Supreme Court allows appeal against appellate court for improper consideration of notarized affidavits without specific citation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's second ground of appeal, ruling that the appellate court erred by considering notarized affidavits without a specific legal citation. The appellant argued these documents were improperly admitted as evidence, while the lower court merely referenced them without proper procedural justification. The court found the appellate court's failure to explicitly cite these affidavits in its written submissions constituted a violation of procedural rules, necessitating the case's remittal for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 106, 335, 338-340, 346, 559(11)(b), 671(1)(b) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible if the court of second instance took into account evidence not properly cited or presented by the parties, requiring specific reference to the evidence in the submissions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1896 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1896/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: R. N. B. του J., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Πέππα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ισπανικού Δημοσίου, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Οικονομικού και Εμπορικού Γραφείου της Πρεσβείας της Ισπανίας στην Αθήνα, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, τα οποία εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανέστη Κωνσταντέλια με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/2/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2755/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4321/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27/2/2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 29/1/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου της από 27/2/2012 αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335 ,338 έως 340 και 346 Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι το δικαστήριο προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αλήθειας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα και μόνον εκείνα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. β' Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 106,237 εδ. 1 στοιχ. β, 346 και 453 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενέργειας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζητήσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζητήσεως, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των αποδεικτικών μέσων, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 Κ.Πολ.Δ.
Η τελευταία αυτή διάταξη αναφέρεται βέβαια στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου.
Συνεπώς, δεν είναι νόμιμη η επίκληση στην κατ' έφεση δίκη αποδεικτικών μέσων, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα αποδεικτικά μέσα που ο διάδικος είχε επικαλεσθεί και προσαγάγει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεων, που περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση των αποδεικτικών μέσων, ή με ενσωμάτωση των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων, στις οποίες γίνεται επίκληση των αποδεικτικών μέσων, στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου (Ολ.ΑΠ 23/2008). Τέλος, κατά το άρθρο 671 παρ.1 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, στη διαδικασία των εργατικών διαφορών λαμβάνονται υπόψη μόνο, αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες. Οι βεβαιώσεις αυτές δεν αποτελούν έγγραφα, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 342 επ. Κ.Πολ.Δ , αλλά ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο που διακρίνεται από τα έγγραφα και για να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, απαιτείται ιδιαίτερη επίκληση αυτού.
Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 β' Κ.Πολ.Δ. αιτιάται το Εφετείο, γιατί με την προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη, εκτός των άλλων, και τις υπ' αριθμ. .../16/3/2009, ..., ... και ... /4/12/2008 ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν ενώπιον του Προξενικού Γραφείου της Ελληνικής Πρεσβείας στη Μαδρίτη η πρώτη και ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Δήμητρας Χαραλαμποπούλου οι λοιπές, μετά νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση, για τις οποίες δεν γίνεται επίκληση με τις προτάσεις που οι αναιρεσίβλητοι κατέθεσαν ενώπιον του Εφετείου, ούτε γίνεται νόμιμη επαναφορά αυτών ως αποδεικτικών μέσων, αλλά γίνεται παραπομπή στις προτάσεις του πρωτοδικείου και στα αποδεικτικά μέσα και ενσωμάτωση αυτών με επισύναψη και copy page στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης.
Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων που κατέθεσαν τα αναιρεσίβλητα ενώπιον του Εφετείου, προκύπτει ότι για τις ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες λήφθηκαν υπόψη ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν έγινε νόμιμη επίκληση από τους αναιρεσείοντες.
Η μνεία από τα αναιρεσίβλητα στις προτάσεις που κατέθεσαν ενώπιον του Εφετείου, "... προβάλλαμε νομίμως και με πληρότητα ... και με ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων μας τους ισχυρισμούς και ενστάσεις μας ... Συγκεκριμένα υποστηρίξαμε κατά λέξη στις σελίδες από 1 έως 16 της προσθήκης - αντίκρουσης και επικαλεσθήκαμε τις ακόλουθες ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων μας ότι ..." δεν συνιστά νόμιμη επίκληση, ούτε νόμιμη επαναφορά ενώπιον του Εφετείου του αποδεικτικού μέσου των ενόρκων ως άνω βεβαιώσεων.
Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι δυνατή άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4321 /2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τα αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 8 Οκτωβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Οκτωβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ