Legislator Case Law & Legislation
1896/2025 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against air carrier liability ruling, remanding case for retrial on causation grounds.

Case Number 1896/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal filed by Swissport against a lower court ruling on liability for an aircraft accident. While the court rejected the argument that a third party solely caused the incident, it accepted the appellant's claim regarding the causal link between the defendant's actions and the damage. Consequently, the lower court's decision was annulled on the contested grounds and remanded for retrial, with costs allocated to the losing party.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The court held that where a third party's fault is alleged, the defendant remains liable if their conduct contributed to the damage, necessitating a retrial to determine the specific causal relationship.

Keywords

AI generated
air carrier liability third party fault causal relationship remand for retrial Code of Civil Procedure annulment of judgment allocation of costs

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189(1) of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1896 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1896/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια και Μαρία Πετσάλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α. Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "ΣΟΥΙΣΠΟΡΤ - ΑΒΙΑΡΕΤΙΣ ΕΛΛΑΣ ΕΠΙΓΕΙΑ ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΣΗ ΑΕΡΟΣΚΑΦΩΝ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (πρώην "ΣΟΥΙΣΠΟΡΤ - ΑΒΙΑΡΕΠΣ ΕΛΛΑΣ ΕΠΙΓΕΙΑ ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΣΗ ΑΕΡΟΣΚΑΦΩΝ"), που εδρεύει στο Ηράκλειο Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κυριακάκη που ανακάλεσε την από 31/1/205 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ ΑΙΓΑΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στα Σπάτα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Κωνσταντινίδη που ανακάλεσε την από 31/1/2025 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Της Προσθέτως Παρεμβαίνουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "GENERALI HELLAS ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαχρονόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Β. Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ ΑΙΓΑΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στα Σπάτα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Κωνσταντινίδη που ανακάλεσε την από 31/1/2025 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Εταιρείας με την επωνυμία "ΣΟΥΙΣΠΟΡΤ - ΑΒΙΑΡΕΠΣ ΕΛΛΑΣ ΕΠΙΓΕΙΑ ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΣΗ ΑΕΡΟΣΚΑΦΩΝ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο Ηράκλειο Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κυριακάκη που ανακάλεσε την από 31/1/2025 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "GENERALI HELLAS ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαχρονόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/11/2017 αγωγή της υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσιβλήτου και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσείουσας, τις από 8/1/2018 ανταγωγή και προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή της υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσείουσας και υπό στοιχείο Β ήδη πρώτης αναιρεσιβλήτου και την από 30/1/2018 πρόσθετη παρέμβαση της υπό στοιχείο Α ήδη προσθέτως παρεμβαίνουσας και υπό στοιχείο Β ήδη δεύτερης αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 647/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 10/2023 του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η υπό στοιχείο Α αναιρεσείουσα με την από 17/3/2023 αίτησή της και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτεραία κατάσταση με το από 31/1/2025 δικόγραφο και η υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσα με την από 29/12/2023 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της Α ήδη αναιρεσείουσας και υπό στοιχείο Β ήδη πρώτης αναιρεσιβλήτου ζήτησε την παραδοχή της από 17/3/2023 αιτήσεως, την επαναφορά των πραγμάτων στην προτεραία κατάσταση και την απόρριψη της από 29/12/2023 αιτλησεως, ο πληρεξούσιος της υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσας και υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσιβλήτου την παραδοχή της από 29/12/2023 αιτήσεως και την απόρριψη της από 17/3/2023 αιτήσεως και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία, κατ` άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο, σε κάθε στάση της δίκης, μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 450/2024,ΑΠ 1356/2023, ΑΠ 313/2023,ΑΠ 1667/2022, ΑΠ 1582/2022, ΑΠ 851/2021, ΑΠ 670/2020, ΑΠ 1305/2019, ΑΠ 836/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, συντρέχει νόμιμη περίπτωση συνεκδίκασης, λόγω της πρόδηλης συνάφειάς τους και επειδή έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης, των: Α) από 17-3-2023 (11/17-3-2023) και Β) από 29-12-2023 (1/2-1-2024) αντίθετων αιτήσεων για αναίρεση της 10/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και δέχθηκε μεν τύποις, αλλά απέρριψε κατ` ουσίαν τις αντίθετες εφέσεις της ενάγουσας και της εναγομένης, ήδη αναιρεσείουσες και αναιρεσίβλητες και της προσθέτως υπέρ της εναγομένης παρεμβάσας, κατά της εκδοθείσας κατά την αυτή διαδικασία με αριθ. 647/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, με την οποία είχαν γίνει εν μέρει δεκτές η αγωγή, από σύμβαση παροχής υπηρεσιών επίγειας εξυπηρέτησης αεροσκαφών και αδικοπραξία, της τότε εκκαλούσας-εφεσίβλητης-ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας της Β' αναίρεσης και η ανταγωγή της τότε εφεσίβλητης-εκκαλούσας-αντενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας της Α' αναίρεσης και απορρίφθηκε η πρόσθετη υπέρ της εναγομένης παρέμβαση που άσκησε η δεύτερη αναιρεσίβλητη της Β' αναίρεσης κατά το μέρος που έγινε δεκτή η αγωγή. Οι αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, και, συνεπώς, είναι παραδεκτές (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ).Επομένως, πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ αν, σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει τον διάδικο αυτόν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλείται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί, είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής της από τις αντανακλαστικές συνέπειες της, ενώ ως τρίτος, κατά την έννοια της ίδιας διάταξης του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υπόθεσης (ΑΠ 1761/2023, ΑΠ 977/2023, ΑΠ 663/2023, ΑΠ 1307/2022, ΑΠ 1329/2017).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή και κοινοποιείται σε όλους τους διαδίκους, ήτοι με την κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση ως αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας. Η κοινοποίηση της πρόσθετης παρέμβασης, που ασκείται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρέπει, εφόσον δεν ζητήθηκε και δεν διατάχθηκε σύμφωνα με το άρθρο 150 ΚΠολΔ σύντμηση προθεσμίας, να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι την άσκησή της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 86/2018).

Στην προκείµενη περίπτωση, η δεύτερη αναιρεσίβλητη της Β' αναίρεσης, ασκεί πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσείουσας της Α' αναίρεσης(και πρώτης αναιρεσίβλητης της Β' αναίρεσης) ως δικονομική εγγυήτρια αυτής και κατά της αναιρεσίβλητης της Α' αναίρεσης (και αναιρεσείουσας της Β' αναίρεσης). Ωστόσο, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, η ως άνω προσθέτως παρεμβαίνουσα, είχε ασκήσει ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της τότε εναγομένης της κύριας αγωγής, η οποία κρίθηκε παραδεκτή από το ως άνω Δικαστήριο, ενώ στη συνέχεια άσκησε έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία και κρίθηκε παραδεκτή από το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση και παραστάθηκε κατά την εκδίκασή της.

Κατόπιν αυτών, το άνω αυτοτελές δικόγραφο, με το οποίο η παραπάνω ασκεί πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσείουσας της Α' αναίρεσης (εναγομένης της κύριας αγωγής) ενώπιον του Αρείου Πάγου, εκτιμάται ως δικόγραφο για την ανάπτυξη των ισχυρισμών της προς υπεράσπιση των λόγων αναίρεσης και όχι ως δικόγραφο "πρόσθετης παρέμβασης", όπως επιγράφεται, καθόσον αυτή θα ήταν άνευ αντικειμένου, ενόψει του ότι, όπως ήδη εκτέθηκε, η προσθέτως παρεμβαίνουσα είχε ήδη παραδεκτά ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της τότε εναγομένης της κύριας αγωγής και ήδη αναιρεσείουσας της Α' αναίρεσης κατά τη διεξαχθείσα ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου δίκη και, συνεπώς, την ιδιότητα του προσθέτως παρεμβαίνοντος διατήρησε στη συνέχεια, τόσο κατά τη δευτεροβάθμια δίκη, όπου επίσης παραστάθηκε, όσο και ενώπιον του Αρείου Πάγου.

3. Κατά το άρθρο 558 ΚΠολΔ η αναίρεση απευθύνεται κατ' εκείνων που ήσαν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, επί αναγκαστικής δε ομοδικίας πρέπει να απευθύνεται κατά πάντων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 91/2005).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.

Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.

Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 267/2021,ΑΠ 362/2020, ΑΠ 177/2011, ΑΠ 1485/2006).

Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η αίτηση αναίρεσης του καθού η πρόσθετη παρέμβαση, δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, διότι αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη ανέλαβε τον δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος, ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση, καθώς και στην περίπτωση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης (ΑΠ 884/2024,ΑΠ 1351/2023, ΑΠ 921/2023, ΑΠ 644/2023, ΑΠ 561/2023, ΑΠ 5/2023, ΑΠ 267/2021, ΑΠ 680/2016, ΑΠ 711/2015, ΑΠ 569/2013).

Πάντως, αν η αναίρεση απευθυνθεί και κατά του προσθέτως παρεμβάντος, δεν ιδρύεται απαράδεκτο και εκτιμάται τούτο ως κλήση για τη συζήτηση της αναίρεσης (ΑΠ 477/2025,ΑΠ 765/2023,ΑΠ 813/2020, ΑΠ 591/2018),ενόψει του ότι κατά το άρθρο 81 παρ. 3 εδ. α' του ΚΠολΔ, ο παρεμβαίνων καλείται στις επόμενες διαδικαστικές πράξεις από το διάδικο που επισπεύδει τη δίκη και κατά το άρθρο 82 εδ. γ' του ίδιου Κώδικα, αποφάσεις και δικόγραφα που επιδίδονται στους κυρίους διαδίκους πρέπει να επιδίδονται και σε εκείνον που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 88 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, στην περίπτωση της πρόσθετης παρέμβασης του δικονομικού εγγυητή, εκούσιας ή μετά από προσεπίκληση, πρόκειται για απλή πρόσθετη παρέμβαση, αφού η ισχύς της απόφασης της κύριας δίκης δεν εκτείνεται και στις σχέσεις μεταξύ του δικονομικού εγγυητή (παρεμβαίνοντος) και του αντιδίκου του (ΑΠ 382/2017, ΑΠ 1202/2015, ΑΠ 1741/2012).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), η αναιρεσείουσα της Β' αναίρεσης (και αναιρεσίβλητη της Α' αναίρεσης), άσκησε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου την από 8-11-2017 αγωγή της κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης της Β' αναίρεσης (και αναιρεσείουσας της Α' αναίρεσης), με την οποία ζητούσε να της καταβάλει αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω των ζημιών και της ηθικής βλάβης που προκλήθηκαν σ'αυτήν με ευθύνη των προστηθέντων της (πρώτης αναιρεσίβλητης), οι οποίοι ενεργούσαν στα πλαίσια σύμβασης παροχής υπηρεσιών επίγειας εξυπηρέτησης αεροσκαφών. Η πρώτη αναιρεσίβλητη και εκεί εναγομένη, επικαλούμενη σύμβαση ιδιωτικής ασφάλισης, άσκησε κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης την από 8-1-2018 προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή και την κάλεσε να παρέμβει προσθέτως υπέρ αυτής, με την ιδιότητα του δικονομικού εγγυητή και να υποχρεωθεί να της καταβάλει όποιο ποσό θα υποχρεωθεί να καταβάλει στην ενάγουσα της κύριας αγωγής με βάση την απόφαση που θα εκδοθεί επ' αυτής.

Παράλληλα η πρώτη αναιρεσίβλητη άσκησε κατά της αναιρεσείουσας την από 8-1-2018 ανταγωγή της με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί η τελευταία να της καταβάλει τα αναφερόμενα ποσά λόγω της επικαλούμενης υπερημερίας της στην αποδοχή των υπηρεσιών της. Η δεύτερη αναιρεσίβλητη-καθής η προσεπίκληση-παρεμπιπτόντως εναγομένη, άσκησε κατά της αναιρεσείουσας και υπέρ της πρώτης αναιρεσίβλητης την από 30-1-2018 πρόσθετη παρέμβασή της, με την οποία ζήτησε, κυρίως, να απορριφθεί η αγωγή της αναιρεσείουσας, άλλως να περιορισθεί η ευθύνη της μέχρι του ποσού της ασφαλιστικής κάλυψης.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε την αγωγή, την ανταγωγή, την προσεπίκληση με την παρεμπίπτουσα αγωγή και την πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της εκεί εναγομένης-πρώτης αναιρεσίβλητης, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, την ανταγωγή, την παρεμπίπτουσα αγωγή και απέρριψε την πρόσθετη παρέμβαση κατά το μέρος που έγινε δεκτή η κύρια αγωγή.

Εναντίον της απόφασης αυτής, η ενάγουσα-αντεναγομένη-καθής η πρόσθετη παρέμβαση, η εναγομένη - αντενάγουσα -παρεμπιπτόντως ενάγουσα - υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση και η παρεμπιπτόντως εναγομένη - προσθέτως παρεμβάσα, άσκησαν εφέσεις στο Μονομελές Εφετείο Ανατολικής Κρήτης, οι οποίες, αφού συνεκδικάστηκαν, έγιναν τυπικά δεκτές αλλά απορρίφθηκαν κατ'ουσία, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.

Εναντίον της απόφασης αυτής η ενάγουσα - αντεναγομένη - καθής η πρόσθετη παρέμβαση - εκκαλούσα και εφεσίβλητη, άσκησε την κρινόμενη Β' αίτηση αναίρεσης, η οποία στρέφεται κατά της εναγομένης της κύριας αγωγής και ενάγουσας της ανταγωγής και κατά της προσθέτως υπέρ της τελευταίας παρεμβάσας στον πρώτο βαθμό, η οποία παρέστη και στον δεύτερο βαθμό ως εκκαλούσα.

Σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, η ασκηθείσα από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη της Β' αναίρεσης στον πρώτο βαθμό παρέμβαση, υπέρ της πρώτης αναιρεσίβλητης και κατά της αναιρεσείουσας, έχει το χαρακτήρα απλής πρόσθετης παρέμβασης, διότι πρόκειται για πρόσθετη παρέμβαση της δικονομικής εγγυήτριας δεύτερης αναιρεσίβλητης μετά από προσεπίκληση της πρώτης αναιρεσίβλητης.

Ενόψει αυτών, η υπό κρίση Β' αίτηση αναίρεσης, απαραδέκτως στρέφεται και κατά της απλώς προσθέτως παρεμβάσας, δεύτερης αναιρεσίβλητης.

Πλην όμως η απεύθυνση της Β' αναίρεσης και κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης, εκτιμάται ως κλήτευσή της για τη συζήτηση της Β' αναίρεσης, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, προκειμένου αυτή να ενημερωθεί για την εξέλιξη της δίκης, αφού η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις της.

Β' ΑΝΑΙΡΕΣΗ 4. Με τις διατάξεις του άρθρου 268 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, ο οποίος ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 1, άρθρο ένατο, παράγραφος 4 του ίδιου νόμου, από την 1-1-2016, ορίζεται ότι: "1. Μετά την εκκρεμοδικία ο εναγόμενος μπορεί να ασκήσει ανταγωγή. 2. ..., 3. ..., 4. Η ανταγωγή ασκείται με χωριστό δικόγραφο. Μετά την άσκηση της ανταγωγής, η δωσιδικία της διατηρείται και αν η κύρια αγωγή απορριφθεί ή ο ενάγων την ανακαλέσει ή παραιτηθεί από αυτήν".

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 ΕισΝΚΠολΔ, "Στις δίκες που κατά την εισαγωγή του ΚΠολΔ είναι εκκρεμείς στον πρώτο βαθμό, οι διαδικαστικές πράξεις ρυθμίζονται από τις διατάξεις του, όσες όμως είχαν ενεργηθεί πριν την εισαγωγή του, ρυθμίζονται από το προγενέστερο δίκαιο". Από την τελευταία αυτή διάταξη καθιερώνεται γενικότερη δικονομική αρχή διαχρονικού δικαίου, κατά την οποία, οι διαδικαστικές πράξεις ρυθμίζονται και διέπονται από το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο διενέργειάς τους (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 872/2018).

Τέτοια διαδικαστική πράξη αποτελεί και η ανταγωγή και επομένως το παραδεκτό της άσκησής της κρίνεται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο κατά τον οποίο ασκήθηκε (ΑΠ 34/2023). Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 268 ΚΠολΔ, μετά την εκκρεμοδικία ο εναγόμενος μπορεί να ασκήσει ανταγωγή, όταν η κύρια αγωγή υπάγεται στην ίδια διαδικασία με αυτή.

Ασκείται δε, παραδεκτώς, με αυτοτελές δικόγραφο μετά τις τροποποιήσεις του ν.4335/2015 και όχι με τις προτάσεις. Μετά την άσκησή της, η δωσιδικία της διατηρείται και αν η κύρια αγωγή απορριφθεί ή ο ενάγων την ανακαλέσει ή παραιτηθεί από αυτή. Ανταγωγή, δηλαδή, είναι η αγωγή του εναγόμενου που ασκείται κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας της αγωγής και συνεκδικάζεται με αυτή, εξυπηρετεί δε την οικονομία της δίκης και συμπληρωματικά την αποτροπή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων.

Αποτελεί δε επιθετική πράξη του εναγόμενου με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά έναντι των λοιπών μέσων άμυνας και επίθεσης, με τα οποία δεν ταυτίζεται και δεν πρέπει να συγχέεται. Εξάλλου, θα πρέπει να διαλαμβάνει ιστορική βάση και αίτημα, που δεν πρέπει να ταυτίζονται με αυτά της αγωγής. Με την ανταγωγή λοιπόν επιδιώκεται η παροχή αυτοτελούς νομικής προστασίας και επιτρέπεται να ασκηθεί, ενόσω κατά τον νόμο επιτρέπεται να ασκηθεί αγωγή αν συνεπώς ο αντενάγων δεν θα μπορούσε να ασκήσει αυτοτελή αγωγή, είναι απαράδεκτη η ανταγωγή του.

Σημειώνεται δε, πως δεν αρκεί να υπάρχει εκκρεμοδικία επί της αγωγής, αλλά και δεν πρέπει να υπάρχει εκκρεμοδικία με το περιεχόμενο της ανταγωγής σε άλλη διαδικασία. Ακόμα, εφόσον δεν ορίζεται το αντίθετο, η ανταγωγή επιτρέπεται, αν οι αξιώσεις που προβάλλονται με αυτή έχουν ή ακόμη κι αν δεν έχουν συνάφεια με εκείνες της αγωγής, συνεπώς οποιαδήποτε αξίωση του εναγόμενου κατά του ενάγοντος ακόμα κι αν δεν είναι σχετική με την αγώγιμη αξίωση, μπορεί να ασκηθεί με ανταγωγή, χωρίς να ερευνάται η ύπαρξη ουσιαστικής συνάφειας των αξιώσεων ενάγοντος και εναγόμενου.

Ακολούθως, απαραίτητη προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της είναι η ταυτότητα των διαδίκων με αναγκαίως εναλλασσόμενη δικονομική θέση και η υπαγωγή αγωγής και ανταγωγής στο ίδιο κατά δικαιοδοσία, καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο δικαστήριο.

Σε περίπτωση δε αναρμοδιότητας του δικαστηρίου της αγωγής και συνάμα παραπεμπτικής, κατά το άρθρο 46 ΚΠολΔ, απόφασης, συμπαραπέμπεται και η ανταγωγή, εφόσον ανήκει στην καθ' ύλη αρμοδιότητα του δικαστηρίου της παραπομπής ή κατώτερου δικαστηρίου. Το ίδιο, ισχύει, κατά την ορθότερη άποψη και στην περίπτωση, που η ανταγωγή υπάγεται σε διαφορετική από την αγωγή διαδικασία και έχει ασκηθεί με ιδιαίτερο δικόγραφο και θα πρέπει να παραπεμφθεί στην προσήκουσα διαδικασία του αρμόδιου δικαστηρίου.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 237 του ΚΠολΔ: Η προβλεπόμενη στη διάταξη του άρθρου 237 παρ.1 ΚΠολΔ προθεσμία των εκατό (100) ημερών από την κατάθεση της αγωγής (ή 130 ημερών σε περίπτωση διαμονής του εναγομένου στο εξωτερικό ή αγνώστου διαμονής), που αφορά την κατάθεση των προτάσεων επί της αγωγής, εφαρμόζεται και για την κατάθεση των προτάσεων στις παρεπόμενες δίκες που ανοίγονται κατ' άρθρο 238 ΚΠολΔ με την άσκηση παρέμβασης, προσεπίκλησης και ανακοίνωσης δίκης, ενώ σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 238 του ίδιου Κώδικα:

Παρεμβάσεις, προσεπικλήσεις, ανακοινώσεις δίκης και ανταγωγές στην περίπτωση της διάταξης του άρθρου 237 ΚΠολΔ κατατίθενται και επιδίδονται σε όλους τους διαδίκους μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την κατάθεση της αγωγής, προθεσμία που παρατείνεται κατά τριάντα (30) ημέρες εάν κάποιος από τους διαδίκους διαμένει στο εξωτερικό ή είναι αγνώστου διαμονής.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου του αριθμού 1 του ανωτέρω άρθρου.

Με τον όρο απαράδεκτο νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΑΠ 462/2023, ΑΠ 1324/2019, ΑΠ 1496/2017). Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα της ως άνω Β αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την ασκηθείσα από την εναγομένη ανταγωγή, καθόσον αυτή ασκήθηκε κατά κατάχρηση δικονομικής ευχέρειας μόλις 42 ημέρες πριν από τη συμπλήρωση της προθεσμίας των 100 ημερών για την κατάθεση προτάσεων κατά την τακτική διαδικασία, ενώ η ανταγωγή δεν συνδέονταν ούτε χρονικά ούτε απολύτως τοπικά με τη διαφορά που ιστορείτο στην αγωγή και με προθεσμία κατάθεσης προτάσεων επί της ανταγωγής την αυτή όπως και επί της αγωγής, πράγμα που συνεπάγονταν τη δυσχέρεια προετοιμασίας και υπερασπίσεως της αντεναγομένης.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη, προϋπόθεση για την άσκηση ανταγωγής δεν είναι να είναι συναφής με την αγωγή, η δε ανταγωγή, όπως ομολογείται και από την αναιρεσείουσα, ασκήθηκε εντός της προθεσμίας των εξήντα (60) ημερών από την κατάθεση της αγωγής.

5. Σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του Ν.3959/2011: 1. Απαγορεύεται η καταχρηστική εκμετάλλευση από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις της δεσπόζουσας θέσης στο σύνολο ή μέρος της αγοράς της Ελληνικής Επικράτειας. 2. Η καταχρηστική αυτή εκμετάλλευση μπορεί να συνίσταται ιδίως: α) στην άμεση ή έμμεση επιβολή μη εύλογων τιμών αγοράς ή πωλήσεως ή άλλων όρων συναλλαγής, β) στον περιορισμό της παραγωγής, της διάθεσης ή της τεχνολογικής ανάπτυξης με ζημία των καταναλωτών, γ) στην εφαρμογή στο εμπόριο άνισων όρων για ισοδύναμες παροχές, ιδίως στην αδικαιολόγητη άρνηση πώλησης, αγοράς ή άλλης συναλλαγής, με αποτέλεσμα να περιέρχονται ορισμένες επιχειρήσεις σε μειονεκτική θέση στον ανταγωνισμό, δ) στην εξάρτηση της σύναψης συμβάσεων από την αποδοχή, εκ μέρους των συναλλασσόμενων, πρόσθετων παροχών, οι οποίες από τη φύση τους ή σύμφωνα με τις εμπορικές συνήθειες δεν συνδέονται με το αντικείμενο των συμβάσεων αυτών.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. η' του Βασικού Κανονισμού Επίγειας Εξυπηρέτησης, ο οποίος εκδόθηκε με την ΥΑ Δ3/Β/1067/3831/2011 απόφαση του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων κατόπιν εισήγησης της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας "Συμφωνία Εξυπηρέτησης: είναι η σύμβαση που καταρτίζεται μεταξύ φορέα και χρήστη με σκοπό την παροχή από τον πρώτο στο δεύτερο υπηρεσιών επίγειας εξυπηρέτησης".

Η Επίγεια Εξυπηρέτηση ορίζεται ως οι "απαραίτητες υπηρεσίες για την άφιξη αεροσκάφους σε αεροδρόμιο ή την αναχώρησή του από αυτό, πλην των υπηρεσιών εναέριας κυκλοφορίας". Οι κατηγορίες δραστηριότητας των Φορέων Επίγειας Εξυπηρέτησης είναι οι ακόλουθες: 1. Διοικητικές υπηρεσίες εδάφους και επίβλεψη. 2.

Εξυπηρέτηση επιβατών. 3. Υπηρεσίες αποσκευών.4. Υπηρεσίες φορτίου και ταχυδρομείου. 5. Υπηρεσίες στο δάπεδο στάθμευσης αεροσκαφών. 6. Υπηρεσίες καθαρισμού αεροσκάφους. 7. Υπηρεσίες καυσίμων και λιπαντικών. 8. Υπηρεσίες συντήρησης. 9. Υπηρεσίες πτήσεως και διοίκησης πληρωμάτων.10. Υπηρεσίες μεταφοράς στην επιφάνεια. 11.

Υπηρεσίες τροφοδοσίας. Όπως συνάγεται από την φύση της σύμβασης παροχής υπηρεσιών επίγειας εξυπηρέτησης, οι κύριες υποχρεώσεις των μερών ρυθμίζονται στο πλαίσιο της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 του ΑΚ),ενώ η σύμβαση αυτή δεν ρυθμίζεται ειδικά από το νόμο στο επίπεδο του εσωτερικού δικαίου, περιέχει δε στοιχεία περισσότερων συμβάσεων, όπως παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών (άρθρα 648 επ.

ΑΚ) και εντολής (άρθρα 713 επ. ΑΚ). Η μη ομαλή εξέλιξη της σύμβασης αυτής ως διαρκούς ενοχής, δημιουργεί πεδίο εφαρμογής των γενικών διατάξεων για την αδυναμία ή την υπερημερία της παροχής του οφειλέτη ή του δανειστή (άρθρα 335 επ.,349 επ.,381 επ. ΑΚ), αν υπάρχει αθέτηση κύριας συμβατικής υποχρέωσης.

Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 288 ΑΚ, υπέρ του οφειλέτη, αλλά και του δανειστή, κανόνας αναγκαστικού δικαίου, σύμφωνα με τον οποίο "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", αφορά την εκπλήρωση κάθε υποχρέωσης του οφειλέτη ή του δανειστή, που απορρέει από οποιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση, εφόσον δεν προβλέπεται από το νόμο άλλη προστασία των προσώπων της, κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους ή προβλέπεται μεν, αλλά δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες ειδικές προϋποθέσεις (ΑΠ 483/2021,ΑΠ 1801/2011).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 200, 281, 288 ΑΚ και κατ' αναλογία δικαίου από τις επιμέρους διατάξεις των άρθρων 585, 588, 594, 672, 766 και 797 ΑΚ, συνάγεται γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία μια διαρκής ενοχική σχέση, ανεξάρτητα αν πρόκειται για σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου, ρυθμιζομένη ή μη από τον Αστικό Κώδικα, επιτρέπεται να καταγγελθεί για σπουδαίο λόγο σε κάθε περίπτωση (ΑΠ 1299/2023,ΑΠ 1814/2022,ΑΠ 483/2021,ΑΠ 1836/2007).

Η καταγγελία, η οποία είναι δυνατόν να προβλέπεται είτε ευθέως από το νόμο είτε από την ίδια τη σύμβαση, ασκείται με κατ' αρχήν άτυπη (άρθρο 158 ΑΚ), απευθυντέα προς τον έτερο συμβαλλόμενο (άρθρο 167 ΑΚ), δήλωση βούλησης (ΑΠ 1299/2023,ΑΠ 964/2015, ΑΠ 1665/2014). "Σπουδαίο" δε λόγο για την (έκτακτη) καταγγελία μιας διαρκούς σύμβασης αποτελεί κάθε έκτακτο ή αιφνίδιο περιστατικό εξαιτίας του οποίου κλονίζεται η σχέση εμπιστοσύνης των μερών και καθίσταται μη ανεκτή η καλόπιστη εξακολούθηση της εκτέλεσης της σύμβασης από τους συμβαλλομένους, δηλαδή περιστατικά, τα οποία, ενόψει των δεδομένων της εκάστοτε συγκεκριμένης περίπτωσης και κατόπιν στάθμισης των εκατέρωθεν συμφερόντων των μερών, καθιστούν, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, μη ανεκτή τη διατήρηση της σύμβασης για τον επικαλούμενο αυτά συμβαλλόμενο (ΑΠ 1299/2023, ΑΠ 483/2021, ΑΠ 1135/2019, ΑΠ 778/2019, ΑΠ 1317/2018).

Τα περιστατικά αυτά, συνήθως, αφορούν στον αποδέκτη της καταγγελίας (όπως είναι η παραβίαση συμβατικών όρων), αλλά δεν αποκλείεται να εμπίπτουν στη σφαίρα επιρροής του ίδιου του καταγγέλλοντος (όπως είναι η ουσιώδης απρόβλεπτη μεταβολή των συνθηκών, η διαφοροποίηση των αναγκών της επιχείρησης αυτού κλπ.).

Η συνδρομή σπουδαίου λόγου καταφάσκεται ιδίως όταν ο δεσμευόμενος δεν ηδύνατο, κατά τον χρόνο που αναλάμβανε τη δέσμευση, να σταθμίσει όλους τους σχετικούς με τη δέσμευσή του μελλοντικούς παράγοντες ή όταν, υπό τις εκάστοτε συγκεκριμένες συνθήκες, θεμελιώνεται αντικειμενική πρόγνωση ότι είναι αδύνατη η ομαλή λειτουργία της σύμβασης στο μέλλον.

Κρίσιμη κατά τούτο είναι η αναζήτηση του συμβατικού σκοπού, των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου και ευρύτερα του κανονιστικού (συμβατικού και νομοθετικού) πλαισίου της σύμβασης. Πάντως, η ύπαρξη σπουδαίου λόγου δεν προϋποθέτει ζημία του καταγγέλλοντος, αλλά ούτε και πταίσμα του αποδέκτη της καταγγελίας (ΑΠ 1299/2023, ΑΠ 483/2021, ΑΠ 1180/2019, ΑΠ 1043/2015).

Στην ορισμένου χρόνου σύμβαση ο σπουδαίος λόγος είναι προϋπόθεση για να επέλθουν οι έννομες συνέπειες της καταγγελίας. Αν δεν συντρέχει σπουδαίος λόγος, δεν επέρχονται οι έννομες συνέπειες αυτής (ΑΠ 685/2023, ΑΠ 483/2021, ΑΠ 823/2015).

Προκειμένου για σύμβαση παροχής υπηρεσιών επίγειας εξυπηρέτησης ορισμένου χρόνου, η λύση της επέρχεται, εάν δεν προβλέπεται κάτι άλλο από την ίδια τη σύμβαση, είτε με την παρέλευση του συμφωνηθέντος χρόνου, είτε με την έκτακτη καταγγελία της από το συμβαλλόμενο, στο πρόσωπο του οποίου θεμελιώνεται δικαίωμα καταγγελίας για σπουδαίο λόγο.

Καταγγελία της σύμβασης αυτής, που έγινε χωρίς σπουδαίο λόγο ή με επίκληση τέτοιου λόγου, που αποδείχθηκε μεταγενέστερα είτε μη σπουδαίος είτε αναληθής, είναι άκυρη (πρβλ.ΑΠ 685/2023,ΑΠ 483/2021, ΑΠ 823/2015, ΑΠ 112/2004, ΑΠ 1701/1998) και γι' αυτό δεν επιφέρει τη λήξη της. Επομένως, η άσκηση έκτακτης καταγγελίας της σύμβασης παροχής υπηρεσιών επίγειας εξυπηρέτησης ορισμένου χρόνου χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων του κύρους της, δεν επιφέρει τη λύση της και δημιουργεί πεδίο εφαρμογής των γενικών διατάξεων για την αδυναμία ή την υπερημερία της παροχής του οφειλέτη ή του δανειστή.

Για τη συγκεκριμενοποίηση της αόριστης νομικής έννοιας του σπουδαίου λόγου, θα σταθμιστεί το συμφέρον του καταγγέλλοντος για πρόωρη λύση της σύμβασης με το συμφέρον του αντισυμβαλλόμενου για διατήρηση αυτής μέχρι την κανονική λύση της (ΑΠ 1326/2013, ΑΠ 1639/2005). Σε όλες τις περιπτώσεις, η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, συνιστά εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας του σπουδαίου λόγου και συνεπώς, η ορθή ή μη υπαγωγή σ' αυτήν των συγκεκριμένων περιστατικών, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τη διάταξη του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1030/2015, ΑΠ 1665/2014).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Με τον λόγο αυτόν ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006). Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018,ΑΠ 139/2021, ΑΠ 148/2020, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 3/2019).

Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Αντίφαση στις διαλαμβανόμενες αιτιολογίες υφίσταται όταν (εξ αιτίας αυτής) δεν προκύπτουν αναμφιβόλως από την προσβαλλομένη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η τελευταία ώστε, σε συνδυασμό με το διατακτικό, να κριθεί περαιτέρω αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι απαιτούμενες για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διατάξεως προϋποθέσεις (ΑΠ 1131/2007) ενόψει του ότι κατά νόμο, αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 217/2016, ΑΠ 2119/2014).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 1093/2017, ΑΠ 632/2015, ΑΠ 2119/2014). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 645/2023, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016).

Τέλος, σύμφωνα με τον αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015), όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ` αυτούς, ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων.

Δεν ιδρύεται, όμως, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 1437/2017, ΑΠ 9/2015, ΑΠ 282/2012).

Με τον έκτο λόγο αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1,19 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας της ως άνω Β αναίρεσης περί απόκτησης από την αναιρεσίβλητη δεσπόζουσας θέσης στην εγχώρια αγορά που καθιστά μη νόμιμη τη ρήτρα αποκλειστικότητας στη σύμβαση, που εισάγουν οι περιορισμοί στην καταγγελία αυτής(σύμβασης) και παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 του Ν.3959/2011,174,178 και 179 του ΑΚ, δεχόμενο, εσφαλμένα και με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ότι η καταγγελία δεν έγινε για σπουδαίο λόγο.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, τα ακόλουθα:

"...Περαιτέρω, στα πλαίσια της καταρτισθείσας την 1.12.2013 συμβάσεως παροχής υπηρεσιών επίγειας εξυπηρετήσεως, η εναγομένη - αντενάγουσα και ήδη εκκαλούσα υπό στοιχείο Β ανέλαβε, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, την υποχρέωση να παράσχει υπηρεσίες επίγειας εξυπηρετήσεως και ειδικότερα υπηρεσίες αντιπροσωπεύσεως, διοίκησης και εποπτείας, εξυπηρετήσεως επιβατών, εξυπηρετήσεως στην πίστα, φόρτωσης αεροσκάφους, επικοινωνιών και λειτουργιών πτήσεως, φορτίου, ταχυδρομείου και υποστήριξης ασφάλειας στην ενάγουσα - αντεναγομένη και ήδη εκκαλούσα υπό στοιχείο Α και δη των αεροσκαφών της τελευταίας στους κρατικούς αερολιμένες Ηρακλείου, Κέρκυρας, Μυκόνου, Σαντορίνης, Χανιών, Κεφαλονιάς, Κω, Καλαμάτας, Λήμνου, Μυτιλήνης και Καβάλας.

Η αμοιβή της για την παροχή των ανωτέρω υπηρεσιών συμφωνήθηκε ανά τύπο αεροσκάφους και ειδικότερα για την εξυπηρέτηση αεροσκάφους τύπου Learjet σε ποσό 173 ευρώ πλέον ΦΠΑ ανά πτήση, αεροσκάφους τύπου DH4 σε ποσό 173 ευρώ πλέον ΦΠΑ ανά πτήση, αεροσκάφος τύπου Airbus A319 σε ποσό 286 ευρώ πλέον ΦΠΑ, αεροσκάφος τύπου Airbus Α320 σε ποσό 345 πλέον ΦΠΑ και αεροσκάφος τύπου Airbus Α321 σε ποσό 387 πλέον ΦΠΑ.

Η διάρκεια της συμβάσεως συμφωνήθηκε ορισμένη, χωρίς δικαίωμα της αντεναγομένης να προκαλέσει με καταγγελία τη λύση της σε χρονικό σημείο πρωθύστερο της παρόδου της ορισμένης διάρκειάς της. Ειδικότερα κατ' άρθρ. 10.1 της οικείας συμβάσεως, η σύμβαση θα παρέμενε σε ισχύ για πέντε έτη έως την 30η Νοεμβρίου 2018, και δη συμφωνήθηκε ορισμένη διάρκεια ισχύος της, ενώ κατ' άρθρ. 10.2, αρχής γενομένης από την 1η Δεκεμβρίου 2016, μόνο ο αερομεταφορέας δικαιούται να δηλώσει την καταγγελία της παρούσης συμβάσεως, δίνοντας πρώτα προηγούμενη ειδοποίηση 180 ημερών στον φορέα επίγειας εξυπηρετήσεως και ως εκ τούτου η σύμβαση δεν μπορούσε να λυθεί πρόωρα με τακτική καταγγελία του ενός συμβαλλομένου, παρά μόνο το νωρίτερο την 1.12.2016,με τα αποτελέσματά της να επέρχονται μετά την πάροδο 180 ημερών.

Στον όρο 7.2 ορίζεται ακόμη ότι η αντεναγομένη δικαιούτο να καταγγείλει πρόωρα τη σύμβαση εφόσον ο φορέας επίγειας εξυπηρετήσεως δεν συμμορφώνεται επανειλημμένα με το συμφωνηθέν επίπεδο ποιότητας για την παροχή των υπηρεσιών και δεν θεραπεύει την αθέτηση αυτή εντός 60 ημερών μετά την αρχική ειδοποίηση της αντεναγομένης.

Η αντενάγουσα παρείχε στην ήδη αντίδικό της τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες χωρίς να αποδεικνύεται ότι η τελευταία είχε οποτεδήποτε διαμαρτυρηθεί για την ποιότητα αυτών. Αποδεικνύεται ακολούθως ότι η αντενάγουσα προέβη σε εξαγορά μίας εκ των συνολικά τριών εταιριών που δραστηριοποιούνται στον ελλαδικό χώρο με το ίδιο ως άνω αντικείμενο δραστηριότητας, γεγονός που προκάλεσε την απόφαση της αντεναγομένης να περιορίσει τα αεροδρόμια συνεργασίας της με την ήδη αντίδικό της.

Προσκομίζεται εκτενής μεταξύ των μερών αλληλογραφία κατά το περιεχόμενο της οποίας διαφαίνεται η έντονη επιθυμία της αντεναγομένης να διακόψει την συνεργασία της με την αντίδικό της σε συγκεκριμένους αερολιμένες και η πρόθεση της τελευταίας να συναινέσει στην κατά τα ανωτέρω τροποποίηση της μεταξύ τους συμφωνίας που προέβλεπε την αδυναμία καταγγελίας της συμβάσεως, υπό σαφή προϋπόθεση κατάρτισης νέας μεταξύ των αντιδικούντων μερών συμφωνίας με ελάχιστη εγγυημένη διάρκεια.

Ωστόσο, ουδόλως αποδείχθηκε ότι οι διάδικοι προέβησαν τελικά σε κάποια σχετική συμφωνία. Ακολούθως, με την από 29.1.2016 ηλεκτρονική επιστολή της η αντεναγομένη δήλωσε στην αντενάγουσα ότι έχει λάβει την απόφαση να αλλάξει φορέα επίγειας εξυπηρετήσεως των αεροσκαφών της στους αερολιμένες Χανίων, Μυκόνου και Κέρκυρας με ισχύ από 1.4.2016 και ειδικότερα να αναθέσει την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών στην εταιρία Goldair.

Η ανωτέρω δήλωσή της δεν εμπίπτει στην περίπτωση της (τακτικής) καταγγελίας που προβλέπεται στον όρο 10.2 της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως, καθώς με τον όρο αυτό θεμελιώνεται δικαίωμα καταγγελίας το πρώτον την 1.12.2016 και όχι σε πρωθύστερο χρονικό σημείο. Περαιτέρω η οικεία δήλωση δεν εμπίπτει ούτε στην συμβατική πρόβλεψη του όρου 7.2, καθώς η αντεναγομένη δεν επικαλέστηκε παράβαση των υποχρεώσεων της αντισυμβαλλομένης της.

Ειδικότερα η αντεναγόμενη επικαλέστηκε, ότι κατά τον χρόνο της ανωτέρω καταγγελίας συνέτρεχε σπουδαίος προς τούτο λόγος, ο οποίος συνίστατο στο γεγονός ότι η αντενάγουσα είχε προσφάτως προβεί στην εξαγορά της εταιρίας Skyserv και δη μίας εκ των τριών υφισταμένων στον χώρο εταιριών που παρείχε ομοίως υπηρεσίες επίγειας εξυπηρετήσεως, και συνακόλουθα ανέκυπτε ανάγκη εξισορροπήσεως του αριθμού των αερολιμένων μεταξύ των υφιστάμενων πλέον δύο φορέων επίγειας εξυπηρετήσεως και δη για τον λόγο ότι με την εξαγορά αυτή θα αποκτούσε δεσπόζουσα θέση στην σχετική αγορά και η πρόωρη κατά τα ανωτέρω καταγγελία της συμβάσεως αποτελούσε αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων της αντεναγομένης.

Ωστόσο, τα όσα ισχυρίζεται σχετικά η αντεναγόμενη δεν συνιστούν κατά την κρίση και του Δικαστηρίου τούτου, σπουδαίο λόγο για την κατά τον ανωτέρω χρόνο λύση της μεταξύ των μερών συμβάσεως, καθώς ακόμη και εάν μετά την εξαγορά της εταιρίας από την αντενάγουσα υπήρχε (υποθετικά) ανάγκη για ανακατανομή μεταξύ εκείνης και της τρίτης εταιρίας του αριθμού των εξυπηρετούμενων αερολιμένων, δεν προκύπτει από το εισφερθέν στην δίκη αποδεικτικό υλικό, ούτε άλλωστε η αντεναγόμενη επικαλέσθηκε συγκεκριμένα στοιχεία ότι προκειμένου να διαφυλαχθούν τα συμφέροντα της τελευταίας έπρεπε άμεσα να επέλθει η λύση της συμβάσεως και δη από την 1.4.2016 και όχι μόλις 8 μήνες μετά ήτοι την 1.12.2016 κατά την ισχύουσα μεταξύ των μερών συμφωνία, καθώς κατά την ενδιάμεση αυτή περίοδο των λίγων μηνών δεν αποδεικνύεται ότι συνέτρεχαν συγκεκριμένες περιστάσεις εκ των οποίων θα καθίστατο αδύνατη η ομαλή λειτουργία της συμβάσεως στο μέλλον, προϋπόθεση που κατά τους βάσιμους σχετικούς ισχυρισμούς της αντενάγουσας απαιτείται για την κατάφαση σπουδαίου λόγου που δικαιολογεί την άμεση και πρόωρη λύση της συμβάσεως με ορισμένη διάρκεια.

Η ως άνω καταγγελία έλαβε χώρα κατά παράβαση της μεταξύ των μερών συμφωνίας περί ελάχιστης διάρκειας της μεταξύ τους συμβάσεως και όπως προεκτέθηκε, η επικαλούμενη από την καταγγέλλουσα αιτιολογία δεν συνιστά σπουδαίο λόγο, ως τέτοιου νοούμενου όταν κατά την καλή πίστη και αφού ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη καθίσταται υπέρμετρα δυσβάστακτη η συνέχιση της συμβάσεως μέχρι τη λήξη της για οποιοδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη.

Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ότι η καταγγελία της ενάγουσας δεν έγινε για σπουδαίο λόγο και ότι η αντενάγουσα δεν συμφώνησε στη λύση της μεταξύ τους συμβάσεως ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και ορθά εκτίμησε τα αποδεικτικά μέσα. Τα αντίθετα συνεπώς υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα υπό στοιχείο Α' εφέσεως τυγχάνουν ουσία αβάσιμα και απορριπτέα...".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι, σε κάθε περίπτωση, ο επικαλούμενος από την αναιρεσείουσα λόγος καταγγελίας της επίδικης σύμβασης παροχής επίγειας εξυπηρέτησης αεροσκαφών δεν είναι σπουδαίος, ώστε να καθίσταται, κατά τις αρχές τις καλής πίστης, μη ανεκτή από την αναιρεσείουσα η συνέχιση αυτής μέχρι την 1.12.2016 και να δικαιολογείται έτσι η χωρίς την τήρηση της εν λόγω συμβατικής προθεσμίας καταγγελία της, ορθά ερμήνευσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που παρατέθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης, ενώ διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για το ότι αυτές ορθά δεν εφαρμόστηκαν στη συγκεκριμένη περίπτωση, καθόσον τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν, ανελέγκτως, δεκτά, δεν υπάγονται στη νομική έννοια του σπουδαίου λόγου.

Και τούτο, διότι η εξαγορά της εταιρείας SkyServ, μίας εκ των τριών υφισταμένων στον χώρο εταιρειών που παρείχε ομοίως υπηρεσίες επίγειας εξυπηρέτησης, από την αναιρεσίβλητη και την απόκτηση εξ αυτού του λόγου από την τελευταία δεσπόζουσας θέσης στην σχετική αγορά δεν προκάλεσε, άνευ ετέρου, ανάγκη εξισορρόπησης του αριθμού των αερολιμένων μεταξύ των υφιστάμενων πλέον δύο φορέων επίγειας εξυπηρετήσεως, ώστε η έκτακτη κατά τα ανωτέρω καταγγελία της σύμβασης και η άμεση και πρόωρη λύση αυτής, την 1.4.2016 και όχι μόλις 8 μήνες μετά, ήτοι την 1.12.2016 κατά την ισχύουσα μεταξύ των μερών συμφωνία, να αποτελεί αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων της αναιρεσείουσας ώστε να είναι αδύνατη η ομαλή λειτουργία της σύμβασης στο μέλλον.

Επομένως, ο έκτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από την πληττόμενη απόφαση, οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας, αναφορικά με την ύπαρξη του επικαλούμενου σπουδαίου λόγου για την καταγγελία της σύμβασης αυτής, λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκαν, έστω και εκ του πράγματος και, επομένως, ο λόγος αυτός από το άρθρο 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ είναι, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμος.

6. Στην ορισμένου χρόνου διαρκή σύμβαση, η άσκηση έκτακτης καταγγελίας χωρίς την συνδρομή σπουδαίου λόγου, δεν επιφέρει τη λύση της και δημιουργεί πεδίο εφαρμογής των γενικών διατάξεων για την αδυναμία ή την υπερημερία της παροχής του οφειλέτη ή του δανειστή (άρθρα 335 επ., 349 επ., 380 επ. του ΑΚ). Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 381 παρ.1 του ΑΚ, "αν η παροχή του ενός από τους συμβαλλομένους έγινε αδύνατη από πταίσμα του άλλου, αυτός δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση αντιπαροχής. Από την αντιπαροχή όμως αφαιρείται καθετί που ωφελείται ή δόλια παραλείπει να ωφεληθεί από την απαλλαγή αυτός που απαλλάσσεται λόγω της αδυναμίας". Την ύπαρξη και την έκταση της ωφέλειας που αποκόμισε ο οφειλέτης αποδεικνύει ο εναγόμενος-δανειστής, προτείνοντας σχετική καταχρηστική ένσταση(ανατρεπτική).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθ.106, 216 παρ.1, 335, 338 και 559 αριθ.1 και 8 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Νομική βάση δεν είναι ανάγκη να περιέχει η αγωγή και γενικά η αίτηση παροχής έννομης προστασίας, τυχόν δε μνεία σ' αυτήν της υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών που επικαλείται ο διάδικος για την θεμελίωσή της σε νομική διάταξη, δεν δεσμεύει το δικαστήριο, το οποίο εφαρμόζει αυτεπάγγελτα το νόμο και προβαίνει στον προσήκοντα χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής κλπ., και από το περιεχόμενο της προσδίδει στην προβαλλόμενη με αυτήν έννομη σχέση την αρμόζουσα νομική έννοια, χωρίς να δεσμεύεται από τις απόψεις των διαδίκων.

Επομένως, εφόσον το δικαστήριο καταλήξει σε νομικό χαρακτηρισμό διαφορετικό από εκείνον που προβάλλεται από τους διαδίκους, δεν θεωρείται ότι λαμβάνει υπόψη πράγματα μη προταθέντα, ούτε ότι παραλείπει να λάβει υπόψη πράγματα προταθέντα ή να ερευνήσει υποβληθείσα αίτηση και ως εκ τούτου δεν ιδρύονται λόγοι αναίρεσης από τους αριθ.8 και 9 του άρθ.559 ΚΠολΔ, εφόσον στην περίπτωση αυτήν υπάγει στον αρμόζοντα, κατά την κρίση του, κανόνα δικαίου τα προταθέντα από τους διαδίκους πραγματικά περιστατικά, λαμβάνοντας, άρα, αυτά υπόψη, και δικάζει το αντίστοιχο αίτημα (πρβλ.

ΑΠ 2219/2014, ΑΠ 1392/2014, ΑΠ 33/2014, ΑΠ 45/2006, ΑΠ 1487/2005). Τυχόν εσφαλμένος νομικός χαρακτηρισμός των πραγματικών περιστατικών της αίτησης παροχής έννομης προστασίας ή εσφαλμένη υπαγωγή αυτών σε μη προσήκοντα κανόνα δικαίου ιδρύει τους αναιρετικούς λόγους από τους αριθ.1 και 19 του άρθ.559 ΚΠολΔ, ζήτημα, όμως, διαφορετικό και ανεξάρτητο από την παρά το νόμο λήψη ή μη λήψη υπόψη "πραγμάτων" και την άφεση αίτησης αδίκαστης (ΑΠ 678/2024).

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα της Β αναίρεσης εταιρεία με την επωνυμία "ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ ΑΙΓΑΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια, κατ'εκτίμηση, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και από τους αριθ.8,9 και 19 του ίδιου άρθρου),με την αιτίαση ότι το Εφετείο, έσφαλε ως προς το νομικό χαρακτηρισμό της καταρτισθείσας μεταξύ των διαδίκων σύμβασης, δεχόμενο ότι η αναφερόμενη στην ανταγωγή παροχή υπηρεσιών επίγειας εξυπηρέτησης αεροσκαφών είναι σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών στην οποία εφαρμοστέες ήταν κατ'αναλογία οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας, παραβιάζοντας ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 174,180,288,349 παρ.1,350,361,655,656 εδ.α,669,672 του ΑΚ, οι οποίες δεν ήταν εν προκειμένω εφαρμοστέες, καθόσον, η ως άνω ένδικη σύμβαση φέρει το χαρακτήρα της σύμβασης στηριζόμενης στις διατάξεις των άρθρων 361 ΑΚ και του Βασικού Κανονισμού Επίγειας Εξυπηρέτησης(ΥΑ Δ3/1067/3831/2011 του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων) και όχι της σύμβασης παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών(οι διατάξεις της οποίας εφαρμόζονται συμπληρωματικά), σε συνδυασμό με σύμβαση εργασίας, και ότι το κύριο αίτημα της ανταγωγής είναι η οφειλόμενη αμοιβή της αναιρεσίβλητης-αποδέκτη της καταγγελίας, λόγω της άκυρης πρόωρης καταγγελίας της σύμβασης, στα πλαίσια των διατάξεων της σύμβασης εργασίας, με αποτέλεσμα να απορρίψει τον αυτοτελή ισχυρισμό της, που πρόβαλε παραδεκτά, περί αφαιρέσεως της τυχόν εξοικονομηθείσας από την αντενάγουσα-αναιρεσίβλητη δαπάνης.

Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η αντενάγουσα-ήδη αναιρεσίβλητη ιστορούσε σ'αυτή τα εξής: Ότι στις 1-12-2013 κατάρτισε σύμβαση με την αντεναγομένη-ήδη αναιρεσείουσα,στα πλαίσια της οποίας της ανέθεσε την παροχή υπηρεσιών επίγειας εξυπηρέτησης των αεροσκαφών της στους ειδικότερα αναφερόμενους κρατικούς αερολιμένες αντί συμφωνηθείσας ανά τύπο αεροσκάφους αμοιβής και εκθέτει ότι ενώ ρητά συμφωνήθηκε ότι η σύμβαση αυτή θα παρέμενε σε ισχύ για πέντε έτη και δη έως την 30-11-2018 και ότι μόνο από 1-12-2016 δικαιούται η αερομεταφορέας-αντεναγομένη να δηλώσει την καταγγελία της δίνοντας προηγούμενη ειδοποίηση 180 ημερών στον φορέα επίγειας εξυπηρέτησης, η αντεναγομένη, παρότι απολάμβανε τις προσήκουσες υπηρεσίες, με την από 29-1-2016 επιστολή της προέβη σε καταγγελία, με ισχύ από 1-4-2016,της μεταξύ τους σύμβασης χωρίς σπουδαίο λόγο, για τους κρατικούς αερολιμένες Χανίων, Μυκόνου και Κέρκυρας.

Ότι η ανωτέρω καταγγελία δεν στηριζόταν στην μεταξύ τους σύμβαση,είναι άκυρη και ανίσχυρη και δεν παρήγαγε τα αποτελέσματά της, άλλως συνιστά καταχρηστική άσκηση του οικείου δικαιώματός της και καταχρηστική εκμετάλλευση από την τελευταία της σχέσης οικονομικής εξάρτησης στην οποία βρίσκεται η ίδια (αντενάγουσα) έναντί της.

Υπό τα ανωτέρω εκτιθέμενα περιστατικά και διατεινόμενη ότι η αντεναγομένη από 1-4-2016 και εφεξής έπαυσε αδικαιολόγητα να δέχεται τις υπηρεσίες της στα ανωτέρω αεροδρόμια και έτσι περιήλθε σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών της και από υπαιτιότητά της κατέστη αδύνατη η από μέρους της παροχή των υπηρεσιών αυτών, αιτήθηκε όπως υποχρεωθεί η αντεναγομένη να της καταβάλει την αμοιβή που της οφείλει για τις υπηρεσίες που θα της είχε παράσχει για το χρονικό διάστημα από 1-4-2016 έως 6-6-2016, όταν έληξε η υπερημερία της, ύψους 105.295,86 ευρώ πλέον ΦΠΑ, άλλως να της καταβάλει το ανωτέρω ποσό ως αποζημίωση για την ζημία που υπέστη ως εκ της αδικαιολόγητης άρνησής της να αποδεχθεί αυτές, συνιστάμενη στο ποσό που θα αποκέρδαινε από την συνεργασία τους.

Η αντεναγομένη απαντώντας στην ανταγωγή, ισχυρίσθηκε, εκτός των άλλων, ότι από το συνολικά αιτούμενο ποσό πρέπει να αφαιρεθεί το κόστος για την παροχή των υπηρεσιών της αντενάγουσας και δη η δαπάνη της για τις αμοιβές προσωπικού, χρήση εξοπλισμού, υλικά και αναλώσιμα, την οποία εξοικονόμησε, καθώς δεν παρείχε τις σχετικές υπηρεσίες και δεν υποβλήθηκε στις αντίστοιχες δαπάνες και να της αποδοθεί μόνο το καθαρό κέρδος υπολογιζόμενο με βάση τις δημοσιευμένες το έτος 2014 οικονομικές καταστάσεις και την αναλογία απόδοσης/καθαρού κέρδους, σε ποσοστό 26,09% του αιτούμενου ποσού και δη το ποσό των 24.116,55 ευρώ κατ'ανώτατο όριο.

Το Εφετείο, αφού δέχθηκε ότι η ανταγωγή είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 174,180,288,349 παρ.1,350,361,655,656 εδ.α,669,672 ΑΚ, απέρριψε στη συνέχεια τον ισχυρισμό της αντεναγομένης-αναιρεσείουσας για αφαίρεση από το αιτούμενο ποσό του ποσού της εξοικονομηθείσας από την αντενάγουσα δαπάνης, ο οποίος επαναφέρθηκε με την έφεσή της, κυρίως διότι αντικείμενο της ανταγωγής ήταν η οφειλόμενη αμοιβή λόγω της άκυρης πρόωρης καταγγελίας.

Έτσι που έκρινε και μ'αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση. Ειδικότερα, ενόψει της φύσης της σύμβασης παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών επίγειας εξυπηρέτησης ορισμένου χρόνου ως διαρκούς σύμβασης, στην περίπτωση της καταγγελίας χωρίς σπουδαίο λόγο, δεν επέρχεται η λύση της και δημιουργείται πεδίο εφαρμογής των γενικών διατάξεων για την αδυναμία ή την υπερημερία της παροχής του οφειλέτη ή του δανειστή, και ως εκ τούτου, με βάση το ιστορικό και αίτημά της, η ανταγωγή ήταν νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 200,281,288, 349 παρ.1,350,361,381 ΑΚ και Βασικό Κανονισμό Επίγειας Εξυπηρέτησης, ο δε ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης περί αφαιρέσεως της τυχόν εξοικονομηθείσας από την αντενάγουσα δαπάνης, αληθώς περί αφαιρέσεως από την οφειλόμενη αντιπαροχή της για το χρονικό διάστημα από 1-4-2016 έως 6-6-2016,της ωφέλειας που αποκόμισε η τελευταία, ήταν νόμιμος, στηριζόμενος στη διάταξη του άρθρου 381 παρ.1β του ΑΚ, και έπρεπε να ερευνηθεί περαιτέρω κατ'ουσία.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, της ως άνω αναιρεσείουσας από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

7. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδ. β' και 914 του ΑΚ, προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται κατ' αρχήν από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται την μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή την μείωση του ποσού της (άρθρ. 300 ΑΚ).

Ακόμη από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την συνδρομή ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του προαναφερόμενου πταίσματος.

Αντιθέτως ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού κατά το οποίο εξ αυτού του λόγου πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς (ΑΠ 767/2020).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία ουσιαστικών κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι ορισμοί, οι φυσικοί κανόνες, οι σταθερές γενικές αρχές και οι αφηρημένες υποθετικές κρίσεις για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται επαγωγικώς και αντλούνται -με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας και των μεθόδων των φυσικών επιστημών- από την παρατήρηση του καθημερινού συναλλακτικού βίου, τη μελέτη της εμπειρικής πραγματικότητας και τις -έχουσες καταστεί κοινό κτήμα- γενικές, τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις και χρησιμεύουν στο δικαστήριο είτε για την ερμηνεία των κανόνων δικαίου, μέσω της εξειδίκευσης των αόριστων νομικών εννοιών, οπότε και η παράβασή τους ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο, είτε για την έμμεση απόδειξη και την εξακρίβωση της βασιμότητας των κρίσιμων και αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), ήτοι για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, οπότε και η τοιαύτη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.

Οσάκις, δηλαδή, τα διδάγματα της κοινής πείρας άγουν στη διαπίστωση της αλήθειας κάποιου πραγματικού ισχυρισμού και στη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ή, γενικώς, στην εκτίμηση των αποδείξεων (π.χ. της αξιοπιστίας των μαρτύρων), τότε η χρησιμοποίησή τους από το δικαστήριο ή η παράλειψη της προσφυγής σ' αυτά παραμένει αναιρετικώς ανέλεγκτη και δεν μπορεί να ιδρύσει τον εκ του άρθρου 559 αρ. 1 εδ.

β' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 334/2019, ΑΠ 24/2019, ΑΠ 20/2019, ΑΠ 42/2014, ΑΠ 444/2014).

Ειδικότερα, ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποίησε εσφαλμένα -δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής (ΑΠ 110/2019)- ή εσφαλμένα παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, έστω και αυτεπάγγελτα, προκειμένου να προσδιορίσει, με βάση αυτά, την αληθή έννοια ορισμένου (του ad hoc εφαρμοστέου) κανόνα ουσιαστικού δικαίου και ιδίως για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει ή να υπαγάγει (ή όχι) σ' αυτόν τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά της εκάστοτε διαφοράς (ΟλΑΠ 9 - 13/2005, ΑΠ 110/2019, 45/2019, ΑΠ 690/2018, ΑΠ 147/2018, ΑΠ 1751/2017, ΑΠ 969/2011), όχι, όμως, και όταν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για τη στήριξη της έμμεσης απόδειξης ή για την εξακρίβωση της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, γιατί στις περιπτώσεις αυτές πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (ΑΠ 74/2019, ΑΠ 69/2019, ΑΠ 401/2018, ΑΠ 64/2017, ΑΠ 176/2011).

Συνελόντι ειπείν, η παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των αποδεδειγμένων πραγματικών γεγονότων σε αυτούς (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 45/2019). Mε τους τρίτο και τέταρτο λόγους της ίδιας ως άνω αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1α, 1β και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 330 εδ.β και 300 του ΑΚ (σε συνδυασμό με άρθρα 334,361, 914 και 922 ΑΚ), ως προς την διαπίστωση της συνυπαιτιότητας(αμέλειας) των προστηθέντων-χειριστών του αεροσκάφους της αναιρεσείουσας στην πρόκληση της ζημίας και τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των αποδεδειγμένων πραγματικών γεγονότων στους κανόνες δικαίου των παραπάνω άρθρων.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους, τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ ΑΙΓΑΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" δραστηριοποιείται στον τομέα των δημοσίων αερομεταφορών επιβατών, εμπορευμάτων και ταχυδρομείου και εκτελεί τακτικές και έκτακτες πτήσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό από το Μάιο του έτους 1999.

Η εναγομένη, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΣΟΥΙΣΠΟΡΤ ΑΒΙΑΡΕΠΣ ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΠΙΓΕΙΑΣ ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΣΗΣ ΑΕΡΟΣΚΑΦΩΝ" αποτελεί εταιρία παροχής υπηρεσιών επίγειας εξυπηρετήσεως στις αεροπορικές εταιρίες στα κατά τόπους αεροδρόμια, καθώς διαθέτει τον αναγκαίο προς τούτο εξοπλισμό και το κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό, ενώ έχει λάβει τις απαιτούμενες για τον ανωτέρω σκοπό άδειες που προβλέπονται στο ΠΔ 285/1998 "περί προσαρμογής της Ελληνικής Νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας αρ. 96/97 του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων με την πρόσβαση στην αγορά υπηρεσιών εδάφους στους Αερολιμένες της Κοινότητας" και στον εν ισχύ Βασικό Κανονισμό Επίγειας Εξυπηρετήσεως (ΥΑ Δ3/Β/1067/3831/2011 του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων), νομοθετήματα τα οποία διέπουν την ίδρυση, τη λειτουργία και το είδος των παρεχομένων υπηρεσιών που εμπίπτουν στο αντικείμενο δραστηριότητας της εναγομένης.

Σκοπός του Βασικού Κανονισμού Επίγειας Εξυπηρετήσεως σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 1 του οικείου νομοθετήματος είναι ειδικότερα α) η καθιέρωση των ελάχιστων απαιτήσεων και προϋποθέσεων για την άσκηση δραστηριοτήτων επίγειας εξυπηρετήσεως στους Ελληνικούς αερολιμένες, που είναι ανοικτοί στην εμπορική κίνηση, από φορείς επίγειας εξυπηρετήσεως προς τρίτους και αυτοεξυπηρετούμενους χρήστες και εμπίπτουν στις διατάξεις του π.δ. 285/1998 και στις διατάξεις των άρθρων 23 και 24 του ν. 3913/2011 (ΦΕΚ Α' 18/17.2.2011) "Αναδιοργάνωση της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας και άλλες διατάξεις" β) οι προβλέψεις του παρόντος κανονισμού αποτελούν την βάση όλων των Οικείων Κανονισμών επίγειας εξυπηρετήσεως των Οργανισμών Διαχείρισης των Ελληνικών αερολιμένων, οι οποίοι εκδίδονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 24 του ν. 3913/2011 (ΦΕΚ Α' 18/17-2-2011) "Αναδιοργάνωση της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας και άλλες διατάξεις".

Σύμφωνα με το άρθρο 3 οι διατάξεις του βρίσκουν εφαρμογή και ισχύουν σε όλους τους αερολιμένες της Ελληνικής επικράτειας που είναι ανοικτοί στην εμπορική κίνηση, ενώ στο άρθρ. 25, που προβλέπει τα παραρτήματα που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του νομοθετήματος, προβλέπεται (στο παράρτημα Α υπό περιπτώσεις 5.1,5.2 και 5.3) ότι στο ρυθμιστικό του πεδίο εμπίπτουν οι υπηρεσίες που παρέχονται στην πίστα (ramp handling), οι οποίες μεταξύ άλλων περιλαμβάνουν:

την καθοδήγηση του αεροπλάνου κατά την άφιξη και την αναχώρηση, την εξυπηρέτηση κατά την στάθμευση του αεροπλάνου και την παροχή καταλλήλων μέσων, την οργάνωση των επικοινωνιών μεταξύ του αεροσκάφους και του παρέχοντος υπηρεσίες πίστας και τη μετακίνηση του αεροπλάνου τόσο κατά την αναχώρηση όσο και κατά την άφιξη και την παροχή και την εφαρμογή των αναγκαίων μέτρων.

Ως προς τις απαιτήσεις εξυπηρετήσεως στο δάπεδο σταθμεύσεως αεροσκαφών προβλέπονται η επάρκεια προσωπικού - επίγειου εξοπλισμού και οι μέγιστοι χρόνοι εξυπηρετήσεως και ειδικότερα ότι τα μέσα πρέπει να είναι τα προβλεπόμενα από τον κατασκευαστή του αεροσκάφους και να ακολουθούν τις τεχνικές προδιαγραφές (technical specifications) και τα φυσικά χαρακτηριστικά (physical characteristics) του εξοπλισμού επίγειας εξυπηρετήσεως που τίθενται εκάστοτε σε ισχύ, κατά τον χρόνο υποβολής της σχετικής αιτήσεως για έγκριση, έκδοση του απαιτούμενου πιστοποιητικού για τη λειτουργία της, να μην αποτελούν ιδιοκατασκευές και να προσφέρουν προστασία από τα καιρικά φαινόμενα, ο φορέας επίγειας εξυπηρετήσεως προς τρίτους θεωρείται ότι διαθέτει επαρκές προσωπικό και επίγειο εξοπλισμό εφόσον είναι σε θέση να εξυπηρετεί ταυτοχρόνως και πλήρως όλα τα αεροσκάφη για την εξυπηρέτηση των οποίων είναι υπεύθυνος, σύμφωνα με τον προβλεπόμενο χρόνο παραμονής τους στο έδαφος, επαρκές και κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό σύμφωνα με τις απαιτήσεις του ICAO και της ΙΑΤΑ, καθώς επίσης και επαρκή αριθμό κατάλληλα εξοπλισμένων μέσων (Follow-me, Marshallers, Tow - in and Push - back) για την καθοδήγηση του αεροπλάνου κατά την άφιξη και αναχώρηση, όταν κάποιες από τις ανωτέρω αναφερόμενες επί μέρους υπηρεσίες δεν παρέχονται από την Υπηρεσία Ελέγχου Εναέριας Κυκλοφορίας ή τον Οργανισμό Διαχείρισης του αερολιμένα 1) σε απομακρυσμένες από το κτίριο θέσεις (Remote parking stands), 2) σε θέσεις σε επαφή με το κτίριο (Contact gates), γ) Κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό για την τοποθέτηση τροχοεμποδιστήρων ως και την λήψη λοιπών απαραίτητων μέτρων ασφάλειας αεροσκαφών κατά την στάθμευση κινητήρων, υποστηρίγματα του ουραίου τμήματος κλπ).

δ) Επαρκές σε αριθμό προσωπικό ως και κατάλληλα επικοινωνιακά μέσα για την οργάνωση επικοινωνίας μεταξύ του αεροσκάφους και του φορέα παροχής υπηρεσιών ή του αυτοεξυπηρετούμενου χρήστη, ε) Κατάλληλα και επαρκή μεταφορικά οχήματα, μηχανήματα και λοιπό εξοπλισμό, τόσο για την μεταφορά των επιβατών, των πληρωμάτων, των αποσκευών και του φορτίου και ταχυδρομείου από τα κτίρια αεροσταθμού, εμπορευματικού και ταχυδρομικού σταθμού στα αεροσκάφη και αντίστροφα, όσο και για την επιβίβαση, αποβίβαση των επιβατών και την φόρτωση, εκφόρτωση και εξυπηρέτηση των αεροσκαφών κατά την άφιξη, στάθμευση, την τυχόν διακίνηση του εντός του Αερολιμένα και την αναχώρηση τους, στ) Επαρκές σε αριθμό και κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό και μέσα για την εκκίνηση του αεροσκάφους και την παροχή των καταλλήλων μέσων.

Περαιτέρω στο άρθρ. 9 παρ. 3 του Βασικού Κανονισμού Επίγειας Εξυπηρετήσεως, προβλέπεται ότι οι φορείς επίγειας εξυπηρετήσεως και οι αυτοεξυπηρετούμενοι χρήστες οφείλουν να λαμβάνουν κάθε απαραίτητο μέτρο για την πρόληψη γεγονότων ή καταστάσεων οι οποίες θα ήταν δυνατόν να δημιουργήσουν προβλήματα στην εύρυθμη και ασφαλή λειτουργία του αερολιμένα, καθώς και για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας, ατυχημάτων ή συμβάντων, τα οποία θα μπορούσαν να προκληθούν αμέσως ή εμμέσως από πράξη ή παράλειψη ενέργειας, ούτως ώστε το επίπεδο του κινδύνου (risk) στο αεροδρόμιο να διατηρείται σε επίπεδο τόσο χαμηλό, όσο είναι λογικό εφικτό, κατά την παρ. 11 η κίνηση των αεροσκαφών, καθώς και των οχημάτων εντός του χώρου σταθμεύσεως αεροσκαφών του αερολιμένα πρέπει να πραγματοποιείται, σύμφωνα με τις διαδικασίες και τις οδηγίες της μονάδας παροχής υπηρεσιών διαχείρισης χώρου σταθμεύσεως του Οργανισμού Διαχείρισης του αερολιμένα, στη συχνότητα της εν λόγω μονάδας, κατά την παρ. 44 οι φορείς επίγειας εξυπηρετήσεως και οι αυτοξυπηρετούμενοι χρήστες καθώς και οι αρμόδιοι υπάλληλοι αυτών, είναι υπεύθυνοι για την καθιέρωση έγγραφων διαδικασιών για την τήρηση των ανωτέρω κανόνων και της λοιπής αεροπορικής νομοθεσίας και να λαμβάνουν, όπου απαιτείται, τα κατάλληλα διορθωτικά μέτρα, συμπεριλαμβανομένης της επανεκπαίδευσης του προσωπικού τους, σε συνεργασία με τον Οργανισμό Διαχείρισης του αερολιμένα εάν αυτό απαιτείται.

Κατ' άρθρ. 14 παρ. 1.5 οφείλει να έχει στη διάθεση του μέσα, υλικά και προσωπικό σε τέτοιο αριθμό ώστε να αποφεύγονται καθυστερήσεις σε περίπτωση παροχής υπηρεσιών επίγειας εξυπηρετήσεως σε περισσότερα από ένα αεροσκάφη ταυτόχρονα.- Αποδεικνύεται περαιτέρω ότι μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης συνήφθη η από Νοέμβριος 2013 σύμβαση παροχής υπηρεσιών επίγειας εξυπηρετήσεως (τιτλοφορούμενη ΑΗΜ 810 Πρότυπη συμφωνία επίγειας εξυπηρετήσεως), στην οποία επισυνάφθηκαν τα υπό στοιχεία Α και Β παραρτήματα.

Σε εκτέλεσης αυτής της συμφωνίας που είναι εναρμονισμένη με το ισχύον νομικό καθεστώς, η εναγομένη ανέλαβε να παράσχει στην ενάγουσα για χρονικό διάστημα πέντε ετών από την κατάρτιση αυτής, μεταξύ άλλων και υπηρεσίες καθοδήγησης των αεροσκαφών της στους χώρους σταθμεύσεως, όπως αυτές προσδιορίζονται ήδη ανωτέρω και στο αεροδρόμιο της νήσου Μυκόνου, αντί συμφωνηθείσας αμοιβής.

Δυνάμει του όρου 8.1 περ.δ της οικείας συμβάσεως προβλέφθηκε ότι εκτός από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στην υπό παράγραφο 8.5 για την οποία θα γίνει αναφορά παρακάτω, η ενάγουσα δεν θα εγείρει τυχόν αξίωση κατά της εναγομένης έναντι οποιοσδήποτε νομικής ευθύνης για απαιτήσεις και αγωγές, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών εξόδων και δαπανών όσον αφορά μεταξύ άλλων σε περιπτώσεις ζημίας ή απώλειας περιουσιακών αντικειμένων που ανήκουν ή διαχειρίζονται από την πρώτη ή για λογαριασμό της και τυχόν παρεπόμενη απώλεια ή ζημία που προκύπτουν από πράξη ή παράλειψη της εναγομένης κατά την εκτέλεση της συμβάσεως αυτής εκτός εάν έγινε με σκοπό να προκαλέσει ζημία, θάνατο ή καθυστέρηση, τραυματισμό ή απώλεια ή έγινε από αμέλεια και ενώ γνώριζε ότι αυτή η ζημία, ο θάνατος, η καθυστέρηση, ο τραυματισμός ή η απώλεια θα επερχόταν πιθανότατα.

Σύμφωνα με τον όρο 8.5, με την επιφύλαξη της υποπαραγράφου 8.1δ όπως προεκτέθηκε, η εναγομένη θα αποζημιώνει την ενάγουσα έναντι τυχόν φυσικής απώλειας ή πρόκλησης ζημίας στο αεροσκάφος της που προκλήθηκε από αμελή πράξη ή παράλειψη της πρώτης υπό την προϋπόθεση πάντα ότι η ευθύνη της θα περιορίζεται σε αυτήν την τυχόν απώλεια ή ζημία του αεροσκάφους και για ποσό που δεν θα υπερβαίνει το επίπεδο του ποσού που εκπίπτει από την ασφάλιση παντός κινδύνου του μεταφορέα (ενάγουσας), εκτός εάν αυτή η απώλεια ή η ζημία αναφέρεται σε οποιοδήποτε περιστατικό κάτω των 3.000 δολαρίων ΗΠΑ, οπότε δεν θα οφείλεται αποζημίωση.

Προβλέπεται ακόμη ρητό ότι για την αποφυγή τυχόν αμφιβολίας, εκτός από όπου δηλώνεται ρητό, η ως άνω υποπαράγραφος 8.5 δεν επηρεάζει ούτε παραβλάπτει το γενικό περιεχόμενο των διατάξεων της υποπαραγράφου 8.1 συμπεριλαμβανομένης της αρχής ότι ο Μεταφορέας και δη η ενάγουσα δεν θα εγείρει καμία αξίωση κατά της εταιρίας εξυπηρετήσεως (και θα την αποζημιώνει έναντι οποιοσδήποτε ευθύνης) αναφορικά με οποιαδήποτε και όλες τις παρεπόμενες απώλειες ή ζημίες που θα προκληθούν με οποιονδήποτε τρόπο.

Από τις ανωτέρω συμβατικές ρυθμίσεις προκύπτει ότι τα συμβαλλόμενα μέρη καθόρισαν: ότι για την κατάφαση ευθύνης αποζημιώσεως της εναγομένης για την οποιαδήποτε απώλεια ή ζημία της ενάγουσας λόγω ενεργειών της στα πλαίσια της ανατεθείσας σε αυτήν εντολής απαιτείτο η θεμελίωση βαριάς αμέλειας στο πρόσωπο των προστηθέντων - εργαζομένων της, ενώ σε περιπτώσεις άλλης αμελούς συμπεριφοράς ή παράλειψης των οφειλομένων ενεργειών από τα ανωτέρω πρόσωπα, θα μπορούσε να θεμελιωθεί ευθύνη της σε αποζημίωση μόνο για τις θετικές ζημίες που προκαλούνται στο αεροσκάφος, χωρίς δηλαδή να αποζημιώνονται στην περίπτωση αυτή οι παρεπόμενες - περαιτέρω ζημίες και για ποσό που δεν θα υπερβαίνει το επίπεδο του ποσού που εκπίπτει από την ασφάλιση παντός κινδύνου του μεταφορέα (ενάγουσας).

Στο σημείο αυτό επισημαίνεται ότι, όπως ρητώς αναγράφεται στην ένδικη σύμβαση, οι άνω υποχρεώσεις της εναγομένης λαμβάνονται έναντι της ενάγουσας, υπό την ρητώς αναγραφομένη ιδιότητά της τελευταίας ως "μεταφορέα", διακρινόμενη από τον "ιδιοκτήτη μεταφορέα", που προβλέπεται στο σχετικό παράρτημα και δεν αφορά στην παρούσα σύμβαση.

Και δη εν προκειμένω για την έγερση αξιώσεων από την ένδικη σύμβαση εκ μέρους της ενάγουσας, αρκεί η ιδιότητά της ως μεταφορέα, χωρίς να ενδιαφέρει το ιδιοκτησιακό καθεστώς του αεροσκάφους, προς ενίσχυση όσων προεκτέθηκαν αναφορικά με την ενεργητική νομιμοποίησή της για την έγερση της ένδικης αγωγής, απορριπτομένων όσων περί του αντιθέτου υποστηρίζουν οι εκκαλούσες με τους σχετικούς λόγους των υπό στοιχείο Β και Γ εφέσεών τους. -Αποδεικνύεται περαιτέρω ότι στις 4.7.2014, περί ώρα 17:50 αεροσκάφος με στοιχεία νηολογίου SX- DVK που είχε μισθωθεί από την ενάγουσα και το οποίο εκτελούσε την πτήση ΑΕΕ378 από το Διεθνές Αεροδρόμιο της Αθήνας προς τον Κρατικό Αερολιμένα Μυκόνου, προσγειώθηκε κανονικά στο τελευταίο αεροδρόμιο στο διάδρομο 34, όπου σε συνεννόηση με τον πύργο ελέγχου του αεροδρομίου ακολούθησε διαδικασία αναστροφής, κατά την οποία γύρισε τροχοδρομώντας αντίστροφα στον διάδρομο προσγείωσης και ελευθέρωσε τον διάδρομο από το νότιο συνδετήριο, κατευθυνόμενο προς το χώρο σταθμεύσεως αεροσκαφών του αεροδρομίου.

Κατά τον ανωτέρω χρόνο στον χώρο σταθμεύσεως του αεροδρομίου υπήρχαν σταθμευμένα μερικά ιδιωτικής χρήσης αεροπλάνα και ελικόπτερα, καθώς και δύο σταθμευμένα Airbus Α320, ένα της Atlas Jet και ένα της Meridianna με στοιχεία νηολογίου Ι-ΕΕΖΗ. Οι χειριστές του αεροσκάφους της ενάγουσας, κατευθυνόμενοι προς τον χώρο σταθμεύσεως, ακολούθησαν τις οδηγίες του σηματώρου (marshaller), που βρισκόταν στο βάθος της πίστας, στο ύψος του πύργου και δη του εργαζομένου της εναγόμενης και προστηθέντος της, επιφορτισμένου με την υποχρέωση να κατευθύνει το αεροπλάνο στον χώρο σταθμεύσεως.

Σημειώνεται ότι κατά την άφιξη του αεροσκάφους της ενάγουσας δόθηκε από τον διευθυντή πίστας της εναγομένης, Α. Ε. η σύσταση στον ανωτέρω σηματοδότη της πίστας, Α. Π., να αναμείνει την αναχώρηση του αεροσκάφους της εταιρίας Άτλας, προτού προχωρήσει στην καθοδήγηση της σταθμεύσεως, προκειμένου να ελευθερωθεί ο χώρος.

Περί των ανωτέρω κατάθεσε ο προϊστάμενος του χώρου σταθμεύσεως αεροσκαφών της εναγομένης, Γ. Β., στα πλαίσια διερεύνησης του ενδίκου ατυχήματος από την ΕΔΑΑΠ (Επιτροπή Διερεύνησης Ατυχημάτων και Ασφάλειας Πτήσεων), αναφέροντας ειδικότερα ότι πριν από την προσγείωση του αεροσκάφους της ενάγουσας, έδωσε εντολή στον σηματώρο να κρατήσει το αεροσκάφος, "να δώσει φρένα", όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, προκειμένου να αποχωρήσει πρώτα το αεροσκάφος της Atlas Jet που ήταν σταθμευμένο στο νότιο δυτικό τμήμα, έτσι ώστε όταν ελευθερωθεί αυτός ο χώρος σταθμεύσεως και το αεροσκάφος της ενάγουσας να πάρει με ασφάλεια τη θέση του.

Ωστόσο, ο σηματώρος αποδείχθηκε ότι δε συμμορφώθηκε στην ανωτέρω εντολή του προϊσταμένου του, αλλά όπως εξέθεσε στα πλαίσια της ίδιας ως άνω διαδικασίας, εκτιμώντας την κατάσταση στην πίστα τη στιγμή του περιστατικού και ευρισκόμενος υπό καθεστώς πίεσης έκρινε ότι μπορούσε να καθοδηγήσει το αεροσκάφος, ώστε να περάσει ανάμεσα από τα άλλα δύο σταθμευμένα αεροσκάφη προκειμένου να διευκολύνει την ομαλή λειτουργία του αεροδρομίου, ώστε να μην υπάρχουν καθυστερήσεις.

Ο σηματώρος εξεταζόμενος στα πλαίσια της ανωτέρω διαδικασίας δεν αναφέρεται στην παραπάνω εντολή του προϊσταμένου του, πλην όμως, παρότι τούτη χαρακτηρίζεται ως "πιθανή" στο οικείο πόρισμα, κατά την κρίση και του Δικαστηρίου τούτου πράγματι δόθηκε η σχετική εντολή, σύμφωνα και με την προσκομιζόμενη ένορκη βεβαίωση του ως άνω Προϊσταμένου του, που ήδη επικαλείται η εναγομένη.

Περαιτέρω, το εγχειρίδιο λειτουργιών της τελευταίας αναφέρει ότι μόνο το εκπαιδευμένο και εξουσιοδοτημένο προσωπικό είναι υπεύθυνο για την καθοδήγηση του αεροσκάφους από και προς τη περίπτωση κινδύνου εφόσον χρειαστεί, ενώ εάν κατά την τροχοδρόμηση ή την τοπική διαδικασία καθοδήγησης του αεροσκάφους χρειάζεται δεύτερο άτομο για το συντονισμό της διαδικασίας αναλαμβάνει δεύτερο άτομο, αντίστοιχα εκπαιδευμένο, που ακολουθεί εμπρός από την άκρη της πτέρυγας του αεροσκάφους και βοηθά τον υπεύθυνο καθοδηγητή να οδηγήσει με ασφάλεια το αεροσκάφος στην θέση σταθμεύσεως, ενώ το εγχειρίδιο λειτουργιών της ενάγουσας προβλέπει ότι το αεροσκάφος δεν θα πρέπει να σταθμεύει χωρίς την απαραίτητη καθοδήγηση σηματωρού ή κατευθυντήρια φώτα οδήγησης, ότι ένας σηματώρος θα πρέπει να είναι διαθέσιμος να παρακολουθεί την πορεία του αεροσκάφους και να ελέγχει την θέση σταθμεύσεως για τυχόν εμπόδια.

Αποδεικνύεται, εξάλλου, ότι οι χειριστές του αεροσκάφους εκτίμησαν ότι η απόσταση μεταξύ των παραπάνω δύο ήδη σταθμευμένων αεροσκαφών, ενδιάμεσα από τα οποία έπρεπε να περάσουν σύμφωνα με τις οδηγίες του σηματώρου, ήταν οριακή. Κοντά στο αεροσκάφος της Atlas Jet που βρισκόταν αριστερά σε σχέση με την πορεία του αεροσκάφους της ενάγουσας, βρισκόταν δεύτερο άτομο το οποίο έλεγχε την απόσταση μεταξύ του αεροσκάφους της ενάγουσας και του ως άνω σταθμευμένου και αφού το αεροσκάφος της ενάγουσας πέρασε από το ανωτέρω, ο σηματώρος συνέχισε να δίνει οδηγίες προς τους χειριστές του κινούμενου αεροσκάφους να κινηθούν ευθεία και μπροστά.

Ειδικότερα το αεροσκάφος της ενάγουσας πέρασε σε απόσταση ασφαλείας από το αεροσκάφος της Atias Jet και οι χειριστές του ακολούθησαν τις οδηγίες του σηματώρου, σύμφωνα με το εγχειρίδιο λειτουργιών της εταιρίας τους και τα ισχύοντα στο αεροδρόμιο της Μυκόνου όπου δεν υπήρχε διαγράμμιση στον χώρο σταθμεύσεως.

Δευτερόλεπτα μετά το δεξί ακροπτερύγιο του αεροσκάφους της ενάγουσας χτύπησε το αριστερό ακροπτερύγιο του αεροσκάφους της Meridianna που βρισκόταν σταθμευμένο δεξιά ως προς την πορεία του. Στο σημείο αυτό, δηλαδή μεταξύ των δύο αεροσκαφών της ενάγουσας και της Meridianna δεν υπήρχε κάποιο κατάλληλο πρόσωπο καθοδήγησης να ελέγχει την απόσταση μεταξύ των δύο ακροπτερυγίων.

Το πλήρωμα του αεροπλάνου της ενάγουσας συνειδητοποίησε άμεσα την πρόσκρουση των ακροπτερυγίων, ακινητοποίησε το αεροσκάφος και σταμάτησε τη λειτουργία των κινητήρων, ενώ ζήτησε την παρουσία πυροσβεστικών μέσων για προληπτικούς λόγους. Ακολούθως έλαβε χώρα αναγγελία του συμβάντος στους επιβάτες και το πλήρωμα υπό την παρουσία των πυροσβεστικών μέσων, τα οποία δεν χρειάστηκε να προβούν σε οποιαδήποτε περαιτέρω ενέργεια, καθώς δεν προκλήθηκε φωτιά ή διαρροή καυσίμου, προέβη σε ελεγχόμενη αποβίβαση των επιβατών.

Από την ανωτέρω πρόσκρουση δεν προκλήθηκε τραυματισμός παρά μόνο υλικές ζημίες σε αμφότερα τα αεροσκάφη. Ειδικότερα ως προς το αεροσκάφος της ενάγουσας καταστράφηκαν ο αεροδυναμικός φράκτης μείωσης αεροδινών του δεξιού ακροπτερυγίου, το δεξί ακροπτερύγιο, το 5° πτερύγιο καμπυλότητας χείλους προσβολής, ενώ υπήρξε εκδορά στην άνω επιφάνεια στην άκρη της δεξιάς πτέρυγας.

Άλλωστε συναφείς ήταν και οι ζημίες που υπέστη το έτερο αεροσκάφος. Σημειώνεται ότι οι συνθήκες φωτισμού που επικρατούσαν κατά τη διάρκεια του περιστατικού ήταν ηλιοφάνεια, η ορατότητα αναφέρεται σε ακτίνα 10 χλμ ή και περισσότερο, η περιοχή σταθμεύσεως αναφέρεται διαστάσεων 90 μ. X 320 μ., με δυνατότητα σταθμεύσεως τριών μεγάλων αεροσκαφών και πέντε μικρότερων, ενώ η επιφάνειά της δεν έφερε διαγράμμιση για την θέση σταθμεύσεως των αεροσκαφών και τα αεροσκάφη καθοδηγούνταν από τον σηματώρο της εταιρίας επίγειας εξυπηρετήσεως και εν προκειμένω της εναγομένης.

Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι στην ανωτέρω πρόσκρουση συνετέλεσε κυρίως η αμελής συμπεριφορά του προστηθέντος, σηματώρου της εναγομένης, ο οποίος ειδικότερα εκτίμησε εσφαλμένα ότι η μη αναμονή της αποχώρησης του έτερου αεροσκάφους δεν θα μπορούσε να προκαλέσει ζημία και έτσι παραβίασε κατ' αρχήν την εντολή του προϊσταμένου του να περιμένει την μερική απελευθέρωση του χώρου σταθμεύσεως.

Περαιτέρω εκτίμησε εσφαλμένα ότι υφίστατο αρκετός χώρος για ελιγμούς του αεροσκάφους της ενάγουσας και εν συνεχεία προχώρησε στη διαδικασία καθοδήγησής του χωρίς να έχει την πλήρη εποπτεία του χώρου σταθμεύσεως και να βεβαιωθεί για την απουσία κινδύνου και ειδικότερα χωρίς να ζητήσει, όπως όφειλε, τη βοήθεια δευτέρου προσώπου, εκθέτοντας με τον ανωτέρω τρόπο με απερισκεψία και βαρύτατη αμέλεια τα αεροσκάφη που βρίσκονταν στο χώρο σταθμεύσεως σε κίνδυνο. Και ναι μεν κατά την κρίση του Δικαστηρίου πράγματι ο σηματώρος αποσκοπούσε στην αποφυγή καθυστερήσεων και την ταχύτερη αποβίβαση των επιβατών, πλην όμως δεν αποδεικνύεται ότι υποβλήθηκε από την ενάγουσα οποιοδήποτε συναφές αίτημα ή ευχή, κρίση που ενισχύεται από το γεγονός ότι και ο ίδιος ο σηματοδότης εκθέτει ότι υιοθέτησε την ανωτέρω συμπεριφορά προκειμένου να διευκολύνει την ομαλή λειτουργία του αεροδρομίου και να μην υπάρχουν καθυστερήσεις, ευρισκόμενος υπό καθεστώς πίεσης και δη λόγους που άπτονται του πεδίου δραστηριότητας της προστήσασας αυτόν εναγομένης. Η έλλειψη διαγράμμισης του χώρου σταθμεύσεως στο αεροδρόμιο της Μυκόνου είναι μεν παράγοντας που δυσχεραίνει την στάθμευση των αεροσκαφών, αλλά εν προκειμένω όφειλε να επιτείνει την προσοχή και επιμέλεια όλων των εμπλεκομένων μερών.

Εξάλλου, δεν αποδεικνύεται ο ισχυρισμός της εναγομένης περί του ότι οι χειριστές της ενάγουσας μόλις προσγειώθηκαν κατευθύνθηκαν άμεσα με δική τους πρωτοβουλία στο χώρο σταθμεύσεως, καθώς ανακρούεται από το πόρισμα της διεξαχθείσας έρευνας, όπου επισημαίνεται ότι οι χειριστές ήταν σε συνεννόηση με τον πύργο ελέγχου, ενώ ουδεμία σχετική με αυτόβουλη ενέργεια των χειριστών αναφορά προκύπτει στις πρώτες καταθέσεις των εμπλεκομένων μερών.

Από αυτά καθίσταται σαφές ότι το ένδικο αεροπορικό ατύχημα οφείλεται κατά κύριο λόγο σε υπαιτιότητα του προστηθέντος υπαλλήλου της εναγομένης, ο οποίος επέδειξε βαριά αμέλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που του είχαν ανατεθεί, ενόψει του ότι η αποδειχθείσα ως άνω συμπεριφορά του παρεκκλίνει σημαντικά από τη συμπεριφορά του μέσου επιμελούς ανθρώπου, η οποία (συμπεριφορά του μέσου επιμελούς) επιβάλλει τη συμμόρφωση του υφισταμένου στην εντολή του προϊσταμένου του, αλλά και την τήρηση των λοιπών υποχρεώσεών του αναφορικά με την επιτήρηση του χώρου, ώστε να μην υπάρχει εμπόδιο, την εποπτεία του αεροσκάφους και του χώρου σταθμεύσεως και την ειδοποίηση ετέρου προσώπου, βοηθού του, αλλά ο ίδιος αφού αθέτησε την εντολή του προϊσταμένου του, προέβη ακολούθως στους παραπάνω λανθασμένους χειρισμούς που ως συνέπεια είχαν την πρόσκρουση του αεροσκάφους.

Οι πράξεις δε και οι παραλείψεις του οφείλονται στην αδιαφορία που επέδειξε με επίγνωση ότι με πιθανότητα θα προκαλείτο υλική ζημία. Υφίσταται δε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραπάνω συμπεριφοράς και της προκληθείσης ζημίας αφού η πρώτη, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και των ειδικών περιστάσεων της συγκεκριμένης περίπτωσης, ήταν επαρκής να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα το οποίο και επέφερε.

Συνεπώς, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές πρέπει αφού απορριφθούν οι ενστάσεις περί απουσίας ευθύνης της εναγόμενης και περί ποσοτικού περιορισμού της ευθύνης της ως κατ' ουσίαν αβάσιμες, να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν η αντένσταση της ενάγουσας περί απεριόριστης ευθύνης της αντιδίκου της. Κατά συνέπεια το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε τα ίδια, απέρριψε ως αβάσιμους τους ανωτέρω ισχυρισμούς της εναγομένης και έκανε δεκτή την ως άνω αντένσταση της ενάγουσας ορθά το νόμο εφάρμοσε και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομενων όσων περί του αντιθέτου υποστηρίζει η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα υπό στοιχείο Β με τον 4° λόγο της υπό στοιχείο Β εφέσεώς της και η προσθέτως παρεμβαίνουσα ήδη εκκαλούσα υπό στοιχείο Γ με τον 3° λόγο της υπό στοιχείο Γ εφέσεώς της.

Η ανωτέρω ζημιογόνος συμπεριφορά του προστηθέντος της εναγόμενης, συνιστά τόσο πλημμελή εκπλήρωση των ενοχικών υποχρεώσεών της έναντι της ενάγουσας από τη μεταξύ τους σύμβαση και γεννά υποχρέωση αποζημιώσεως, όσο και αδικοπρακτική συμπεριφορά, καθώς συνιστά υπαίτια αθέτηση ενεργειών που επιβάλλονται από την κείμενη νομοθεσία για τις εταιρίες που ασκούν δραστηριότητα παροχής υπηρεσιών επίγειας εξυπηρετήσεως αεροσκαφών σύμφωνα με τα αναφερόμενα ήδη ανωτέρω στις προβλέψεις των σχετικών νομοθετημάτων, όπως τούτα προπαρατέθηκαν.

Ωστόσο, στο ανωτέρω ζημιογόνο γεγονός, κατά την κρίση και του Δικαστηρίου τούτου, συνετέλεσε και η αμελής συμπεριφορά των χειριστών - προστηθέντων της ενάγουσας οι οποίοι γνώριζαν την απουσία διαγραμμίσεως των θέσεων σταθμεύσεως και παρότι άμεσα αντιλήφθηκαν ότι η απόσταση μεταξύ των δύο σταθμευμένων αεροσκαφών ήταν οριακή, ότι ο μόνος σηματώρος βρισκόταν στο βάθος της πίστας και σε ικανή απόσταση από τα αεροσκάφη, ότι - όπως άλλωστε μπορούσαν και όφειλαν να αντιληφθούν καθώς προσέγγιζαν στον χώρο αυτό στον οποίο είχαν ανεμπόδιστη ορατότητα εμπρός και δεξιά τους- δεν υπήρχε δεύτερος βοηθός για την επίβλεψη της απόστασης μεταξύ των δύο αεροσκαφών και ο πρώτος σηματώρος ήταν σε σημείο όπου δεν είχε ορατότητα στην δεξιά πλευρά του αεροπλάνου, όφειλαν να μην ακολουθήσουν τις οδηγίες του σηματοδότη και να διακόψουν την πορεία τους έως την διασφάλιση ασφαλών συνθηκών σταθμεύσεως, λαμβάνοντας υπόψη ότι κατά τις βάσιμες αιτιάσεις της εναγόμενης ο έλεγχος και ο χειρισμός του αεροσκάφους κατά την διαδικασία σταθμεύσεως διατηρείται από τον κυβερνήτη του, ο οποίος έχει την απόλυτη, πλήρη και αποκλειστική εξουσία να αποφασίσει για την στάθμευσή του, υπό την έννοια ότι δεν υποχρεούται και δεν μπορεί να του επιβληθεί παρά τη βούλησή του, χειρισμός ο οποίος εν γνώσει του εγκυμονεί κινδύνους, αλλά υποχρεούται να αρνηθεί την στάθμευση υπό τέτοιες συνθήκες.

Στο σημείο αυτό επισημαίνεται ότι στο προσκομιζόμενο πόρισμα της ΕΔΑΑΠ αναφέρεται ότι από την θέση του θαλάμου διακυβέρνησης είναι δύσκολο να επιτηρούνται οι αποστάσεις των ακροπτερυγίων του αεροσκάφους από τα άλλα αεροσκάφη, παραδοχή, η οποία δεν καθιστά, ωστόσο αδύνατη την επιτήρηση του δεξιού ακροπτερυγίου και μάλιστα από τον βοηθό χειριστή, καθώς αφορά σε ενέργεια πριν από την ολοκλήρωση της διαδικασίας σταθμεύσεως και την μετέπειτα ακινητοποίηση του αεροσκάφους.

Και ναι μεν οι χειριστές οφείλουν, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, vα ακολουθούν τις οδηγίες του σηματώρου του παρόχου επίγειας εξυπηρετήσεως, έναντι του οποίου υπάρχει σχέση εμπιστοσύνης για την ομαλή λειτουργία αεροδρομίου, πλην όμως η ανωτέρω υποχρέωσή τους δεν αναιρεί το γεγονός ότι εκείνοι έχουν την εποπτεία και την διοίκηση του αεροσκάφους, ο δε βαθμός συμμόρφωσής τους στην αντίστοιχη υποχρέωσή τους να ακολουθούν τις οδηγίες του πρέπει να κλιμακώνεται με βάση τις εκάστοτε επικρατούσες συνθήκες, προκειμένου να διασφαλίζουν απολύτως ασφαλείς συνθήκες για τους επιβάτες και το αεροσκάφος.

Στο σημείο αυτό επισημαίνεται ότι ο μάρτυρας Γ. Β., διευθυντής του σταθμού της εναγομένης στον αερολιμένα Μυκόνου, στην από 4.7.2014 έκθεσή του για το επίδικο συμβάν και τη φόρμα αναφοράς περιστατικού αναφέρεται στο εν λόγω συμβάν κατά το σκέλος που εμπίπτει στο πλαίσιο των καθηκόντων του σε σχέση με τις εσωτερικές διαδικασίες της εναγόμενης και δη μόνο κατά το μέρος που αφορά στην εμπλοκή των εργαζομένων της, και ως εκ τούτου το γεγονός ότι ουδέν αναφέρει περί συνυπαιτιότητας τρίτου προσώπου, δεν αναιρεί την κατά τα ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου περί συντρέχουσας αμέλειας των χειριστών της ενάγουσας.

Συνακόλουθα η ένσταση συνυπαιτιότητας που προέβαλλε η εναγομένη και η προσθέτως παρεμβαίνουσα στην οικεία δίκη, η οποία επαναφέρεται με τους 3° και 4° αντιστοίχως λόγους των υπό στοιχείο Β και Γ εφέσεών τους, τυγχάνει εν μέρει βάσιμη και κατ'ουσίαν και δη κατά ποσοστό που προσδιορίζεται σε 30%. Επομένως η εκκαλούμενη απόφαση με την οποία κρίθηκε ότι πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η νομίμως προσβληθείσα από τις παραπάνω εκκαλούσες ένσταση συντρέχοντος πταίσματος της ενάγουσας, προσδιορίζοντας το ποσοστό της συνυπαιτιότητάς της σε 30%, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και ορθά εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό.

Τα αντίθετα συνεπώς υποστηριζόμενα από τις εκκαλούσες, κατά την 1η των οποίων θα έπρεπε να απορριφθεί εξ ολοκλήρου η σχετική ένσταση, καθώς δεν υπάρχει καμία συνυπαιτιότητα των χειριστών της (1ος λόγος υπό στοιχείο Α εφέσεως), κατά την 2η και την 3η εξ’ αυτών έπρεπε να γίνει δεκτή εξ ολοκλήρου η ένσταση συντρέχοντος πταίσματος και να προσδιοριστεί αυτό σε ποσοστό 95% (3ος λόγος της υπό στοιχείο Β εφέσεως και 4ος λόγος της υπό στοιχείο Γ εφέσεως), πρέπει να απορριφθούν ως κατ'ουσίαν αβάσιμα...".

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος, την συμπεριφορά των εμπλακέντων στο ατύχημα, την αμελή συμπεριφορά και του προστηθέντος, σηματώρου της εναγομένης-αναιρεσίβλητης και των προστηθέντων χειριστών του αεροσκάφους της ενάγουσας-αναιρεσείουσας, δεν παραβίασε, ευθέως, είτε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή είτε με εσφαλμένη υπαγωγή είτε με παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την υπαγωγή των προαναφερόμενων πραγματικών περιστατικών στις νομικές διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330,334,361, 914,922 ΑΚ και μάλιστα κατά την εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας της συνυπαιτιότητας (αμέλειας) στην πρόκληση του ατυχήματος. Τούτο δε διότι οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.

Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις ως άνω, ανέλεγκτες, παραδοχές αυτής, αναφέρεται ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση τόσο της συμβατικής, όσο και της αδικοπρακτικής ευθύνης της αναιρεσείουσας, με βάση τις γενικές περί αδικοπραξιών διατάξεις (922, 914 ΑΚ) και του Βασικού Κανονισμού Επίγειας Εξυπηρετήσεως, ως προστήσασας τους χειριστές του αεροσκάφους της που υπέστη υλικές ζημίες.

Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις και ανεπάρκεια στις αιτιολογίες αυτής σχετικά με το χαρακτηρισμό των ως άνω περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι παρότι οι χειριστές - προστηθέντες της ενάγουσας-αναιρεσείουσας γνώριζαν την απουσία διαγραμμίσεως των θέσεων σταθμεύσεως, παρότι άμεσα αντιλήφθηκαν ότι η απόσταση μεταξύ των δύο σταθμευμένων αεροσκαφών ήταν οριακή και ότι ο μόνος σηματώρος βρισκόταν στο βάθος της πίστας και σε ικανή απόσταση από τα αεροσκάφη, και παρότι μπορούσαν και όφειλαν να αντιληφθούν καθώς προσέγγιζαν στον χώρο αυτό στον οποίο είχαν ανεμπόδιστη ορατότητα εμπρός και δεξιά τους, ότι δεν υπήρχε δεύτερος βοηθός για την επίβλεψη της απόστασης μεταξύ των δύο αεροσκαφών και ο πρώτος σηματώρος ήταν σε σημείο όπου δεν είχε ορατότητα στην δεξιά πλευρά του αεροπλάνου, και όφειλαν ως εκ τούτου να μην ακολουθήσουν τις οδηγίες του και να διακόψουν την πορεία τους έως την διασφάλιση ασφαλών συνθηκών σταθμεύσεως, λαμβάνοντας υπόψη ότι ο έλεγχος και ο χειρισμός του αεροσκάφους κατά την διαδικασία σταθμεύσεως διατηρείται από τον κυβερνήτη του, ο οποίος έχει την απόλυτη, πλήρη και αποκλειστική εξουσία να αποφασίσει για την στάθμευσή του, υπό την έννοια ότι δεν υποχρεούται και δεν μπορεί να του επιβληθεί παρά τη βούλησή του, χειρισμός ο οποίος εν γνώσει του εγκυμονεί κινδύνους, αλλά υποχρεούται να αρνηθεί την στάθμευση υπό τέτοιες συνθήκες, συνέχισαν την πορεία τους, με αποτέλεσμα το δεξί ακροπτερύγιο του αεροσκάφους της ενάγουσας-αναιρεσείουσας να προσκρούσει στο αριστερό ακροπτερύγιο του αεροσκάφους της Meridianna που βρισκόταν σταθμευμένο δεξιά ως προς την πορεία του και να υποστούν αμφότερα υλικές ζημίες.

Επίσης, δεν ήταν αναγκαία η παράθεση επιπλέον αιτιολογιών, διότι οι πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζουν πλήρως την κρίση του Εφετείου για την συνυπαιτιότητα(αμέλεια) των προστηθέντων-χειριστών του αεροσκάφους της αναιρεσείουσας στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος. Επομένως, είναι αβάσιμοι οι από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος και τέταρτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προβάλλει σχετικές αιτιάσεις.

Κατά τα λοιπά οι ίδιοι ως άνω λόγοι είναι απαράδεκτοι, καθόσον οι προβαλλόμενες με αυτούς αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με την συνυπαιτιότητα(αμέλεια) των προστηθέντων της αναιρεσείουσας στην πρόκλησή του ενδίκου ατυχήματος, ήτοι αφορούν στην αποδεικτική κρίση του Εφετείου, η οποία κατά τα προαναφερόμενα στην οιεκία ως άνω νομική σκέψη, δεν ελέγχεται από το Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

8. Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ(σε συνδυασμό με άρθρα 297,298 ΑΚ) ως προς το ότι η συμπεριφορά των προστηθέντων-χειριστών του αεροσκάφους της αναιρεσείουσας και η εξ αυτής πρόκληση βλάβης στο αεροσκάφος τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την επελθούσα ζημία. Με τον ίδιο λόγο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και η πλημμέλεια από τον αριθ.19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραβίασε εκ πλαγίου την παραπάνω διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ (σε συνδυασμό με άρθρα 297,298 του ΑΚ),απορρίπτοντας με ανεπαρκείς, άλλως αντιφατικές, αιτιολογίες τα κονδύλια κόστους μίσθωσης πρόσθετου αεροσκάφους για την κάλυψη του πτητικού έργου και σχεδιασμού που ακυρώθηκε και αποζημίωσης κατ'ελάχιστον των επιβατών της πτήσης που επηρεάστηκε από τη ζημία.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, τα ακόλουθα:

"Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι από την ένδικη σύγκρουση υπέστη υλικές ζημίες το αεροσκάφος της ενάγουσας και ειδικότερα καταστράφηκε το δεξί ακροπτερύγιο, ο αεροδυναμικός φράχτης μείωσης αεροδινών του δεξιού ακροπτερυγίου, το 5° πτερύγιο καμπυλότητας χείλους προσβολής, ενώ υπήρξε μία εκδορά στην άνω επιφάνεια στην άκρη της δεξιάς πτέρυγας.... Αποδεικνύεται περαιτέρω ότι λόγω του ατυχήματος το ζημιωθέν αεροσκάφος της ενάγουσας δεν ήταν δυνατόν να εκτελέσει τις προγραμματισμένες πτήσεις της 4.7.2014 με αρ. A3 379. A3 4330 και A3 4331 ήτοι Μύκονος-Αθήνα, Αθήνα-Μπέρμινχαμ και Μπέρμινχαμ - Αθήνα και της 5.7.2014 με προορισμούς αντιστοίχως A3 4330 από Ρόδο προς Μπέρμινχαμ και A3 4331 από Μπέρμινχαμ προς Ρόδο κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο εισαγωγικό δικόγραφό. Η ενάγουσα, σύμφωνα με το προσκομιζόμενο υπ' αριθμ. ....2015 παραστατικό της εταιρίας SWIFTAIR AIR, στις 5.7.2014 προέβη στην μίσθωση αεροσκάφους με πλήρωμα, καταβάλλοντας το ποσό των 36.765,29 ευρώ, το οποίο σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα και εσωτερικού ελεγκτή της Μ. Μ. του Ε., εκτέλεσε τις πτήσεις της 5ης Ιουλίου 2014 από το αεροδρόμιο Malpensa προς τη Ρόδο, από τη Ρόδο προς τη Ζυρίχη και επιστροφή στη Ρόδο.

Περαιτέρω στο χρονολογούμενο από 22.10.2014 έγγραφο της ενάγουσας προς την Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας αναφέρεται ότι το δυναμικό του στόλου της, κατά την ημερομηνία του ενδίκου συμβάντος είχε αποδυναμωθεί επιπλέον κατά δύο ακόμη αεροσκάφη που είχαν αντιμετωπίσει προβλήματα και βλάβες και είχαν τεθεί εκτός λειτουργίας, συνθήκες που επέφεραν καθυστερήσεις στις πτήσεις της και ότι με ενέργειες του επιχειρησιακού της κέντρου, λαμβάνοντας υπόψη ότι ήταν θερινή περίοδος και η κίνηση πολύ αυξημένη, αναζήτησε αεροσκάφος αντίστοιχης διαθεσιμότητας θέσεων και πτητικής ικανότητας και έτσι μίσθωσε αεροσκάφος για την πραγματοποίηση δρομολογίου από Ρόδο προς/από Ζυρίχη, ενώ προκειμένου να διασφαλίσει την μέγιστη δυνατή ομαλή ροή των προγραμματισμένων πτήσεών της αποφάσισε να προκληθεί καθυστέρηση στο δρομολόγιο από/προς Μπέρμιγχαμ, και κατά τις προβλέψεις του ΕΚ 261/2004 παρείχε γεύμα, αναψυκτικά και διαμονή σε όλους τους επιβάτες της πτήσης A3 4330.

Με βάση το προαναφερόμενο έγγραφο, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι οι πτήσεις που εκτέλεσε το ανωτέρω μισθωθέν αεροσκάφος είναι διαφορετικές από αυτές που είχαν προγραμματιστεί να εκτελέσει το ζημιωθέν αεροσκάφος της ενάγουσας, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφανθεί με ασφάλεια σχετικά με το ότι εάν και σε ποιό βαθμό η επικαλούμενη από την ενάγουσα ως άνω μίσθωση καταρτίσθηκε προκειμένου να εξυπηρετηθούν ανάγκες που προέκυψαν λόγω του ενδίκου ατυχήματος ή αν λείπει η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του ζημιογόνου αυτού γεγονότος και της επικαλουμένης ως άνω ζημίας της ενάγουσας, υπό την έννοια ότι η ζημία δεν θα επερχόταν χωρίς την συγκεκριμένη συμπεριφορά του προστηθέντος της αντιδίκου της και της συνέπεια αυτής προκληθείσης βλάβης στο συγκεκριμένο αεροσκάφος του στόλου της.

Κατόπιν της αδυναμίας αυτής να θεμελιωθεί αποδεικτικά ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς του προστηθέντος της εναγόμενης στην οποία εδράζεται η ένδικη ευθύνη της προς αποζημίωση της ενάγουσας και της ανάγκης της ενάγουσας να καταρτίσει την ανωτέρω μίσθωση για να εξυπηρετήσει τις τρέχουσες ανάγκες της είναι κατά την κρίση και του Δικαστηρίου τούτου απορριπτέο ως ουσιαστικό αβάσιμο το οικείο κονδύλιο.

Τα ανωτέρω ισχύουν αναφορικά με την αιτούμενη αποκατάσταση της ζημίας που κατά τις αγωγικές παραδοχές υπέστη η ενάγουσα, καταβάλλοντας το ποσό των 26.768,67 και 12.047,50 βρετανικών λιρών στους επιβάτες των πτήσεων A3 4330 και 4331 (Ρόδος -Μπέρμινχαμ και Μπέρμινχαμ - Ρόδος) της 5.7.2014, και δη το ποσό που κατέβαλε ως αποζημίωσή τους κατά τον ισχύοντα Κανονισμό 261/2004 και ως αμοιβή των δικηγόρων της για τον χειρισμό των εν λόγω απαιτήσεων των πελατών της, καθώς συνεπεία της ταυτόχρονης βλάβης και άλλων αεροσκαφών της το Δικαστήριο δεν δύναται να αχθεί σε ασφαλή κρίση περί του ότι στην επικαλούμενη ως άνω ζημία της συνετέλεσε και σε ποιο βαθμό η ένδικη σύγκρουση.

Εξάλλου προς απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού της η ενάγουσα προσκόμισε επιστολές στην αγγλική γλώσσα (χωρίς μετάφραση στην ελληνική, οι οποίες κατ' άρθρο 340 παρ. 1 ΚΠολΔ, λαμβάνονται υπόψιν ως μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, αφού στην προκειμένη περίπτωση είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη σύμφωνα με το άρθρο 394 παρ. 1δ' ΚΠολΔ) της δικηγορικής εταιρίας Locke Lord Solicitors στις οποίες, ωστόσο, γίνεται κυρίως αναφορά σε απαιτήσεις επιβατών διάφορων της ανωτέρω πτήσης και πλέον συγκεκριμένα εκ των συνολικών αναφερομένων περιπτώσεων μόνο 11 απαιτήσεις επιβατών αναφέρονται στην πτήση A3 4330 (στην από 7.6.2016 επιστολή 3 υποθέσεις, από 7.7.2016 επιστολή 3 υποθέσεις, στην από 5.8.2016 επιστολή μόνο 1 υπόθεση, στην από 6.9.2016 επιστολή μόνο 4 υποθέσεις), χωρίς μάλιστα να αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα ικανοποίησε τις αντίστοιχες αξιώσεις τους ή κατέβαλε για την συγκεκριμένη αιτία δικηγορική αμοιβή.

Αντίθετη κρίση δεν δύναται να συναχθεί από το γεγονός ότι η ενάγουσα δυνάμει της από 6.12.2016 εξώδικης όχλησής της προς την ήδη αντίδικό της αξίωνε την καταβολή των αιτούμενων κατά τα ανωτέρω ποσών, καθώς ομοίως στο οικείο έγγραφό της γίνεται αναφορά στην συνολική οφειλή, χωρίς να προσδιορίζονται ειδικότερα οι δικαιούχοι των αποζημιώσεων, οι πτήσεις στις οποίες αφορούν οι αποζημιώσεις αυτές και η γενεσιουργός αιτία της ευθύνης της έναντι των επιβατών και συνακόλουθα το Δικαστήριο δεν μπορεί να οδηγηθεί σε κρίση περί του ότι συνδέονται με την ένδικη σύγκρουση, με αποτέλεσμα να τυγχάνει απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη η αγωγή κατά τα αντίστοιχα κονδύλιά της.

Ενόψει της απορρίψεως της αγωγής κατά το αντίστοιχο σκέλος της παρέλκει η εξέταση της ενστάσεως συνυπαιτιότητας της ενάγουσας στην έκταση της εν λόγω ζημίας της. Τα ίδια επομένως αφού έκρινε η εκκαλούμενη ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και ορθά εκτίμησε τις προσκομισθείσες αποδείξεις, απορριπτομένων όσων περί του αντιθέτου υποστηρίζει η εκκαλούσα υπό στοιχείο Α με τα σχετικά προς τα ανωτέρω κονδύλια σκέλη του 2ου λόγου της εφέσεώς της....".

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση σχετικά με το ότι η πρόκληση ζημίας στο επίδικο αεροσκάφος και η εξ αυτού αδυναμία του να εκτελέσει τις προγραμματισμένες πτήσεις στις 4-7-2014 και 5-7-2014 δεν υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους της μίσθωσης από την αναιρεσείουσα άλλου αεροσκάφους έναντι δαπάνης 36.765,29 ευρώ και καταβολής αποζημίωσης 26.768,67 ευρώ πλέον δικηγορικής αμοιβής 12.047,50 βρετανικών λιρών σε επιβάτες λόγω καθυστερήσεως πτήσεων, δεν παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη μη εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914 ΑΚ κατά την εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας της αιτιώδους συνάφειας στην επέλευση της ζημίας.

Τούτο δε διότι οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του δεν πληρούσαν το πραγματικό τους και δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά τις ως άνω, ανέλεγκτες, παραδοχές αυτής, αναφέρεται ότι η πρόκληση ζημίας στο επίδικο αεροσκάφος και η εξ αυτού αδυναμία του να εκτελέσει τις προγραμματισμένες πτήσεις στις 4-7-2014 και 5-7-2014 δεν υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους της μίσθωσης από την αναιρεσείουσα άλλου αεροσκάφους έναντι δαπάνης 36.765,29 ευρώ, καθόσον το αεροσκάφος αυτό εκτέλεσε άλλες πτήσεις από εκείνες που είχαν προγραμματιστεί για το ζημιωθέν αεροσκάφος, ενώ η καταβολή αποζημίωσης 26.768,67 ευρώ(πλέον δικηγορικής αμοιβής 12.047,50 βρετανικών λιρών) σε επιβάτες λόγω καθυστερήσεως πτήσεων, αφορούσε κατά το μεγαλύτερο μέρος σε άλλες πτήσεις από εκείνες που είχαν προγραμματισθεί από το επίδικο ζημιωθέν αεροσκάφος, ενόψει της ταυτόχρονης βλάβης και άλλων αεροσκαφών της αναιρεσείουσας.

Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις και ανεπάρκεια στις αιτιολογίες αυτής σχετικά με το χαρακτηρισμό των ως άνω περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Η παραδοχή του Εφετείου ότι το ζημιωθέν αεροσκάφος δεν μπορούσε να εκτελέσει τις προγραμματισμένες για την 5-7-2014 πτήσεις δεν έρχεται σε αντίφαση με την παραδοχή ότι η καταβολή αποζημίωσης 26.768,67 ευρώ(πλέον δικηγορικής αμοιβής 12.047,50 βρετανικών λιρών) σε επιβάτες λόγω καθυστερήσεως πτήσεων, αφορούσε κατά το μεγαλύτερο μέρος σε άλλες πτήσεις από εκείνες που είχαν προγραμματισθεί από το επίδικο ζημιωθέν αεροσκάφος, ενόψει και της παραδοχής ότι υπήρξε ταυτόχρονη βλάβη και άλλων αεροσκαφών της αναιρεσείουσας και ότι δεν προκύπτει ότι η επικαλούμενη μίσθωση του αεροσκάφους καταρτίστηκε προκειμένου να εξυπηρετηθούν ανάγκες που προέκυψαν λόγω του ενδίκου ατυχήματος και της βλάβης του επίδικου αεροσκάφους ή οι τρέχουσες ανάγκες λόγω βλάβης των άλλων αεροσκαφών της αναιρεσείουσας.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προβάλλει σχετικές αιτιάσεις. Κατά τα λοιπά οι ίδιοι ως άνω λόγοι είναι απαράδεκτοι, καθόσον οι προβαλλόμενες με αυτούς αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με την έλλειψη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πρόκλησης του ενδίκου ατυχήματος και της επελθούσας ως άνω ζημίας, ήτοι αφορούν στην αποδεικτική κρίση του Εφετείου, η οποία δεν ελέγχεται από το Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Α' ΑΝΑΙΡΕΣΗ 9. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 του ν.1815/1988 περί κύρωσης του Κώδικα Αεροπορικού Δικαίου, αντικείμενο του κώδικα αυτού είναι η ρύθμιση των σχέσεων που απορρέουν από τη λειτουργία ή την εκμετάλλευση πολιτικού αεροσκάφους.

Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 155 του ίδιου ν.1815/1988,σε διετή παραγραφή υπόκεινται οι αξιώσεις: α. Για τις ζημίες και τις βλάβες που προξενήθηκαν κατά τη μεταφορά σε πρόσωπα, πράγματα ή αποσκευές, β. Για βλάβες ή ζημίες τρίτων πάνω στην επιφάνεια που προκλήθηκαν από αεροσκάφος σε πτήση, γ. Εκείνων που έπαθαν βλάβη ή ζημία από σύγκρουση αεροσκαφών, δ.

Των συγκυρίων μεταξύ τους ή κατά του διαχειριστή, που πηγάζουν από την εκμετάλλευση ή διαχείριση του κοινού αεροσκάφους, ε. Από την αεροπορική ασφάλιση. στ. Από τη διάσωση του αεροσκάφους, των πραγμάτων πάνω σ' αυτό και του ναύλου για την πληρωμή της αμοιβής και των εξόδων. Σύμφωνα δε με την διάταξη του άρθρου 156 του ίδιου νόμου, η παραγραφή των αξιώσεων που αναφέρονται στα προηγούμενα άρθρα αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξή της.

Ενόψει αυτών, στο ρυθμιστικό πεδίο του εν λόγω νόμου δεν εμπίπτουν οι ένδικες αξιώσεις που απορρέουν από ενέργειες τρίτου προσώπου που δεν σχετίζεται με την λειτουργία και εκμετάλλευση αεροσκάφους, η δε διάταξη του άρθρου 155 εδ.γ του ως άνω νόμου περί των αξιώσεων όσων έπαθαν βλάβη ή ζημία από τη σύγκρουση αεροσκάφους, αφορά τις αξιώσεις τρίτων σε σχέση με τη λειτουργία και εκμετάλλευση του αεροσκάφους προσώπων, τα οποία έχουν υποστεί βλάβη ή ζημία από τη λειτουργία του και όχι των προσώπων που έχουν επ'αυτού (αεροσκάφους) εμπράγματο δικαίωμα ή δικαίωμα εκμετάλλευσης,οι αξιώσεις των οποίων ένεκα της σύγκρουσης έχουν διαφορετική από τη λειτουργία και εκμετάλλευση του αεροσκάφους γενεσιουργό αιτία (λχ καταρτισθείσα σύμβαση ασφάλισης ή υπαίτια συμπεριφορά τρίτου προσώπου).

Η άποψη αυτή ενισχύεται από τη γραμματική διατύπωση του επόμενου εδαφίου της ίδια διάταξης. Ειδικότερα, στο εδάφιο δ'του παραπάνω νόμου προβλέπεται ότι η διετής παραγραφή αφορά και στους έχοντες δικαίωμα συγκυριότητας ή συνεκμετάλλευσης του αεροσκάφους αναφορικά μόνο με τις μεταξύ τους εκατέρωθεν αξιώσεις, που πηγάζουν ομοίως από την συνεκμετάλλευση και λειτουργία αυτού. Με τον μοναδικό λόγο της ως άνω Α αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 155γ ν.1815/1988,δεχόμενο εσφαλμένα ότι η εν λόγω διάταξη δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, απορρίπτοντας την ένσταση της αναιρεσείουσας περί παραγραφής των ένδικων αξιώσεων της αναιρεσίβλητης, που προέβαλε παραδεκτά, ως μη νόμιμη, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι πρόκειται για αξιώσεις που αφορούν σε βλάβη ή ζημία από σύγκρουση αεροσκαφών, οι οποίες υπόκεινται στην εκ της διατάξεως του άρθρου 155 εδ.γ Κώδικα Αεροπορικού Δικαίου(ν.1815/1988) διετή παραγραφή, η οποία άρχισε την 1.1.2015 και παρήλθε την 1.1.2017 ήτοι πριν την άσκηση της ένδικης αγωγής, με αποτέλεσμα το σύνολο των ενδίκων αξιώσεων της αναιρεσίβλητης να έχει υποκύψει στη σύντομη διετή παραγραφή.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, τα ακόλουθα:

"...Εν προκειμένω, η εναγομένη - εκκαλούσα υπό στοιχείο Β με τις νομότυπα και εμπρόθεσμα κατατεθειμένες προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο πλην των άλλων ισχυρισμών της που αφορούσαν σε άρνηση της αποδιδόμενης στην ίδια αντισυμβατικής και αδικοπρακτικής συμπεριφοράς, καθώς και του είδους και του ύψους της δαπάνης αποκαταστάσης των περιγραφομένων στην αγωγή ζημιών, προέβαλε, μεταξύ άλλων, ένσταση παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων της ενάγουσας, ισχυριζόμενη ότι πρόκειται για αξιώσεις που αφορούν σε βλάβη ή ζημία από σύγκρουση αεροσκαφών οι οποίες υπόκειται στην εκ της διατάξεως του άρθρου 155 εδ.

γ Κώδικα Αεροπορικού Δικαίου (ν. 1815/1988) διετή παραγραφή, η οποία σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 156 περ. η του οικείου νομοθετήματος αρχίζει μόλις λήξει το έτος εντός του οποίου συμπίπτει η έναρξή της και εν προκειμένω άρχισε την 1.1.2015 και παρήλθε την 1.1.2017, ήτοι πριν την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, με αποτέλεσμα το σύνολο των ένδικων αξιώσεων της ενάγουσας να έχουν υποκύψει στην σύντομη διετή παραγραφή.

Ο εν λόγω ισχυρισμός, ωστόσο, τυγχάνει απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος, καθώς σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη, οι διατάξεις του Αεροπορικού Δικαίου έχουν ως αντικείμενο την ρύθμιση των σχέσεων που απορρέουν από τη λειτουργία ή την εκμετάλλευση αεροσκάφους, υπό την έννοια ότι γενεσιουργός αιτία αυτών είναι η κατά τα ανωτέρω λειτουργία ή εκμετάλλευση.

Συνακόλουθα στο ρυθμιστικό του πεδίο δεν εμπίπτουν οι ένδικες αξιώσεις που απορρέουν από ενέργειες τρίτου προσώπου που δεν σχετίζεται με την λειτουργία και εκμετάλλευση αεροσκάφους. Υπό το πρίσμα αυτό η διάταξη του άρθρου 155 εδ.γ περί των αξιώσεων όσων έπαθαν βλάβη ή ζημία από τη σύγκρουση, αφορά στις αξιώσεις τρίτων σε σχέση με τη λειτουργία και εκμετάλλευση του αεροσκάφους προσώπων, τα οποία έχουν υποστεί βλάβη ή ζημία από τη λειτουργία του και όχι των προσώπων που έχουν επ'αυτού (αεροσκάφους) εμπράγματο δικαίωμα ή δικαίωμα εκμετάλλευσης, οι αξιώσεις των οποίων ένεκα της σύγκρουσης έχουν διαφορετική από τη λειτουργία και εκμετάλλευση του αεροσκάφους γενεσιουργό αιτία(λχ καταρτισθείσα σύμβαση ασφάλισης ή υπαίτια συμπεριφορά τρίτου προσώπου όπως εν προκειμένω).

Η άποψη αυτή ενισχύεται από τη γραμματική διατύπωση του επόμενου εδαφίου της ίδια διάταξης. Ειδικότερα, στο εδάφιο δ' προβλέπεται ότι η ως άνω διετής παραγραφή αφορά και στους έχοντες δικαίωμα συγκυριότητας ή συνεκμετάλλευσης του αεροσκάφους αναφορικά μόνο με τις μεταξύ τους εκατέρωθεν αξιώσεις, που πηγάζουν ομοίως από την συνεκμετάλλευση και λειτουργία αυτού...".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 155 εδ.γ του ίδιου ν.1815/1988,την οποία ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, η διάταξη του άρθρου 155 εδ.γ του ν.1815/1988,αφορά τις αξιώσεις τρίτων σε σχέση με τη λειτουργία και εκμετάλλευση του αεροσκάφους προσώπων, τα οποία έχουν υποστεί βλάβη ή ζημία από τη λειτουργία του και όχι των εχόντων επ'αυτού (αεροσκάφους) εμπράγματο δικαίωμα ή δικαίωμα εκμετάλλευσης, οι αξιώσεις των οποίων ένεκα της σύγκρουσης έχουν έτερη γενεσιουργό αιτία (λγ. υπαίτια συμπεριφορά τρίτου προσώπου ως εν προκειμένω).Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

10. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει: Α) να απορριφθεί η υπ' αριθμ. καταθέσεως 11/17.3.2023 Α' αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα που νικήθηκε στη δίκη, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημά της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό, Β) να απορριφθεί η υπ' αριθμ.

καταθέσεως 39/2-7-2024 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσείουσας και κατά της αναιρεσίβλητης της Α' αναίρεσης και Γ) να γίνει δεκτή η υπ' αριθμ. καταθέσεως 1/2.1.2023 Β' αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος, κατ' αποδοχή ως βασίμου του πρώτου λόγου αυτής και να παραπεμφθεί η υπόθεση ως προς το μέρος αυτό για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στην καταθέσασα και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη ως ηττηθείσα, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημά της τελευταίας.

Σημειώνεται ότι δεν γίνεται λόγος περί δικαστικών εξόδων για την απόρριψη της πρόσθετης παρέμβασης υπέρ της καθ'ης αυτή, ελλείψει σχετικού αιτήματος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

- Συνεκδικάζει τις υπ' αυξ. αριθμούς καταθέσεως 11/17.3.2023 και 1/2.1.2024 αιτήσεις για αναίρεση της υπ' αριθμ. 10/2023 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης και την υπ. αυξ. αριθμό καταθέσεως 39/2-7-2024 πρόσθετη παρέμβαση.

- Απορρίπτει την υπ' αριθμ. καταθέσεως 11/17.3.2023 αίτηση.

- Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

- Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

- Απορρίπτει την υπ' αριθμ. καταθέσεως 39/2-7-2024 πρόσθετη παρέμβαση. υπέρ της αναιρεσείουσας και κατά της αναιρεσίβλητης της υπ' αριθμ. καταθέσεως 11/17.3.2023 αναίρεσης.

- Δέχεται την υπ' αριθμ. καταθέσεως 1/2.1.2024 αίτηση.

- Αναιρεί την υπ' αριθμ. 10/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

- Παραπέμπει, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος, την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον που εξέδωσε την απόφαση, η οποία αναιρέθηκε.

- Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στην καταθέσασα.

Και

- Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης