Supreme Court dismisses appeal for failure to specify substantive law violation under Article 559 of Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the National Health Organization's appeal against the First Instance Court of Athens regarding the admissibility of appeal grounds. The appellant argued the lower court failed to consider specific evidence and claims, but the court ruled these grounds were inadmissible because they merely denied the plaintiff's claims rather than citing specific substantive law violations. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the appellants.
Legislator headnote
AI generatedArticles 118(4), 566(1), 577(3) and 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if it fails to specify the violated substantive law provision and the specific error in interpretation or application of that law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1897 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1897/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 4 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Αθανασάκου και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Λ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 2) Ε. Γ. του Θ., κατοίκου ..., 3) Ε. Θ. του Ο., κατοίκου ... και 4) Μ. Δ. του Δ., κατοίκου ..., από τους οποίους οι πρώτος και τρίτος παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βερβεσό και οι δεύτερος και τέταρτος εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο και οι οποίοι δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-10-2006 κύρια αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 1-3-2007 παρεμπίπτουσα αγωγή αυτών, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 362/2009 του ίδιου δικαστηρίου και 7203/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 13-10-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα ανέγνωσε την από 17-2-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.
θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (Ολ.
Α.Π. 20/2005). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια, για τη θεμελίωση δε του λόγου αυτού παραθέτει αρχικώς μεν τις εφαρμοστέες εν προκειμένω διατάξεις και ερμηνεία τους, στη συνέχεια τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως και καταλήγει κατά λέξη ως εξής: "Με την κρίση του αυτή το Εφετείο Αθηνών, παραβίασε, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, 103 του Συντάγματος και τη ρήτρα 5 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, καθώς επίσης και αυτές του άρθρου 20 παραγρ. 2 και 21 παραγρ. 1 περιπτ.
β επέχοντος θέση νόμου καταστατικού του Ταμείου Ασφαλίσεως Ξενοδοχοϋπαλλήλων (ΥΑ 8820/1943, ΦΕΚ Β/43) και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. και ως εκ τούτου τυγχάνει αναιρετέα". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφού για τη θεμελίωσή του αναφέρονται μεν οι φερόμενες ως παραβιασθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, όχι όμως και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή τους.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ίδιου κώδικα, έγγραφο περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Ολ.
Α.Π. 1/1999, Α.Π. 824/2010). Εξ άλλου ως έγγραφα κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως νοούνται μόνο τα αποδεικτικά και όχι τα διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι οι έγγραφες προτάσεις των διαδίκων (Α.Π. 300/2006). Περαιτέρω για το ορισμένο του αναιρετικού αυτού λόγου πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο: α) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, β) το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο, γ) το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για το ότι υπάρχουν ή όχι κρίσιμα γεγονότα και δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο (Α.Π. 118/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο: 1) α) των από 3-10-2005 και 31-5-2002 εγγράφων συμβάσεων μισθώσεως έργου μεταξύ του πρώτου ενάγοντος και του Τ.Α.Ξ.Υ.
και των από 12-5-2002 και 14-10-2005 αιτήσεων αυτού προς το Τ.Α.Ξ.Υ., β) των από 3-10-2005 και 17-10-2002 έγγραφων συμβάσεων μισθώσεως έργου μεταξύ του δευτέρου ενάγοντος και του Τ.Α.Ξ.Υ. και των από 3-11-2005 και 4-4-2002 αιτήσεων αυτού προς το Τ.Α.Ξ.Υ., γ) των από 3-10-2005 και 26-5-1999 εγγράφων συμβάσεων μισθώσεως έργου μεταξύ του τρίτου ενάγοντος και του Τ.Α.Ξ.Υ.
και των από 3-10-2005 και 15-11-2001 αιτήσεων αυτού προς το Τ.Α.Ξ.Υ. και δ) της από 3-10-2005 έγγραφης συμβάσεως μισθώσεως έργου μεταξύ του τετάρτου ενάγοντος και του Τ.Α.Ξ.Υ. και της από 3-10-2005 αιτήσεως αυτού προς το Τ.Α.Ξ.Υ. και 2) των εγγράφων προτάσεών του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και του εφετείου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (πέρα από την αοριστία του, η οποία έγκειται στο ότι δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο το αληθινό περιεχόμενο των εγγράφων που φέρονται ότι παραμορφώθηκαν και το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο, διαφορετικό από το αληθινό, περιεχόμενο αυτών) προεχόντως για τους εξής λόγους: 1) όσον αφορά τα έγγραφα που αναφέρονται πιο πάνω με το στοιχείο 1 (συμβάσεις μισθώσεως έργου και αιτήσεις των εναγόντων) διότι με αυτόν δεν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένη ανάγνωση αλλά εσφαλμένη εκτίμησή τους και 2) όσον αφορά τα έγγραφα που αναφέρονται πιο πάνω με το στοιχείο 2 (έγγραφες προτάσεις του αναιρεσείοντος) διότι οι έγγραφες προτάσεις των διαδίκων δεν αποτελούν αποδεικτικά αλλά διαδικαστικά έγγραφα και συνεπώς δεν νοείται παραμόρφωση του περιεχομένου τους κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως παρέχεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξ άλλου από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 295/2011).
Περαιτέρω από τη ρητή διατύπωση της προπαρατεθείσης διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ., η οποία αναφέρεται σε αποδεικτικά μέσα, καθίσταται σαφές ότι ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν θεμελιώνεται από τη μη λήψη υπόψη διαδικαστικών εγγράφων, όπως είναι οι έγγραφες προτάσεις των διαδίκων. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στον προηγούμενο λόγο αναίρεσης αποδεικτικά μέσα που αυτό είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει προς ανταπόδειξη κατά της αγωγής.
Ο λόγος αυτός όσον αφορά τα έγγραφα που αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη με το στοιχείο 1 είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι από την περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και "όλα τα έγγραφα που προσκομίζονται με επίκληση από τους διαδίκους, προς άμεση απόδειξη ή για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, κάποιων από τα οποία η μνεία είναι ενδεικτική", σε συνδυασμό προς τις προπαρατεθείσες αιτιολογίες της, προκύπτει ότι το εφετείο έλαβε υπόψη και τα έγγραφα αυτά, των οποίων δεν ήταν αναγκαίο να γίνει ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση, αν και έγινε μνεία των αρχικών εγγράφων συμβάσεων κάθε ενάγοντος.
Ο ίδιος λόγος όσον αφορά τα έγγραφα που αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη με το στοιχείο 2 είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι οι έγγραφες προτάσεις δεν αποτελούν αποδεικτικά μέσα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Πράγματα με την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ. Α.Π. 25/2003), όχι όμως οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.
Α.Π. 3/1997, Α.Π. 25/2017). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το εφετείο κακώς δεν έλαβε υπόψη τους προταθέντες ισχυρισμούς του σχετικά με το αληθές περιεχόμενο των ενδίκων συμβάσεων εργασίας των εναγόντων.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι οι φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη ισχυρισμοί συνιστούν άρνηση της αγωγής και συνακόλουθα δεν αποτελούν πράγματα κατά την προεκτεθείσα έννοια.
Κατόπιν αυτών πρέπει η να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων σύμφωνα με το σχετικό αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένη σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 21 παρ. 9 ν. 1902/1990 σε συνδυασμό με το άρθρο 22 παρ. 1 και 3 ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ., και με τα άρθρα 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και 2 της 134423/1992 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-10-2014 αίτηση για αναίρεση της 7203/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, 4 Απριλίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ