Supreme Court dismisses appeal on appealable error grounds, upholding lower court's calculation of disability pension damages.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's judgment regarding disability pension damages. The appellant argued the lower court awarded excessive amounts by misapplying the statutory formula for calculating pension deductions. The court rejected this claim, ruling that the Second Instance Court's assessment of the pension amounts constituted a non-appealable evaluation of facts rather than a procedural error.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the alleged overpayment of damages due to calculation errors is inadmissible if it challenges the substantive evaluation of facts by the court of first instance, as such evaluations are not subject to appellate review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1896 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1896/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ.Α. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Τέσκο - Βλαχανδρέα, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Α.Μ. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Σταυρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-6-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1813/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4453/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-5-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 18-5-2022 (αρ. έκθ. κατ. 3998/421/19-5-2022) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 4453/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητα (άρθρ. 614 αριθμ. 6 Κ.Πολ.Δ.), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας από τη δημοσίευσή της (13-8-2020), αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι παριστάμενοι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της (άρθρο 564 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως η παράγραφος 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και ισχύει από 1-1-2016), (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 και 144 του Κ.Πολ.Δ.).
Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα). Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Ο αναιρεσείων άσκησε την από 16-6-2019 (αριθμ. έκθ. κατ. 51490/2364/19-6-2019) αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία απηύθυνε κατά των ήδη αναιρεσίβλητων, ιστορώντας, ότι δυνάμει της υπ' αριθμ. 293/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη, κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου, ότι αποκλειστικά υπαίτιος του τροχαίου ατυχήματος που συνέβη στις 4-6-2001 στα ...
και επέφερε το σοβαρό τραυματισμό του, καθώς και υλικές ζημίες στο ΙΧΕ αυτοκίνητό του, είναι ο πρώτος εναγόμενος (ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος), οδηγός του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... -7570 ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την αστική ευθύνη έναντι τρίτων από αυτοκινητικά ατυχήματα στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη).
Ότι με την ανωτέρω απόφαση επιδικάσθηκαν σ' αυτόν κονδύλια για υλικές ζημίες, ιατρικά έξοδα και διαφυγόντα εισοδήματα, λόγω ανικανότητας προς εργασία για χρονικό διάστημα 3,5 μηνών, πλέον χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Ότι, λόγω επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του, η οποία δεν μπορούσε να προβλεφθεί κατά την άσκηση της ως άνω (πρώτης) αγωγής, διαπιστώθηκε το Δεκέμβριο του 2009 ότι πάσχει από μετατραυματικές επιληπτικές κρίσεις, μη ελεγχόμενες, με αποτέλεσμα να διακόψει οριστικά την εργασία του ως φανοποιός-βαφέας αυτοκινήτων και άσκησε νέα αγωγή για διαφυγόντα εισοδήματα έως και το έτος 2030, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1397/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι, οι βλάβες ήταν απρόβλεπτες, μετατραυματικής αιτιολογίας και, συνεπώς, δεν είχαν υποκύψει σε πενταετή παραγραφή, επιδικάσθηκαν δε σ' αυτόν διαφυγόντα εισοδήματα έως και το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2015, ενώ για τα λοιπά η αγωγή κρίθηκε απορριπτέα ως προώρως ασκηθείσα.
Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε, όπως παραδεκτά μετατράπηκε το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής, σε έντοκο αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων, ήδη αναιρεσίβλητων, να του καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, τα διαφυγόντα κέρδη από την εργασία του από 1-10-2015 έως και 31-12-2030, ανερχόμενα σε 4.156,66 ευρώ μηνιαίως, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή, και συνολικά για 182 μήνες το ποσό των 756.512,12 ευρώ, μέρος του οποίου, ήτοι από 1-10-2020 μέχρι 1-10-2030, δηλαδή για δέκα (10) χρόνια, να καταβληθεί εφάπαξ (498.799,20 ευρώ), άλλως όλο το ποσό σε μηνιαίες δόσεις και νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι ολοσχερούς εξόφλησης, άλλως και επικουρικά από τότε που θα καταστεί ληξιπρόθεσμη η κάθε περιοδική παροχή.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1813/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και αναγνώρισε ότι οι εναγόμενοι, ήδη αναιρεσίβλητοι, οφείλουν να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, στον ενάγοντα για το χρονικό διάστημα από 1-10-2015 έως 30-9-2017 το ποσό των 1.500 μηνιαίως και από 1-10-2017 έως 30-9-2020 το ποσό των 2.000 ευρώ μηνιαίως, προκαταβλητέας κάθε δόσης εντός του πρώτου πενθημέρου εκάστου μηνός, με το νόμιμο τόκο επιδικίας για τους μήνες που κατέστησαν απαιτητοί έως την επίδοση της αγωγής από την επομένη ημέρα της επίδοσης αυτής και για τους μήνες που καθίστανται απαιτητοί μετά την επίδοση της αγωγής, από την επομένη της ημέρας της παρέλευσης της ανωτέρω πενθήμερης προθεσμίας καταβολής εκάστης μηνιαίας δόσης και μέχρι ολοσχερούς εξόφλησης.
Μετά από έφεση των εναγομένων, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 4453/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση (1813/2020), κράτησε και δίκασε την από 16-6-2019 αγωγή, δέχθηκε εν μέρει αυτήν και αναγνώρισε ότι οι εναγόμενοι, οφείλουν να καταβάλουν στον ενάγοντα, το ποσό των 462,72 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-10-2015 έως και 31-12-2018 και το ποσό των 912,15 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2019 έως και 30-9-2020.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι η αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει το δικαστήριο να επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, ή να επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν και τέλος να άφησε αίτηση αδίκαστη (Α.Π. 1206/2019, Α.Π. 582/2018, Α.Π. 341/2016). Επιδίκαση, κατά την έννοια του προαναφερθέντος αναιρετικού λόγου που συνιστά έκφανση της αρχής της διάθεσης, σημαίνει ότι το δικαστήριο της ουσίας αποφάσισε σε "αίτημα", με διάταξή του ή αιτιολογία που έχει προσόντα διατακτικού, χωρίς όμως να υφίσταται αντίστοιχο αίτημα (Α.Π. 1013/2013, Α.Π. 708/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του αναφορικά με την αγωγική αξίωση του αναιρεσείοντος των, συνεπεία του ένδικου τραυματισμού του, απολεσθέντων διαφυγόντων κερδών, δέχθηκε, ανελέγκτως, ως προκύψαντα από τις αποδείξεις, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Με την υπ' αριθ. 293/2009 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 4.11.2003 (αυξ.
αριθ. καταθ. 167665/9799/2003) αγωγής του ίδιου ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος) κατά των ίδιων εναγομένων (ήδη αναιρεσίβλητων) έγινε δεκτό με δύναμη δεδικασμένου ότι ο πρώτος εναγόμενος Α.Μ. (ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος) είναι αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος που έλαβε χώρα την 4.6.2001 και περί ώρα 20:20 στην οδό ...
στην πόλη των ..., καθόσον ως οδηγός του υπ' αριθ. κυκλοφορίας ...-7570 ΙΧΕ αυτοκινήτου, εξήλθε αιφνιδίως από το χώρο όπου ευρισκόταν σταθμευμένος, χωρίς να επιδείξει την απαιτούμενη επιμέλεια, με αποτέλεσμα να επιπέσει στο υπ' αριθ. ...-9587 ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο οδηγούμενο από τον ενάγοντα (ήδη αναιρεσείοντα) έβαινε σύννομα στο οδόστρωμα.
Επίσης, με την ίδια απόφαση κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι ο ενάγων κατά το ατύχημα αυτό τραυματίσθηκε και συγκεκριμένα υπέστη εκδορές, εκχυμώσεις και άλλα ελαφρύτερα τραύματα, καθώς και κρανιοεγκεφαλική κάκωση, συνεπεία της οποίας νοσηλεύθηκε και εξετάσθηκε στο Γ.Ν. ... " ...", ενώ οι ιατροί συνέστησαν σε αυτόν να απέχει από την εργασία του επί τρίμηνο και ότι εξαιτίας του ατυχήματος αυτού, υπέστη τις εξής ζημιές, οι οποίες και του επιδικάσθηκαν:
α) ποσό 15.000 ευρώ ως θετική ζημία για την ολοσχερή καταστροφή του αυτοκινήτου του, β) ποσό 350 ευρώ για την δαπάνη ιατρικών εξετάσεων, γ) ποσό 3.600 ευρώ λόγω του ότι ήταν ανίκανος να εργασθεί για διάστημα 3,5 μηνών από του ατυχήματος, και έτσι απώλεσε ισόποσα εισοδήματα που θα αποκέρδαινε από την εργασία του ως βαφέας αυτοκινήτων και δ) ποσό 5.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Για την επιδίκαση των ποσών αυτών, το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη του όλα τα μέχρι τότε γνωστά στοιχεία αναφορικά με την έκταση του τραυματισμού του ενάγοντος, ήτοι ότι ο ενάγων εξαιτίας του ατυχήματος τραυματίσθηκε και υπέστη εκδορές, εκχυμώσεις, λοιπά ελαφρύτερα τραύματα καθώς και κρανιοεγκεφαλική κάκωση, συνεπεία της οποίας νοσηλεύθηκε και εξετάσθηκε στο Γ.
Ν. ... " ...", όπου του συστήθηκε αποχή από την εργασία του επί τρίμηνο. Μέχρι τότε ο ενάγων, ο οποίος διατηρούσε επιχείρηση φανοποιίας-βαφείο αυτοκινήτων, παρά το γεγονός ότι ήδη εμφάνιζε επιληπτικές κρίσεις, εργαζόταν κανονικά και αποκόμιζε έσοδα από την ως άνω επιχείρησή του, καθώς οι κρίσεις αυτές ήταν αρκετά σπάνιες και συνέβαιναν μία ή δύο φορές το χρόνο οπότε και μόνο προσερχόταν στο νοσοκομείο για θεραπεία.
Ο ενάγων άσκησε περαιτέρω νέα αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με αυξ. αριθ. καταθ. 169164/7805/30.9.2010 επικαλούμενος μετατραυματικής αιτίας απρόβλεπτη επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του που είχε ως αποτέλεσμα να διακόψει οριστικά την εργασία του και ζητούσε διαφυγόντα κέρδη έως και το έτος 2030.
Επί της αγωγής του αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1732/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης και διατάχθηκε η διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης από ιατρό νευροχειρουργό.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθ. 3691/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, ως νόμω και ουσία βάσιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις περί σωρευτικής αναδοχής χρέους και απορρίφθηκε ο ισχυρισμός περί πενταετούς παραγραφής ως αβάσιμος, επειδή κρίθηκε ότι πράγματι η επιδείνωση της υγείας του ήταν απρόβλεπτη κατά την άσκηση της πρώτης αγωγής και αυτός έλαβε γνώση των νέων συνεπειών μόλις το Δεκέμβριο του 2009, επιδίκασε δε σε αυτόν το ποσό των 3.720,51 ευρώ μηνιαίως, για το χρονικό διάστημα από 1.10.2010 έως 30.9.2015 και απέρριψε την αγωγή ως προώρως ασκηθείσα για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από 1.10.2015 έως 30.9.2030 (το διάστημα δηλαδή της υπό κρίσιν αγωγής).
Κατά της απόφασης αυτής η δεύτερη εναγομένη (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) άσκησε έφεση και ο ενάγων αντέφεση, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν και επ' αυτών εκδόθηκε η υπ'' αριθ. 486/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση, απέρριψε την αντέφεση, έκανε δεκτό ως βάσιμο τον ισχυρισμό, περί πενταετούς παραγραφής καθώς δέχθηκε ότι η ζημία ήταν εξ αρχής ενιαία και εκκινούσε το 2001 και όχι το 2009.
Επί της απόφασης αυτής ο ενάγων άσκησε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1304/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ανωτέρω απόφαση λάγω της παραβιάσεως εκ πλαγίου της ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 937 ΑΚ και, εν συνεχεία, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1397/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε εκ νέου την αντέφεση, δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσία την έφεση, απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό, περί πενταετούς παραγραφής δεχόμενο ότι οι βλάβες της υγείας ήταν μετατραυματικής αιτιολογίας, απρόβλεπτες και επιδεινώθηκαν από το Δεκέμβριο του 2009 και μετά, έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή επιδικάζοντας το ποσό των 1.500 ευρώ μηνιαίως από 1.10.2010 έως και 30.9.2015, επισημαίνοντας στο σκεπτικό της ότι η εκκαλούμενη απόφαση δεν πλήττεται ως προς τις παραδοχές της που αφορούν την απόρριψη της αγωγής για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα ως προώρως ασκηθείσα.
Ειδικότερα, με την ως άνω υπ' αριθ. 1397/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι από το Δεκέμβριο του 2009 η συχνότητα των επιληπτικών κρίσεων, που είναι ξαφνικές και έχουν ως αποτέλεσμα σε 2-3 δευτερόλεπτα ο ενάγων να καταρρέει, έχει αυξηθεί σε 2-3 το μήνα και πρέπει πλέον να υποβάλλεται σε θεραπεία ανά εξάωρο.
Την επιδείνωση αυτή της υγείας του την πληροφορήθηκε για πρώτη φορά το Δεκέμβριο του 2009, οπότε μετά από σχετικό ιατρικό έλεγχο, διαπιστώθηκε ότι πάσχει από "μετατραυματικές επιληπτικές κρίσεις μη ελεγχόμενες" καθώς και ότι εξαιτίας της επιδείνωσης αυτής της υγείας του, κατέστη ανίκανος να ασκεί το επάγγελμα του φανοποιού-βαφέα αυτοκινήτων.
Κρίθηκε δε επίσης, ότι η αύξηση της συχνότητας εμφανίσεως επιληπτικών κρίσεων από το Δεκέμβριο του 2009, που συνδέονται με τον αρχικό τραυματισμό του ενάγοντος, αποτελεί απρόβλεπτη μεταβολή, την οποία δεν γνώριζε προηγουμένως (ο ενάγων) και η κατάσταση αυτή προκαλεί ολική ανικανότητα προς άσκηση του επαγγέλματός του.
Με δεδομένο ότι με την υπ' αριθ. 293/2009 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κρίθηκε τελεσίδικα το κεφάλαιο των διαφυγόντων κερδών για τις προβλεπτές ζημίες και ότι στη συνέχεια με την υπ' αριθ. 1397/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κρίθηκε τελεσίδικα ότι η μέλλουσα ζημία του ενάγοντος δεν ήταν προβλεπτή κατά το χρόνο άσκησης της πρώτης αγωγής, η ένσταση πενταετούς παραγραφής είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη καθώς ο ενάγων έλαβε γνώση της ζημίας του το Δεκέμβριο του 2009 και άσκησε την αγωγή του το έτος 2010 για τα αιτούμενα με την κρινόμενη αγωγή κονδύλια, ως προς τα οποία αυτή απορρίφθηκε ως προώρως ασκηθείσα και παραδεκτώς επανεισάγεται προς κρίση για το επίδικο χρονικό διάστημα.
Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι εσφαλμένα η ανωτέρω υπ' αριθ. 1397/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών έκρινε περί του βάσιμου ή μη της ένστασης παραγραφής καθώς ως προς το σκέλος αυτό δεν είχε γίνει δεκτή η αναίρεση κατά της υπ' αριθ. 486/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και, επομένως, πρέπει να αναβληθεί κατ' άρθρο 249 ΚΠολΔ η συζήτηση μέχρι την έκδοση απόφασης επί ασκηθείσης αιτήσεως αναιρέσεως κατά της πρώτης απόφασης, είναι απορριπτέος, καθώς η απόφαση αυτή παράγει δεδικασμένο ως προς το κριθέν από αυτήν ζήτημα της αβασιμότητας της ένστασης παραγραφής ανεξαρτήτως της ορθότητάς της, οι δε έννομες συνέπειες της απόφασης παράγονται από την τελεσιδικία και όχι από το αμετάκλητο.
Οι μηνιαίες απολαβές του ενάγοντος -όπως επίσης κρίθηκε με ισχύ δεδικασμένου με την υπ' αριθ. 1397/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών-, ανήρχοντο στο ποσό των 3.720,51 ευρώ μηνιαίως κατά το χρονικό διάστημα 2006-2009, μολαταύτα λόγω της οικονομικής κρίσης που έπληξε τη χώρα από το 2009 και εντεύθεν, για το χρονικό διάστημα από 1.10.2010 έως 30.9.2015 θα αποκέρδαινε καθαρά το ποσό των 1.500 ευρώ μηνιαίως, ενώ ο περιορισμός της ζημίας του ενάγοντος δεν θα ήταν εφικτός με πρόσληψη υπαλλήλου ή εργάτη.
Για το χρονικό διάστημα από 1.10.2015 έως και 30.9.2020 ήτοι για 60 μήνες, θα αποκέρδαινε ομοίως ποσό 1.500 ευρώ μηνιαίως, λαμβάνοντας υπόψιν ότι κατά το άνω χρονικό διάστημα ίσχυε περιορισμός κίνησης κεφαλαίων [capital controls] καθώς επίσης και συμφωνίες μνημονίων που επέβαλαν μειώσεις μισθών και συντάξεων και προκάλεσαν συρρίκνωση του ΑΕΠ της Χώρας και ύφεση στην ελληνική οικονομία, ενώ από τον Μάρτιο του 2020 επιβλήθηκε γενικός περιορισμός κυκλοφορίας, κλείσιμο καταστημάτων κλπ για περίπου 3 μήνες ένεκα των μέτρων κατά του κορωνοϊού και έτσι με βάση τα ανωτέρω, το άνω ποσό να ανταποκρίνεται στις απολαβές ενός μέσου καταστήματος της κατηγορίας που λειτουργούσε ο ενάγων.
Ο δε ισχυρισμός των εναγόμενων περί δεδικασμένου όσον αφορά το ύψος των μηνιαίων αποδοχών είναι απορριπτέος, καθώς με την υπό κρίση αγωγή εκζητούνται διαφυγόντα εισοδήματα για μεταγενέστερα χρονικά διαστήματα. Κρίνεται δε περαιτέρω, ότι για το χρονικό διάστημα από 1.10.2020 έως 30.9.2030, η αγωγή εκ νέου ασκείται πρόωρα, καθώς δεν είναι δυνατόν να σχηματισθεί πλήρης δικανική πεποίθηση για τις κρατούσες για το χρόνο αυτό οικονομικές συνθήκες.
Σύμφωνα δε με έγγραφα που προσκομίζονται από τον ενάγοντα παραδεκτώς και μετά τη συζήτηση της επίδικης αγωγής, καθόσον εκδόθηκαν το πρώτο από τις 24-9-2020 και εφεξής, ο ανωτέρω έχει λάβει το ποσό των ευρώ 21.572,94 που αφορά επανέκδοση συντάξεων από τον ΕΦΚΑ για το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο του 2015 έως και Δεκέμβριο 2018, ενώ έχει ήδη συνταξιοδοτηθεί λόγω αναπηρίας 70% από 1-1-2010 έως 30-9-2022 με μηνιαίο ποσό σύνταξης 587,85 ευρώ [βλ.
από 10-9- 2021 έγγραφο του ΕΦΚΑ σε συνδ. με το αρ. πρωτοκ. 852332 έτερο έγγραφο του ιδίου Φορέα].Αν ο ασφαλιστικός φορέας που παρέχει την σύνταξη είναι το Ι.Κ.Α. ή το Τ.Ε.Β.Ε. ή ο Ο.Α.Ε.Ε. ή ο Ο.Γ.Α, τότε η μεταβίβαση σ' αυτούς τους ασφαλιστικούς φορείς της αξιώσεως αποζημίωσης του παθόντος κατά των υπόχρεων, τελούν υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 18 του ν.1654/1986, του άρθρου 47 παρ. 6 του ν. 3518/2006 και του άρθρου 53 του ν. 4387/2016 και στην έκταση που οι παραπάνω ασφαλιστικοί φορείς παρέχουν πρόωρη συνταξιοδότηση στον παθόντα υποκαθίστανται αυτοδικαίως στα δικαιώματά του.
Η υποκατάσταση αυτή διαρκεί μέχρι το χρονικό σημείο, κατά το οποίο οι ως άνω ασφαλιστικοί φορείς, κατά τη νομοθεσία τους θα παρείχαν την ίδια συνταξιοδότηση και χωρίς τη συνδρομή του κρίσιμου ατυχήματος. Διακοπή δε της υποκατάστασης επέρχεται από τη στιγμή που οι παραπάνω ασφαλιστικοί φορείς θα παρείχαν σύνταξη χωρίς τη συνδρομή του ατυχήματος [...].
Εξάλλου είναι δυνατό ο παθών που συνεπεία του ατυχήματος περιέρχεται σε πλήρη ανικανότητα προς επαγγελματική δραστηριότητα να συνταξιοδοτείται συνεπεία της ανικανότητας από τον οικείο ασφαλιστικό του φορέα. Η ζημία του κατά κανόνα συνίσταται στη διαφορά μεταξύ των αποδοχών του υπό καθεστώς επαγγελματικής δραστηριότητας και του συνήθως μικρότερου ποσού της συντάξεως, εφόσον άνευ του ατυχήματος δεν θα συνταξιοδοτούνταν.
Κατ' ακολουθία, το ποσό των ευρώ 21.572,94 που αφορά αναδρομικά σύνταξης από 1-1-2015 έως και 31-12-2018 που έχει εισπράξει ο ενάγων διαιρούμενο σε 48 μήνες [το άνω χρονικό διάστημα] =449,43 ευρώ μηνιαίως X 9 μήνες= 4.044,92 ευρώ το οποίο αφαιρείται από το σύνολο του ποσού 21.572,94 καθόσον αφορά την χρονική περίοδο από 1-1-2015 έως και 30-9-2015 και άρα απομένει ποσό [21.572,94 -4.044,92] 17.528,02 ευρώ το οποίο ποσό αφορά το χρονικό διάστημα των άνω αναδρομικών που έχει λάβει ο ενάγων από 1-10-2015 [επίδικο] μέχρι την 31-12-2018.
Κατά συνέπεια, για το άνω χρονικό διάστημα ήτοι από 1-10-2015 έως και 31-12-2018 από το ποσό των 1.500 ευρώ που επιδικάζονται διά της παρούσης, θα αφαιρεθεί το ποσό των ευρώ 449,43 + 587,85[τακτικό μηνιαίο ποσό που λαμβάνει ως σύνταξη αναπηρίας από τον ΕΦΚΑ] =1.037,28, απομένοντος ποσού ευρώ 462,72 μηνιαίως που έχει λαμβάνειν ο ενάγων για το άνω χρονικό διάστημα.
Για το μετέπειτα χρονικό διάστημα από 1-1-2019 έως 30-9-2020 ο ενάγων έχει λαμβάνειν [1.500-587,85] 912,15 ευρώ μηνιαίως. Εντεύθεν πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν στον ενάγοντα εις ολόκληρον ο καθένας για το χρονικό διάστημα από 1.10.2015 έως 31.12.2018 το ποσό των 462,72 ευρώ μηνιαίως, και από 1-1-2019 έως και 30-9-2020 το ποσό των ευρώ 912,15, προκαταβλητέας κάθε δόσης εντός του πρώτου πενθημέρου εκάστου μηνός, νομιμοτόκως για τους μήνες που κατέστησαν απαιτητοί έως την επίδοση της υπό κρίση αγωγής από την επομένη ημέρα της επιδόσεως αυτής και για τους μήνες που καθίστανται απαιτητοί μετά την επίδοση της αγωγής, από την επομένη της ημέρας της παρέλευσης της ανωτέρω πενθήμερης προθεσμίας καταβολής εκάστης μηνιαίας δόσης, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό.
Το ύψος των επιδικαζόμενων κονδυλίων ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 37.201,23 ευρώ κατά κεφάλαιο και δεν υπερβαίνει το ανώτατο ύψος της ασφαλιστικής κάλυψης από την δεύτερη εναγόμενη, λαμβανομένων υπόψη και των προηγούμενων καταβολών με αποτέλεσμα η ένσταση περιορισμού της ευθύνης που προέβαλε η τελευταία να τυγχάνει απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη...].
Μετά ταύτα το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση των εναγομένων-εκκαλούντων, εξαφάνισε την πρωτόδικη υπ' αριθμ. 1813/2020 απόφαση και δικάζοντας την αγωγή του ενάγοντος-εφεσίβλητου, αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας στον ενάγοντα, το ποσό των 462,72 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-10-2015 έως και 31-12-2018 και το ποσό των 912,15 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2019 έως 30-9-2020.
Με το μοναδικό λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια της επιδίκασης πλέον του αιτηθέντος, καθότι, με διάταξή της, επιδίκασε κεφάλαια, τα οποία δεν προβλήθηκαν από τους εκκαλούντες, άλλως και σε κάθε περίπτωση τους επιδίκασε περισσότερα των αιτηθέντων.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης που επιτρεπτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του ερευνώμενου αναιρετικού λόγου (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι εκκαλούντες, ήδη αναιρεσίβλητοι, στο από 21-10-2020 (αριθμ. έκθ. κατ. 75701/6287/21-10-2020) εφετήριο δικόγραφο, περιέλαβαν ειδικό λόγο έφεσης, υπό στοιχείο 2Δ, με τον οποίο παραπονούνταν ότι έσφαλε η εκκαλούμενη υπ' αριθμ. 1813/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθώς παραβιάζοντας τις διατάξεις του ν. 1654/1986 (άρθρο 18), του ν. 3518/2006 (άρθρο 47 παρ. 6) και του ν. 4387/2016 (άρθρο 53), στις οποίες προβλέπεται η αυτοδίκαιη υποκατάσταση των ασφαλιστικών φορέων του ΤΕΒΕ, του καθολικού διαδόχου του Ο.Α.Ε.Ε και από 1-1-2017, δυνάμει του ν. 4387/2016 (άρθρο 53), του καθολικού διαδόχου του Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α ), στην αξίωση αποζημίωσης του παθόντος κατά των υπόχρεων, κατά την περίπτωση που οι παραπάνω ασφαλιστικοί φορείς παρέχουν πρόωρη συνταξιοδότηση στον παθόντα, επιδίκασε ολόκληρο το ποσό της απώλειας εισοδημάτων του εφεσίβλητου, ήδη αναιρεσείοντος, και δεν συνυπολόγισε τα ποσά που καταβλήθηκαν από τους ως άνω ασφαλιστικούς φορείς.
Η προσβαλλόμενη απόφαση, με τις παραδοχές που προαναφέρθηκαν και αναφορικά με τον παραπάνω λόγο έφεσης, έκρινε ότι ο ενάγων, δικαιούται για διαφυγόντα εισοδήματα κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-10-2015 έως και 30-9-2020 το ποσό των 1.500 ευρώ μηνιαίως. Ακολούθως, κατά τις παραδοχές, αυτός (ενάγων) εισέπραξε από τον ασφαλιστικό του φορέα (ΕΦΚΑ), το ποσό των 21.572,94 ευρώ, για αναδρομικά σύνταξης λόγω αναπηρίας 70%, χρονικού διαστήματος από τον Ιανουάριο του έτους 2015 έως και το Δεκέμβριο του έτους 2018 και από 1-1-2010 έως 30-9-2022 λαμβάνει μηνιαίως το ποσό των 587,85 ευρώ για σύνταξη αναπηρίας.
Κατά τον υπολογισμό προς εξεύρεση του ποσού που πρέπει να του επιδικασθεί για την παραπάνω αιτία, μετά συνυπολογισμό του ποσού που καταβλήθηκε από τον ως άνω ασφαλιστικό του φορέα (στο οποίο υποκαταστάθηκε κατά των υπόχρεων προς αποζημίωση), το Εφετείο, αφού προέβη στην αφαίρεση εκ του συνολικού ποσού των 21.572,94 ευρώ, το οποίο επιμερίζεται σε 449,43 ευρώ μηνιαίως (21.572,94 : 48 μήνες), το ποσό των 4.044,92 ευρώ (449,43 Χ 9 μήνες), που αντιστοιχεί σε αναδρομικές συντάξεις για το (μη επίδικο) χρονικό διάστημα από 1-1-2015 έως και 30-9-2015, απομένοντος υπολοίπου 17.528,02 ευρώ, έκρινε ότι για το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-10-2015 μέχρι 31-12-2018, δικαιούται για την ανωτέρω αιτία το ποσό των 462,72 ευρώ μηνιαίως [1.500-449,43-587,87], ήτοι αφαίρεσε από το ποσό των 1.500 ευρώ που έκρινε ότι δικαιούται μηνιαίως, το ποσό των 449,43 ευρώ, που αντιστοιχεί μηνιαίως εκ των αναδρομικών που έλαβε και το ποσό των 587,87 ευρώ, το οποίο σύμφωνα με τις παραδοχές της ελάμβανε ως σύνταξη αναπηρίας από τον ΕΦΚΑ κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, απομένοντος έτσι υπολοίπου 462,72 ευρώ μηνιαίως.
Για το επόμενο χρονικό διάστημα από 1-1-2019 έως 30-9-2020 έκρινε ότι δικαιούται για την αιτία αυτή το ποσό των 912,15 ευρώ (1.500-587,87). Με βάση τα ανωτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμο τον προαναφερόμενο λόγο έφεσης των εναγομένων και μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης κατά το κεφάλαιο αυτό, ορθά επιδίκασε ως διαφυγόντα κέρδη στον ενάγοντα, για το χρονικό διάστημα από 1-10-2015 έως και 31-12-2018 το ποσό των 462,72 ευρώ μηνιαίως και για το χρονικό διάστημα από 1-1-2019 έως 30-9-2020 το ποσό των 912,15 ευρώ μηνιαίως.
Ενόψει των προεκτεθέντων, ο αναιρετικός λόγος, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με το να υπολογίσει στη μηνιαία αναπηρική σύνταξη που έλαβε ο ενάγων για το χρονικό διάστημα από 1-10-2015 έως 31-12-2018 ποσού 449,43 ευρώ (που αντιστοιχεί στη μηνιαία αναλογία των 17.528,02 ευρώ των αναδρομικών) και το ποσό των 587,85 ευρώ μηνιαίως (που αντιστοιχεί στη μηνιαία σύνταξη) και να διαλάβει στο διατακτικό της απόφασής του διάταξη, με την οποία αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν στον ενάγοντα το ανωτέρω ποσό μηνιαίως, μειωμένο κατά 587,87 ευρώ, επιδίκασε για το χρονικό αυτό διάστημα περισσότερα των αιτηθέντων, υποπίπτοντας έτσι στην από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
αναιρετική πλημμέλεια, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Κατά τα λοιπά ο λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος του που προβάλλονται αιτιάσεις ως προς το ύψος της μηνιαίας σύνταξης αναπηρίας που λαμβάνει, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς του, στη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 9 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), με επαναξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν επιτρέπεται, έστω και αν το δικαστήριο με την εκτίμησή τους, κατέληξε σε εσφαλμένη περί τα πράγματα κρίση.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αναίρεση και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει ο αναιρεσείων να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-5-2022 (αρ. έκθ. κατ. 3998/421/19-5-2022) αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 4453/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση της αναίρεσης παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην ..., στις 19 Απριλίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β' αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην ..., στις 13 Δεκεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ