Legislator Case Law & Legislation
1896/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding the nature of employment contracts and unjust enrichment claims.

Case Number 1896/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the National Social Insurance Fund against a lower court judgment awarding former trainees additional compensation. The plaintiffs argued they had dependent employment relationships rather than apprenticeships, while the court found the factual findings regarding the nature of their work were not subject to appellate review. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible because the contested facts were already established and the legal arguments relied on non-existent contradictions in the judgment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 5556, 558, 564 para. 1, 577 para. 3, 559 no. 1, 17, 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that factual findings regarding the nature of employment contracts are not subject to appellate review, rendering appeals based on such facts inadmissible.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal factual findings review employment contract nature unjust enrichment claim appellate jurisdiction limits

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 5556, 558, 564 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1896 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1896/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Τριανταφυλλιά Πατρώνα και Ελένη Χροναίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (Ε.Φ.Κ.Α.), όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή του, που εδρεύει στην Αθήνα και δεν παραστάθηκε. Των αναιρεσίβλητων:1)Μ. Σ. του Π., 2) Δ. Μ. του Ε., 3) Ε. Κ. του Κ., 4) Ε. Κ. του Δ., 5) Ε. Α. του Β., 6) Ε. Κ. του Σ., 7) Ε. Δ. του Γ. και 8) Β. Χ. του Λ., κατοίκων απάντων Αθηνών, που παραστάθηκαν οι με α/α 2ος και 4η μετά και όλοι οι λοιποί δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Προίσκου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-2-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 38/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3821/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 28-11-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Τριανταφυλλιά Πατρώνα. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 28.11.2018 και με αριθ. εκθ. καταθ. 10967/896/29-11-2018 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα ερήμην του δευτέρου εφεσιβλήτου [ΙΚΑ ΕΤΑΜ], στη θέση του οποίου υπεισήλθε το αναιρεσείον, διαδεχόμενο τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ, ως οιονεί καθολικός του διάδοχος, μετά την έναρξη λειτουργίας του, ως φορέα κοινωνικής ασφάλισης από 1.1.2017, αφού συνεστήθη ως ν.π.δ.δ.

με το άρθρο 51 του Ν. 43872016, και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, υπ'αριθ. 3821/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση των εναγόντων και μετ'εξαφάνιση της εκκαλουμένης, υπ'αριθ. 38/2014, αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή τους ως προς το δεύτερο εναγόμενο [ήδη αναιρεσείον], ενώ απορρίφθηκε αυτή ως προς το πρώτο εναγόμενο νομικό πρόσωπο.

Η ως άνω αίτηση ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στις 29.11.2018 [άρθρ. 552, 553, 5556, 558, 564 παρ. 1 ΚΠολΔ ΚΠολΔ], μετά την πάροδο της προθεσμίας ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας, αφού η επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως έγινε την 1.11.2018 και ήδη αυτή είχε καταστεί τελεσίδικη [ΑΠ 2116/2022]. Θα ερευνηθεί δε περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ], ερήμην του αναιρεσείοντος νομικού προσώπου, το οποίο παρότι κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα με επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων, όπως προκύπτει από την υπ'αριθ. 8304Β/10.12.2021, έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, Η.

Γ., για τη στην αρχή της παρούσας, αναφερομένη δικάσιμο, δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο [άρθρ. 576 παρ. 1, 2 ΚΠολΔ].

Με τη διάταξη του άρθρου 904 εδαφ. α' του ΑΚ ορίζεται ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια και με τη διάταξη του άρθρου 908 εδαφ. α του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι ο λήπτης υποχρεούται να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε, απ' αυτό.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι επί παροχής εργασίας, υπό άκυρη για οιονδήποτε λόγο, σύμβαση, ο εργοδότης υποχρεούται, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος, στην απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού) που αποκόμισε από την εργασία του μισθωτού, ανεξαρτήτως της ζημίας του τελευταίου, με την επιφύλαξη τυχόν αντίθετης νομοθετικής ρύθμισης που αποσυνδέει ορισμένες μισθολογικές αξιώσεις από το κύρος της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.

Τέτοια αντίθετη νομοθετική ρύθμιση διαλαμβάνεται στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 του Ν. 1082/1980, 1 παρ.2 της 19040/1981 ΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 539/1945, 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, του άρθρου μόνου του Ν. 133/1975 που κύρωσε την, από 26.2.1975, Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, από τις οποίες προκύπτει ότι των επιδομάτων (δώρων) εορτών και αδείας και των αποδοχών αδείας δικαιούνται όχι μόνον οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με άκυρη σύμβαση, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 1242/2018, 879/2017).

Επομένως, με την επιφύλαξη αυτή, στις περιπτώσεις απλής σχέσης εργασίας λόγω ακυρότητας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας για οιονδήποτε λόγο, για την αμοιβή του εργαζομένου λόγω της, από αυτόν, παροχής της εργασίας του προς τον εργοδότη, δεν οφείλεται από τον τελευταίο μισθός, αλλά γεννάται υποχρέωση αυτού προς απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού) κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ.

ΑΚ. Ειδικότερα, η ωφέλεια, που ο εργοδότης υποχρεούται να αποδώσει στον ακύρως απασχοληθέντα εργαζόμενο, συνίσταται στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε εάν ήταν έγκυρη η σύμβαση εργασίας υπό τις επικρατούσες, στον τόπο της παροχής, συνθήκες για την ίδια εργασία σε πρόσωπο με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος.

Η ωφέλεια αυτή δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές που προβλέπουν οι τυχόν υπάρχουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις ή ο νόμος, σε περίπτωση δε έλλειψης τέτοιων, δεν μπορεί να είναι κατώτερη από εκείνη που στη συγκεκριμένη περίπτωση αποδεικνύεται ότι ο εργοδότης καταβάλλει σε άλλο εργαζόμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας υπό τις παραπάνω προϋποθέσεις (ΑΠ 1242/2018).

Η δε ωφέλεια (πλουτισμός) του εργοδότη απορρέει από μόνο το γεγονός της πραγματικής παροχής των υπηρεσιών του μισθωτού στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης εργασίας και κατά συνέπεια είναι αδιάφορο εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση ο εργοδότης από οικονομικούς ή άλλους λόγους δεν θα προέβαινε στην πρόσληψη άλλου μισθωτού με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.

Ο ως άνω γενικός κανόνας των άρθρων 904 επόμ. ΑΚ, ο οποίος απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και γενικότερα επί φορέων του δημοσίου τομέα, αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (ΟλΑΠ 4/2021, 1242/2018). Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ.

του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ) προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, έναντι της καταβολής μισθού, αδιαφόρως του τρόπου καθορισμού και καταβολής αυτού και εφόσον ο μισθωτός τελεί σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία, ως προς τον τρόπο, τον τόπο και το χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του μισθωτού να συμμορφώνεται στις δεσμευτικές γι' αυτόν εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.

Εξάλλου, σύµβαση μαθητείας είναι η σύµβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαµβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις για την άσκηση από τον τελευταίο ορισµένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύµβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύµβαση μαθητείας και η σύµβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου (μη γνήσια σύμβαση μαθητείας).

Στη γνήσια σύµβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται µε σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του µε το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας, για την οποία δεν υπάρχει σχετική νομοθετική ρύθμιση, όταν ο μαθητευόμενος παρέχει για ορισμένο ή αόριστο χρόνο την εργασία του, εφαρμόζονται μόνο αναλογικά οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τη σύμβαση εργασίας, εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και τον σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης κλπ, οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας.

Αντίθετα, στη σύµβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παράλληλα την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελµα, οπότε η εκμάθηση εκ µέρους του επέρχεται ως αυτόµατη συνέπεια της εφαρμογής της σύμβασης και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη.

Στις συμβάσεις αυτές, εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νοµοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της σύµβασης αυτής είναι η παροχή εκ µέρους του μαθητευόμενου εργασίας έναντι αµοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος σύµφωνα µε τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (Ολ.ΑΠ 4/2021, ΑΠ 589/2022).

Συνακόλουθα στις συμβάσεις αυτές εφαρμόζονται [στις περιπτώσεις που οι συμβάσεις αυτές δεν μπορούν κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό να κριθούν ως έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, λόγω μη συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την πρόσληψη του μισθωτού] και οι, κατά τα άνω, ρυθμίσεις του άρθρου 904 επόμ.

του ΑΚ προς απόδοση της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή εργασίας εκ μέρους του μαθητευόμενου εργαζομένου. Εξάλλου, με το άρθρο 20 παράγραφοι 1 (όπως η παρ.1 συμπληρώθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 6 του Ν. 2956/2001) και 15 του Ν. 2639/1998 "Ρύθμιση εργασιακών σχέσεων, σύσταση Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 205) ορίσθηκαν με την πρώτη ότι ο Ο.Α.Ε.Δ.

μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε Ν.Π.Ι.Δ., σε πιστοποιημένα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης, σε Α.Ε.Ι.-Τ.Ε.Ι. και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής την υλοποίηση, στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολό του, προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης Ανέργων και ότι η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (παρ. 1) και με τη δεύτερη ότι ο Ο.Α.Ε.Δ.

μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παραγράφου 1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου και ότι με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ., καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου (παρ. 15 εδ α' και β').

Μάλιστα με το άρθρο 20 παρ. 4 του Ν. 2738/1999 εισήχθη συγκεκριμένη ρύθμιση και δη προστέθηκε ως περίπτωση κα' στο άρθρο 14 παρ. 2 του Ν. 2190/1994 (μετέπειτα καταργηθείσα με το άρθρο 1 του Ν. 3812/2009) επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού, η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ και ορίσθηκε συγκεκριμένα ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ., διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά.

Συνεπώς η επιδοτούμενη κατά τα άνω πρόσληψη υπαλλήλων είναι εξαιρετική, διότι συνδέεται με την ανάγκη πραγμάτωσης των προγραμμάτων, που με τους υφιστάμενους κανόνες θα απέβαινε ατελέσφορη και για τον λόγο αυτό ορίζεται ότι η πρόσληψη διενεργείται με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια, που καθορίζονται στα προγράμματα (ΑΠ 1242/2018, 217/2017).

Τέλος ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της, μεταξύ των μερών, συμβατικής σχέσης ως σύμβασης ή σχέσης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή σύμβασης μαθητείας, γνήσιας ή μη, ως κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως αυτή οριοθετείται από τα άρθρα 26 παρ.3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο, μη δεσμευόμενο από τον χαρακτηρισμό που προσέδωσαν σε αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη ή ο νόμος, αξιολογεί τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και, εφόσον στη συνέχεια ήθελαν προκύψει και από την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση.

Η δυνατότητα δε του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σχέσης εξαρτημένης εργασίας ή μαθητείας (γνήσιας ή μη) ή ως σύμβασης εργασίας ορισμένης ή αόριστης διάρκειας δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου, των ΟΤΑ, των ΝΠΔΔ και γενικότερα των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 18/2006, ΑΠ 589/2022).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 367/2020, 130/2016).

Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, 20/2005).

Κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης στα πλαίσια εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 20 παρ. 1, 15 Ν. 2639/1998, 32 παρ. 12 Ν. 3232/2004, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 13 του Ν. 3302/2004, με την υπ'αριθ. 33072/2005 [ΦΕΚ Β'249/2005 Κοινή Υπουργική Απόφαση καταρτίσθηκε πρόγραμμα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας στους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης και τον ΟΑΕΔ [STAGE].

Οι ενάγοντες υπέβαλαν αιτήσεις, επελέγησαν για συμμετοχή στο ως άνω πρόγραμμα, κατάρτισαν με τα εναγόμενα ΝΠΔΔ [ΟΑΕΔ και ΙΚΑ], έγγραφες συμβάσεις, που τιτλοφορούνται <<συμφωνητικά συνεργασίας>> και τοποθετήθηκαν σε υπηρεσίες του δευτέρου εναγομένου [ΙΚΑ] για χρονική περίοδο 18 μηνών. Οι συμβάσεις τους στη συνέχεια παρατάθηκαν με απόφαση του ΔΣ του ΟΑΕΔ σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 του Ν. 3552/2007 κατά την οποία μπορούσε να δοθεί παράταση σε αυτές για δώδεκα [12] μήνες από την ημερομηνία λήξης τους. 'Ολοι απασχολήθηκαν ως υπάλληλοι Διοικητικού στο Υποκατάστημα του ΙΚΑ ..., η πρώτη ενάγουσα, πανεπιστημιακής εκπαίδευσης από 10.10.2005 έως 14.5.2008, με καθήκοντα ελέγχου βεβαιωθεισών και καταβληθεισών εισφορών στα βιβλία ελέγχου εργοδοτών, σύνταξης χειρόγραφων πράξεων σε βάρος οφειλετών του ΙΚΑ, ελέγχου μηχανογραφικών καταστάσεων, τήρησης πρωτοκόλλου εισερχομένων και εξερχομένων εγγράφων, έκδοσης αποφάσεων για έλεγχο πραγματικής απασχόλησης, ταξινόμησης εργοδοτικών φακέλων στο αρχείο, συναλλαγής με το κοινό και σύνταξης προσκλήσεων σε εργοδότες για προσκόμιση στοιχείων προς έλεγχο στις επιχειρήσεις τους, ο δεύτερος πανεπιστημιακής εκπαίδευσης από 7.10.2005 έως 13.5.2008, με καθήκοντα ελέγχου βεβαιωθεισών και καταβληθεισών εισφορών στα βιβλία ελέγχου εργοδοτών, σύνταξης χειρόγραφων πράξεων σε βάρος οφειλετών του ΙΚΑ, διεκπεραίωσης υπεύθυνων δηλώσεων απώλειας ασφαλιστικού βιβλιαρίου, σύνταξης μηνυτήριων αναφορών σε βάρος οφειλετών του ΙΚΑ, ελέγχου μηχανογραφικών καταστάσεων, τήρησης πρωτοκόλλου εισερχομένων και εξερχομένων εγγράφων, έκδοσης αποφάσεων για έλεγχο πραγματικής απασχόλησης, ταξινόμησης εργοδοτικών φακέλων στο αρχείο, συναλλαγής με το κοινό και σύνταξης προσκλήσεων σε εργοδότες για προσκόμιση στοιχείων ελέγχου στις επιχειρήσεις τους, η τρίτη, δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης από 14.10.2005 έως 22.5.2008 με καθήκοντα διεκπεραίωσης αλληλογραφίας, διακίνησης εγγράφων, τήρησης γενικού πρωτοκόλλου, αναπαραγωγής και διανομής εγκυκλίων προς τα τμήματα, αρχειοθέτησης εγγράφων, παρακολούθησης μηνιαίων δελτίων παρουσιών των ασκουμένων και αποστολής τους προς τον ΟΑΕΔ και τη Διοίκηση του ΙΚΑ.

Η τέταρτη, πανεπιστημιακής εκπαίδευσης από 10.10.2005 έως 9.5.2008, με καθήκοντα επίδοσης και οριστικοποίησης μέσω ολοκληρωμένου πληροφοριακού συστήματος των συνταχθεισών σε βάρος των οφειλετών του ΙΚΑ πράξεων του Υποκαταστήματος και των μηχανογραφημένων αποφάσεών του, χειρόγραφου ελέγχου εισφορών, σύνταξης μηνυτήριων αναφορών, διεκπεραίωσης υπεύθυνων δηλώσεων απώλειας ασφαλιστικού βιβλιαρίου ασφαλισμένων, συναλλαγής με το κοινό, απογραφής στο μητρώο εργοδοτών των νέων επιχειρήσεων, διεκπεραίωσης δηλώσεων μεταβολής στοιχείων εργοδοτών, ελέγχου μηχανογραφικών καταστάσεων αγοράς ενσήμων παλαιών επιχειρήσεων, σύνταξης προσκλήσεων σε εργοδότες για προσκόμιση στοιχείων προς διεξαγωγή ελέγχου και αρχειοδότησης εργοδοτικών φακέλων.

Η πέμπτη, κάτοχος πτυχίου ΤΕΙ Διοίκησης Επιχειρήσεων, από 10.10.2005 έως 13 13.5.2008 με καθήκοντα τήρησης πρωτοκόλλου εισερχομένων εξερχομένων εγγράφων, μηνιαίου ηλεκτρονικού ελέγχου ΠΕΕ, σύνταξης μηνυτήριων αναφορών, καταχώρησης των χειρογράφων ΠΕΕ στα βιβλία, καταχώρησης ηλεκτρονικά των επιδόσεων των ΠΕΕ και των αποφάσεων του μηνιαίου ελέγχου αυτών, έκδοσης αποφάσεων εξαγοράς χρόνου ασφάλισης αλλοδαπών και έκδοσης των γραμματίων είσπραξης γι' αυτές, μηνιαίας αποστολής των σχετικών αποφάσεων στην αρμόδια Περιφέρεια και αρχειοθέτησης των εξερχομένων εγγράφων.

Ο έκτος, δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, από 10.10.2005 έως 4.6.2008 με καθήκοντα χειρόγραφου τακτικού ελέγχου βεβαιωθεισών και καταβληθεισών εισφορών στα βιβλία ελέγχου εργοδοτών, διεκπεραίωσης υπεύθυνων δηλώσεων απώλειας ασφαλιστικού βιβλιαρίου ασφαλισμένων, συναλλαγής με το κοινό, ελέγχου μηχανογραφικών καταστάσεων για αγορές εισφορών παλαιών επιχειρήσεων, επιτόπιων εξωτερικών ελέγχων επιχειρήσεων για την διαπίστωση της ύπαρξής τους, σύνταξης προσκλήσεων σε εργοδότες για προσκόμιση στοιχείων προς έλεγχο, αρχειοθέτησης εργοδοτικών φακέλων, ηλεκτρονικής καταχώρησης των επιχειρήσεων του τμήματος και ταξινόμησής τους κατά τομέα και ελεγχτή.

Η έβδομη, πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, από 11.10.2005 έως 23.5.2008, με καθήκοντα τήρησης πρωτοκόλλου εισερχομένων και εξερχομένων εγγράφων, αρχειοθέτησης των εξερχομένων εγγράφων, έκδοσης αποφάσεων εξαγοράς χρόνου ασφάλισης αλλοδαπών και έκδοσης γραμματίων είσπραξης γι' αυτές, μηνιαίας αποστολή των ανωτέρω αποφάσεων στην Περιφέρεια Αττικής, καταγραφής χειρογραφων πράξεων επιβολης προστίμων και σύνταξης μηνυτήριων αναφορών και αποφάσεων απόρριψης αίτησης ασφαλισμένου.

Η όγδοη, δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης από 10.10.2005 έως 4.6.2008, με καθήκοντα χειρόγραφου τακτικού ελέγχου βεβαιωθεισών και καταβληθεισών εισφορών στα βιβλία ελέγχου εργοδοτών, ελέγχου εργοδοτών μέσω ολοκληρωμένου πληροφοριακού συστήματος για τα έτη μετά το 2002, σύνταξης χειρογράφων και μηχανογραφημένων πράξεων σε βάρος οφειλετών του ΙΚΑ, σύνταξης μηνυτήριων αναφορών, διεκπεραίωσης υπεύθυνων δηλώσεων απώλειας ασφαλιστικού βιβλιαρίου ασφαλισμένων, συναλλαγής με κοινό, ελέγχου δικαιολογητικών και απογραφής στο μητρώο εργοδοτών των νέων επιχειρήσεων, παράδοσης ειδικού βιβλίου νεοπροσλαμβανομένου προσωπικού στον εργοδότη και διεκπεραίωσης δηλώσεων μεταβολής στοιχείων εργοδότη.

Μετά τη νέα προκήρυξη προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας στις υπηρεσίες του ΙΚΑ ΕΤΑΜ οι ενάγοντες υπέβαλαν αιτήσεις συμμετοχής και καταρτίσθηκαν νέες συμβάσεις, <<συμφωνητικά συνεργασίας>>, απασχολούμενοι με τα ίδια καθήκοντα η πρώτη από 9.6.2008 έως 28.1.2010, ο δεύτερος από 3.6.2008 έως 19.1.2010, η τρίτη από 30.6.2008 έως 21.1.2010, η τέταρτη από 6.6.2008 έως 8.1.2010, η πέμπτη από 5.6.2008 έως 8. 1.2010, ο έκτος από 5.6.2008 έως 7.1.2010, η έβδομη από 20.6.2008 έως 12.1.2010 και η όγδοη από 5.6.2008 έως 7.1.2010.

Περαιτέρω δέχεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ότι κατά τους ως άνω χρόνους οι ενάγοντες προσέφεραν τις υπηρεσίες στο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο, επί πέντε μέρες την εβδομάδα, αμειβόμενοι με 30 ευρώ ημερησίως οι πανεπιστημιακής εκπαίδευσης και με 25 ευρώ ημερησίως οι λοιποί. Παρείχαν τις υπηρεσίες τους, όπως οι μόνιμοι υπάλληλοι, εξυπηρετώντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού, υποκείμενοι στον έλεγχο και την εποπτεία των αρμοδίων οργάνων του, τα οποία καθόριζαν τον τόπο, τον χρόνο και τον τρόπο παροχής εργασίας.

Σύμφωνα με τους όρους και τις συνθήκες αυτές, προέχων σκοπός των καταρτισθεισών συμβάσεων ήταν η παροχή εργασίας των εναγόντων για τη διεκπεραίωση των εργασιών που ανάγονταν στον σκοπό, στον οποίο και απέβλεπαν, συνιστούν δε αυτές κατ'ορθό νομικό χαρακτηρισμό συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας μαθητευομένου ορισμένου χρόνου, με εργοδότη το εναγόμενο ΙΚΑ, υπέκειντο δε σε προσωπική και νομική εξάρτηση από αυτό, η οποία εκδηλώνονταν με το δικαίωμα του εργοδότη τοποθέτησής τους σε ορισμένη υπηρεσία, καθορισμό των καθηκόντων τους, του προγράμματος εργασίας και του ωραρίου τους, την τήρηση των οποίων ήλεγχε.

Ακόμη ότι τα ποσά, που αναφέρθηκαν πιο πάνω, με τα οποία αμείβονταν, υπολείπονταν εκείνων, που το εναγόμενο θα κατέβαλε σε άλλους εργαζομένους με τα ίδια προσόντα και ικανότητες, τους οποίους θα απασχολούσε για τις ίδιες εργασίας με τους ίδιους όρους και συνθήκες με έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και ως εκ τούτου το εναγόμενο ωφελήθηκε τη διαφορά από τα επί πλέον ποσά, που θα κατέβαλε, επί ζημία τους χωρίς νόμιμη αιτία.

Δηλαδή ωφελήθηκε τις διαφορές εκεινων, που θα κατέβαλε σε πρωτοδιόριστο υπάλληλο, όπως προβλέπονται από το Ν. 3205/2003, χωρίς προσαυξήσεις προϋπηρεσίας και οικογενειακά επιδόματα, και εκείνων που κατέβαλε στον καθένα από αυτούς, αφού ως προς τα ποσά αυτά κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερο το εναγόμενο, συν τα οφειλόμενα εκ του νόμου επιδόματα εορτών και αδείας, που όφειλε να τους καταβάλει.

Σύμφωνα δε με τους υπολογισμούς της προσβαλλομένης απόφασης, ο τρόπος των οποίων δεν αμφισβητείται από το αναιρεσείον, δικαιούνται ο καθένας από τους πρώτη, δεύτερο, τέταρτη και έβδομη για τα έτη 2005 έως 2009 το ποσό των 22.331,49 ευρώ, η πέμπτη το ποσό των 19.401,41 ευρώ, καθένας από τους έκτο και όγδοη το ποσό των 18.673,45 ευρώ και η τρίτη το ποσό των 18.282,82 ευρώ, νομιμοτόκως.

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως το αναιρεσείον υποστηρίζει ότι η προσβαλλομένη απόφαση έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 648 επ., 904 ΑΚ, 6 του Ν. 765/1943 και 20 παρ. 1 του Ν. 26391998 [άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ] δεχόμενη ότι οι αναιρεσίβλητοι συνδέονται με το ΙΚΑ ΕΤΑΜ με σχέση εξαρτημένης εργασίας και όχι με σχέση μαθητείας, επιδικάζοντας σε αυτούς με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού τα ποσά που αναφέρονται πιο πάνω, αφού οι συμβάσεις των ήταν συμβάσεις μαθητείας, που απέβλεπαν αποκλειστικά στην εκπαίδευσή των και την απόκτηση εμπειρικών γνώσεων και όχι στην εκτέλεση παραγωγικού έργου, όπως ορίζεται στο άρθρο 20 παρ.1 του Ν. 2639/1998, συνεπώς δεν κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες και δεν δικαιούνται άλλη αμοιβή πέραν της προβλεπόμενης εκ του νόμου ημερήσιας αποζημίωσης, η οποία δεν συνιστά <<αποδοχές>> αλλά εκπαιδευτικό επίδομα.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί σχετίζεται με την ουσία της υπόθεσης. Ειδικότερα, η νομική φύση της εργασίας των αναιρεσιβλήτων κρίθηκε με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, τα οποία δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο. Με βάση δε αυτά το Μονομελές Εφετείο έκρινε ότι πρόκειται για μη γνήσιες συμβάσεις μαθητείας κατά την εκτέλεση των οποίων αυτοί προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στο ΙΚΑ ΕΤΑΜ αποβλέποντας στην εκτέλεση παραγωγικού έργου υπό συνθήκες μονίμων υπαλλήλων, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες.

Ουσιαστικά δηλαδή δέχθηκε ότι επρόκειτο για άκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας μαθητευομένου ορισμένου χρόνου, δικαιούμενοι τα επί πλέον ποσά κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Με τον δεύτερο λόγο το αναιρεσείον επικαλούμενο αντιφατική και εσφαλμένη αιτιολογία [άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ] εκθέτει ακόμη ότι η προσβαλλομένη απόφαση, ενώ δέχεται ότι επρόκειτο για γνήσιες συμβάσεις μαθητείας, στη συνέχεια όλως αντιφατικά καταλήγει στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο για συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας. 'Όμως, όπως εκτίθεται πιο πάνω οι παραδοχές της εν λόγω απόφασης αναφέρονται σε άκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας μαθητευομένου με βάση τις συνθήκες και την εργασία που παρείχαν.

Συνεπώς ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί βασίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Υποστηρίζει ακόμη το αναιρεσείον υπό την επίκληση του αριθ. 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελλιπείς και εσφαλμένες αιτιολογίες. Και ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί η συγκεκριμένη διάταξη δεν αναφέρεται σε αντιφάσεις της κρίσεως περί την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά σε αντιφάσεις του διατακτικού, που προκαλούν αοριστία και εμποδίζουν την εκτέλεση της απόφασης, γεγονός του οποίου δεν γίνεται επίκληση στην προκειμένη περίπτωση.

Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να επιβληθούν στο αναιρεσείον τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις [άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ], ως ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση .

Επιβάλλει στο αναιρεσείον τα δικαστικά εξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων [1800] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος Δήμητρα Ζώη

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Δεκεμβρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ