Legislator Case Law & Legislation
1896/2014 AI generated

1896/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1896/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Α.ς Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-5-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 105/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 219/2013 του Εφετείου Δυτικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 7-11-2013 αίτησή του και τους από 21-3-2014 πρόσθετους λόγους.

Legislator headnote

AI generated

1896/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, υπό εκκαθάριση τελούσα και εκπροσωπουμένη από τους δύο συνεκκαθαριστές της ομόρρυθμης εταιρία εκθέτει στην κρινόμενη αγωγή της τα ακόλουθα: Συνεστήθη με το από 13-9-1982 ιδιωτικό συμφωνητικό και με την επωνυμία "Α. Κ. - Μ. Π. Ο.Ε" από τα δύο πρώτα ομόρρυθμα μέλη της, ήτοι από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα Α.

Keywords

AI generated
seizure of electronic data data destruction digital rights management misuse of a computer controller of a data file surrender of documents
AI generated
1801/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο - Εισηγητή, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αρεοπαγίτες.
17/2021
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.
768/2010
Η καταγγελία της επίδικης συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου δεν έπασχε από ακυρότητα, αφού δεν έγινε κατά κατάχρηση δικαιώματος, δηλαδή για λόγους εκδικήσεως της αναιρεσείουσας ή αντιπάθειας προς το πρόσωπό της, και συνεπώς ο λόγος αναιρέσεως, κατά το, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, μέρος του, είναι αβάσιμος. Οίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το, από τον αριθμό 19 της παραπάνω διάταξης, μέρος του, είναι αβάσιμος, διότι, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι αυτή περιέχει σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες. Τέλος ο ίδιος λόγος, κατά το υπόλοιπο μέρος του, είναι απαράδεκτος, γιατί οι σχετικές αιτιάσεις ανάγονται στην ανέλεγκτη, αναιρετικώς, περί πραγμάτων κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
218/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
2112/2017
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του, στις 13 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1896 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1896/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Α.ς Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Μ. κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κουτσουράκη.

Της αναιρεσιβλήτου: Ομόρρυθμης εμπορικής εταιρίας με την επωνυμία "Α. Κ. - Λ. Λ. ΟΕ" και το διακριτικό τίτλο "ΤΥΠΟΣΠΟΥΔΗ" η οποία εδρεύει στο ..., τελεί υπό εκκαθάριση και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παντελή Φουρφουλάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-5-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 105/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 219/2013 του Εφετείου Δυτικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 7-11-2013 αίτησή του και τους από 21-3-2014 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 14-4-2014 έκθεσή τoυ, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης και του προσθέτου λόγου.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Εξ άλλου, από τα άρθρα 118 και 216 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει α') σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με τον νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β') ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, γ') ορισμένο αίτημα και δ') προκειμένου για δίκες περιουσιακών σχέσεων, την χρηματική αξία του επιδίκου αντικειμένου.

Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, υπό εκκαθάριση τελούσα και εκπροσωπουμένη από τους δύο συνεκκαθαριστές της ομόρρυθμης εταιρία εκθέτει στην κρινόμενη αγωγή της τα ακόλουθα: Συνεστήθη με το από 13-9-1982 ιδιωτικό συμφωνητικό και με την επωνυμία "Α. Κ. - Μ. Π. Ο.Ε" από τα δύο πρώτα ομόρρυθμα μέλη της, ήτοι από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα Α.

Κ. και από τον Μ. Π.. Ακολούθησαν μεταβολές, όσον αφορά την επωνυμία της εταιρίας και τα πρόσωπα των εταίρων, από τους οποίους ο εναγόμενος απεχώρησε από την εταιρία την 23-6-1983, αφού μεταβίβασε το ποσοστό της συμμετοχής του στην σύζυγό του Α. Κ. και εν τέλει στην εταιρία, με την σημερινή επωνυμία της, απέμειναν δύο ομόρρυθμα μέλη, ήτοι η Α.

Κ. και ο Λ. Λ., με ποσοστό συμμετοχής 50% έκαστος. Από της ιδρύσεως της εταιρίας, διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπός της ορίσθηκε ο εναγόμενος, ο οποίος εξακολούθησε να είναι διαχειριστής και μετά από την αποχώρησή του από την εταιρία. Από της συστάσεως της εταιρίας ετηρείτο "βιβλίο ταμείου", στο οποίο κατεχωρούντο όλες οι οικονομικές κινήσεις κάθε ημέρας.

Από τον Ιούνιο του έτους 1998 ο εναγόμενος εισήγαγε στον ηλεκτρονικό υπολογιστή της εταιρίας ειδικό μηχανογραφημένο πρόγραμμα, στο οποίο κατεχωρούντο οι καθημερινές οικονομικές κινήσεις της. Το πρόγραμμα αυτό συνοδεύετο από μία δισκέτα και ανά εβδομάδα ο εναγόμενος, ο οποίος ήτο και λογιστής της Ο.Ε., ενημέρωνε τα πινακίδια του προγράμματος του Η/Υ με τις ημερήσιες κινήσεις.

Ακολούθως εκτύπωνε από τον Η/Υ καταστάσεις, τις οποίες καταχωρούσε, αναλόγως του περιεχομένου των (εκτελεθείσες παραγγελίες πελατών, εισπράξεις, πληρωμές κ.λ.π.) σε 4 "ντοσιέ". Τον Δεκέμβριο 2002 εμφανίσθηκε μεγάλο χρέος στην Ο.Ε. και ο ομόρρυθμος εταίρος Λ. Λ. εζήτησε προφορικώς, αλλά και με εξώδικο έγγραφο, από τον εναγόμενο αντίγραφα από την δισκέτα και τα "ντοσιέ", πλην όμως ο τελευταίος αρνήθηκε να τα παραδώσει.

Κατόπιν τούτου ο Λ. Λ. άσκησε κατά του εναγομένου την από 22-7-2004 αγωγή, με την οποία ζητούσε να διαταχθεί από το δικαστήριο ο εναγόμενος να παράσχει λογοδοσία στην εταιρία, να επιδείξει όλα τα έγγραφα για το χρονικό διάστημα από 1-7-1998 έως 6-1-2003 και να υποχρεωθεί να καταβάλει ως "εικαζόμενο έλλειμμα" 29.347,02 ευρώ.

Ο εναγόμενος ισχυρίσθηκε με τις προτάσεις του, ότι τα "ντοσιέ" δεν υπήρξαν ποτέ και ότι η δισκέτα του Η/Υ κατεστράφη από πτώση της τάσης του ηλεκτρικού ρεύματος. Εξεδόθη η υπ' αριθ. 81/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης, η οποία υποχρέωσε τον εναγόμενο σε λογοδοσία, αυτός δε, κατέθεσε την 20-12-2004 λογοδοσία, χωρίς να προσκομίσει την δισκέτα του Η/Υ και τα "ντοσιέ".

Μετά από την κατάθεση της λογοδοσίας, ο Λ. Λ. επανέφερε με κλήση προς περαιτέρω συζήτηση την αγωγή και εξεδόθη από το ως άνω δικαστήριο ή υπ' αριθ. 63/2005 απόφαση, με την οποία απερρίφθη ως απαράδεκτη η κλήση προς περαιτέρω συζήτηση της αγωγής, με την αιτιολογία ότι ο ενάγων δεν είχε συμπεριλάβει στο δικόγραφο της αγωγής αίτημα για καταβολή καταλοίπου.

Έγιναν τρείς λογιστικοί έλεγχοι: οι δύο με εντολή της Ο.Ε. και ο τρίτος κατ' εντολήν του ανακριτού, διότι ο Λ. Λ. υπέβαλε κατά του εναγομένου μήνυση για υπεξαίρεση, απόπειρα απάτης και υπεξαγωγή εγγράφων. Όλοι οι έλεγχοι κατέληξαν στο συμπέρασμα, ότι η εταιρία υπέστη ζημίαν από παράνομη συμπεριφορά του εναγομένου.

Ζητεί δε εν τέλει με την κρινόμενη αγωγή της η ενάγουσα Ο.Ε., 1) να διαταχθεί ο εναγόμενος, να εγχειρίσει σε εκείνην ως ομάδα πραγμάτων τα έγγραφα - παραστατικά από τα οποία προκύπτουν οι παραγγελίες των πελατών οι οποίες είχαν εκτελεσθεί κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-1998 έως 6-1-2003, οι καθημερινές εισπράξεις και πληρωμές του ταμείου, η ταμειακή ρευστότητα της εταιρίας καθ' εκάστην ημέρα, "δηλαδή τι μετρητά και αξιόγραφα υπήρχαν στο ταμείο της εταιρίας" και οι απολαβές - απολήψεις των εταίρων. 2) Να διαταχθεί ο εναγόμενος, επί λέξει: "...όπως επισυνάψει επί του ανωτέρω καταλόγου ομάδας πραγμάτων την δισκέτα του Η/Υ της εταιρίας με το πρόγραμμα IOMEGA ZIP 100 (BERNOULLI),ως επίσης τέσσερα ντοσιέ εκτυπωμένων καταστάσεων του προγράμματος του Η/Υ, εκ των οποίων το πρώτο εξ' αυτών αναφέρονταν στις παραγγελίες πελατών που είχαν εκτελεστεί, το δεύτερο σε λεπτομερή καταγραφή όλων των εισπράξεων και πληρωμών του ταμείου, το τρίτο στην ταμειακή ρευστότητα της εταιρίας, δηλαδή τι μετρητά και αξιόγραφα υπήρχαν στο ταμείο και το τελευταίο στις απολαβές-αναλήψεις των εταίρων.

Να απαγγελθεί κατά του εναγομένου προσωπική κράτηση διαρκείας ενός έτους και χρηματική ποινή 1.500 ευρώ, στην περίπτωση που αρνηθεί την ανακοίνωση των ως άνω στοιχείων. Να υποχρεωθεί ο εναγόμενος και μου καταβάλει το ποσό των 228.114,86 ευρώ, ως εικαζόμενο έλλειμμα σε περίπτωση που δεν κατατεθεί ο κατάλογος με τα ως άνω παραστατικά, μετά των νομίμων τόκων υπερημερίας από επιδόσεως της από 9-2-2004 εξωδίκου δηλώσεως του ομορρύθμου εταίρου Λ.

Λ. προς τον εναγόμενο, προς παράδοση των άνω αντικειμένων, άλλως από επιδόσεως της από 22-7-2004 αγωγής λογοδοσίας, άλλως από επιδόσεως της παρούσης έως ολοσχερούς εξοφλήσεως...". Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή είναι ορισμένη, καθόσον περιέχει όλα τα απαιτούμενα από τα άρθρα 118 και 216 Κ.Πολ.Δ. στοιχεία, είναι δε και νόμιμη, καθόσον αφορά υποχρέωση εντολοδόχου- διαχειριστού σε απόδοση ομάδας αντικειμένων και στηρίζεται στα άρθρα 304, 719 ΑΚ, 473 έως 477, 946 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο έκρινε την αγωγή ορισμένη και την ερεύνησε κατ' ουσίαν δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ και ο υποστηρίζων τα αντίθετα, κατ' εκτίμηση από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, πέμπτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ :"Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίον περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ:" Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης " και κατά τον αριθμό 9 του ιδίου άρθρου: " Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη".

Εξ άλλου, από τα άρθρα 303 Α.Κ. και 473-477 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι όποιος διαχειρίζεται ολικώς ή μερικώς ξένη περιουσία ή υπόθεση, η οποία συνεπάγεται εισπράξεις και δαπάνες, έχει υποχρέωση να δώσει λόγο της διαχειρίσεως του προς εκείνον, του οποίου την περιουσία ή την υπόθεση διαχειρίζεται. Για τον σκοπό αυτόν ο δοσίλογος οφείλει να ανακοινώσει στον δεξίλογο λογαριασμό, ο οποίος να περιέχει αντιπαράθεση των εσόδων και εξόδων, καθώς και το υπόλοιπο που προκύπτει από την ως άνω αντιπαράθεση και να επισυνάψει στον λογαριασμό τα σχετικά δικαιολογητικά, εφόσον συνηθίζονται.

Στον ΑΚ, υπάρχουν ειδικές διατάξεις που επιβάλλουν την υποχρέωση λογοδοσίας, συνδέοντάς την με ορισμένη ιδιότητα του υπόχρεου προσώπου και ορισμένο έργο που αυτό άσκησε, όπως στο άρθρο 718 ΑΚ, με το οποίο ορίζεται ότι ο εντολοδόχος υποχρεούται να παρέχει πληροφορίες στον εντολέα περί της ανατεθείσας υποθέσεως μετά δε το πέρας της εντολής οφείλει λογοδοσία και τη διάταξη του άρθρου 754 παρ. 1 ΑΚ που ισχύει και επί εταιρειών που έχουν αποκτήσει νομική προσωπικότητα, με την οποία ορίζεται ότι ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του διαχειριστού εταίρου, εφαρμόζονται αναλόγως οι περί εντολής διατάξεις των άρθρων 714 έως 723 του ιδίου κώδικα.

Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι και ο μη εταίρος διαχειριστής ομορρύθμου εμπορικής εταιρείας υποχρεούται σε λογοδοσία προς τους μη διαχειριστές εταίρους. Αν ο δοσίλογος δεν προβαίνει εξωδίκως σε ανακοίνωση προς τον δεξίλογο λογαριασμού, δεν εκπληρώνεται η υποχρέωση του δοσίλογου, ο δε δεξίλογος δικαιούται να επιδιώξει την εκπλήρωση της υποχρεώσεως του δοσίλογου περί ανακοινώσεως του λογαριασμού με αγωγή, στην οποία εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις των άρθρων 473 - 477 του ΚΠολΔ.

Η έγερση της αγωγής αυτής αποκλείεται εάν ο δοσίλογος έχει προβεί σε δικαστική ή εξώδικη λογοδοσία ή εάν ο δεξίλογος έχει αποδεχθεί και εγκρίνει τον λογαριασμό που έδωσε ο δοσίλογος, αφού έτσι συνάπτεται μεταξύ αυτών σύμβαση, με την οποία δηλώνεται αμοιβαίως η θέληση τους ότι εφεξής θα ισχύσει μόνο το αποτέλεσμα του εγκριθέντος λογαριασμού και ότι οι συμβαλλόμενοι δεν θα επανέλθουν στο μέλλον στα επιμέρους κονδύλια του λογαριασμού (ΑΠ 437/2012, Α.Π.977/1997).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 304 Α.Κ.:" Όποιος έχει υποχρέωση να αποδώσει ομάδα αντικειμένων ή να δώσει πληροφορίες γι' αυτήν, οφείλει να εγχειρίσει στον δικαιούχο κατάλογο των στοιχείων της ομάδας". Θεσπίζεται έτσι από την διάταξη αυτή μια παρεπόμενη και επιβοηθητικής φύσεως υποχρέωση σε βάρος εκείνου που πρέπει να αποδώσει ομάδα αντικειμένων ή να παράσχει πληροφορίες γι αυτήν στον δικαιούχο, προκειμένου να τον διευκολύνει στην άσκηση εναντίον του υπόχρεου άλλης κατά κανόνα κυρίας αξιώσεως του.

Η διάταξη ορίζει σε ποια περίπτωση είναι κανείς υποχρεωμένος να παράσχει πληροφορίες αλλά προϋποθέτει ότι αυτή έχει θεμελιωθεί βάσει είτε διατάξεως νόμου είτε συμβάσεως. Στην τελευταία περίπτωση περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, ο εντολοδόχος (άρθρο 719 Α.Κ.), ο διοικητής αλλοτρίων (άρθρο 734 Α.Κ.), ο διαχειριστής εταιρίας (άρθρο 754 εδ.

α' σε συνδυασμό προς το άρθρο 719 Α.Κ.).Ως ομάδα αντικειμένων νοείται κάθε άθροισμα διαφόρων εν γένει στοιχείων (πραγμάτων, δικαιωμάτων, απαιτήσεων κ.λ.π.), ανεξάρτητα από το αν είναι όμοια ή διαφορετικά, το οποίο σαν σύνολο πρέπει να αποδοθεί στον δικαιούχο βάσει ενιαίας έννομης σχέσεως. Στην ομάδα αντικειμένων περιλαμβάνεται όχι μόνον η ομάδα πραγμάτων, αλλά και κάθε χωριστή ομάδα περιουσίας, ακόμη δε και διαφορετικά στοιχεία, αρκεί μόνον αυτά να οφείλονται δυνάμει ενιαίας έννομης σχέσεως, όπως είναι και τα οφειλόμενα στον εντολέα από τον εντολοδόχο, ο οποίος τα απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής.

Ο κατάλογος, ο οποίος πρέπει να εγχειρισθεί από τον υπόχρεο στον δικαιούχο, πρέπει να είναι γραπτός, να περιέχει κατά τρόπον σαφή και αναλυτικό τα στοιχεία της ομάδας και ειδικότερα να εμφανίζει τα ενεργητικά και παθητικά στοιχεία της. Η υποχρέωση για παράδοση καταλόγου ομάδας αντικειμένων δεν ταυτίζεται με την κατά το άρθρο 303 Α.Κ.

υποχρέωση λογοδοσίας. Αν ο υπόχρεος δεν συμμορφώνεται εκουσίως με την υποχρέωσή του, τότε μπορεί να εξαναγκασθεί προς τούτο με αγωγή, η οποία θα έχει ως αίτημα την εγχείριση καταλόγου των στοιχείων της ομάδας. Με την ίδια αγωγή, κατ' αντικειμενική σώρευση, μπορεί να ζητηθεί και η απόδοση των αντικειμένων της ομάδας, όπως επίσης, παραδεκτή είναι σώρευση αιτημάτων για λογοδοσία και για απόδοση ομάδας αντικειμένων.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα: "Δυνάμει του από 13-9-1982 ιδιωτικού συμφωνητικού....συστήθηκε η ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία τότε, " Α. Κ. - Μ. Π. Ο.Ε.", έδρα το ... και σκοπό τον αναγραφόμενο στο άρθρο 3, δηλαδή τη δημιουργία τυπογραφείου, διενέργεια και εκτέλεση τυπογραφικών εργασιών, με τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που αναγράφονται σ' αυτό και στην οποία συμμετείχαν ο εναγόμενος και ο Μ.

Π. κατά ποσοστό 50% έκαστος. Με το ίδιο άνω ιδιωτικό συμφωνητικό, διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας ορίστηκε ο εναγόμενος Α. Κ.. Με το από 16.5.1983 τροποποιητικό καταστατικό (αριθ. καταχώρ. 51/83) εισήλθε ως νέος εταίρος στην εταιρία ο Λ. Λ., εισφέροντας το 1/3 του τότε κεφαλαίου, η δε επωνυμία της εταιρίας τροποποιήθηκε σε "Α.

Κ. - Μ. Π.-Λ. Λ. Ο.Ε.", με διακριτικό τίτλο,"ΣΠΟΥΔΗ". Εν συνεχεία, δυνάμει του από 23.6.1983 ιδιωτικού συμφωνητικού (αρ. καταχ.69/83) ο εναγόμενος αποχώρησε οικειοθελώς από την εταιρία, εκχώρησε την εταιρική του μερίδα στη σύζυγό του Α. Κ., παρέμεινε όμως ο ίδιος διαχειριστής και εκπρόσωπος της εταιρίας. Τέλος, δυνάμει του από 20.8.1985 ιδιωτικού συμφωνητικού....

αποχώρησε από την εταιρία ο Μ. Π.ς και έτσι μετά την αποχώρησή του η εταιρία συνεχίστηκε μεταξύ των ομορρύθμων εταίρων Λ. Λ. και Α. Κ., που συμμετείχαν στα κέρδη και τις ζημίες κατά ποσοστό 50% έκαστος, ενώ η επωνυμία της τροποποιήθηκε σε "Α. Κ. - Λ. Λ. Ο.Ε." και ο διακριτικός της τίτλος σε "ΤΥΠΟΣΠΟΥΔΗ". Η διαχείριση και εκπροσώπηση της εταιρίας παρέμεινε, βάσει κοινής συμφωνίας των εταίρων, στα χέρια του εναγομένου, ο οποίος, εκτός από διαχειριστής, ήταν και λογιστής αυτής και τηρούσε, από κοινού και με τον λογιστή Ε.

Δ., τα λογιστικά της βιβλία και προέβαινε στις αναγκαίες σ' αυτά καταχωρήσεις.....Καθώς συνάγεται από συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 18, 19 και 22 ΕμπΝ και 748 παρ. 1, 749 παρ. 1,754 παρ. 1, 756, 760 και 724 ΑΚ, στις προσωπικές εταιρείες, όπως είναι και η ενάγουσα ομόρρυθμη, η εξουσία (και το καθήκον) διαχείρισης είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένη με την εταιρική ιδιότητα και για το λόγο αυτό δεν μπορεί η διαχείριση, να ανατεθεί με το εταιρικό ή με μεταγενέστερη απόφαση των εταίρων σε τρίτο, μη εταίρο, όπως επί κεφαλαιουχικής εταιρείας.

Μόνον οι απεριόριστα ευθυνόμενοι ομόρρυθμοι εταίροι μπορούν να είναι διαχειριστές και εκπρόσωποι της ομόρρυθμης εταιρείας, και όχι τρίτο πρόσωπο. Με σύμβαση εντολής μπορεί να ανατεθεί από τους εταίρους σε τρίτο μη εταίρο η διεξαγωγή και ενέργεια διαχειριστικών πράξεων, χωρίς όμως αυτός να γίνεται διαχειριστής της ομόρρυθμης εταιρείας κατά την έννοια του νόμου ούτε όργανο του νομικού προσώπου αυτής (Ολ ΑΠ 13/1997...).

Έτσι, ο εναγόμενος, μετά την αποχώρηση του, την 23.6.1983, από την εταιρία και την εξακολούθηση διενέργειας διαχειριστικών πράξεων στα πλαίσια της δοθείσας από τους. εταίρους εντολής, υπήρξε de facto διαχειριστής αυτής, υποκείμενος σε λογοδοσία. Τον Δεκέμβριο μήνα του 2002, το μέλος της ενάγουσας Λ. Λ., με αφορμή την αποστολή από την τράπεζα EUROBANK ενός εγγράφου στο οποίο εμφαινόταν η εκταμίευση από αυτή κάποιου χρηματικού ποσού και ενόψει του δυσανάλογα μεγάλου - για τις εργασίες της - τραπεζικού της δανεισμού που δεν δικαιολογείτο από την κερδοφόρα πορεία της, ο τελευταίος (Λ.

Λ.) ζήτησε από τον εναγόμενο - διαχειριστή να του παράσχει εξηγήσεις περί των εργασιών της εταιρίας και να του χορηγήσει αντίγραφα των εγγράφων του τηρουμένου από τον ίδιο αρχείου της. Επί του προκειμένου, λεκτέον ότι η εταιρία από της συστάσεως της μέχρι και το τέλος του μηνός Ιουνίου 1998 τηρούσε βιβλίο ταμείου, προκειμένου να ελέγχονται πλήρως οι κινήσεις της (έσοδα - έξοδα κλπ.), στο οποίο αναγράφονταν χειρόγραφα, από τον εναγόμενο, οι κινήσεις της κάθε ημέρας, κατά τρόπο αναλυτικότατο και λεπτομερή, ακόμη και τα μικροέξοδα, που δεν συνοδεύονταν από νόμιμα παραστατικά.

Σε αντικατάσταση του ιδιόχειρου τούτου βιβλίου, τον μήνα Ιούνιο 1998 ο εναγόμενος εισήγαγε στον ηλεκτρονικό υπολογιστή της εταιρίας ειδικό μηχανογραφημένο πρόγραμμα, στο οποίο καταχωρούνταν οι καθημερινές της κινήσεις. Επρόκειτο για ένα ειδικό πρόγραμμα excel, έναν πίνακα συστηματοποίησης των πρωτογενών στοιχείων των αποδείξεων, των νομίμων παραστατικών, αλλά και όλων των ανεπίσημων στοιχείων.

Το πρόγραμμα τούτο συνοδευόταν από μία δισκέτα IOMEGA ZIP 100 (BERNOULLI). Έκτοτε, και δη από την 1.7.1998 μέχρι και την 6.1.2003, οι καθημερινές κινήσεις της εταιρίας καταχωρούνταν στο ειδικό τούτο πρόγραμμα του Η/Υ, κατά διαστήματα δε, ήτοι ανά εβδομάδα περίπου - συνήθως τα Σαββατοκύριακα, ο εναγόμενος προέβαινε στην ενημέρωση των πινακιδίων του ειδικού τούτου προγράμματος στον Η/Υ, ανάλογα με τις τρέχουσες ημερήσιες κινήσεις, εν συνεχεία δε προέβαινε σε εκτύπωση αυτών.

Τις εκτυπωμένες άνω καταστάσεις τοποθετούσε σε τέσσερα πλαστικά ντοσιέ, το πρώτο από τα οποία αναφερόταν στις παραγγελίες πελατών που είχαν εκτελεστεί, το δεύτερο στη λεπτομερή καταγραφή όλων των εισπράξεων και πληρωμών του ταμείου, το τρίτο στην ταμειακή ρευστότητα της εταιρίας, δηλαδή στα μετρητά και αξιόγραφα που υπήρχαν στο ταμείο της και το τέταρτο στις απολαβές - απολήψεις των εταίρων.

Ενόψει της κατάστασης αυτής που είχε δημιουργηθεί, ο εναγόμενος, μη επιθυμώντας να παράσχει πληροφορίες περί της διαχείρισης, αφού αρχικά συναίνεσε στην επίδειξη των στοιχείων που του είχαν ζητηθεί, στη συνέχεια πρότεινε την τήρηση ενός νέου βιβλίου καθημερινών κινήσεων, στο οποίο έκτοτε θα είχαν πρόσβαση όλοι οι εταίροι και το οποίο όντως τηρήθηκε από την 7η.1.2003 και μετέπειτα.

Ωστόσο, παρέμενε ανοιχτό το θέμα της παράδοσης των στοιχείων του χρονικού διαστήματος από την 1η.7.1998 μέχρι και την 6η.1.2003, στο οποίο αυτός δεν ανταποκρινόταν, παρόλο που του επιδόθηκε και η από 5.2.2004 εξώδικη διαμαρτυρία του Λ. Λ....,με αποτέλεσμα να ασκηθεί σε βάρος του, από τον εταίρο Λ. Λ., ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου, η 1419/ΜΤ/85/2004 αγωγή λογοδοσίας, επί της οποίας εκδόθηκε η 81/1419/ΜΤ/85/2004 απόφαση, που έκρινε εν μέρει δεκτή την αγωγή, υποχρέωσε τον και εκεί εναγόμενο Α.

Κ. να παράσχει λογοδοσία προς την εταιρία για το προαναφερθέν χρονικό διάστημα, ενώ απέρριψε ως αβάσιμο στην ουσία το αίτημα περί καταβολής του εικαζομένου ελλείμματος. Το τελευταίο τούτο έλλειμμα προήρχετο, κατά τους εκεί αγωγικούς ισχυρισμούς, από τον ... δανειακό λογαριασμό της Τράπεζας Εργασίας, ο οποίος, καίτοι είχε εξοφληθεί πλήρως στις 20.3.2001, εν τούτοις στις 8.4.2002 φαινόταν να παρουσιάζει χρεωστικό υπόλοιπο 58.694,05 ευρώ, για το οποίο ωστόσο κρίθηκε τελεσίδικα ότι δεν αφορούσε σε νέο τραπεζικό δανεισμό, αλλά σε μεταφορά του ως άνω ποσού από τον ...

λογαριασμό που εξυπηρετούσε την ίδια, με αριθμό ..., σύμβαση παροχής πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό. Αναφέρεται συνεπώς σε κονδύλιο διαφορετικό σε. σχέση με το εν προκειμένω αιτούμενο (για το οποίο γίνεται αναλυτική αναφορά στη συνέχεια της παρούσας). Ειδικότερα, με την απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου κρίθηκε το θέμα της λήψης δανείου του οποίου είχε άγνοια ο εκεί ενάγων, ώστε να μην ανακύπτει θέμα δεδικασμένου, αφού το ουσιαστικό ζήτημα του κρινόμενου δια της παρούσας ελλείμματος, όπου ερευνητέα είναι η αναγκαιότητα του τραπεζικού δανεισμού της ΟΕ (και μέσω σύμβασης που εξυπηρετείτο από τους προαναφερθέντες τραπεζικούς λογαριασμούς), δεν έχει κριθεί, ενώ εξάλλου ελλείπει και η έτερη προϋπόθεση της ύπαρξης δεδικασμένου, ήτοι η ταυτότητα των προσώπων (324 Κ.Πολ.Δ.).

Σε εκτέλεση του διατακτικού της ανωτέρω απόφασης, ο εναγόμενος κατέθεσε πράγματι, την 20.12.2004. λογοδοσία, η οποία συνίστατο στην, κατά τις δικές του εκτιμήσεις, παράθεση εισπράξεων, πληρωμών και υπολοίπου για το ζητούμενο χρονικό διάστημα της εταιρικής χρήσης και στην επισύναψη των σχετιζομένων με την παρασχεθείσα λογοδοσία δικαιολογητικών, που περιέχονταν σε δέκα τέσσερα (14) συνολικά κιβώτια.

Ωστόσο, δεν επισύναψε την προπεριγραφείσα δισκέτα του ηλεκτρονικού υπολογιστή, ούτε τα ντοσιέ, παρόλο που σ' αυτά περιέχονταν οι καταγραφές στοιχείων μη καταχωρημένων στα επίσημα λογιστικά βιβλία της εταιρίας και συνέδεσε τη λογοδοσία του με τα επίσημα και μόνο παραστατικά της στοιχεία της, τα οποία - αξίζει να σημειωθεί ότι - είχε παραλάβει ολίγες μόνον ημέρες πριν από την κατάθεση της λογοδοσίας από το λογιστήριο της εταιρίας και για τις ανάγκες αυτής, όπως και ο ίδιος παραδέχεται...

Επί πλέον, δεν επισύναψε - πλην ελαχίστων και μόνο - τα μη επίσημα εκείνα στοιχεία (σημειώσεις των εταίρων και λοιπά ανεπίσημα έγγραφα) από τα οποία προέκυπταν οι παραγγελίες πελατών που είχαν εκτελεστεί -πλέον, εννοείται, των αναγραφομένων στα επίσημα βιβλία της, οι καθημερινές εισπράξεις και πληρωμές του ταμείου, που αφορούσαν ακόμη και σε μικροποσά, όπως π.χ.

αγορά μολυβιών, αναψυκτικών, βενζίνης μοτοποδηλάτου, εισπράξεις από εκτυπώσεις αφισών για οργανοπαίκτες που δεν ζητούσαν την έκδοση φορολογικών παραστατικών, από εκτυπώσεις ημερολογίων για συλλόγους, προσκλήσεις γάμου σε ιδιώτες κλπ., από εκτυπώσεις εντύπων για φοιτητές και βιβλίων για μαντιναδολόγους κλπ.

και τα οποία αναφέρονταν σε σημαντικό μέρος των συναλλαγών-της-εταιρίας, της τάξης του 40% ή 50% του συνόλου αυτών.... Ανεξαρτήτως του ότι ο λογαριασμός, και αν ακόμη δεν συνοδεύεται από επαρκή δικαιολογητικά, είναι παραδεκτός.....ανεξαρτήτως του ότι τα στοιχεία τούτα περιλαμβάνονται μεταξύ των δικαιολογητικών εγγράφων που όφειλε αυτός να είχε επισυνάψει στη λογοδοσία, γεγονός είναι ότι τα στοιχεία αυτά ανήκουν στην ιδιοκτησία της ενάγουσας εταιρίας, τα

οποία απέκτησε ο εναγόμενος από την εκτέλεση της εντολής (της διαχείρισης)και τα οποία όφειλε να της είχε αποδώσει με τη λήξη της διαχείρισης του (ΑΚ 754 παρ. 1, 719), που έλαβε χώρα τον Αύγουστο μήνα του 2004, ότε και προέβη στις τελευταίες καταχωρήσεις επί του τελευταίου εταιρικού της βιβλίου. Υπάγονται συνεπώς στην έννοια της ομάδας πραγμάτων για την οποία γίνεται αναφορά στη διάταξη του άρθρου 304 ΑΚ, πλην όμως ο τελευταίος αρνείται επίμονα να το πράξει, επικαλούμενος καταστροφή μεν της δισκέτας από δήθεν πτώση της τάσης του ηλεκτρικού ρεύματος, περιστατικό που έλαβε χώρα -κατά τους δικούς του ισχυρισμούς- τον Δεκέμβριο μήνα του 2002, κατά την περίοδο των εορτών των Χριστουγέννων ανυπαρξία δε των λοιπών.

Ωστόσο, ο περί πτώσης της τάσης του ρεύματος και καταστροφής της δισκέτας ισχυρισμός του και τα αντίστοιχα βεβαιούμενα από τους μάρτυρες του στις ένορκες βεβαιώσεις τους, αλλά και τα κατατεθέντα από την μάρτυρα Α. Α. που περιέχονται στα 81/1419/ΜΤ/85/2004 πρακτικά, ουδόλως κρίνονται πειστικά, αφού η εταιρία είχε προμηθευτεί σύστημα προστασίας UPS για την αποτροπή ενός τέτοιου ενδεχόμενου κινδύνου από την ξαφνική πτώση και άμεση επιστροφή του ηλεκτρικού ρεύματος με υψηλή τάση....με το οποίο ήταν συνδεδεμένος και ο ηλεκτρονικός υπολογιστής του λογιστηρίου.

Για πρώτη φορά εξάλλου προέβαλλε ο εναγόμενος τον ισχυρισμό αυτό με τις από 23.9.2004 έγγραφες προτάσεις του, κατά τη συζήτηση της αγωγής λογοδοσίας, ενώ ουδεμία απάντηση είχε δώσει στην από 5.2.2004 εξώδικη διαμαρτυρία και πρόσκληση του εκ των εταίρων Λ. Λ., με την οποία του ζητείτο ρητά η προσκόμιση των προαναφερθέντων στοιχείων.

Παρόλα αυτά, μετά την κατάθεση της λογοδοσίας και των συνοδευόντων αυτή δικαιολογητικών, με την από 6.1.2005 έγγραφη απάντησή του προς τους εκκαθαριστές της εκκαλούσας σε σχετική εξώδικη πρόσκλησή τους για προσκόμιση των εις χείρας του ευρισκομένων "παραστατικών - στελεχών - αποδείξεων είσπραξης - μετρητών ως επίσης παντός ετέρου εγγράφου που σχετίζεται με την ομόρρυθμη εταιρία..." δήλωσε προς αυτούς ότι αποδέχεται ανεπιφύλακτα την πρόσκλησή τους και ότι, μετά την επιστροφή της συζύγου του (και μέλους της ΟΕ Αικ.

Κ.) από την Αθήνα, θα "επικοινωνήσουν μαζί τους για να οριστεί η νέα ημερομηνία συνάντησής τους για την υλοποίηση της εντολής και αφού συγκεκριμενοποιήσουν (οι εκκαθαριστές) ποια στοιχεία θέλουν να τους παραδώσουν". Συνάγεται, επομένως, και από το έγγραφο αυτό, ότι πλην των κατατεθέντων (με τη λογοδοσία) στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου παραστατικών και λοιπών εγγράφων, βρίσκονται στην κατοχή του και άλλα έγγραφα, τα οποία, ωστόσο, ουδόλως προθυμοποιήθηκε να τους χορηγήσει....

Προφανές είναι ότι ο εναγόμενος, είχε κάθε λόγο να αποκρύψει τα στοιχεία αυτά, αφού από το περιεχόμενο τους, σε συνδυασμό και με τις λοιπές επίσημες καταγραφές του λογιστηρίου, θα προέκυπτε η πλήρης εικόνα της διαχείρισης του. Για την απόκρυψη των εν λόγω στοιχείων, ήτοι για την αξιόποινη πράξη της υπεξαγωγής εγγράφου, ο εναγόμενος καταδικάστηκε με την 3970/2009 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείο Ρεθύμνου σε ποινή φυλακίσεως δέκα οκτώ (18) μηνών, ενώ με την 1250/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνου, που έκρινε την υπόθεση σε δεύτερο βαθμό, έπαυσε οριστικά η σε βάρος του ποινική δίωξη λόγω παραγραφής.

Βάσει των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτό το περί της εγχειρίσεως του καταλόγου των στοιχείων της ομάδας αγωγικό αίτημα, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο διατακτικό, απορριπτόμενου ως αβασίμου κατ' ουσία του περί παραγραφής της ενδίκου τούτης αξιώσεως ισχυρισμού (ενστάσεως) του εναγομένου, που προβλήθηκε παραδεκτά το πρώτον με τις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του παρόντος - δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου (Κ.Πολ.Δ. 527, 269 παρ. 2γ'), τούτο δε για τον ακόλουθο λόγο:

Η στο άρθρο 304 ΑΚ στηριζόμενη αξίωση για εγχείριση καταλόγου των στοιχείων της ομάδας υπόκειται στην κοινή εικοσαετή παραγραφή (ΑΚ 249), εκτός εάν ισχύει συντομότερη παραγραφή για την κύρια αξίωση, οπότε επεκτείνεται και σ' αυτήν..... Κύρια εν προκειμένω αξίωση είναι η αξίωση για την απόδοση της ομάδας των πραγμάτων, για την οποία ισχύει ομοίως η γενική εικοσαετής παραγραφή.

Από το χρόνο της παράδοσης της διαχείρισης της εταιρίας από τον εναγόμενο, ήτοι τον Αύγουστο μήνα του 2004, μέχρι και την άσκηση της κρινόμενης αγωγής (με επίδοση αντιγράφου της στις 18.5.2009), παρήλθε χρόνος κατά πολύ μικρότερος της εικοσαετίας, επομένως δεν έχει συμπληρωθεί ο χρόνος αυτής. Επί πλέον, για την περίπτωση που ο εναγόμενος δεν συμμορφωθεί με την εν λόγω υποχρέωση του, πρέπει να καταδικαστεί σε χρηματική ποινή, κατ' άρθρο 946 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., όπως ορίζεται στο διατακτικό....Περαιτέρω και όσον αφορά στο αιτούμενο έλλειμμα, από τα ίδια ανωτέρω στοιχεία πιθανολογήθηκε ότι η ενάγουσα εταιρία κατά την 31.12.2002 εμφάνιζε προς τις Τράπεζες ανοιχτή χρηματοδότηση, δυνάμει συμβάσεων πιστώσεων με αλληλόχρεο λογαριασμό, συνολικού ύψους 228.114,86 ευρώ, σύμφωνα και με τον πίνακα που ακολουθεί.....Απομένει ποσό χρηματοδότησης ληφθείσας από την 1.7.1998 μέχρι και την 31.12.2002, ύψους - μετά των τόκων μέχρι 31.12.2002 (228.114,86 μείον 100.825,30 μείον 12.536,70 = ) 114.752,86 ευρώ, με πρωτοβουλία του εναγομένου - διαχειριστή και εκπροσώπου της ενάγουσας.

Ωστόσο, και η ίδια η ενάγουσα αναγνωρίζει την αναγκαιότητα της χρηματοδότησης ύψους 11.000.000 δραχμών, γενομένης το έτος 2000 για την αγορά πάγιου εξοπλισμού της, ώστε το ποσό τούτο, με τους αναλογούντες τόκους ύψους 1.518.287 δραχμών, ήτοι εν συνόλω το ποσό των 12.518.287 δραχμών ή 36.737,45 ευρώ δεν αποτελεί έλλειμμα. Πλην όμως ουδόλως προέκυψε η αναγκαιότητα ή σκοπιμότητα των λοιπών άνω χρηματοδοτήσεων, δεδομένης και της καθημερινής ταμιακής ρευστότητας της εταιρίας.

Επί πλέον, δεν προέκυψε η ανάλωση των ποσών των δανείων για τις ανάγκες της εταιρίας, αφού ο εναγόμενος αρνείται να παραδώσει τα προαναφερθέντα στοιχεία, που βρίσκονται στην κατοχή του. Πιθανολογείται επομένως μέρος του αιτουμένου ελλείμματος, ύψους (114.752,86 μείον 36.737,45 =) 78.015,41 ευρώ, το οποίο πρέπει να καταδικαστεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα, για την περίπτωση που δεν καταθέσει εμπρόθεσμα τον κατάλογο με τα στοιχεία της ομάδας πραγμάτων, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής....".

Με τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο, το οποίο ακολούθως δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και 1) υποχρέωσε τον εναγόμενο, εντός μηνός από της επιδόσεως σε αυτόν της αποφάσεως, να καταθέσει στην γραμματεία του δικαστηρίου γραπτό κατάλογο, ο οποίος να περιέχει κατά τρόπον σαφή και αναλυτικό την συγκεκριμένη δισκέτα του Η/Υ και τα τέσσερα πλαστικά "ντοσιέ" με το συγκεκριμένο για κάθε αντικείμενο περιεχόμενο, για το χρονικό διάστημα από 1-7-1998 έως 6-1-2003, ως και τα ανεπίσημα έγγραφα, σχετιζόμενα με παραγγελίες, πληρωμές, εισπράξεις και διαθέσιμο υπόλοιπο του ταμείου) για το ίδιο χρονικό διάστημα, 2) καταδίκασε τον εναγόμενο, για την περίπτωση μη συμμορφώσεώς του προς την ως άνω υποχρέωση, σε χρηματική ποινή 1.500 ευρώ και 3) καταδίκασε τον ίδιο, για την περίπτωση μη εμπρόθεσμου καταθέσεως του καταλόγου με τα δικαιολογητικά, να καταβάλει το κατά την κρίση του δικαστηρίου πιθανολογηθέν έλλειμμα από 78.015,41 ευρώ, δεν υπέπεσε ( το Εφετείο) στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1,19, 9 Κ.Πολ.Δ.

Ειδικότερα:1) το δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τα άρθρα 304 Α.Κ., ως και τα άρθρα 473, 474, 475 παρ. 2 και 477 εδ. α' Κ.Πολ.Δ. και δεν εφάρμοσε τα άρθρα 495 παρ. 1 (περί αδιαίρετης παροχής) 416 (περί αποσβέσεως της ενοχής με καταβολή) και 303 Α.Κ., αφού ορθώς έκρινε, ότι πρόκειται όχι για αγωγή λογοδοσίας, αλλά για αγωγή με αντικείμενο την εγχείριση καταλόγου των στοιχείων ομάδας αντικειμένων. 2) Περιέλαβε σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες ως προς τα ανωτέρω και 3) δεν επιδίκασε κάτι το οποίο δεν ζητήθηκε, αφού η διαταχθείσα κατάθεση της ως άνω ομάδας αντικειμένων στην γραμματεία του δικαστηρίου είναι ελάσσων της αιτηθείσης με την αγωγή εγχειρίσεως εκείνων στην ενάγουσα.

Επομένως, οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες πρώτος, δεύτερος, τέταρτος, έκτος, έβδομος και όγδοος λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσον ή αναγνωρίσθηκε ως ανύπαρκτη". Εξ άλλου, κατά την έννοια των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί, μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, δεδικασμένο, από το οποίο δεν επιτρέπεται να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί.

Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει το δικαίωμα που κρίθηκε εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο (ΑΠ 1520/2010).

Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού. Έννομη δε σχέση, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, είναι το σύνολο των εννόμων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσιδίκως και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απέσβεσαν τις έννομες αυτές συνέπειες.

Δεδικασμένο παράγεται και από τελεσίδικη απόφαση που εκδίδεται επί αναγνωριστικής αγωγής, αφού και στην περίπτωση αυτή η απόφαση τέμνει τη διαφορά, όπως και στην περίπτωση της καταψηφιστικής αγωγής, η έκταση δε αυτού προσδιορίζεται από το περιεχόμενο του αιτήματος που απευθύνθηκε προς το δικαστήριο (Ολ.

ΑΠ 959/1985, ΑΠ 35/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τις εκτεθείσες παραδοχές του Εφετείου, ύστερα από αγωγή τού εκ των εταίρων της αναιρεσίβλητης εταιρίας Λεων. Λ. κατά του και με την ήδη κρινόμενη αγωγή εναγομένου Α. Κ., εξεδόθη η καταστάσα τελεσίδικη υπ' αριθ. 81/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου, με την οποία το δικαστήριο υποχρέωσε τον εναγόμενο να παράσχει λογοδοσία στην ομόρρυθμη εταιρία. Η απόφαση εκείνη, σύμφωνα με την ως άνω σκέψη, δεν αποτελεί δεδικασμένο για την ήδη κρινόμενη υπόθεση, καθόσον αφ' ενός μεν τα πρόσωπα των εναγόντων στις δυο αγωγές είναι διαφορετικά, αφ' ετέρου δε, οι δύο υποθέσεις έχουν διαφορετική νομική αιτία και δεν ταυτίζονται, αφού η μεν πρώτη αφορούσε αγωγή περί λογοδοσίας, η δε δευτέρα αφορά αγωγή αποδόσεως ομάδας αντικειμένων. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε, ότι από την προηγηθείσα υπ' αριθ. 81/2004 ως άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης δεν υπάρχει δεδικασμένο, το οποίο να εμποδίζει την έρευνα της παρούσης υποθέσεως, έστω και με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 16 Κ.Πολ.Δ. και ο τα αντίθετα υποστηρίζων τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης". Εξ άλλου, κατά το άρθρο 338 παρ. 1 ΚΠολΔ: "Κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση του".

Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος αποδείξεως των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση. Το βάρος αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό.

Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής προϋποθέσεως των θεμελιωτικών της αξιώσεώς του πραγματικών γεγονότων. Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως (άρθρο 14 Ι του ν. 2915/2001) και την εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δ σε όλες τις υποθέσεις.

Αντίθετα αντικειμενικό βάρος αποδείξεως είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος στη περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 13 Κ.Πολ.Δ λόγο αναιρέσεως (Α.Π. 692/2008).

Περαιτέρω, από τα άρθρα 304 Α.Κ. και 473 έως 477 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο εντολέας έχει δικαίωμα να ζητήσει με αγωγή από τον εντολοδόχο, ο οποίος διεξήγαγε διαχείριση, τα εγχειρίσει σε εκείνον κατάλογο με στοιχεία της ομάδας αντικειμένων του εντολέως ή και απόδοση αυτών και επί πλέον την καταβολή από τον εντολοδόχο ορισμένου ελλείμματος στην περίπτωση κατά την οποία δεν θα κατατεθεί ο κατάλογος με τα δικαιολογητικά.

Στον εναγόμενο απόκειται, να προσκομίσει τα αιτούμενα στοιχεία, ούτως ώστε να απαλλαγεί από την υποχρέωση καταβολής του πιθανολογουμένου ελλείμματος, το οποίο θα προσδιορισθεί κατά την κρίση του δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε, όπως ήδη αναφέρθηκε, επί λέξει, τα ακόλουθα: "...

Πλην όμως ουδόλως προέκυψε η αναγκαιότητα ή σκοπιμότητα των λοιπών άνω χρηματοδοτήσεων, δεδομένης και της καθημερινής ταμιακής ρευστότητας της εταιρίας. Επί πλέον, δεν προέκυψε η ανάλωση των ποσών των δανείων για τις ανάγκες της εταιρίας, αφού ο εναγόμενος αρνείται να παραδώσει τα προαναφερθέντα στοιχεία, που βρίσκονται στην κατοχή του.

Πιθανολογείται επομένως μέρος του αιτουμένου ελλείμματος, ύψους (114.752,86 μείον 36.737,45=) 78.015,41 ευρώ, το οποίο πρέπει να καταδικαστεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα, για την περίπτωση που δεν καταθέσει εμπρόθεσμα τον κατάλογο με τα στοιχεία της ομάδας πραγμάτων, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής..." Με την κρίση του αυτήν το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ., καθόσον εφάρμοσε ορθώς τους ορισμούς του νόμου ως προς την κατανομή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια ότι εθεώρησε ότι υφίσταται το πιθανολογηθέν και επιδικασθέν έλλειμμα, αφού ο εναγόμενος, ο οποίος διεξήγαγε διαχείριση, δεν προσεκόμισε τα στοιχεία τα οποία ήτο, κατά τα ανωτέρω, υποχρεωμένος να προσκομίσει.

Επομένως, ο υποστηρίζων τα αντίθετα έκτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 346 Α.Κ.: Ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους, αφότου επιδόθηκε η αγωγή για το ληξιπρόθεσμο χρέος". Εξ άλλου, ο υπόχρεος να παραδώσει κατάλογο με τα στοιχεία ομάδας αντικειμένων ή να αποδώσει τα αντικείμενα αυτά εφόσον αποδεικνύεται η υποχρέωσή του, εάν αρνείται ή δυστροπεί, καταδικάζεται να καταβάλει το πιθανό έλλειμμα, το οποίο αντιστοιχεί στην ζημία την οποία υφίσταται ο δικαιούχος λόγω της εξ υπαιτιότητας του υπόχρεου αδυναμίας να προσδιορίσει και απαιτήσει τα καθ' έκαστον στοιχεία της ομάδας. Ως εκ τούτου, η αξίωση του δικαιούχου για το πιθανόν έλλειμμα γεννάται συγχρόνως με το ασκούμενο με την αγωγή του δικαίωμα για την παράδοση του καταλόγου ή την απόδοση των αντικειμένων της ομάδας και η απαίτησή του αυτή είναι ληξιπρόθεσμη και παράγει νομίμους τόκους από της επιδόσεως της αγωγής. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο επεδίκασε τόκους επί του ποσού του ελλείμματος από της επιδόσεως της αγωγής, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ., καθόσον ορθώς εφάρμοσε τα άρθρα 346 Α.Κ. και 477 παρ. 2 εδ. α' ΚΠολΔ και ο τα αντίθετα υποστηρίζων πρόσθετος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση, να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7 Νοεμβρίου 2013 αίτηση του Α. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 219/2013 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Κρήτης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2014.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ