Supreme Court dismisses appeal for lack of grounds regarding evidence evaluation and document distortion claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a property dispute. The appellant argued the lower court ignored a claim about a structure on the disputed land and distorted a title deed, but the court found these were merely arguments supporting the main claim rather than independent grounds for appeal. Furthermore, the court determined the lower court based its finding on a holistic assessment of all evidence, not solely on the alleged distorted document. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellant was ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(19) C.P.D.; Art. 559(8) C.P.D.; Art. 559(20) C.P.D.: An appeal is inadmissible if the alleged omission concerns only the analysis of evidence rather than a lack of reasoning, and distortion of a document is not established when the court considered the document alongside other evidence to form its conclusion.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1897 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1897/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ..., το γένος ..., κατοίκου ΗΠΑ, και διαμενούσης στην πόλη της ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Γιαουτζή με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ. Του αναιρεσιβλήτου: ... κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Φατούρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-8-1993 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σάμου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19/1994 μη οριστική, 133/1996 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 214/1997 μη οριστική, 201/2000 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-1-2001 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 10-4-2009 έκθεσή, του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία} ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ ΑΠ 1/1999, ΟΛ ΑΠ 32/1996).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 1987/2007).
Τέλος οι από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ. λόγοι αναίρεσης δημιουργούνται μόνο προκειμένου για παράβαση, ευθεία ή εκ πλαγίου, αντίστοιχα, κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, όχι όμως και κανόνων του δικονομικού δικαίου. Δικονομικοί θεωρούνται οι κανόνες δικαίου εκείνοι που καθορίζουν τη διαδικασία, τα όργανα και τη μορφή της έννομης προστασίας.
Τέτοιες είναι και οι διατάξεις των άρθρων 269 παρ. 1, 527 παρ. 3, 529 παρ. 2 και η διάταξη του άρθρου 261 εδ. β' ΚΠολΔ, κατά την οποία, εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού απόκειται στο δικαστή να κρίνει σε συνδυασμό με τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση.
Στην προκείμενη περίπτωση με τους πρώτο από τους αρ. 1και 19 και τρίτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγους αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να κρίνει ως ταυτόσημο το από Σεπτεμβρίου 1990 τοπογραφικό διάγραμμα της αρχιτέκτονος - μηχανικού ..., στο οποίο προσδιορίζεται ο επίδικος χώρος, με ένα νέο διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού ..., με το σκεπτικό ότι η εναγομένη - αναιρεσείουσα δεν αμφισβήτησε το νέο διάγραμμα και με το να δεχθεί ως ομολογημένους τους σχετικούς ισχυρισμούς της εναγομένης, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 261 εδ.
β', 269 παρ. 1 και 527 παρ. 3 ΚΠολΔ και μάλιστα χωρίς την αιτιολογία του άρθρου 529 παρ. 2 ΚΠολΔ. . Οι λόγοι όμως αυτοί σε σχέση με τις παραπάνω αιτιάσεις τους είναι απαράδεκτοι, προεχόντως, διότι, όπως προαναφέρθηκε, οι πιο πάνω διατάξεις δεν περιέχουν κανόνες ουσιαστικού δικαίου. Επίσης με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προβάλλει και την αιτίαση ότι το Εφετείο, ενώ με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχεται ως ομολογημένο κατ' άρθρο 261 εδ.
β' ΚΠολΔ, την εμβαδόν μέτρηση του επιδίκου ακινήτου σε 687,83 τμ, θεωρώντας ότι αυτό κατά το ως άνω εμβαδόν ανήκει στον ενάγοντα δεν δικαιολογεί γιατί το υπόλοιπο τμήμα του επιδίκου δεν ανήκει σ' αυτόν, χωρίς ακόμη να εκθέτει κατά ποίο τρόπο διενεργούντο διακατοχικές πράξεις από τον ενάγοντα στο επίδικο και τους δικαιοπαρόχους του και τέλος ποιές διακατοχικές πράξεις ενήργησε η εναγομένη στο υπόλοιπο τμήμα του επιδίκου.
Όμως, ενόψει του ότι τα ως άνω εκτιθέμενα περιστατικά συνιστούν ελλείψεις αναγόμενες στη στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος το οποίο εκτίθεται σαφώς και, συνεπώς, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες, ο λόγος αυτός, κατά την παραπάνω αιτίασή του, είναι απαράδεκτος.
Περαιτέρω με τον τέταρτο λόγο, κατά το δεύτερο τμήμα του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι η προ βαλλόμενη απόφαση δέχθηκε την απόκτηση της κυριότητας από τον ενάγοντα με έκτακτη χρησικτησία, στηριζόμενη στις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης, παρόλο που οι αναφερόμενες στο αναιρετήριο αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων δέχθηκαν ότι νομέας του επιδίκου ήταν η εναγόμενη, χωρίς να αιτιολογήσει γιατί αγνόησε τις αποφάσεις αυτές.
Η αιτίαση όμως αυτή αναφέρεται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία όμως εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο και συνεπώς, ο πιο πάνω λόγος είναι απαράδεκτος. Τέλος η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, ενώ δέχεται ότι υπάρχει αμφισβήτηση περί του αν το επίδικο περιλαμβάνεται στους τίτλους του ενάγοντος, παρά ταύτα κατά τρόπο αντιφατικό δέχθηκε κυριότητα του τελευταίου με παράγωγο τρόπο.
Ο λόγος αυτός στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, επειδή, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή εκτίμηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), το Εφετείο δεν δέχθηκε παράγωγο τρόπο απόκτησης της κυριότητας του επιδίκου από τον αναιρεσίβλητο, αλλά μόνο έκτακτη χρησικτησία και, συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, .από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα αποδεικτικά στοιχεία, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα (Ολ ΑΠ 42/2002, ΑΠ 1072-3/2005).
Στην υπόθεση που κρίνεται από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά, τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και από τα έγγραφα, τα.οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσεκόμισαν πρωτοδίκως και κατ' έφεση σε συνδυασμό με το όλο .περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του, και τις υπ' αρ. 34/1990, 18/1994 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Σάμου και 43/1991 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σάμου, οι οποίες δέχθηκαν ότι νομέας του επιδίκου είναι η αναιρεσείουσα.
Επομένως ο τέταρτος λόγος κατά το πρώτο τμήμα του, από το άρθρο 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ., όπως αυτός εκτιμάται, είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία συγχωρείται αναίρεση και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, θεωρούνται "πράγματα" οι ουσιώδεις και αυτοτελείς ισχυρισμοί που αποτελούν αναγκαίο και υποχρεωτικό στοιχείο για τη -θεμελίωση, κατάλυση και παρακώλυση του δικαιώματος που προβάλλει ο διάδικος εγείροντας μια αγωγή ή ασκώντας μια ένσταση ή μια αντένσταση, περίπτωση που δεν συντρέχει όταν οι ισχυρισμοί αυτοί συνιστούν άρνηση, που μπορεί να είναι γενική ή ειδική, των παραπάνω ενδίκων ενεργειών ή επιχειρήματα για την αντίκρουση της νομιμότητάς τους ή ακόμη συμπεράσματα που αντλεί το δικαστήριο από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.
ΑΠ 3/1997, Ολ. ΑΠ 469/1984, ΑΠ 469/1984, ΑΠ 953/1991). Στην προκείμενη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο, κατά το τρίτο τμήμα του από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της ότι εντός του επιδίκου ακινήτου υπήρχε κτίσμα (καλύβι) και υπολήνιο και ότι ο ενάγων "εσκεμμένα με βουνά από χώματα καταπλάκωσε αυτά πριν την άσκηση της αγωγής του", με συνέπεια να δεχθεί ότι αυτή δεν ήταν νομέας του επιδίκου.
Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι ο ως άνω ισχυρισμός που προτάθηκε δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την προδιαληφθείσα έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αλλά επιχείρημα για τη στήριξη του πιο πάνω ισχυρισμού της εναγομένης.
IV. Για να θεμελιωθεί ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτικού γεγονότος (Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 2011/2007). Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο της αναίρεσής της προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ' αρ. ...προικοσυμφώνου του συμ/φου Βαθέος Σάμου Ιωάννη Σπύρη, που αποτελεί τίτλο ιδιοκτησίας της δικαιοπαρόχου μητέρας της, με το να δεχθεί ότι δεν περιλαμβάνεται σ' αυτό το επίδικο ακίνητο. Όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, επειδή, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο στην κρίση του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων και όχι αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το παραπάνω έγγραφο, όπως απαιτεί για την ίδρυση του συναφούς λόγου αναίρεσης το άρθρο 559 αρ. 20 Κ Πολ Δ.
V. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-1-2001 αίτηση της ... για αναίρεση της 201/2000 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου.-
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ