 856,70 ως επίδομα ισολογισμού, ήτοι συνολικά το ποσό των 2.522,76 ευρώ, 3) το έτος 2003 της χορηγήθηκε το ποσό των 1.768,48 ευρώ ως επίδομα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και το ποσό των 1.030,80 ευρώ ως επίδομα ισολογισμού, ήτοι συνολικά το ποσό των 2.799, 28 ευρώ, 4) το έτος 2004 της χορηγήθηκε το ποσό των 1.855,72 ευρώ ως επίδομα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και το ποσό των 1.112,75 ευρώ ως επίδομα ισολογισμού, ήτοι συνολικά το ποσό των 2.968,47 ευρώ, 5) το έτος 2005 της χορηγήθηκε το ποσό των 1.980,79 ευρώ ως επίδομα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και το ποσό των 1.239,36 ευρώ ως επίδομα ισολογισμού, ήτοι συνολικά το ποσό των 3.220,15 ευρώ, 6) το έτος 2006 της χορηγήθηκε το ποσό των 2.107,52 ευρώ ως επίδομα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και το ποσό των 1.353,64 ευρώ ως επίδομα ισολογισμού, ήτοι συνολικά το ποσό των 3.461,16 ευρώ, 7) το έτος 2007 της χορηγήθηκε το ποσό των 2.269,51 ευρώ ως επίδομα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και το ποσό των 1.457,94 ευρώ ως επίδομα ισολογισμού, ήτοι συνολικά το ποσό των 3.727,45 ευρώ, 8) το έτος 2008 της χορηγήθηκε το ποσό των 2.443,30 ευρώ ως επίδομα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και το ποσό των 1.569,40 ευρώ ως επίδομα ισολογισμού, ήτοι συνολικά το ποσό των 4.012,70 ευρώ, 9) το έτος 2009 της χορηγήθηκε το ποσό των 2.684,22 ευρώ ως επίδομα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και το ποσό των 1.725,50 ευρώ ως επίδομα ισολογισμού, ήτοι συνολικά το ποσό των 4.409,72 ευρώ, 10) το έτος 2010 της χορηγήθηκε το ποσό των 2.428,96 ευρώ ως επίδομα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και το ποσό των 1.539, 91 ευρώ ως επίδομα ισολογισμού, ήτοι συνολικά το ποσό των 3.968,87 ευρώ, 11) το έτος 2011 της χορηγήθηκε το ποσό των 2.475,38 ευρώ ως επίδομα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και το ποσό των 878,52 ευρώ ως επίδομα ισολογισμού, ήτοι συνολικά το ποσό των 3.353,90 ευρώ, 12) το έτος 2012 της χορηγήθηκε το ποσό των 3.050 ευρώ ως επίδομα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, 13) το έτος 2013 της χορηγήθηκε το ποσό των 3.397,94 ευρώ ως επίδομα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και 14) το έτος 2014 της χορηγήθηκε το ποσό των 1.405 ευρώ ως επίδομα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Από την επανειλημμένη δε τέλεση της ως άνω πράξης καθόσον την τέλεσε συστηματικά και οργανωμένα για δεκατέσσερα (14) περίπου έτη και από την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσής της, αφού αυτή ήταν η αρμόδια υπάλληλος που επιμελείτο τις μισθοδοσίες των υπαλλήλων του τμήματος του Δήμου Βόλου, ως λογίστρια, και έτσι και τη δική της μισθοδοσία, με αποτέλεσμα οι παράνομες ενέργειες της να μην γίνονται άμεσα αντιληπτές από τους προϊσταμένους της, προκύπτει σκοπός της για τον πορισμό εισοδήματος, ενώ από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή της προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς της.

Επομένως, σύμφωνα με τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις και τα ως άνω αποδειχθέντα, η κατηγορούμενη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της απάτης που διέπραξε κατ' επάγγελμα με τις μερικότερες αυτοτελείς πράξεις της που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, σύμφωνα και με τα στο διατακτικό οριζόμενα". Στη συνέχεια, το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε την κατηγορούμενη και ήδη αναιρεσείουσα ένοχη, με τις ελαφρυντικές περιστάσεις ότι αυτή έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη (άρθρ. 84 παρ. 2 περ.

α' και ε' του ΠΚ), για την αξιόποινη πράξη της απάτης κατ' επάγγελμα με συνολικό όφελος και αντίστοιχη συνολική ζημία άνω των 30.000 ευρώ κατ' εξακολούθηση, για την οποία της επέβαλε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών, ανασταλείσα επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ την κατηγορουμένη ένοχη του ότι: στον παρακάτω αναφερόμενο τόπο και χρόνους τέλεσε έγκλημα, που προβλέπεται και τιμωρείται από το νόμο με πρόσκαιρη στερητική της ελευθερίας ποινή.

Πλέον συγκεκριμένα: Στο Βόλο, κατά το χρονικό διάστημα από 1 Φεβρουάριου 2001 έως και 30 Μαΐου 2014 και με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση τού ίδιου εγκλήματος, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει της παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών και την παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, το συνολικό δε περιουσιακό όφελος υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ.

Ειδικότερα, στον παραπάνω τόπο, στις 1-1-1996, κατήρτισε και κατέθεσε ως τίτλο σπουδών της το από 24-6-1995 πιστοποιητικό αποφοίτησης του τμήματος στελεχών λογιστηρίου της Ανώτερης Σχολής Στελεχών Επιχειρήσεων του Κ.Α.Τ.Ε.Ε Αθηνών, με αριθμό πρωτοκόλλου ..., αριθμό μητρώου ... και αριθμό πτυχίου 511, προκειμένου να της ανατεθούν τα καθήκοντα λογιστή στην Κοινωφελή Επιχείρηση "..." του Δήμου Βόλου και να της χορηγείται σε μηνιαία βάση επίδομα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, που αντιστοιχούσε στο 13% του βασικού μισθού της.

Όμως, ο ανωτέρω τίτλος σπουδών της, μετά από έλεγχο που διενεργήθηκε από το Τμήμα Διαχείρισης Ανθρώπινου Δυναμικού της Διεύθυνσης Διοικητικών Υπηρεσιών του Δήμου Βόλου, με το υπ' αριθ. .../23-3-2015 έγγραφο του προς το ΤΕΙ Αθήνας-Σχολή Διοίκησης και Οικονομίας-Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων (όπου τηρούνται τα αρχεία της Ανώτερης Σχολής Στελεχών Επιχειρήσεων του Κ.Α.Τ.Ε.Ε.

Αθηνών), πιστοποιήθηκε ότι είναι πλαστός, όπως προκύπτει από το με αριθμό .../27-3-2015 έγγραφο του ΤΕΙ Αθήνας, αφού αυτή ουδέποτε υπήρξε πτυχιούχος και απόφοιτος του τμήματος Στελεχών Λογιστηρίου της Ανώτερης Σχολής Στελεχών Επιχειρήσεων του Κ.Α.Τ.Ε.Ε Αθηνών. Με την κατάρτιση του παραπάνω τίτλου σπουδών και την κατάθεσή του στο Δήμο Βόλου με την ιδιότητα του υπαλλήλου και δη του υπαλλήλου του "..." και στη συνέχεια του "Δ.Ο.Ε.Π.Α.Π.-ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ ΔΗΜΟΥ ΒΟΛΟΥ", παρέστησε εν γνώσει της ψευδώς ότι είναι πτυχιούχος της Ανώτερης Σχολής Στελεχών Επιχειρήσεων του Κ.Α.Τ.Ε.Ε.

Αθηνών, και παρασιώπησε την αλήθεια καθώς παρέλειπε να ανακοινώνει κάθε μήνα, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως και 30-5-2014, στην αρμόδια υπηρεσία του Δήμου, το αληθινό και πραγματικό γεγονός, ότι δηλαδή δεν είχε δικαίωμα λήψης επιδόματος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, υποχρέωση ανακοίνωσης που πήγαζε από δική της προγενέστερη παράνομη ενέργεια (κατάρτιση και κατάθεση πλαστού πτυχίου), αλλά και από το καθήκον αλήθειας που υποχρεούται και όφειλε να τηρεί ως δημοτικός υπάλληλος, με αποτέλεσμα ο Δήμος Βόλου να καταβάλλει σ' αυτή αντίστοιχο της θέσης της μισθό, αφού της χορηγούσε μηνιαίως επίδομα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, που αντιστοιχούσε στο 13% του βασικού μισθού της καθώς και επίδομα ισολογισμού, που αντιστοιχούσε σε ποσοστό 60% του ως άνω επιδόματος και θεωρώντας τον τίτλο αυτό σπουδών γνήσιο, σκόπευε δε να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας την περιουσία του Δήμου Βόλου, δηλαδή να ενσωματώσει στην περιουσία της τη διαφορά των ποσών που της καταβλήθηκαν ως μισθοί επαυξημένοι με το επίδομα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης καθώς και με το επίδομα ισολογισμού, ανερχόμενα συνολικά σε μικτές αποδοχές ύψους 44.416,63 ευρώ, αποτέλεσμα στο οποίο και απέβλεπε με τις μερικότερες ως άνω πράξεις της, και το οποίο είναι ανώτερο των 30.000 ευρώ, με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία του Δήμου Βόλου.

Ειδικότερα: 1) το έτος 2001 της χορηγήθηκε το ποσό των 1507,80 ευρώ ως επίδομα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και το ποσό των 775,43 ευρώ ως επίδομα ισολογισμού, ήτοι συνολικά το ποσό των 2.283,23 ευρώ, 2) το έτος 2002 της χορηγήθηκε το ποσό των 1.666 ευρώ ως επίδομα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και το ποσό των 856,70 ως επίδομα ισολογισμού, ήτοι συνολικά το ποσό των 2.522,76 ευρώ, 3) το έτος 2003 της χορηγήθηκε το ποσό των 1.768,48 ευρώ ως επίδομα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και το ποσό των 1.030,80 ευρώ ως επίδομα ισολογισμού, ήτοι συνολικά το ποσό των 2.799, 28 ευρώ, 4) το έτος 2004 της χορηγήθηκε το ποσό των 1.855,72 ευρώ ως επίδομα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και το ποσό των 1.112,75 ευρώ ως επίδομα ισολογισμού, ήτοι συνολικά το ποσό των 2.968,47 ευρώ, 5) το έτος 2005 της χορηγήθηκε το ποσό των 1.980,79 ευρώ ως επίδομα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και το ποσό των 1.239,36 ευρώ ως επίδομα ισολογισμού;

ήτοι συνολικά το ποσό των 3.220,15 ευρώ, 6) το έτος 2006 της χορηγήθηκε το ποσό των 2.107,52 ευρώ ως επίδομα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και το ποσό των 1.353,64 ευρώ ως επίδομα ισολογισμού, ήτοι συνολικά το ποσό των 3.461,16 ευρώ, 7) το έτος 2007 της χορηγήθηκε το ποσό των 2.269,51 ευρώ ως επίδομα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και το ποσό των 1.457,94 ευρώ ως επίδομα ισολογισμού, ήτοι συνολικά το ποσό των 3.727,45 ευρώ, 8) το έτος 2008 της χορηγήθηκε το ποσό των 2.443,30 ευρώ ως επίδομα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και το ποσό των 1.569,40 ευρώ ως επίδομα ισολογισμού, ήτοι συνολικά το ποσό των 4.012,70 ευρώ, 9) το έτος 2009 της χορηγήθηκε το ποσό των 2.684,22 ευρώ ως επίδομα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και το ποσό των 1.725,50 ευρώ ως επίδομα ισολογισμού, ήτοι συνολικά το ποσό των 4.409,72 ευρώ, 10) το έτος 2010 της χορηγήθηκε το ποσό των 2.428,96 ευρώ ως επίδομα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και το ποσό των 1.539, 91 ευρώ ως επίδομα ισολογισμού, ήτοι συνολικά το ποσό των 3.968,87 ευρώ, 11) το έτος 2011 της χορηγήθηκε το ποσό των 2.475,38 ευρώ ως επίδομα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και το ποσό των 878,52 ευρώ ως επίδομα ισολογισμού, ήτοι συνολικά το ποσό των 3.353,90 ευρώ, 12) το έτος 2012 της χορηγήθηκε το ποσό των 3.050 ευρώ ως επίδομα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, 13) το έτος 2013 της χορηγήθηκε το ποσό των 3.397,94 ευρώ ως επίδομα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και 14) το έτος 2014 της χορηγήθηκε το ποσό των 1.405 ευρώ ως επίδομα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Από την επανειλημμένη δε τέλεση της ως άνω πράξης καθόσον την τέλεσε συστηματικά και οργανωμένα για δεκατέσσερα (14) περίπου έτη και από την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσής της, αφού αυτή ήταν η αρμόδια υπάλληλος που επιμελείτο τις μισθοδοσίες των υπαλλήλων του τμήματος του Δήμου Βόλου, ως λογίστρια, και έτσι και τη δική της μισθοδοσία, με αποτέλεσμα οι παράνομες ενέργειες της να μην γίνονται άμεσα αντιληπτές από τους προϊσταμένους της, προκύπτει σκοπός της για τον πορισμό εισοδήματος, ενώ από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή της προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς της".

Με τις παραδοχές, όμως, αυτές και ενόψει των όσων έχουν εκτεθεί στην μείζονα σκέψη, ο αληθής χρόνος τέλεσης από την αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη της προαναφερόμενης αξιόποινης πράξης, ήταν η 1η.1.1996, κατά την οποία, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη υπέβαλε στα αρμόδια όργανα του Δήμου Βόλου τον ως άνω πλαστό τίτλο σπουδών, από την προσκόμιση δε αυτού (τίτλου), που επιβεβαίωνε τις ψευδείς παραστάσεις αυτής (αναιρεσείουσας-κατηγορούμενης), παραπλανήθηκαν οι υπάλληλοι του εν λόγω Δήμου και προέβησαν στην ανάθεση σ' αυτή των καθηκόντων του λογιστή, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης.

Η απατηλή συμπεριφορά της αναιρεσείουσας-κατηγορούμενης εκδηλώθηκε άπαξ την 1η.1.1996 και όχι εξακολουθητικά, μετά την ανάθεση σ' αυτή των καθηκόντων του λογιστή. Περαιτέρω, μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά και της άσκησης της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, η αξιόποινη πράξη της απάτης κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια με συνολικό όφελος ή συνολική ζημία άνω των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ, που προβλεπόταν από το άρθρο 386 παρ. 3 εδ.

α' του ισχύσαντος μέχρι την 30η.6.2019 Ποινικού Κώδικα, δεν αποτελεί πλέον κακούργημα, αλλά πλημμέλημα, το οποίο αφενός μεν προβλέπεται και τιμωρείται από την επιεικέστερη, κατά τα προεκτεθέντα, και, συνεπώς, αυτεπαγγέλτως εφαρμοζόμενη, κατά το άρθρο 511 εδ. γ' του ΚΠοινΔ, διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 εδ. α' του νέου Ποινικού Κώδικα, αφετέρου δε διώκεται πλέον, κατά τα προεκτεθέντα, με έγκληση, από την επισκόπηση δε των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι δεν είχε υποβληθεί, από το φερόμενο ως αμέσως παθόν ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δημοτικός Οργανισμός Εκπαίδευσης Παιδιού, Αθλητισμού και Πολιτισμού-Δ.Ο.Ε.Π.Α.Π.-ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.

Δήμου Βόλου", έγκληση, αλλά η ποινική δίωξη ασκήθηκε αυτεπαγγέλτως. Εξάλλου, για την πράξη αυτή το φερόμενο ως αμέσως παθόν από αυτή και δικαιούμενο σε έγκληση, κατά το άρθρο 115 του ΠΚ, ως άνω ΝΠΔΔ δεν υπέβαλε μέχρι την 1η.11.2019, δηλαδή εντός της οριζόμενης από το άρθρο 464 του νέου Ποινικού Κώδικα τετράμηνης προθεσμίας, δήλωση για συνέχιση της ποινικής διαδικασίας, η οποία άνοιξε, χωρίς την υποβολή εκ μέρους του της σχετικής έγκλησης.

Συνεπώς, εφόσον, κατά τα προεκτεθέντα, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και για την αποδιδόμενη στην αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη πλημμεληματική πλέον αξιόποινη πράξη της απάτης δεν έχει υποβληθεί η αξιούμενη, από την επιεικέστερη και, συνεπώς, αυτεπαγγέλτως εφαρμοζόμενη εν προκειμένω διάταξη του άρθρου 405 παρ. 1 του νέου Ποινικού Κώδικα, δήλωση για συνέχιση της ποινικής διαδικασίας, η οποία άνοιξε χωρίς την υποβολή, εκ μέρους του φερόμενου ως αμέσως παθόντος, σχετικής έγκλησης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά της αναιρεσείουσας-κατηγορούμενης για την ως άνω πράξη, λόγω εξάλειψης του αξιοποίνου αυτής (άρθρα 114 του νέου Ποινικού Κώδικα, 368 στοιχ. γ', 511 εδ. γ' του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την απόφαση 9/2019 του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας.

Παύει οριστικά την ποινική δίωξη, που ασκήθηκε κατά της Κ. Α. του Ε., κατοίκου Βόλου, για την αξιόποινη πράξη της απάτης σε βαθμό πλημμελήματος και συγκεκριμένα για το ότι: Στο Βόλο, την 1η.1.1996, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει της παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών και την παρασιώπηση αληθινών γεγονότων.

Ειδικότερα, στον παραπάνω τόπο, την 1.1.1996, κατήρτισε και κατέθεσε ως τίτλο σπουδών της το από 24.6.1995 πιστοποιητικό αποφοίτησης του τμήματος στελεχών λογιστηρίου της Ανώτερης Σχολής Στελεχών Επιχειρήσεων του Κ.Α.Τ.Ε.Ε Αθηνών, με αριθμό πρωτοκόλλου ..., αριθμό μητρώου ... και αριθμό πτυχίου 511, προκειμένου να της ανατεθούν τα καθήκοντα λογιστή στην Κοινωφελή Επιχείρηση "..." του Δήμου Βόλου και να της χορηγείται σε μηνιαία βάση επίδομα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, που αντιστοιχούσε στο 13% του βασικού μισθού της.

Όμως, ο ανωτέρω τίτλος σπουδών της, μετά από έλεγχο που διενεργήθηκε από το Τμήμα Διαχείρισης Ανθρώπινου Δυναμικού της Διεύθυνσης Διοικητικών Υπηρεσιών του Δήμου Βόλου, με το υπ' αριθ. .../23-3-2015 έγγραφο του προς το ΤΕΙ Αθήνας-Σχολή Διοίκησης και Οικονομίας-Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων (όπου τηρούνται τα αρχεία της Ανώτερης Σχολής Στελεχών Επιχειρήσεων του Κ.Α.Τ.Ε.Ε.

Αθηνών), πιστοποιήθηκε ότι είναι πλαστός, όπως προκύπτει από το με αριθμό .../27.3.2015 έγγραφο του ΤΕΙ Αθήνας, αφού αυτή ουδέποτε υπήρξε πτυχιούχος και απόφοιτος του τμήματος Στελεχών Λογιστηρίου της Ανώτερης Σχολής Στελεχών Επιχειρήσεων του Κ.Α.Τ.Ε.Ε Αθηνών. Με την κατάρτιση του παραπάνω τίτλου σπουδών και την κατάθεσή του στο Δήμο Βόλου με την ιδιότητα του υπαλλήλου και δη του υπαλλήλου του "..." και στη συνέχεια του "Δ.Ο.Ε.Π.Α.Π.-ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ ΔΗΜΟΥ ΒΟΛΟΥ", παρέστησε εν γνώσει της ψευδώς ότι είναι πτυχιούχος της Ανώτερης Σχολής Στελεχών Επιχειρήσεων του Κ.Α.Τ.Ε.Ε.

Αθηνών και παρασιώπησε την αλήθεια καθώς παρέλειπε να ανακοινώνει κάθε μήνα, κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2001 έως και 30.5.2014, στην αρμόδια υπηρεσία του Δήμου, το αληθινό και πραγματικό γεγονός, ότι δηλαδή δεν είχε δικαίωμα λήψης επιδόματος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, υποχρέωση ανακοίνωσης που πήγαζε από δική της προγενέστερη παράνομη ενέργεια (κατάρτιση και κατάθεση πλαστού πτυχίου), αλλά και από το καθήκον αλήθειας που υποχρεούται και όφειλε να τηρεί ως δημοτικός υπάλληλος, με αποτέλεσμα ο Δήμος Βόλου να καταβάλλει σ' αυτή αντίστοιχο της θέσης της μισθό, αφού της χορηγούσε μηνιαίως επίδομα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, που αντιστοιχούσε στο 13% του βασικού μισθού της καθώς και επίδομα ισολογισμού, που αντιστοιχούσε σε ποσοστό 60% του ως άνω επιδόματος και θεωρώντας τον τίτλο αυτό σπουδών γνήσιο, σκόπευε δε να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας την περιουσία του Δήμου Βόλου, δηλαδή να ενσωματώσει στην περιουσία της τη διαφορά των ποσών που της καταβλήθηκαν ως μισθοί επαυξημένοι με το επίδομα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης καθώς και με το επίδομα ισολογισμού, ανερχόμενα συνολικά σε μικτές αποδοχές ύψους 44.416,63 ευρώ, με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία του Δήμου Βόλου.

Ειδικότερα: 1) το έτος 2001 της χορηγήθηκε το ποσό των 1507,80 ευρώ ως επίδομα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και το ποσό των 775,43 ευρώ ως επίδομα ισολογισμού, ήτοι συνολικά το ποσό των 2.283,23 ευρώ, 2) το έτος 2002 της χορηγήθηκε το ποσό των 1.666 ευρώ ως επίδομα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και το ποσό των 856,70 ως επίδομα ισολογισμού, ήτοι συνολικά το ποσό των 2.522,76 ευρώ, 3) το έτος 2003 της χορηγήθηκε το ποσό των 1.768,48 ευρώ ως επίδομα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και το ποσό των 1.030,80 ευρώ ως επίδομα ισολογισμού, ήτοι συνολικά το ποσό των 2.799, 28 ευρώ, 4) το έτος 2004 της χορηγήθηκε το ποσό των 1.855,72 ευρώ ως επίδομα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και το ποσό των 1.112,75 ευρώ ως επίδομα ισολογισμού, ήτοι συνολικά το ποσό των 2.968,47 ευρώ, 5) το έτος 2005 της χορηγήθηκε το ποσό των 1.980,79 ευρώ ως επίδομα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και το ποσό των 1.239,36 ευρώ ως επίδομα ισολογισμού;

ήτοι συνολικά το ποσό των 3.220,15 ευρώ, 6) το έτος 2006 της χορηγήθηκε το ποσό των 2.107,52 ευρώ ως επίδομα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και το ποσό των 1.353,64 ευρώ ως επίδομα ισολογισμού, ήτοι συνολικά το ποσό των 3.461,16 ευρώ, 7) το έτος 2007 της χορηγήθηκε το ποσό των 2.269,51 ευρώ ως επίδομα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και το ποσό των 1.457,94 ευρώ ως επίδομα ισολογισμού, ήτοι συνολικά το ποσό των 3.727,45 ευρώ, 8) το έτος 2008 της χορηγήθηκε το ποσό των 2.443,30 ευρώ ως επίδομα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και το ποσό των 1.569,40 ευρώ ως επίδομα ισολογισμού, ήτοι συνολικά το ποσό των 4.012,70 ευρώ, 9) το έτος 2009 της χορηγήθηκε το ποσό των 2.684,22 ευρώ ως επίδομα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και το ποσό των 1.725,50 ευρώ ως επίδομα ισολογισμού, ήτοι συνολικά το ποσό των 4.409,72 ευρώ, 10) το έτος 2010 της χορηγήθηκε το ποσό των 2.428,96 ευρώ ως επίδομα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και το ποσό των 1.539,91 ευρώ ως επίδομα ισολογισμού, ήτοι συνολικά το ποσό των 3.968,87 ευρώ, 11) το έτος 2011 της χορηγήθηκε το ποσό των 2.475,38 ευρώ ως επίδομα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και το ποσό των 878,52 ευρώ ως επίδομα ισολογισμού, ήτοι συνολικά το ποσό των 3.353,90 ευρώ, 12) το έτος 2012 της χορηγήθηκε το ποσό των 3.050 ευρώ ως επίδομα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, 13) το έτος 2013 της χορηγήθηκε το ποσό των 3.397,94 ευρώ ως επίδομα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και 14) το έτος 2014 της χορηγήθηκε το ποσό των 1.405 ευρώ ως επίδομα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Νοεμβρίου 2019.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Δεκεμβρίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ