Legislator Case Law & Legislation
1896/2022 AI generated

Supreme Court remands case for retrial due to insufficient reasoning on contract validity and unjust enrichment.

Case Number 1896/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece annulled the First Instance Court's dismissal of a contract dispute between a private individual and a municipality. The appellant argued that verbal sales contracts for goods worth over 2,500 euros were valid, while the lower court rejected them due to lack of written form and alleged non-delivery. The Court found the lower court's reasoning insufficient because it failed to address all 48 invoices and did not clarify whether the rejection applied to the specific goods in question. Consequently, the case was remanded for a retrial with a different judge to properly evaluate the evidence and legal arguments.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1)(5) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must annul a judgment if the lower court's reasoning is insufficient to allow for a proper review of the law, particularly when it fails to address all relevant evidence or fails to clarify the scope of its factual findings regarding contract validity and unjust enrichment.

Keywords

AI generated
insufficient reasoning contract validity unjust enrichment remand for retrial verbal contracts municipal liability evidence assessment

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1)(5) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 276(1) of Law 3463/2006
Article 281(2) of Law 3463/2006
Article 283(1) of Law 3852/2010

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1896 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)M.K.

Αριθμός 1896/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Αγαθή Δερέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Κ. του Ν., κατοίκου δ.δ. ... Δήμου Βόλβης. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Γεωργέλλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Δήμου Βόλβης (Ο.Τ.Α.), που εδρεύει στον Σταυρό Θεσσαλονίκης, με τον οποίο συνενώθηκε ο Δήμος Αρέθουσας, ο οποίος υπεισήλθε αυτοδικαίως από την έναρξη λειτουργίας του σε όλα τα ενοχικά και εμπράγματα δικαιώματα και υποχρεώσεις του συνενούμενου Δήμου Αρέθουσας και που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχο αυτού. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κυριάκο Νάνο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4385/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 2099/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-11-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που παραδεκτά επισκοπούνται κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, προκύπτουν για τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης τα ακόλουθα: O ενάγων και ήδη αναιρεσείων, αφού εξέθετε με την αγωγή του, ότι δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων πώλησης, που συνήψε προφορικά με το Δήμο Αρέθουσας, που έχει συνενωθεί με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Δήμο Βόλβης, ο οποίος υπεισήλθε, δυνάμει της διάταξης του άρθρου 283 παρ. 1 ν. 3852/2010, στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτού, πώλησε και παρέδωσε στον ανωτέρω Δήμo τα αναφερόμενα στην αγωγή εμπορεύματα, για τα οποία εξέδωσε τα επισυναπτόμενα σ' αυτήν 48 τιμολόγια - δελτία αποστολής, συνολικής αξίας 81.268,18 ευρώ, και ότι ο αναιρεσίβλητος αρνείται να του καταβάλει το συμφωνηθέν τίμημα, που ήταν πληρωτέο μετά την παρέλευση 60 ημερών από την έκδοση κάθε τιμολογίου - δελτίου αποστολής, ζήτησε να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος, με βάση τη σύμβαση, άλλως κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, να του καταβάλει το ανωτέρω ποσό των 81.268,18 ευρώ νομιμοτόκως.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, με τη με αριθμ. 4385/2015 απόφασή του, αφού απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή, κατά την κύρια βάση αυτής, για τις επί μέρους συμβάσεις πώλησης, για τις οποίες εκδόθηκαν τα αναφερόμενα δώδεκα (12) τιμολόγια, εκάστου των οποίων η αξία ήταν ανώτερη των 2.500,00 ευρώ, λόγω έλλειψης του νόμιμου τύπου του ιδιωτικού εγγράφου, έκρινε αυτήν νόμιμη, κατά τις διατάξεις της πώλησης για τα αναφερόμενα στα 36 τιμολόγια εμπορεύματα και κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου για τα υπόλοιπα 12 τιμολόγια και, στη συνέχεια, δέχθηκε την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 81.268,18 ευρώ.

Επί της έφεσης που άσκησε ο αναιρεσίβλητος Ο.Τ.Α., για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο αφού δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Κατά της τελεσίδικης αυτής απόφασης άσκησε ο ενάγων - εφεσίβλητος την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης.

Κατά το άρθρο 513 ΑΚ, με τη σύμβαση της πώλησης ο πωλητής έχει την υποχρέωση να μεταβιβάσει την κυριότητα του πράγματος ή το δικαίωμα που αποτελούν το αντικείμενο της πώλησης, και να παραδώσει το πράγμα και ο αγοραστής έχει την υποχρέωση να πληρώσει το τίμημα που συμφωνήθηκε. Επομένως, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης πώλησης είναι το πράγμα (κινητό ή ακίνητο), το τίμημα και η συμφωνία των συμβαλλομένων για τη μετάθεση της κυριότητας και πληρωμής του τιμήματος (AΠ 1844/2011, ΑΠ 16/2009, ΑΠ 1522/2000) και, ως εκ τούτου, για να είναι ορισμένη η αγωγή του πωλητή κατά αγοραστή εμπορευμάτων προς καταβολή του συμφωνηθέντος για την πώληση τιμήματος, αρκεί και πρέπει να αναφέρονται σ' αυτή, η σύμβαση και ο χρόνος κατάρτισής της, το αντικείμενο της πώλησης (τα πωληθέντα είδη) και το τίμημα, ήτοι οι επί μέρους τιμές μονάδας κάθε πωληθέντος είδους (ΑΠ 818/2017, ΑΠ 220/2016, ΑΠ 1399/2011).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 158 ΑΚ, η τήρηση τύπου για τη δικαιοπραξία απαιτείται μόνον όπου ο νόμος το ορίζει, κατά δε την παρ. 1 του άρθρου 159 ΑΚ, δικαιοπραξία για την οποία δεν τηρήθηκε ο από το νόμο απαιτούμενος τύπος, ενόσω δεν ορίζεται διαφορετικά, είναι άκυρη. Εξάλλου, στο άρθρο 41 του ν.δ. 496/1974 "περί λογιστικού των ν.π.δ.δ.", ορίζεται ότι: "πάσα σύμβασις διά λογαριασμόν του ν.π.

έχουσα αντικείμενον άνω των 10.000 δρχ. ή δημιουργούσα υποχρεώσεις διάρκειας, εφόσον δεν ορίζεται άλλως, υποβάλλεται εις τον τύπον του ιδιωτικού εγγράφου. Το ποσόν τούτο δύναται να αυξομειούται δι' αποφάσεων του Υπουργού των Οικονομικών, δημοσιευομένων εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η πρότασις καταρτίσεως συμβάσεως και η αποδοχή αυτής, δύναται να γίνουν και δι' ιδιαιτέρων εγγράφων.

Η εκ της μη τηρήσεως του τύπου της εγγράφου αποδοχής ακυρότης αίρεται εν περιπτώσει εκπληρώσεως της συμβάσεως". Το παραπάνω ποσό των 10.000 δρχ. αυξήθηκε από 9-7-1992 σε 150.000 δρχ. με την υπ' αριθμ. 2054839/452/0026/3/9-7-1992 Υπουργική απόφαση (Φ. Β' 447) και σε 2.500,00 ευρώ από 7-8-2002 με την υπ' αριθμ. 2/42053/0094/7-8-2002 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (Φ. 1033/7-8-2002).

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, σαφώς προκύπτει ότι κάθε σύμβαση που καταρτίζεται από ν.π.δ.δ. και έχει αντικείμενο πάνω από 10.000 δρχ. αρχικά, από 150.000 δρχ. στη συνέχεια και ήδη 2.500 ευρώ κατά τις ανωτέρω διακρίσεις, υποβάλλεται σε έγγραφο τύπο, απαιτούμενο από το νόμο, χωρίς την τήρηση του οποίου η δικαιοπραξία είναι άκυρη.

Η ακυρότητα της σύμβασης από την έλλειψη του απαιτούμενου τύπου, ο οποίος είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός, τόσο για την αρχική σύμβαση όσο και για την τυχόν τροποποίησή της, είναι απόλυτη και λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο, εφόσον προκύπτει από τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά.

Εξάλλου, η με την τελευταία παράγραφο του παραπάνω άρθρου 41 νδ. 496/74 διαλαμβανόμενη περίπτωση άρσης της ακυρότητας από την μη τήρηση του τύπου της έγγραφης αποδοχής, με την εκπλήρωση της σύμβασης, αναφέρεται στην τρίτη παράγραφο του άρθρου αυτού, κατά την οποία "Η πρότασις καταρτίσεως συμβάσεως και η αποδοχή αυτής δύναται να γίνουν και δι' ιδιαιτέρων εγγράφων".

Δηλαδή, η παραπάνω ακυρότητα από τη μη τήρηση του τύπου, καλύπτεται, σε περίπτωση εκτέλεσης της σύμβασης, εφόσον όμως είχε προηγηθεί έγγραφη πρόταση για την κατάρτισή της, χωρίς να επακολουθήσει και έγγραφη αποδοχή, όχι όμως και όταν δεν τηρήθηκε καθόλου τύπος για την πρόταση, η οποία επειδή είναι μονομερής και απευθυντέα σε τρίτον δήλωση βούλησης και αποτελεί ουσιώδες κατά το άρθρο 192 ΑΚ στοιχείο της σύμβασης, πρέπει να είναι πλήρης κατά περιεχόμενο και ορισμένη, οπότε δεν καταρτίζεται σύμβαση, αφού δεν νοείται αποδοχή χωρίς πρόταση.

Στις ανωτέρω περιπτώσεις ακυρότητας της σύμβασης, τα συμβαλλόμενα μέρη δεν μπορούν να προβάλουν αξιώσεις στηριζόμενες στη σύμβαση, αλλά μόνο στηριζόμενες στις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού και ειδικότερα στο άρθρο 904 ΑΚ. Την ακυρότητα από την έλλειψη του τύπου μπορεί να προτείνει και αυτός που ενώ γνώριζε ότι απαιτείται τύπος, προέβη στη σύναψη παράτυπης σύμβασης, αλλά και το Δικαστήριο λαμβάνει αυτήν υπόψη αυτεπάγγελτα κατά τα άνω, γιατί οι διατάξεις περί τύπου είναι δημόσιας τάξης (ΑΠ 858/2020, ΑΠ 493/2020, ΑΠ 1376/2018, ΑΠ 91/2016).

Κατά το άρθρο 904 εδ.α' ΑΚ, "Όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια". Κατά την έννοια του εδαφίου β' περ.α' του ίδιου άρθρου, η υποχρέωση αυτή γεννιέται και σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης, δηλαδή εκείνης που επέρχεται χωρίς δόση ανταλλάγματος από το λήπτη και που δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση δικαιολογούσα τον πλουτισμό, ούτε σε νόμιμη υποχρέωση.

Βασική προϋπόθεση της απαίτησης από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι η ύπαρξη άμεσης περιουσιακής μετακίνησης μεταξύ του πλουτισμού του λήπτη και της ζημίας άλλου, δηλαδή, για να στηριχθεί αγωγή από αδικαιολόγητο πλουτισμό, πρέπει να υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παροχής ή της ζημίας του ενάγοντος και του πλουτισμού του εναγόμενου, η οποία δεν υφίσταται στην περίπτωση που παρεμβάλλεται και άλλη, τρίτη περιουσία, υπό την έννοια ότι η περιουσιακή μετακίνηση πρέπει να πραγματοποιείται από την περιουσία του ζημιωθέντος στην περιουσία του πλουτίσαντος, χωρίς την παρεμβολή τρίτου προσώπου, που να ενεργεί για δικό του λογαριασμό.

Πρέπει επιπλέον να υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του πλουτισμού του εναγόμενου και της ζημίας του ενάγοντος και να μην υφίσταται νόμιμη αιτία της περιουσιακής μετακίνησης (ΑΠ 858/2020, ΑΠ 849/2019, ΑΠ 1325/2012).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 50/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την ανωτέρω αγωγή εκτίθεται ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) στα πλαίσια της δραστηριότητάς του, η οποία είναι η εμπορία καυσίμων, λιπαντικών, υλικών οικοδομών, εγχωρίων προϊόντων, σιδηρικών, χρωμάτων και ηλεκτρικών ειδών, κατά την περίοδο από το μήνα Ιανουάριο έως και το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2008, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων πώλησης, που καταρτίσθηκαν άτυπα, πώλησε και παρέδωσε στο εναγόμενο ΝΠΔΔ (εννοείται στον δικαιοπάροχό του Δήμο Αρέθουσας) (και ήδη αναιρεσίβλητο), τα εμπορεύματα που αναλυτικά αναφέρονται στην αγωγή κατ' είδος, ποσότητα και τιμή μονάδας και εξέδωσε τα σχετικά αναφερόμενα στην αγωγή 48 τιμολόγια και τιμολόγια / δελτία αποστολής, τα οποία το εναγόμενο, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του, αρνείται να τα εξοφλήσει (σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, οι 36 πωλήσεις είχαν τίμημα κατώτερο των 2,500,00 ευρώ εκάστη, ενώ οι υπόλοιπες 12 είχαν τίμημα ανώτερο των 2.500,00 ευρώ εκάστη).

Για τους λόγους αυτούς, ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο ΝΠΔΔ (ήδη αναιρεσίβλητο) να του καταβάλει συνολικά το ποσό των 81.268,18 ευρώ ως τίμημα για τις ως άνω πωλήσεις, με το νόμιμο τόκο από την παρέλευση εξήντα ημερών από την ημερομηνία έκδοσης κάθε τιμολογίου,...Επικουρικώς ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο ΝΠΔΔ του οφείλει συνολικά το ποσό των 81.268,18 ευρώ, βάσει των διατάξεων περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, διότι το εναγόμενο, παραλαμβάνοντας τα αναφερόμενα στην αγωγή εμπορεύματα χωρίς να καταβάλει τίμημα, κατέστη πλουσιότερο από ζημία της περιουσίας του ενάγοντος, κατά το ποσό αξίας των εμπορευμάτων αυτών, που ισούται με 81.268,18 ευρώ, ....

Πιο συγκεκριμένα, ο ενάγων επικαλείται ότι έχει συνάψει με το εναγόμενο ΝΠΔΔ 48 πωλήσεις, που καταρτίσθηκαν άτυπα. Οι 36 πωλήσεις εξ αυτών έχουν, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, τίμημα κατώτερο των 2.500,00 ευρώ εκάστη (αθροιστικά 45.133,32 ευρώ), οπότε, μπορούν να καταρτισθούν έγκυρα ατύπως και, κατά συνέπεια, δύνανται να γεννήσουν την συμβατική υποχρέωση του εναγομένου ΝΠΔΔ να καταβάλει το τίμημά τους.

Αντίθετα, οι υπόλοιπες 12 πωλήσεις που επικαλείται ο ενάγων έχουν τίμημα που υπερβαίνει το ποσό των 2.500,00 ευρώ εκάστη, οπότε είναι άκυρες κατ' άρθρα 158 και 159 § 1 ΑΚ, λόγω έλλειψης του νομίμου τύπου του ιδιωτικού εγγράφου, που το άρθρο 41 Ν.Δ. 496/1974 απαιτεί να τηρείται για συμβάσεις, που συνάπτουν τα ΝΠΔΔ, με αντικείμενο άνω των 2.500,00 ευρώ, όπως το ποσό αυτό έχει αναπροσαρμοσθεί με την υπ' αρ. 2/42053/0094/26.07.2002 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (Φ.Ε.Κ.

Β' 1033/07.08.2002). Αναλυτικότερα με την αγωγή εκτίθεται ότι : 1.- την 09.01.2008 οι διάδικοι συνήψαν έγκυρη πώληση επί πιστώσει για την οποία εκδόθηκε μεταγενεστέρως το υπ' αριθμ. 277/30.12.2009 δελτίο αποστολής τιμολόγιο συνολικής αξίας 843,28 ευρώ,.. Ακολουθεί η περιγραφή των με τίμημα μικρότερο των 2.500,00 ευρώ τιμολογίων που αναφέρονται στην αγωγή ... 37.- (ορθό 36).- την 23.12.2008 οι διάδικοι συνήψαν έγκυρη πώληση επί πιστώσει για την οποία εκδόθηκε μεταγενεστέρως το υπ' αριθμ. 325/30.12.2009 δελτίο αποστολής - τιμολόγιο συνολικής αξίας 103,99 ευρώ.

Πλην όμως δεν αποδείχθηκε η παράδοση των διαλαμβανόμενων σε αυτά εμπορευμάτων στον εναγόμενο Δήμο, αφού σε κανένα από τα τιμολόγια αυτά δεν υφίσταται υπογραφή του παραλήπτη, και ο επικαλούμενος από τον ενάγοντα χρόνος παράδοσης των επιμέρους κάθε φορά εμπορευμάτων ανάγεται σε προγενέστερο από τον αναγραφόμενο σε αυτά (τιμολόγια) χρόνο έκδοσης και συγκεκριμένα κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή τα εμπορεύματα φέρονται να έχουν παραδοθεί στις αμέσως προαναφερόμενες ημερομηνίες προφορικής κατάρτισης των επιμέρους πωλήσεων, ήτοι εντός του χρονικού διαστήματος από Ιανουάριο έως το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2008, ενώ τα τιμολόγια - δελτία αποστολής έχουν όλα εκδοθεί πολύ μεταγενέστερα στις 30.12.2009...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο είχε δεχθεί την αγωγή του αναιρεσείοντος και είχε υποχρεώσει τον αναιρεσίβλητο (εναγόμενο) να του καταβάλει το ποσό των 45.133,32 ευρώ, ως τίμημα των 36 συμβάσεων πωλήσεων, και το ποσό των 36.134,86 ευρώ, ως ωφέλεια του δικαιοπάροχου του αναιρεσίβλητου, Δήμου Αρέθουσας, από την εξοικονόμηση αντίστοιχης με την αξία των παραδοθέντων σ' αυτόν εμπορευμάτων, και, στη συνέχεια, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 513 και 904 ΑΚ και στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες για τα παρακάτω ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων.

Ειδικότερα: α) Στην ελάσσονα πρόταση της προσβαλλόμενης απόφασής του, αφού αρχικώς αναφέρει το περιεχόμενο της αγωγής, ότι δηλαδή ο ενάγων - αναιρεσείων επικαλέστηκε την άτυπη κατάρτιση 48 επί μέρους συμβάσεων πώλησης, για τις οποίες εξέδωσε 48 τιμολόγια - δελτία αποστολής, όπως και το αίτημα αυτής (κύριο και επικουρικό), ακολούθως διαλαμβάνει ότι, "κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή", το τίμημα των 36 συμβάσεων ήταν κατώτερο των 2.500 ευρώ "οπότε, μπορούν να καταρτισθούν έγκυρα ατύπως" και ότι "οι υπόλοιπες 12 πωλήσεις που επικαλείται ο ενάγων έχουν τίμημα που υπερβαίνει το ποσό των 2.500 ευρώ εκάστη, οπότε είναι άκυρες...", προβαίνοντας, στη συνέχεια, με τη φράση "αναλυτικότερα στην αγωγή, εκτίθεται...", στην παράθεση των 36 επί μέρους συμβάσεων πώλησης, για τις οποίες εκδόθηκαν τα αντίστοιχα τιμολόγια - δελτία αποστολής με τίμημα μικρότερο των 2.500 ευρώ, και αμέσως μετά δέχεται, ότι δεν αποδείχθηκε η παράδοση των διαλαμβανόμενων σε αυτά εμπορευμάτων στον εναγόμενο Δήμο, χωρίς ωστόσο να περιλάβει σαφή ουσιαστική παραδοχή περί της κατάρτισης των πιο πάνω επίμαχων συμβάσεων, για τις οποίες μάλιστα αναφέρει, προηγουμένως, ασαφώς και ενδοιαστικώς, ότι "μπορούν να καταρτιστούν έγκυρα" (και όχι ότι καταρτίστηκαν έγκυρα), ήτοι δεν αποφάνθηκε αν αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν ως βάσιμα κατ' ουσίαν τα επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα, και θεμελιούντα την αγωγή του πραγματικά περιστατικά, αλλά περιορίστηκε στην απλή παράθεση των αγωγικών ισχυρισμών, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται βέβαιο αλλά να προκαλείται ασάφεια και αμφιβολία σχετικά με το αν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται, ότι καταρτίστηκαν πράγματι οι εν λόγω συμβάσεις πώλησης, όλες ή μερικές, και, σε καταφατική περίπτωση, ποίο ήταν το περιεχόμενο της σχετικής συμφωνίας ως προς τον τρόπο και χρόνο εκπλήρωσης των παροχών των διαδίκων, η ασάφεια δε αυτή επιτείνεται και από το γεγονός ότι το Εφετείο, απορρίπτει την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία ζητείται το συμφωνημένο τίμημα των συμβάσεων, με την προαναφερόμενη παραδοχή ότι δεν αποδείχθηκε η παράδοση των διαλαμβανόμενων στα τιμολόγια εμπορευμάτων, και β) ενώ δέχεται, ότι με την αγωγή του ο αναιρεσείων επικαλέστηκε την κατάρτιση 48 επί μέρους συμβάσεων πώλησης και ότι στις 12 εξ αυτών το επικαλούμενο τίμημα υπερβαίνει το ποσό των 2.500 ευρώ, στη συνέχεια, παραθέτει, όπως αναφέρθηκε, μόνον 36 τιμολόγια - δελτία αποστολής από τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δεχόμενο ότι δεν αποδείχθηκε η παράδοση των διαλαμβανόμενων στα τιμολόγια εμπορευμάτων, χωρίς να προβαίνει σε παράθεση και των λοιπών 12 τιμολογίων - δελτίων αποστολής, με αποτέλεσμα να μη προκύπτει, αν το δικαστήριο δέχεται ότι πράγματι καταρτίστηκαν οι συγκεκριμένες άκυρες συμβάσεις, όλες ή μερικές, ούτε και αν η ανωτέρω, θεμελιωτική της απόρριψης της αγωγής παραδοχή, ότι δηλαδή δεν αποδείχθηκε η παράδοση των διαλαμβανόμενων στα τιμολόγια εμπορευμάτων, περιλαμβάνει και τα εμπορεύματα, που κατά την αγωγή αποτελούσαν αντικείμενο των παραπάνω 12 (άκυρων) συμβάσεων πώλησης, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν υφίσταται ή όχι πλουτισμός του αναιρεσίβλητου.

Έτσι, εξ αιτίας των ανωτέρω ελλείψεων και ασαφειών δεν δικαιολογείται επαρκώς η παραδοχή της έφεσης του αναιρεσίβλητου και η απόρριψη της αγωγής του αναιρεσείοντος. Επομένως, ο πέμπτος, κατά το πρώτο σκέλος, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει την πλημμέλεια ότι το Εφετείο διέλαβε, με τις προαναφερόμενες παραδοχές του, ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες στην προσβαλλόμενη απόφασή του, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, είναι βάσιμος, η αναιρετική δε εμβέλεια του λόγου αυτού, στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών διατυπούμενων με την ένδικη αίτηση λόγων αναίρεσης.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει, κατά παραδοχή του ανωτέρω λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, συγκροτούμενου από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει.

Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσίβλητου, λόγω της ήττας του (άρθρο 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), θα οριστεί όμως αυτή μειωμένη, σύμφωνα προς τις διατάξεις των άρθρων 276 παρ. 1 και 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006 (ΑΠ 300/2021, ΑΠ 3/2020), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2099/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή, πλην εκείνου που δίκασε.

Διατάσσει την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα.

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος στον αναιρεσίβλητο, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Σεπτεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 14 Νοεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ