Legislator Case Law & Legislation
1896/2011 AI generated

Supreme Court allows appeal against bank's dismissal of employee claiming unfair contract modification.

Case Number 1896/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the employee's appeal against the Bank of Athens' decision to dismiss her claim regarding unfair contract modifications. The court found the lower court's reasoning insufficient to establish the employee's status as a director based solely on her management of the IT department and high salary. Consequently, the case was remanded for further examination by a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648, 652, 656 of the Civil Code; Article 57, 59, 281, 288, 648, 652, 914, 932 of the Labor Code; Articles 2 and 22 of the Constitution: A unilateral detrimental modification of an employment contract by the employer does not automatically terminate the contract but grants the employee the right to treat it as a notice of termination or to remain in the contract demanding adherence to agreed terms, unless the modification is contrary to good faith and constitutes an abuse of power.

Keywords

AI generated
unilateral contract modification employment law dispute director status determination abuse of power remand for retrial good faith principle labor code provisions

Cited Legislation

AI generated
Article 7 paragraph 1 of Law 2112/1920
Articles 648, 652, 656 of the Civil Code
Article 5 paragraph 3 of Law 3198/1955
Articles 57, 59, 281, 288, 648, 652, 914, 932 of the Labor Code
Articles 2 and 22 of the Constitution
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1896 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός: 1896/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Κ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παπαμιχαήλ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Αλλοδαπής Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ING BANK NV", που εδρεύει στην Ολλανδία και είναι νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα με υποκατάστημα που τελεί υπό εκκαθάριση, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιο δικηγόρο της Πολυξένη Μπαλτά και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/2/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 143/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6514/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2/6/2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 10/3/2001 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Σαράντη Δρινέα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη του πρώτου.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 7 παρ. 1 του ν. 21 12/1920, 648, 652, 656, 349 έως 351 ΑΚ και 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας που επιχειρείται από τον εργοδότη δεν συνεπάγεται αφ' εαυτής τη λύση της εργασιακής συμβάσεως αόριστου χρόνου, αλλά παρέχει στον μισθωτό το δικαίωμα είτε να τη θεωρήσει ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως και να απαιτήσει την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, είτε να εμμείνει στη σύμβαση αξιώνοντας την τήρηση των συμφωνηθέντων όρων, εάν δε ο εργοδότης αποκρούει την προσφερόμενη με τους όρους αυτούς εργασία, καθιστάμενος έτσι υπερήμερος, να απαιτήσει την καταβολή των αποδοχών υπερημερίας, κατά το άρθρο 656 ΑΚ, ή την ικανοποίηση άλλης αξίωσης που συνδέεται με την υπερημερία του εργοδότη.

Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 281, 288, 648, 652, 914, 932 του ΑΚ, 2 παρ. 1, και 22 παρ. 1 και 2 του Συντ/τος προκύπτει ότι αν η ως άνω βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως υπό τις περιστάσεις, υπό τις οποίες επιχειρείται, είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και ενέχει καταχρηστική ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος με αποτέλεσμα την παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του μισθωτού, μπορεί ο τελευταίος να αξιώσει από τον υπαίτιο, εκτός των άλλων, και χρηματική ικανοποίηση, για την ηθική βλάβη που υπέστη από τον υποβιβασμό και την ανεπίτρεπτη επαγγελματική του μείωση (ΑΠ 1414/2001, 542/1999).

Στην προκείμενη περίπτωση η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εκθέτει στην αγωγή της ότι η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη Τράπεζα από την αρχή του μηνός Ιουλίου 2001 με σειρά ενεργειών, οι οποίες αναφέρονται λεπτομερώς στην αγωγή και οι οποίες συνιστούν μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας της, προσέβαλε δεινώς την προσωπικότητα της, με συνέπεια να εξαναγκασθεί να αποχωρήσει από την εργασία της θεωρώντας ότι η σύμβαση της λύθηκε με άτακτη καταγγελία από αποκλειστική υπαιτιότητα της εργοδότριας εταιρείας και ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η περιγραφόμενη στην αγωγή συμπεριφορά της τελευταίας εις βάρος της συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας της και ισοδυναμεί με άτακτη εκ μέρους της καταγγελία και να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη, εκτός άλλων, να της καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση ποσό 15.000 ευρώ λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη η προσωπική και επαγγελματική τιμή και υπόληψη της.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε ότι οι ενέργειες της αναιρεσίβλητης εταιρείας δεν συνιστούν μονομερή βλαπτική μεταβολή των εργασιακών όρων της αναιρεσείουσας και ότι η σύμβαση εργασίας λύθηκε με άτυπη καταγγελία της ίδιας της εργαζομένης. Περαιτέρω, απέρριψε το αίτημα περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ως αόριστο, διότι στην αγωγή δεν γίνεται μνεία συγκεκριμένων παραγωγικών γεγονότων της προσβολής της προσωπικότητας της ή της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής.

Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι απορρίπτοντας το Εφετείο ως αόριστη τη βάση της αγωγής της περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αλυσιτελής, διότι πλήττει την προαναφερθείσα βάση της αγωγής, η οποία στηρίζεται στα ίδια πραγματικά στοιχεία στα οποία στηρίζεται και η περί μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της συμβάσεως εργασίας της βάση, που το Δικαστήριο της ουσίας όμως έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε και η οποία δεν πλήττεται με την αναίρεση.

Εκτός αυτού, στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνεται επί λέξει ότι "η ως άνω μεταβολή των εργασιακών όρων της ενάγουσας υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες επιχειρήθηκε δεν είναι αντίθετη προς την καλή πίστη ούτε ενέχει καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης, ώστε στην προκειμένη περίπτωση να μη συντρέχει προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας ή ηθική βλάβη από την παροχή της εργασίας της από άλλη μη διευθυντική θέση".

Δηλαδή το Εφετείο έκρινε και επί της ουσίας ότι η αναιρεσείουσα δεν υπέστη ηθική βλάβη.

Κατά την έννοια του άρθρου 2 εδ. α' της Διεθνούς Συμβάσεως της Ουάσιγκτον "περί περιορισμού των ωρών εργασίας στις βιομηχανικές επιχειρήσεις", που κυρώθηκε με το ν. 2269/1920, ως πρόσωπα που κατέχουν θέσεις εποπτείας ή διευθύνσεως ή εμπιστοσύνης, επί των οποίων κατά τη σύμβαση αυτή δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της που αναφέρονται στο νόμιμο ημερήσιο ή εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας των μισθωτών, θεωρούνται εκείνα στα οποία, λόγω του ότι διαθέτουν εξαιρετικά προσόντα ή τους έχει ιδιαίτερη εμπιστοσύνη ο εργοδότης, ανατίθενται καθήκοντα γενικότερης διευθύνσεως της επιχειρήσεως ή τομέα αυτής και εποπτεία του προσωπικού, έτσι ώστε όχι μόνο επηρεάζουν αποφασιστικά τις κατευθύνσεις και την εξέλιξη της επιχειρήσεως, αλλά και διακρίνονται εμφανώς από τους άλλους υπαλλήλους, γιατί ασκούν δικαιώματα του εργοδότη σε μεγάλο βαθμό, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η πρόσληψη ή η απόλυση προσωπικού, η ανάληψη ποινικών ευθυνών σε σχέση με την τήρηση της νομοθεσίας στην επιχείρηση για το συμφέρον των εργαζομένων και η λήψη σημαντικών αποφάσεων για την επίτευξη του σκοπού στον οποίο αποβλέπει ο εργοδότης και τα οποία συνήθως αμείβονται με αποδοχές που υπερβαίνουν κατά πολύ τα ελάχιστα όρια ή τις καταβαλλόμενες στους άλλους μισθωτούς αποδοχές.

Δεν είναι όμως αναγκαίο να συντρέχουν όλες οι παραπάνω ή και άλλες περιστάσεις για να χαρακτηρισθεί κάποιος μισθωτός ως διευθύνων υπάλληλος, αφού η έννοια του διευθύνοντος, ανεξαρτήτως του αν ο εργαζόμενος έχει ή όχι τον τίτλο του κατόχου αυτής, αποδίδεται με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια της καλής πίστεως και της κοινής πείρας και λογικής από τη φύση των παρεχόμενων υπηρεσιών, που κρίνονται ενιαίως, καθώς και από την ιδιάζουσα θέση εκείνου που τις παρέχει, τόσο προς τον εργοδότη, όσο και προς τους λοιπούς εργαζομένους.

Γι' αυτό τα πρόσωπα αυτά, αν και δεν παύουν να είναι μισθωτοί, συνδεόμενοι με τον εργοδότη με σχέση εξαρτημένης εργασίας, εξαιρούνται της εφαρμογής των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας περί χρονικών ορίων εργασίας, περί εβδομαδιαίας αναπαύσεως, περί αποζημιώσεως η προσαυξήσεως για την υπερωριακή ή κατά Κυριακές και εορτές εργασία, καθώς και περί χορηγήσεως ετήσιας άδειας αναψυχής, οι οποίες είναι ασυμβίβαστες προς την εξέχουσα θέση τους και στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ανέλαβαν με τη σύμβαση τους (ΑΠ 2168/2007,1047/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα περιστατικά: Η αναιρεσείουσα, η οποία είχε υπερεικοσαετή τραπεζική προϋπηρεσία (18 έτη στην "Royal Βanκ of Scotland" και δύο στην "Ασπίς Στεγαστική Τράπεζα ΑΕ") και εξειδικευμένη εμπειρία στους τομείς των χρηματοδοτήσεων, της μηχανογραφήσεως και της αναλύσεως συστημάτων, την 23.5.1994 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου προσλήφθηκε από την ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Nationale Nederlan Leven-sverzekering Maatsshappij", προκειμένου με την ιδιότητα της Προϊσταμένης να επιμεληθεί του συντονισμού και της εποπτείας της προπαρασκευής και όλων των διαδικασιών για την επικείμενη έναρξη λειτουργίας (υποκαταστήματος) της αναιρεσίβλητης στην ημεδαπή (επί της ...

αρ. 198-...), η οποία θα εντασσόταν στον ίδιο χρηματοοικονομικό όμιλο. Από την 1.6.1995 και μετά την έγκριση λειτουργίας της ως άνω τράπεζας από τις αρμόδιες αρχές και ιδίως μετά την 1.8.1995, οπότε η εν λόγω τράπεζα παρείχε πλέον όλες τις τραπεζικές εργασίες, η αναιρεσείουσα μετατάχθηκε σ'αυτήν, η οποία υπεισήλθε σε όλες τις υποχρεώσεις της εργασιακής της συμβάσεως και κατέστη εφεξής νόμιμος εργοδότης της.

Από την 1.1.1996 η αναιρεσείουσα προήχθη στον βαθμό του Υποδιευθυντή (Assistant Manager) και από τον Απρίλιο μέχρι και τον Δεκέμβριο 1998 ασκούσε καθήκοντα Διευθυντή Μηχανογραφήσεως, ενώ από τη 1.1.1999 προήχθη στον βαθμό του Διευθυντή (Manager) και από 1.1.2000 εκτελούσε καθήκοντα Ανώτερου Διευθυντή (Senior Manager). Ακόμη, της είχε χορηγηθεί πληρεξουσιότητα για την υπογραφή από κοινού με οποιοδήποτε άλλο εξουσιοδοτημένο στέλεχος των συνήθων τραπεζικών εγγράφων (επιταγές, συναλλαγματικές κλπ.), με ισχύ από την 20.5.1997.

Κατόπιν δικής της μελέτης και αξιολογήσεως διαφόρων προϊόντων λογισμικού - που προϋποθέτει ευρεία γνώση των μηχανογραφικών συστημάτων, της φορολογικής και λογιστικής νομοθεσίας, αλλά και της τραπεζικής πρακτικής - επιλέχθηκαν (κατόπιν εισηγήσεως της) και εγκαταστάθηκαν τα πλέον πρόσφορα για τις τραπεζικές εργασίες ηλεκτρονικά συστήματα (των οποίων η αξία ανέρχεται σε εκατοντάδες εκατομμύρια δραχμές), τα οποία έχουν τη δυνατότητα να διαχειρίζονται την τήρηση εκατοντάδων χιλιάδων λογαριασμών πελατών, αλλά ακόμη την επεξεργασία και έκδοση πληθώρας αναφορών (reports) προς όλες τις αρμόδιες ελληνικές αρχές καθώς και στα κεντρικά γραφεία της εναγομένης.

Οι ικανότητες, η εμπειρία και η εργατικότητα της αναιρεσείουσας αφενός απεικονίζονται στα ετήσια φύλλα ποιότητας που είχαν συνταχθεί (μέχρι τη λύση της συμβάσεως εργασίας της) και τα οποία είναι με θετικές αξιολογήσεις, αφετέρου αμείφθηκαν από την αναιρεσίβλητη με αύξηση του μισθού της από το ποσό των 7.000.000 δρχ.

ετησίως κατά τον χρόνο της προσλήψεως της στο ποσό των 17.400.000 δρχ. ετησίως από 1.1.2001, και με τη χορήγηση δικαιώματος αγοράς μετοχών (stock options) επί 5900 μετοχών της μητρικής εταιρίας. Την 28.5.2002, το Εκτελεστικό Συμβούλιο της αναιρεσίβλητης κατόπιν εκτιμήσεως των κρατουσών συνθηκών, αφού έκρινε ότι το υποκατάστημα της στην Αθήνα ήταν συνεχώς ζημιογόνο και δεν παρείχε εύλογη προοπτική για βιώσιμη κερδοφόρο συνέχιση της λειτουργίας του στην ημεδαπή, αποφάσισε ομόφωνα, να παύσει τη λειτουργία του και να τεθεί από την ίδια ημέρα σε εκκαθάριση, η οποία θα συνίστατο στην παρακολούθηση και τακτοποίηση όλων των εκκρεμοτήτων (υποχρεώσεων - απαιτήσεων) και συναλλαγών του εν λογω υποκαταστήματος και να διορισθούν ως εκκαθαριστές τα αναφερόμενα στην απόφαση πρόσωπα με τα διαλαμβανόμενα καθήκοντα.

Στο στάδιο της εκκαθαρίσεως η αναιρεσίβλητη αφενός κατήγγειλε ή έλυσε συμβατικώς κατόπιν συμφωνίας με τους εκμισθωτές τις μισθωτικές συμβάσεις και των τεσσάρων καταστημάτων της, με τα οποία λειτουργούσε το υποκατάστημα της στην ημεδαπή (δηλαδή τα καταστήματα της ... αρ. 198, της ..., του ... και της ...), αφετέρου ως προς τους εργαζομένους στα καταστήματα της, ορισμένων κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας, μερικοί αποχώρησαν οικειοθελώς (με οικονομικά κίνητρα εθελούσιας εξόδου) και άλλοι συνέχισαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους για τις ανάγκες της εκκαθαρίσεως.

Μεταξύ των προσώπων που κρίθηκαν απαραίτητα για την πρόοδο της εκκαθαρίσεως περιλαμβανόταν και η αναιρεσίβλητη (η οποία κατείχε κορυφαία διοικητική θέση και θεωρείτο η πλέον εξειδικευμένη στον τομέα της μηχανογραφήσεως. Για τον λόγο αυτό ο συνεκκαθαριστής της αναιρεσίβλητης H.Maes, μετά από προγενέστερη συνεννόηση με την αναιρεσείουσα, με την από 28.6.2002 επιστολή του προς αυτήν, της πρότεινε εκ μέρους της Τράπεζας και αυτή αποδέχθηκε να παραμείνει στην υπό εκκαθάριση εταιρία μέχρι τη λήξη της εργασιακής τους συμβάσεως, προσφέροντας σ'αυτήν τα εξής πλεονεκτήματα 1) Μια ειδική προσωπική πρόσθετη παροχή (bonus) ύψους 15.000 €, 2) τη νόμιμη αποζημίωση της στο διπλάσιο ποσό, 3) την ενεργοποίηση του δικαιώματος εξαγοράς των μετοχών από την επόμενη ημέρα που θα έπαυε να εργάζεται στην αναιρεσίβλητη μέχρι την ημερομηνία λήξεως τους.

Περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, αποδείχθηκε ότι κατά το στάδιο της εκκαθαρίσεως η αναιρεσείουσα δεν κατείχε διευθυντική θέση, αλλά προσέφερε τις υπηρεσίες της στο μηχανογραφικό τμήμα, σε συνεργασία με τους εκπροσώπους της εταιρίας "BYTE Computers Α.Β.Ε.Ε.", η οποία είχε αναλάβει την τεχνική στήριξη της αναιρεσίβλητης για ζητήματα που αφορούν το υλικό (Hardware) και το λογισμικό (Software), στην οποία εταιρία η αναιρεσείουσα πρότεινε την παραμονή ορισμένων εξειδικευμένων υπαλλήλων, αποδεχόμενη έτσι και επιβεβαιώνοντας τα νέα καθήκοντα που είχε αναλάβει, σύμφωνα με την αλλαγή του σκοπού της αναιρεσίβλητης και συνακόλουθα της μεταβολής της εν γένει λειτουργίας της, προσαρμοσμένων και εναρμονισμένων με τους σκοπούς της εκκαθαρίσεως.

Τα νέα καθήκοντα της αναιρεσείουσας συνίσταντο στην εποπτεία της λειτουργίας του μηχανογραφικού τμήματος της Τράπεζας (υπό τη διεύθυνση του B. D.) στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως, και στην υποβολή προτάσεων προς τους εκκαθαριστές σε ζητήματα σχετιζόμενα με την ομαλή και ασφαλή ολοκλήρωση της εκκαθαρίσεως στο μηχανογραφικό τμήμα.

Πλέον συγκεκριμένα, με γνώμονα τα αντικειμενικά κριτήρια της καλής πίστεως, της κοινής πείρας και της λογικής^ καθώς επίσης από τη φύση και το είδος των υπηρεσιών τις οποίες η αναιρεσείουσα παρείχε στην αναιρεσίβλητη, που κρίνονται ενιαίως, λαμβάνοντας υπόψη και την ιδιάζουσα σχέση αυτής τόσο προς την Τράπεζα όσο και προς τους λοιπούς μισθωτούς σ' αυτήν, η αναιρεσείουσα από 1.1.1999 και μέχρι τα τέλη Ιουνίου 2002 που κατείχε τον βαθμό του Διευθυντή (και από 1.1.2000 του Ανώτερου Διευθυντή), είχε την ιδιότητα του διευθύνοντος υπαλλήλου για τους ακόλουθους λόγους:

α) Ως προς το κριτήριο της αναθέσεως στον διευθύνοντα υπάλληλο καθηκόντων γενικότερης διευθύνσεως της επιχειρήσεως ή σημαντικού της τομέα ή μεταβιβάσεως σε αυτόν εξουσιών που ανάγονται στη σφαίρα εργοδοτικών δικαιωμάτων, αποδείχθηκε ότι η αναιρεσείουσα ασκούσε γενικότερη διεύθυνση και καθολική εποπτεία στην αναιρεσίβλητη στον τομέα της μηχανογραφήσεως αναφερόμενη απευθείας στον Γενικό Διευθυντή της, αφού η οργάνωση, οι κατευθύνσεις και η εξέλιξη της δραστηριότητας της τελευταία στον κρίσιμο τομέα της μηχανογραφήσεως καθορίζονταν και επηρεάζονταν από αυτήν, η οποία ήταν εξουσιοδοτημένη για την υπογραφή οποιουδήποτε εγγράφου, μελετούσε και αξιολογούσε προϊόντα του λογισμικού, τα οποία αγοράζονταν στη συνέχεια από την εταιρεία κατόπιν δικής της εισηγήσεως.

Τα μηχανογραφικά αυτά συστήματα συνέβαλαν αποφασιστικώς στην ανάπτυξη των τραπεζικών εργασιών της αναιρεσίβλητης (αφού έχουν τη δυνατότητα να διαχειρίζονται την τήρηση εκατοντάδων λογαριασμών πελατών, αλλά και την επεξεργασία και έκδοση πληθώρας αναφορών προς όλες τις αρμόδιες αρχές και τα κεντρικά γραφεία της αναιρεσίβλητης, όπως η ίδια συνομολογεί στην αγωγή της), ενώ χρειάσθηκε να ταξιδεύσει πολλές φορές στην Ελβετία και Ολλανδία για σχετική ενημέρωση και παρακολούθηση σεμιναρίων και β) Ως προς το κριτήριο του ύψους των αποδοχών και της καταβολής στον διευθύνοντα υπάλληλο σημαντικά υψηλότερων αμοιβών σε σχέση κυρίως με τους μισθούς των ομοιόβαθμων ανάλογων προσόντων συναδέλφων του, αποδείχθηκε ότι η αναιρεσείουσα αμειβόταν μηνιαίως, από 1.1.1999 με το ποσό των 930.000 δρχ., από 1.1.2000 με το ποσό του 1.1 10.000 δρχ.

και από 1.1.2001 με το ποσό του 1.200.000 δρχ., πλέον επιδομάτων βενζίνης και κυλικείου, ενώ ο μηνιαίος μισθός των λοιπών υπαλλήλων υπολειπόταν κατά πολύ των ως άνω απολαβών της. Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε αποφανθεί ομοίως. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικά με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε περί της ιδιότητας της αναιρεσείουσας ως διευθύνουσας υπαλλήλου της αναιρεσίβλητης εταιρείας.

Ειδικότερα, η ανάθεση σε αυτήν της διεύθυνσης και εποπτείας του Τομέα της μηχανογράφησης της Τράπεζας λόγω των εξειδικευμένων γνώσεων και η ανάπτυξη σχετικής περιορισμένης πρωτοβουλίας ως προς την αξιολόγηση και την προμήθεια του λογισμικού υλικού, δεν επαρκούν μόνο αυτά να της προσδώσουν την ιδιότητα του διευθυντικού στελέχους, αφού περαιτέρω δεν αναφέρεται αν η αναιρεσείουσα ασκούσε τα δικαιώματα του εργοδότη έναντι του όλου ή σημαντικού μέρους του προσωπικού της αναιρεσίβλητης με αρμοδιότητες πρόσληψης και απόλυσης του προσωπικού ούτε αν ενεργούσε έναντι των μισθωτών αντί του εργοδότη και αν επωμιζόταν ποινικές ευθύνες για την τήρηση των διατάξεων που είχαν θεσπισθεί προς το συμφέρον των εργαζομένων.

Ακόμη, αν και γίνεται αναφορά στο υψηλές αποδοχές της, ως καθοριστικό κριτήριο της ιδιότητας του διευθύνοντος υπαλλήλου, δεν προσδιορίζονται καθόλου οι αμοιβές ομοιόβαθμων και ανάλογων προσόντων συναδέλφων της. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, εκτιμώμενος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδονται οι παραπάνω πλημμέλειες, είναι βάσιμος.

Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τούτο, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, κατά το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 6514|2005 απόφαση το Εφετείου Αθηνών, κατά τα ειδικότερα στο σκεπτικό αναφερόμενα.

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, εκ δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Νοεμβρίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Δεκεμβρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ