1897/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 148/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου - Εισηγήτρια, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1897/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τα ανωτέρω παρέπεται, ότι υλικό αντικείμενο του εγκλήματος τούτου αποτελούν μόνο τα πολεμικά τυφέκια, τα αυτόματα, τα πολυβόλα, τα πιστόλια, τα περίστροφα, οι χειροβομβίδες, τα πυρομαχικά, οι εκρηκτικές ύλες, οι εκρηκτικοί μηχανισμοί και λοιπά είδη πολεμικού υλικού, δηλαδή τα όπλα, τα οποία αναφέρονται στην § 1.
Full text
Απόφαση 1897 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1897/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 148/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου - Εισηγήτρια, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ι. Λ. του Α., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστοτέλη Χαραλαμπάκη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 875, 1197, 1820/2014 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Απριλίου 2015 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...2015.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και ειδικότερα μόνο: α) ως προς τη διάταξη της που απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί συνδρομής της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2α Π.Κ. και β) ως προς τη διάταξη της περί επιβολής ποινής και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η ίδια ως άνω αναίρεση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 17-4-2015 με αριθμό ...2015 αίτηση του Ι. Λ. του Α. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 875, 1197, 1820/2014 καταδικαστικής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 15 § 1 στοιχ. α του ν. 2.168/1993 "Ρύθμιση θεμάτων που αφορούν όπλα, πυρομαχικά, εκρηκτικές ύλες, εκρηκτικούς μηχανισμούς και άλλες διατάξεις", όποιος εισάγει, κατέχει, κατασκευάζει, μετασκευάζει, συναρμολογεί, εμπορεύεται, παραδίδει, προμηθεύει ή μεταφέρει πολεμικά τυφέκια, αυτόματα, πολυβόλα, πιστόλια, περίστροφα, χειροβομβίδες, πυρομαχικά, εκρηκτικές ύλες, εκρηκτικούς μηχανισμούς και λοιπά είδη πολεμικού υλικού, με σκοπό τη διάθεσή τους σε τρίτους για διάπραξη κακουργήματος ή με σκοπό τον παράνομο εφοδιασμό ομάδων, οργανώσεων, σωματείων ή ενώσεων προσώπων, τιμωρείται με κάθειρξη, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλη διάταξη.
Από την προεκτεθείσα διάταξη προκύπτει, ότι τυποποιείται, ως κακούργημα και τιμωρείται, εκτός άλλων, η εισαγωγή και κάθε πράξη διακίνησης, όπως η κατοχή και η μεταφορά, ορισμένων αντικειμένων, από τα προβλεπόμενα στο άρθρο 1 § 1 του πιο πάνω νόμου, μεταξύ των οποίων είναι πιστόλια, πολυβόλα, χειροβομβίδες, πυρομαχικά και γενικά είδη πολεμικού υλικού, εφόσον κάθε μια από αυτές γίνεται με σκοπό τον παράνομο εφοδιασμό, ανεξάρτητα από την πραγμάτωση αυτού, καθοριζόμενων στο νόμο αποδεκτών, και συγκεκριμένα, είτε επίδοξου δράστη κακουργήματος, είτε υπάρχοντος σωματείου, οργάνωσης, ομάδας ή ένωσης προσώπων, χωρίς ωστόσο για τη θεμελίωση του πρόσθετου αυτού υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος τούτου να απαιτείται να είναι εκ των προτέρων καθορισμένο το πρόσωπο, το σωματείο, η οργάνωση, η ομάδα ή η ένωση προσώπων, στα οποία θα διαθέτονταν τα όπλα και τα πυρομαχικά αυτά.
Από τα ανωτέρω παρέπεται, ότι υλικό αντικείμενο του εγκλήματος τούτου αποτελούν μόνο τα πολεμικά τυφέκια, τα αυτόματα, τα πολυβόλα, τα πιστόλια, τα περίστροφα, οι χειροβομβίδες, τα πυρομαχικά, οι εκρηκτικές ύλες, οι εκρηκτικοί μηχανισμοί και λοιπά είδη πολεμικού υλικού, δηλαδή τα όπλα, τα οποία αναφέρονται στην § 1.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ’ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ’ αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά, που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, αρκεί ωστόσο να συνάγεται από την απόφαση, ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί.
Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης ,κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω για τον έλεγχο των προβαλλομένων λόγων αναιρέσεως τμήμα του, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχτηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που κατ’ είδος λεπτομερώς αναφέρει (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης, αναγνωσθέντα έγγραφα και απολογίες πρώτου και τρίτου κατηγορουμένων), αποδείχτηκαν, αναφορικά με τον αναιρεσείοντα Ι.
Λ., τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "...Ο 2ος κατηγορούμενος Π. Μ. στις 24/11/02 από κοινού με δύο άλλα άτομα διέπραξε ληστεία στο κατάστημα "..." που βρίσκεται ... χιλιόμετρο της Ν.Ε.Ο Αθηνών-Λαμίας, την οποία είχε σχεδιάσει ο ίδιος καθόσον είχε δουλέψει στο παρελθόν στο κατάστημα αυτό και γνώριζε το χώρο, με την απειλή όπλων αφαίρεσαν από το χρηματοκιβώτιο του καταστήματος μεγάλο χρηματικό ποσό και στη συνέχεια διέφυγαν.
Για την πράξη αυτή σε βάρος του ως άνω 2ου κατηγορουμένου είχε εκδοθεί το υπ’ αρ. … 2003 ένταλμα σύλληψης της Ανακρίτριας του 7ου Τακτικού Τμήματος Πλημ/κών Αθηνών, αυτός δε για να αποφύγει τη σύλληψή του κρυβόταν σε οικίες φίλων του και εν προκειμένω τόσο στην οικία του 3ου κατηγορουμένου Φ. Φ. στον Κορυδαλλό στην οδό ...
και αμέσως μετά τη ληστεία για έξι μέρες, όσο και στην οικία του Χ. Κ. στην οδό ... στην ... Αττικής περί το τέλος Δεκεμβρίου 2002 και επί επτά ημέρες. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην οικία του 3ου κατηγορουμένου, ο 2ος κατηγορούμενος Π. Μ. διέρρηξε το διπλανό διαμέρισμα της Ι. Σ. και αφαίρεσε, με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, κοσμήματα και μία τραπεζική επιταγή, ενώ κατά την παραμονή του στην οικία του φίλου του Χ.
Κ., που τον φιλοξένησε επίσης διέρρηξε το διαμέρισμα του 1ου ορόφου της ίδιας πολυκατοικίας και αφαίρεσε από αυτή με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, το ποσό των 10.070 ευρώ, έγγραφα και άλλα προσωπικά αντικείμενα του κατόχου τους Γ. Κ., ήτοι δελτίο αστυνομικής ταυτότητας, πιστωτικές κάρτες, βιβλιάρια καταθέσεων, επιταγές και άλλα διάφορα έγγραφα.
Ο εν λόγω 2ος κατηγορούμενος μετά τη διάπραξη της ως άνω ληστείας εφοδιάσθηκε με πλαστό προσωρινό δελτίο ταυτότητας με αρ. ... που φέρεται ότι εκδόθηκε από το Τ.Α ... στις 5/11/02 στο όνομα Π. Μ. του Γ.. και την υπ’ αρ. ... από 22/3/02 πλαστή άδεια ικανότητας οδηγήσεως του Υ.Σ ... με τα ίδια πιο πάνω στοιχεία. Στα πλαίσια αυτά ο ίδιος κατηγορούμενος Π.
Μ. θέλοντας να προμηθευτεί όπλα για τον ίδιο και για τρίτους για τη διάπραξη κακουργημάτων, ήλθε σε επαφή με τον 1° κατηγορούμενο I. Λ.-δικηγόρο, για τον οποίο είχε πληροφορηθεί ότι διαθέτει όπλα και με τον οποίο μετά από 15 ημέρες περίπου συναντήθηκε στην οδό ... Αττικής και στην ταβέρνα "...", όπου και συμφώνησαν ο δεύτερος κατηγορούμενος να αγοράσει ένα από τα όπλα που διέθετε ο κατηγορούμενος Ι.
Λ.. Για το σκοπό αυτό οι ως άνω κατηγορούμενοι βγήκαν από την ταβέρνα και πήγαν προς ένα αυτοκίνητο μάρκας TOYOTA COROLLA, χρώματος μπλε όπου ο 1ος κατηγορούμενος είχε περί τα 20 όπλα (περίστροφα, πιστόλια διαφόρων τύπων) τοποθετημένα χωριστά καθένα σε πλαστική σακούλα. Από τα όπλα αυτά ο 2ος κατηγορούμενος Π. Μ.
διάλεξε και πήρε αντί ποσού 2000 Ε που κατέβαλε στον 1° κατηγορούμενο ένα περίστροφο MAGNUM. Σημειωτέον ότι το ως άνω αυτοκίνητο βρέθηκε κάτω από την οικοδομή όπου διέμενε ο 1ος κατηγορούμενος, ήταν της μητέρας του και ερευνήθηκε χωρίς αποτέλεσμα (βλ. κατάθεση μάρτυρα αστυνομικού Α. Φ. από 17/2/03 που αναγνώσθηκε και κατάθεση του ίδιου στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου), ενώ ο εν λόγω 1ος κατηγορούμενος απολογούμενος αναφέρει σχετικά ότι σε μία ταβέρνα στο Περιστέρι πήγαινε μόνο με το αυτοκίνητο της μητέρας του.
Περαιτέρω, ο 3ος κατηγορούμενος Φ. Φ., φίλος του 2ου κατηγορουμένου που γνώριζε ότι ο τελευταίος διώκεται για ληστεία, στις 28/1/03 κατείχε και παρέδωσε σ’ αυτόν (2° κατηγορούμενο) ένα πιστόλι ...Το πιστόλι αυτό, που ο 3ος κατηγορούμενος Φ. Φ. είχε προμηθευτεί από τον I. Λ. (1° κατηγορούμενο) μετά απο δοκιμή που του έκαναν παρουσίασε εμπλοκή, για την οποία ο 2ος κατηγορούμενος Π.
Μ. ενημέρωσε τον 1° κατηγορούμενο Ι. Λ. και αποφάσισαν κατόπιν τούτου να συναντηθούν στις 30/1/03 στην οδό ... κοντά στην οικία του 2ου κατηγορουμένου στην οδό ... Αστυνομικοί της Υποδ/νσης Ασφαλείας Αττικής που αναζητούσαν τον 2° κατηγορούμενο Π. Μ. για να εκτελέσουν το άνω ένταλμα σύλληψης της Ανακρίτριας του 7ου Τακτικού Τμήματος Πλημ/κών Αθηνών και είχαν εξακριβώσει ότι αυτός διέμενε στον 2° όροφο της οδού ..., είχαν μεταβεί στην άνω οικία και περί ώρα 22.00 είδαν τον 2° κατηγορούμενο συνοδευόμενο από μία γυναίκα να βγαίνει από την οικία του και με την υπ’ αρ.
κυκλ. ... δικ. μοτ/τα μετέβησαν στην οδό ..., όπου τους ανέμενε ο 1ος κατηγορούμενος I. Λ.ς, ο οποίος επίσης επέβαινε σε δικ. μοτ/τα με αρ. κυκλοφ. ... και στη συνέχεια όλοι μαζί πήγαν στην οικία της οδού ... όπου και συνελήφθησαν από τους αστυνομικούς που τους παρακολουθούσαν. Στην κατοχή του 1ου κατηγορουμένου I.
Λ. και συγκεκριμένα εντός της δεξιάς εξωτερικής τσέπης του μπουφάν του και εντός νάυλον σακούλας βρέθηκε ένα κλείστρο πυροβόλου όπλου (πιστολιού), χωρίς ενδείξεις, ένα ελατήριο πιστολιού και μία γεμιστήρα πιστολιού άνευ ενδείξεων η οποία περιείχε έξι (6) φυσίγγια, φέροντα στον πυθμένα τους τις ενδείξεις S κ Β των ...
καθώς και μία δερμάτινη εσωτερική θήκη πιστολιού, τα οποία σκόπευε να διαθέσει στον 2° κατηγορούμενο Π. Μ., με τον οποίο συναντήθηκαν στον πιο πάνω τόπο για να διαπράξει κακουργήματα ... Οι 1ος και 3ος κατηγορούμενοι γνώριζαν ότι ο 2ος κατηγορούμενος Π. Μ. είχε διαπράξει την αξιόποινη πράξη της ληστείας και ότι αυτός είχε ροπή προς τέλεση πρόμοιων αξιοποίνων πράξεων, παρά ταύτα όμως του διέθεσαν τα όπλα που αναφέρονται πιο πάνω για την τέλεση με αυτά κακουργημάτων....Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι της πράξης της παράβασης του άρθρου 15 παρ. 1 Ν. 2168/93 (του 1ου κατηγορουμένου κατά συρροή, απορριπτομένου άμα του ισχυρισμού αυτού για κατ’ εξακολούθηση τέλεση αυτής ως αβασίμου), όπως τα συγκροτούντα αυτή κατά το αντικειμενικό και υποκειμενικό της στοιχείο πραγματικά περιστατικά εκτίθενται στο διατακτικό της παρούσας......
Στη συνέχεια, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 ε’ ΠΚ, του ότι: "Στους κατωτέρω τόπους και χρόνους, με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα, τα οποία προβλέπονται και τιμωρούνται κατά τον ποινικό κώδικα και τους ειδικούς ποινικούς νόμους με στερητικές της ελευθερίας ποινές. Ειδικότερα: Α) Στο Περιστέρι Αττικής και στην οδό ... στις 9-12-2002 κατείχε και μετέφερε όπλα διαφόρων τύπων με σκοπό να τα διαθέσει σε τρίτους για τη διάπραξη κακουργήματος. Συγκεκριμένα, στον παραπάνω τόπο και χρόνο κατείχε και μετέφερε εντός του αυτοκινήτου του είκοσι (20) όπλα διαφόρων τύπων, με σκοπό να τα διαθέσει σε τρίτους για διάπραξη κακουργήματος, ένα δε εξ αυτών (περίστροφο) το διέθεσε στον Π. Μ. αντί του ποσού των 2.000 ευρώ, για να διαπράξει κακούργημα.
Β) Στην ... Αττικής στις 30-1-2003, κατείχε και μετέφερε είδη πολεμικού υλικού, με σκοπό τη διάθεσή τους σε τρίτους για διάπραξη κακουργήματος. Συγκεκριμένα, τον παραπάνω τόπο και χρόνο και στην οδό ..., κατελήφθη επ’ αυτοφώρω με το συγκατηγορούμενό του, Π. Μ., εις βάρος του οποίου εκκρεμούσε το υπ’ αριθμ. ... ένταλμα συλλήψεως του Ανακριτή του 7ου Τακτικού Τμήματος Αθηνών, κατηγορούμενου για ληστεία, να κατέχει εντός της δεξιάς εξωτερικής τσέπης του μπουφάν του και ειδικότερα εντός νάιλον σακούλας, μία γεμιστήρα πιστολιού άνευ ενδείξεων, η οποία περιείχε έξι (6) φυσίγγια, φέροντα στον πυθμένα τους τις ενδείξεις S κ Β των ..., με σκοπό να τα διαθέσει στον Π. Μ., με τον οποίο συναντήθηκε στον παραπάνω τόπο, για να διαπράξει κακουργήματα".
Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των ανωτέρω εγκλημάτων, για τα οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτών κρίσης του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.
Ια, 27, Π.Κ. 1 παρ. 1δ, και 15 § 1 εδ. α του ν. 2.168/1993, που ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, το δε πόρισμα της απόφασης, ως συνδυασμός αιτιολογικού και διατακτικού δεν είναι ασαφές, αντιφατικό ή με λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα, στην πληττόμενη απόφαση εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται για τη θεμελίωση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του σωρευτικά μικτού εγκλήματος του άρθρου 15 § 1 του ν. 2.168/1993, με μορφές διακινήσεως την κατοχή και τη μεταφορά, ενώ με τις παραδοχές ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι ο 2ος κατηγορούμενος Π.
Μ. είχε διαπράξει την αξιόποινη πράξη της ληστείας και ότι αυτός είχε ροπή προς τέλεση πρόμοιων αξιοποίνων πράξεων, παρά ταύτα όμως του διέθεσε τα όπλα που αναφέρονται στο σκεπτικό για την τέλεση με αυτά κακουργημάτων, αιτιολογείται ειδικά και ο σκοπός του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντα για τη διάθεση των κατεχόμενων και μεταφερόμενων όπλων και πυρομαχικών προς τον ανωτέρω συγκατηγορούμενό του Π.
Μ. για τη διάπραξη με αυτά κακουργημάτων. Κατά συνέπεια, η αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση στερείται αιτιολογίας ως προς τον ειδικό σκοπό της διάθεσης των ένδικων όπλων και πυρομαχικών προς τον Π. Μ. για τη διάπραξη κακουργημάτων είναι αβάσιμη όπως και ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, δεύτερος λόγος αναίρεσης.
Από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1 και 98 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι στο δικαστήριο της ουσίας καταλείπεται η κρίση αν περισσότερες πράξεις του ίδιου προσώπου μπορούν να θεωρηθούν ως ένα κατ’ εξακολούθηση έγκλημα, οπότε μπορεί να επιβληθεί μία ποινή, κατά την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνεται υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικοτέρων πράξεων, ή αν πρόκειται για πραγματική συρροή. Η κρίση όμως αυτή, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγμάτων, είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 709/2006, ΑΠ 336/1999). Επομένως, ο τρίτος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή των αμέσως παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων με την ειδικότερη αιτίαση ότι τα δύο παραπάνω κακουργήματα, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, δεν βρίσκονται σε πραγματική συρροή, ως εσφαλμένα δέχτηκε η προσβαλλομένη, αλλά αποτελούν ένα έγκλημα κατ’ εξακολούθηση, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, αφού δι’ αυτού πλήττεται η περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Κατά το άρθρο 21 ΙΑ ΚΠΔ "μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου". Από τη διάταξη αυτή, η παραβίαση της οποίας επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ Δ* του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι εισάγεται απαγόρευση αποδεικτικής αξιοποίησης για την καταδίκη του κατηγορουμένου της μαρτυρικής κατάθεσης ή της απολογίας συγκατηγορουμένου, καθώς και των μαρτυρικών καταθέσεων άλλων προσώπων, τα οποία ως μοναδική πηγή πληροφόρησής τους έχουν τον συγκατηγορούμενο. Το ανωτέρω όμως άρθρο 21 ΙΑ ΚΠΔ, δεν εισάγει ευθεία αποδεικτική απαγόρευση, αλλά στην πραγματικότητα είναι κανόνας αξιολόγησης των αποδεικτικών στοιχείων, ο οποίος λειτουργεί διευκρινιστικά και συμπληρωματικά στη βασική αρχή του άρθρου 177 ΚΠΔ, την οποία δεν καταλύει, ούτε άλλωστε απαγορεύει την αξιοποίηση της μαρτυρικής κατάθεσης του συγκατηγορουμένου, η οποία δεν παύει να αποτελεί αποδεικτικό μέσο, απλώς παρέχεται οδηγία στο δικαστήριο να μην αρκείται στη μαρτυρία ή απολογία του συγκατηγορουμένου για την αναζήτηση της αλήθειας, αλλά να επεκτείνει την αναζήτησή του και σε άλλα στοιχεία και να προσπαθεί να τεκμηριώσει όσο το δυνατό καλύτερα τη δικανική του πεποίθηση.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των ενσωματωμένων σ’ αυτή πρακτικών δημόσιας συνεδρίασης του δικαστηρίου της ουσίας προκύπτει ότι, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών για το σχηματισμό της καταδικαστικής για τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο κρίσης του εκτίμησε όχι μόνο τη μαρτυρική κατάθεση του μάρτυρα αστυνομικού Α.
Φ., η οποία, ως πηγή πληροφόρησής του έχει και τον συγκατηγορούμενο αυτού (αναιρεσείοντα) Π. Μ., αλλά όλα τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες κατηγορίας και υπεράσπισης, έγγραφα και κυρίως μνημονευόμενες εκθέσεις κατάσχεσης, πρακτικά πρωτοδίκου δίκης), ενώ η κατάθεση του εν λόγω μάρτυρα αστυνομικού δεν περιείχε πραγματικά περιστατικά με μοναδική πηγή πληροφόρησής τους τα όσα δήλωσε σ’ αυτόν για τον αναιρεσείοντα ο ανωτέρω συγκατηγορούμενός του, αλλά και περιστατικά που αντιλήφθηκε ο ίδιος λόγω της ανωτέρω ιδιότητάς του, αφού, πέραν της μεταφοράς των δηλώσεων του τελευταίου (Π.
Μ.), καταθέτει και ότι "... Τον παρακολουθούσαμε (τον Μ.) και τον είχαμε συλλάβει και ήταν μαζί του ο Λ. ...Ο Λ. ήταν δικηγόρος του Μ.....Τα όπλα ήταν δύο, ένα περίστροφο και ένα πιστόλι. Δεν ξέρω που τα βρήκε ο Λ.. Στα χέρια του βρέθηκε ένα κλείστρο....Έχει απασχολήσει ξανά την αστυνομία ο Λ. για όπλα ....Όπως είπα στο Λ.
επάνω βρέθηκε ένα κλείστρο....Τους πιάσαμε την ώρα που συναντήθηκαν για να φτιάξουν το πιστόλι. Το κλείστρο ήταν άλλης μάρκας και όχι το κανονικό του πιστολιού ...".
Συνεπώς, με τη λήψη υπόψη και συναξιολόγηση από το Δικαστήριο μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και της εν λόγω κατάθεσης, την οποία ο αναιρεσείων είχε ζητήσει να μη ληφθεί υπόψη, δεν παραβιάστηκε η διάταξη του άρθρου 211 Α ΚΠΔ το δε Δικαστήριο αιτιολογημένα απέρριψε το ανωτέρω αίτημα όπως αυτή (κατάθεση Φ.) μη ληφθεί υπόψη, αναφέροντας στο σκεπτικό της προσβαλλομένης κατά λέξη ότι "...Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω το αίτημα του 1ου κατηγορουμένου I. Λ. να μη ληφθεί υπόψη κατ’ άρθρ. 211 Α ΚΠΔ η κατάθεση του μάρτυρα Αστυνομικού Α. Φ., διότι τα όσα καταθέτει εναντίον του τα γνωρίζει από τον συγκατηγορούμενο του Π. Μ., πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμο, καθόσον η λήψη και αξιολόγηση μιας τέτοιας κατάθεσης όταν υπάρχουν, όπως εν προκειμένω, και άλλα αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα (εκθέσεις κατασχέσεως κ.λ.π.), δεν προσκρούει στην άνω απαγόρευση, αφού η κρίση του Δικαστηρίου περί ενοχής του κατηγορουμένου τούτου στηρίζεται στη συνεκτίμηση πάντων τούτων και στην ένορκη κατάθεση του εν λόγω μάρτυρα". Επομένως, ο σχετικός, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ και Δ’ ΚΠΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης, που πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας με την παραπάνω αιτίαση, είναι αβάσιμος και πρέπει ν’ απορριφθεί.
Η επιβαλλομένη κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προτείνονται από τον κατηγορούμενο ή από το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ, και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής.
Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός περί συνδρομής ελαφρυντικής περιστάσεως, που σε περίπτωση αναγνωρίσεώς της επιβάλλεται ποινή μειωμένη κατά το μέτρο του άρθρου 83 του αυτού Κώδικα, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, γιατί σε διαφορετική περίπτωση, ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχείο Δ’ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, ενώ, η μη απάντηση στον ισχυρισμό αυτό συνιστά έλλειψη ακροάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 170 παρ. 2 του ΚΠΔ, και ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχείο Β" του ιδίου Κώδικα.
Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτώς και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή του, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα με ειδική αιτιολογία για να τον απορρίψει, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, ο αναιρεσείων δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προέβαλε το αίτημα να του αναγνωρισθεί, μεταξύ άλλων, και το ελαφρυντικό της περιπτώσεως α της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ.
Ειδικότερα, προέβαλε ως αυτοτελή ισχυρισμό, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και αναπτύχθηκε προφορικά τα εξής κατά πιστή μεταφορά : " ... Όπως προέκυψε από το σύνολο της δικογραφίας αλλά και από την ακροαματική διαδικασία, εκτός από το ότι έχω λευκό ποινικό μητρώο, ασκώ ήδη επί εικοσαετία το λειτούργημα του δικηγόρου, όντας μέλος του Δ.Σ.Α.
Στα πλαίσια της ενασκήσεως του λειτουργήματος μου αυτού έχω υπερασπιστεί συχνότατα άνευ αμοιβής άπορα άτομα και έχω παράσχει αφιλοκερδώς τις συμβουλές μου σε οικονομικά ασθενείς συνανθρώπους μου. Ήδη από πολλών ετών έχω αναπτύξει κοινωνική και εκκλησιαστική δράση, δραστηριοποιούμενος σε ενοριακές επιτροπές των ενοριών της ..., συμμετέχοντας στην οργάνωση φιλανθρωπικών δράσεων και άλλων συναφών δραστηριοτήτων.
Όντας κάτοχος διπλώματος πιάνου και βυζαντινής μουσικής έχω συμβάλει τόσο με προσωπική εργασία όσο και με κατά καιρούς οικονομικές χορηγίες στην διάδοση της βυζαντινής μουσικής και στην εκμάθησή της από μαθητές του δημοτικού και του γυμνασίου. Είμαι έγγαμος, πατέρας τριών τέκνων, ηλικίας δέκα και εννέα ετών και ενός βρέφους πέντε μηνών, ασχολούμενος ενεργά και μετ’ επιτάσεως με την ανατροφή των τέκνων μου στα πλαίσια ελληνοχριστιανικής οικογένειας.
Κατόπιν των ανωτέρω, φρονώ ότι πληρούνται στο πρόσωπό μου οι προϋποθέσεις της θετικής και επωφελούς για την κοινωνία συμπεριφοράς μου, που απαιτεί η πρόσφατη νομολογία του Δικαστηρίου Σας, προκειμένου να μου αναγνωρισθούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του προτέρου εντίμου βίου ...". To Δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφασή του αναγνώρισε στο πρόσωπο του αναιρεσείοντα τη συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης της μετέπειτα καλής συμπεριφοράς (αρθρ. 84 παρ. 2 ε’ ΠΚ), απέρριψε δε τον παραπάνω νόμιμο και ορισμένο αυτοτελή ισχυρισμό του περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπο του και της ελαφρυντικής περίστασης του προτέρου εντίμου βίου (αρθρ. 84 παρ. 2 α’ ΠΚ) με την ακόλουθη αιτιολογία : "...Στην προκειμένη περίπτωση μέχρι την τέλεση των παραπάνω πράξεων εκ μέρους του 1ου κατηγορουμένου δεν αποδεικνύεται ότι αυτός έζησε πρότερο έντιμο βίο αφού η ψυχοδυναμική της προσωπικότητάς του, όπως αποτυπώνεται στην όλη συγκεκριμένη εγκληματική του δραστηριότητα αποκλείει, ως εκ της βαρύτητας των πράξεών του, οι οποίες ενέχουν μεγάλη απαξία, ότι αυτός έζησε μέχρι την τέλεσή τους έντιμο βίο και ότι εξετράπη έκτοτε σε εγκληματικές δραστηριότητες.
Εξάλλου η έντιμη ζωή δεν έχει μόνο αρνητικό περιεχόμενο που προκύπτει από τη μη ύπαρξη καταδίκης (από το αντίγραφο ποινικού του μητρώου προκύπτουν δύο καταδίκες σε χρηματική ποινή για παράβαση ν. 40/75 και ΚΟΚ), αλλά έχει βασική αυτοτελή θετική υπόσταση σε όλους τους τομείς της κοινωνικής δραστηριότητας πριν από την τέλεση των πράξεων που δεν προκύπτουν εν προκειμένω, απορριπτομένου του αιτήματος αυτού για αναγνώριση της συνδρομής στο πρόσωπο του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 α ΠΚ ως αβασίμου...." Με δεδομένο όμως ότι ο έντιμος βίος δεν αναιρείται από πρότερες καταδίκες μικρής κοινωνικής σημασίας, άποψη την οποία εμμέσως πλην σαφώς δέχεται και η προσβαλλομένη, η παραπάνω αιτιολογία δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού το Δικαστήριο δεν αναφέρεται στα συγκεκριμένα περιστατικά (δωρεάν παροχή νομικών υπηρεσιών σε άπορα άτομα, δραστηριοποίηση σε ενοριακές επιτροπές, οργάνωση φιλανθρωπικών δράσεων, συμβολή στη διάδοση και εκμάθηση της βυζαντινής μουσικής κ.λ.π.), των οποίων έγινε επίκληση από τον αναιρεσείοντα και δεν εκθέτει αρνητικά περιστατικά σκέψεις και συλλογισμούς, προς αντίκρουση των υπό του κατηγορουμένου επικαλουμένων ανωτέρω θετικών τοιούτων, τα οποία οδήγησαν στην απορριπτική του κρίση.
Επομένως, ο, από το άρθρο 510§ 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αυτά, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχή του, να αναιρεθεί εν μέρει, ως προς τον αναιρεσείοντα Ι. Λ., η προσβαλλομένη απόφαση και δη ως προς την απορριπτική της διάταξη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού του, αναγκαίως δε και ως προς τη διάταξή της για την επιβολή σ’ αυτόν ποινής, και να παραπεμφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 519 του ΚΠΔ, η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από Δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, προκειμένου να κρίνει για τη συνδρομή ή όχι στο πρόσωπο του αναιρεσείοντα και της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84§2 εδ.
α’ ΠΚ και, αναλόγως προς την επ αυτής παραδοχή του, να επιμετρήσει την αρμόζουσα στον αναιρεσείοντα ποινή, απορριπτόμενης, κατά τα λοιπά, της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ’ αριθ. 875, 1197, 1820/2014 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και συγκεκριμένα ως προς την απορριπτική του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντα Ι. Λ. του Α. για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84§2 εδ. α’ ΠΚ διάταξή της καθώς και ως προς τη διάταξη αυτής περί επιβολής σ’ αυτόν ποινής.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για νέα, κατά το μέρος αυτό, συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατά τα λοιπά την από 17-4-2015 με αριθμό ...2015 αίτηση του Ι. Λ. του Α., κατοίκου ..., οδός ..., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 875, 1197, 1820/2014 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Νοεμβρίου 2016. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Δεκεμβρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ