Legislator Case Law & Legislation
1897/2011 AI generated

1897/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1897/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/4/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7451/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9606/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 21/5/2009 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1897/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, το άρθρο 35 του Ν. 3329/2005 ορίζει ότι: "1. Στο προσωπικό που υπηρετεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, καθώς και στους αποσπασμένους σε αυτή και στο μετακλητό προσωπικό, χορηγείται μηνιαίο επίδομα ειδικής απασχόλησης που ανέρχεται στο ποσό των διακοσίων (200) ευρώ για το χρονικό διάστημα από την 1η Ιανουαρίου 2005 και εφεξής. - 2.

Keywords

AI generated
medically certified work incapacity sick pay insurance benefits sick leave health impairment in military insurance suspension of benefits occupational disability benefits
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1897 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1897/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ "ΑΓΙΟΣ ΠΑΥΛΟΣ"" που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Χριστοδουλόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Η. του Δ., 2) Δ. Κ. του Π., 3) Β.-Ε. Μ. του Σ., 4) Π. Γ. του Χ., 5) Ε. Ζ. του Δ., 6) Η. Π. του Κ., 7) Δ. Χ. του Χ., 8) Γ. Θ. του Δ., 9) Β. Π. του Π., 10) Γ. Χ. του Γ., 11) Ε.-Δ. Τ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/4/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7451/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9606/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 21/5/2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 10/11/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της ένδικης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η συζήτηση της ένδικης αιτήσεως, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 9606/2009 τελεσίδικης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, επισπεύδεται με επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων, όπως προκύπτει από την με ημερομηνία 24-12-2010 κλήση, με την στο τέλος αυτής πράξη του Προέδρου του Τμήματος, για ορισμό δικασίμου και η οποία επιδόθηκε στο αναιρεσείον, όπως βεβαιώνεται με σχετική επ' αυτής , με ημερομηνία 1-7-2011 επισημείωση του επιδώσαντος δικαστικού επιμελητή. Επομένως και εφόσον οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν στο δικαστήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν νόμιμα, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης κατά τη σειρά του οικείου πινακίου, πρέπει να δικασθούν ερήμην, να συζητηθεί όμως η υπόθεση, σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 576 παρ. 1 Κ.Πολ. Δικ.).

Από τις διατάξεις των άρθρων 4 παράγραφος 1 και 22 παράγραφος 1β του Συντάγματος, η δεύτερη των οποίων αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της θεσπιζομένης με την πρώτη αρχής της ισότητας και εφαρμόζεται επί μισθωτών απασχολουμένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, επιβάλλεται στον νομοθέτη η θέσπιση ίσης αμοιβής για τους εργαζομένους, ανεξαρτήτως φύλου ή άλλης διακρίσεως, εφόσον όμως παρέχουν την ίδια ποιοτική και ποσοτική εργασία, εργαζόμενοι κάτω από τις ίδιες συνθήκες και με τα αυτά προσόντα (Ολ.ΑΠ 13/2003).

Δεν αντίκειται, συνεπώς στη συνταγματική αρχή της ισότητας και δεν αποκλείει στον νομοθέτη τη δυνατότητα διαφορετικής ρύθμισης περιπτώσεων που τελούν υπό διαφορετικές ή ειδικές συνθήκες, δηλαδή περιπτώσεων ανομοίων, καθώς και όταν άλλος είναι ο ρυθμιστικός παράγοντας που καθορίζει τη μισθολογική κατάσταση μιας κατηγορίας υπαλλήλων από εκείνον που ρυθμίζει την ίδια κατάσταση άλλης κατηγορίας υπαλλήλων, αφού η ρύθμιση του πιο πάνω θέματος από τον ένα παράγοντα, μη δυναμένη να υπερβεί το πεδίο ισχύος της, δεν μπορεί να θεωρηθεί με την παράλειψη ρύθμισης του ίδιου θέματος άλλης κατηγορίας ως παραβιάζουσα την αρχή της ισότητας (Ολ.ΑΠ 13/1997).

Περαιτέρω, το άρθρο 35 του Ν. 3329/2005 ορίζει ότι: "1. Στο προσωπικό που υπηρετεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, καθώς και στους αποσπασμένους σε αυτή και στο μετακλητό προσωπικό, χορηγείται μηνιαίο επίδομα ειδικής απασχόλησης που ανέρχεται στο ποσό των διακοσίων (200) ευρώ για το χρονικό διάστημα από την 1η Ιανουαρίου 2005 και εφεξής. - 2.

Το επίδομα αυτό δεν συμψηφίζεται με την προσωπική διαφορά που προβλέπεται στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 24 του Ν. 3205/2003. - 3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης το επίδομα αυτό μπορεί να αναπροσαρμόζεται". Περαιτέρω, με το άρθρο 13 παρ. 1 του Ν. 3627/2007, ορίσθηκε ότι "Δικαιούχοι του επιδόματος ειδικής απασχόλησης του άρθρου 35 του ν. 3329/2005, όπως αυτό ισχύει, είναι και όσοι υπηρετούν στις Κεντρικές Υπηρεσίες των Υγειονομικών Περιφερειών".

Σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του ως άνω νόμου 3329/2005, η χορήγηση του παραπάνω βοηθήματος αιτιολογείται ως εξής: "Προτείνεται η χορήγηση του επιδόματος ειδικής απασχόλησης στους υπαλλήλους της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (Τακτικό προσωπικό και μετακλητοί υπάλληλοι) και στους αποσπασμένους σε αυτή, λόγω του αυξημένου φόρτου εργασίας και των αυξημένων ευθυνών που τους αναλογούν μετά τις αλλαγές που επέρχονται στο Εθνικό Σύστημα Υγείας, με την κατάργηση των Πε.ΣΥ.Π., τη δημιουργία των Διοικήσεων Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Π.Ε.) και την αναμόρφωση των Νοσοκομείων σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου.

Συγκεκριμένα, μετά τις ανωτέρω δομικές αλλαγές στο χώρο της υγείας, οι εργαζόμενοι στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης έχουν αναλάβει έναν συντονιστικό και επιτελικό ρόλο, ο οποίος συνίσταται στην παρακολούθηση και στο συντονισμό των δραστηριοτήτων όλων των ανωτέρω εποπτευόμενων φορέων, προκειμένου να επιτευχθεί η καλύτερη δυνατή οργάνωση τους, σε όφελος του χρήστη των υπηρεσιών υγείας.

Είναι σαφές ότι ο συντονιστικός και επιτελικός αυτός ρόλος συνεπάγεται αυξημένες ευθύνες και υποχρεώσεις, οι οποίες επιβάλλουν τη χορήγηση του επιδόματος ειδικής απασχόλησης. Εξάλλου, οι εργαζόμενοι στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης είχαν ήδη επιφορτισθεί με πρόσθετες υποχρεώσεις, στα πλαίσια των υπηρεσιακών τους καθηκόντων, μετά τις αλλαγές που επήλθαν στο χώρο της υγείας με τους νόμους 2889/2001, 3106/2003, 3204/2003 και 3209/2003 (ίδρυση Ε.ΣΥ.Κ.Φ., εποπτεία του προγράμματος "Βοήθεια στο Σπίτι", υπαγωγή των Μονάδων Κοινωνικής Φροντίδας στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης).

Περαιτέρω, η αλλαγή του συστήματος προμηθειών των νοσοκομείων, με τη δημιουργία μιας ενιαίας επιτροπής στο Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, τη σύσταση ενός εθνικού μητρώου προμηθευτών και την κατάρτιση ενιαίου κωδικολογίου για όλα τα προμηθευόμενα είδη, συνεπάγεται επιπρόσθετο φόρτο εργασίας και ευθύνες για τους εργαζομένους στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.

Για όλους τους ανωτέρω λόγους προτείνεται η χορήγηση του επιδόματος ειδικής απασχόλησης στο προσωπικό που υπηρετεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και στο αποσπασμένους σε αυτή" (βλ. την άνω ΕισΕκθ σε ΚωδΝοΒ 2005, 560). Η χορήγηση δηλαδή του επιδόματος ειδικής απασχόλησης του άρθρου 35 του Ν. 3329/2005 συνάπτεται ευθέως και αμέσως με την προϋπόθεση οι αξιούντες αυτό να απασχολούνται πραγματικά στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (η οποία έχει και βάρος της υλοποίησης των προγραμματισμένων μεταρρυθμίσεων στον χώρο της υγείας) και όχι απλώς να κατέχουν οργανική θέση στο εν λόγω Υπουργείο (Γνωμ.ΝΣΚ 44/2006 ΝΟΜΟΣ).

Εξάλλου, οι Υπάλληλοι της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης υπάγονται στο ενιαίο μισθολογικό καθεστώς των δημοσίων υπαλλήλων των Ν. 2470/1997 και 3205/2003, Μέρος Α' (άρθρα 1 - 28). Όσον αφορά τους γιατρούς του Εθνικού Συστήματος Υγείας (ΕΣΥ), αυτοί περιλαμβάνονται στην κατηγορία των υπαλλήλων γα τους οποίους ισχύει ειδικό μισθολόγιο, σύμφωνα με το άρθρο 30 του Ν. 1397/1983 "Εθνικό Σύστημα Υγείας" και ήδη με το Κεφ.

Γ του Ν. 3205/2003, που φέρει τον τίτλο "ΙΑΤΡΟΙ ΕΘΝΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΥΓΕΙΑΣ", στα άρθρα 43-45 του οποίου ρυθμίζονται τα μισθολογικά θέματα των ιατρών του ΕΣΥ, ενώ εξαιρούνται από την υπαγωγή τους στο ενιαίο μισθολόγιο των δημοσίων εν γένει υπαλλήλων τόσο με το άρθρο 1 παράγραφος 2 περ. δ' του Ν. 2470/1997 όσο και με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 1 παράγραφος 2 περ.

β του Ν. 3205/2003. Στους γιατρούς του ΕΣΥ περιλαμβάνονται και οι ειδικευόμενοι ιατροί, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Ν. 1397/1933, καθώς και το άρθρο 43 παράγραφος 1 περ. δ' του Ν. 3205/2003, η σχέση δε εργασίας που τους συνδέει με το Νοσοκομείο είναι ιδιωτικού δικαίου, κατ' άρθρο 1 παράγραφος 2 του Ν. 123/1975 (ΑΠ 1084/1998). Τέλος, κατά το άρθρο 6 του Π.Δ. 95/2000 (Οργανισμός του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας), "Το Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας περιλαμβάνει την Κεντρική Υπηρεσία και τις Αποκεντρωμένες Υπηρεσίες.

Η Κεντρική Υπηρεσία διαρθρώνεται σε Γενικές Διευθύνσεις, Τμήματα, Γραφεία και Αυτοτελείς Υπηρεσίες, ως εξής: ...". Σύμφωνα με τα ανωτέρω και στα πλαίσια του διαμορφωθέντος με τις προαναφερθείσες διατάξεις για τους ιατρούς του ΕΣΥ ειδικού μισθολογίου δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 4 παράγραφος 1 του Συντάγματος η μη πρόβλεψη για τη χορήγηση και σε αυτούς της ως άνω μισθολογικής παροχής, αφού οι ιδιαίτερες συνθήκες υπό τις οποίες εργάζονται και για τις οποίες ειδικώς αμείβονται, καθιστούν τη ρύθμιση αυτή συμβατή με τους ορισμούς του άρθρου 4 του Συντάγματος και δεν συνιστά άνιση δυσμενή μεταχείριση τους έναντι των υπολοίπων εν γένει δημοσίων υπαλλήλων, μεταξύ δε αυτών και των υπαλλήλων της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, που λαμβάνουν την παροχή αυτή, διότι δεν πρόκειται για κατηγορίες προσώπων που τελούν υπό ουσιωδώς όμοιες συνθήκες, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία δημοσίων λειτουργών ως προς τη μισθολογική και την υπηρεσιακή τους εν γένει κατάσταση (βλ.

και Α.Π. 1593/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: Ότι οι αναιρεσίβλητοι υπηρετούν ως ειδικευόμενοι ιατροί στο ήδη αναιρεσείον Νοσοκομείο, δυνάμει συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ορισμένου χρόνου. Ότι αυτοί υπάγονται στο "μισθολογικό πλαίσιο" του Ν. 1397/1983 "Περί μισθοδοσίας ιατρών Ε.Σ.Υ.

κ.λπ.", όπως αυτό τροποποιήθηκε με το Ν. 2606/1998 και ισχύει σήμερα, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1 περ.1, 2,4 και 8 Ν. 123/1975 και ΝΔ 2592/1953, που αφορούν ειδικότερα τους ειδικευόμενους ιατρούς, ανήκουν οργανικά στο Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και έχουν νόμιμο δικαίωμα σε απολαβή κάθε μισθολογικής παροχής, που προσαυξάνει, άλλως επεκτείνει κάθε αντίστοιχη μισθολογική παροχή, η οποία ήδη προβλέπεται και χορηγείται σε συναδέλφους τους, υπαλλήλους του Υπουργείου Υγείας, δυνάμει του άρθρου 35 του Ν. 3329/2005".

Με βάση τις παραδοχές αυτές και κατ' επίκληση της αρχής της ισότητας, δέχθηκε το δικαστήριο, ότι οι ενάγοντες δικαιούνται να λάβουν και αυτοί το με άρθρο 35 Ν. 3329/2005 παρεχόμενο επίδομα, στη συνέχεια δε απέρριψε την έφεση κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (Ειρηνοδικείου), με την οποία έγινε δεκτή η ένδικη αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων.

Έτσι όμως, που έκρινε, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε την ως άνω διάταξη του άρθρου 35 Ν. 3329/2005 καθώς και αυτές των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1β του Συντάγματος, καθόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας, αφού πρόκειται περί διαφορετικής κατηγορίας υπαλλήλων, που εργάζονται κάτω από ανόμοιες συνθήκες, με διαφορετικό μισθολογικό καθεστώς και συνεπώς δε μπορεί να γίνει δεκτό ότι το επίδικο επίδομα, που χορηγήθηκε στους υπαλλήλους, που εργάζονται στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, δικαιούνται να λάβουν και οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, ειδικευόμενοι ιατροί.

Επομένως και κατά παραδοχή του μοναδικού, από τον αριθμό δε 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δικ., λόγου της ένδικης αίτησης, στηριζόμενης στη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, κατά το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 9606/2009 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, εκ δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Δεκεμβρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ