Legislator Case Law & Legislation
1896/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against conviction for passive bribery, rejecting claims of contradictory reasoning and procedural violations.

Case Number 1896/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Pentamember Reviewing Court's conviction for passive bribery. The appellant argued that the court's reasoning was contradictory regarding intercepted phone calls and that the conviction was based on an incorrect application of the law due to the appellant's leave of absence. The court rejected these arguments, stating that historical references in the lower court's decision do not constitute contradictory reasoning and that leave of absence does not negate official duty. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the criminal proceedings costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 235 of the Penal Code; Article 510 of the Code of Criminal Procedure: The Supreme Court rejects appeals based on alleged contradictions in lower court reasoning or procedural violations where the lower court's findings are supported by clear evidence and the appellant's status as an official remains valid regardless of temporary leave.

Keywords

AI generated
passive bribery penal code article 235 code of criminal procedure contradictory reasoning leave of absence official duty appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 235 of the Penal Code
Article 49 paragraphs 1 and 2 of Law 2935/2001
Article 510 paragraph 1 item D of the Code of Criminal Procedure
Article 510 paragraph 1 item E of the Code of Criminal Procedure
Article 583 paragraph 1 of the Code of Criminal Procedure
Article 6 of the ECHR

Cited Case Law

AI generated
Oloim. AP 6/1998
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1896 / 2010 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1896/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, σύμφωνα με την 104/21-7-2010 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Σ. Π. του Ε., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσαγκαλίδη, για αναίρεση της υπ'αριθ.163/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Με συγκατηγορούμενο τον Κ. Π. του Π..

Το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 7 Σεπτεμβρίου 2010 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 403/2010.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 235 του ΠΚ, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ο υπάλληλος, ο οποίος κατά παράβαση των καθηκόντων του ζητεί ή λαμβάνει, άμεσα ή με τη μεσολάβηση τρίτου, για τον εαυτό του ή για τρίτο, ωφελήματα οποιασδήποτε φύσης ή δέχεται υπόσχεση τούτων, προκειμένου να προβεί σε ενέργεια ή παράλειψη που ανάγεται στα καθήκοντά του ή αντίκειται σε αυτά.

Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παθητικής δωροδοκίας (δωροληψίας), απαιτείται, εκτός από την ιδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου, κατά την έννοια του άρθρου 13 περιπτ.α' του ΠΚ, η από μέρους αυτού του ίδιου ή δια μέσου άλλου, απαίτηση ή αποδοχή ωφελημάτων που δεν δικαιούται ή αποδοχή υπόσχεσης προς παροχή αυτών (ωφελημάτων), για ενέργεια ή παράλειψή του που ανάγεται ή αντίκειται στα καθήκοντά του, όπως αυτά διαγράφονται ή προκύπτουν από το νόμο ή τους υπηρεσιακούς κανονισμούς ή τις διαταγές ή οδηγίες των προϊσταμένων του ή την υπηρεσιακή του σχέση ή τη φύση της υπηρεσίας του, είναι δε αδιάφορο αν η ενέργεια ή παράλειψη του υπαλλήλου πραγματοποιήθηκε ή αν αυτός σκόπευε ειλικρινά να την πραγματώσει (Ολομ.ΑΠ 6/1998).

Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, δηλαδή γνώση του υπαλλήλου ότι απαιτεί ή δέχεται τα ωφελήματα ή την υπόσχεση αυτών για ενέργεια ή παράλειψή του αναγόμενη ή αντικείμενη στα καθήκοντά του και θέληση αυτού να πράξει τούτο. Περαιτέρω με το άρθρο 49 παρ.1 και 2 του Ν.2935/2001 "Προσωπικό Λιμενικού Σώματος και άλλες διατάξεις" συστάθηκε στο Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας αυτοτελές ειδικό γραφείο, ονομαζόμενο "Γραφείο Εσωτερικών Υποθέσεων ΥΕΝ", το οποίο έχει ως αποστολή τη διερεύνηση, εξιχνίαση και δίωξη συγκεκριμένων εγκλημάτων, στα οποία περιλαμβάνεται και αυτό του άρθρου 235 του ΠΚ και τα οποία διαπράττουν ή συμμετέχουν σε αυτά προσωπικό Λ.Σ.

όλων των βαθμών ή πολιτικοί υπάλληλοι του ΥΕΝ και των εποπτευόμενων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ενώ στην παράγραφο 9 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι η προανάκριση και η προκαταρκτική εξέταση που ενεργείται από το ανωτέρω Γραφείο εποπτεύεται είτε από τον αρμόδιο Προϊστάμενο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών είτε από τον αρμόδιο Εισαγγελέα του Ναυτοδικείου είτε από τους υφισταμένους τους Εισαγγελείς και Αντεισαγγελείς.

Ακολούθως στο άρθρο 51 παρ.1 του ανωτέρω νόμου ορίζεται ότι δεν είναι άδικη η πράξη προσωπικού του Γραφείου Εσωτερικών Υποθέσεων ΥΕΝ που, με εντολή του προϊσταμένου του και με σκοπό την ανακάλυψη ή τη σύλληψη προσώπου εμπλεκόμενου σε αξιόποινη πράξη, από αυτές που αναφέρονται στο νόμο αυτόν, εμφανίζεται ως συμμέτοχος της πράξης, για την περίπτωση δε αυτή απαιτείται η σύμφωνη γνώμη του κατά το άρθρο 49 εισαγγελικού λειτουργού (εισαγγελέα Πρωτοδικών ή Ναυτοδικείου), ενώ στο άρθρο 52 του ίδιου νόμου προβλέπεται η άρση του απορρήτου της ανταπόκρισης, η άρση του απορρήτου των τραπεζικών λογαριασμών, η απαγόρευση κινήσεως λογαριασμών ή του ανοίγματος των θυρίδων και η καταγραφή των σχετικών πράξεων με συσκευές ήχου ή εικόνας ή άλλα ειδικά τεχνικά μέσα και η χρησιμοποίηση του υλικού ως αποδεικτικού στοιχείου ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου, ανακριτικής ή άλλης δημόσιας αρχής, σε όλες όμως τις ανωτέρω περιπτώσεις του άρθρου 52 απαιτείται έκδοση βουλεύματος του αρμόδιου δικαστικού συμβουλίου.

Από την αντιπαραβολή των ανωτέρω διατάξεων του Ν.2935/2001 προκύπτει ότι για την εμφάνιση του προσωπικού του Γραφείου Εσωτερικών Υποθέσεων ΥΕΝ ως συμμετόχου της πράξης και τη διενέργεια ανακριτικών πράξεων, δηλαδή για την ανακριτική διείσδυση, απαιτείται μόνο η σύμφωνη γνώμη του αρμόδιου εισαγγελικού λειτουργού και όχι έκδοση βουλεύματος, το οποίο απαιτείται μόνο για τις προαναφερθείσες περιπτώσεις του άρθρου 52 του νόμου, στις οποίες περιλαμβάνεται κατά τα άνω και η καταγραφή τηλεφωνικής συνομιλίας σε ανοιχτή ακρόαση.

Το άρθρο 253 Α του ΚΠΔ που προβλέπει ανακριτική διείσδυση με έκδοση βουλεύματος του αρμόδιου δικαστικού συμβουλίου, δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω, γιατί αφορά συγκεκριμένες αξιόποινες πράξεις (εγκληματικές και τρομοκρατικές οργανώσεις) όλων των προσώπων, ενώ οι διατάξεις του Ν.2935/2001 αφορούν συγκεκριμένες αξιόποινες πράξεις συγκεκριμένων προσώπων (προσωπικού Λ.Σ.

και πολιτικών υπαλλήλων ΥΕΝ) και έτσι ως ειδικές, υπερισχύουν αυτών του άρθρου 253 Α του ΚΠΔ, αφού μάλιστα προβλέπουν και αυτές έκδοση βουλεύματος σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Σε περίπτωση που οι ανακριτικές πράξεις μεταξύ των οποίων και η ανακριτική διείσδυση του προσωπικού του Γραφείου Εσωτερικών Υποθέσεων του ΥΕΝ δεν έγιναν με τις προϋποθέσεις που διαγράφονται στον ανωτέρω νόμο, καθίστανται άκυρες και έτσι τα εξ αυτών συλλεγέντα στοιχεία δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν ενώπιον του δικαστηρίου, αλλιώς προκαλείται απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ.1 δ του ΚΠΔ και ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α του ίδιου Κώδικα.

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τη βασιμότητα προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως, στο Γραφείο Εσωτερικών Υποθέσεων του ΥΕΝ περιήλθαν πληροφορίες ότι προσωπικό του Λιμενικού Σώματος εμπλέκεται σε κύκλωμα παράνομης διακίνησης λαθρομεταναστών και προκειμένου να επιτευχθεί η ανακάλυψη και σύλληψή τους, ζητήθηκε από τον Εισαγγελέα του Ναυτοδικείου Πειραιώς η σύμφωνη γνώμη για τη διενέργεια των σχετικών ανακριτικών πράξεων και την εμφάνιση προσωπικού του Γραφείου ως μέλους του κυκλώματος.

Ο ανωτέρω Εισαγγελέας, ο οποίος ήταν αρμόδιος προς τούτο, έδωσε τη σύμφωνη γνώμη του με το υπ' αριθ. Ε-15/07/5-9-2007 έγγραφό του, στη συνέχεια δε διενεργήθηκαν οι σχετικές ανακριτικές πράξεις και κυρίως ανακριτική διείσδυση που οδήγησε στη σύλληψη αρχικώς του Κ. Π., Σημαιοφόρου Λιμενικού Σώματος και στη συνέχεια του Σ.

Π., Πλωτάρχη Λιμενικού Σώματος και ήδη αναιρεσείοντος. Επομένως οι ανωτέρω ανακριτικές πράξεις που διενεργήθηκαν μετά από σύμφωνη γνώμη του αρμόδιου Εισαγγελέα, είναι έγκυρες και τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν από αυτές (εκτός από το περιεχόμενο της τηλεφωνικής συνομιλίας του αναιρεσείοντος με τον συγκατηγορούμενο του που έγινε σε ανοιχτή ακρόαση, για την οποία θα γίνει λόγος παρακάτω), νομίμως χρησιμοποιήθηκαν στο Δικαστήριο και νομίμως λαμβάνονται υπόψη από αυτό και δεν απαιτείτο βούλευμα του αρμόδιου δικαστικού συμβουλίου.

Έτσι δεν προκλήθηκε η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα απόλυτη ακυρότητα από τη χρησιμοποίηση των ανωτέρω στοιχείων και τη συνεκτίμηση αυτών από το Δικαστήριο της ουσίας και γιαυτό ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α του ΚΠΔ είναι αβάσιμος κατά το σημείο αυτό. Η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.

Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε του ΚΠΔ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη υπ'αριθ.163/2009 απόφασή του, δέχτηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, αποδείχτηκαν τα παρακάτω περιστατικά: "Ο Κελευστής ΛΣ Κ. Δ., ο οποίος υπηρετούσε στο Γραφείο Εσωτερικών Υποθέσεων του ΥΕΝ, μετά από διαταγή της Υπηρεσίας του, ήρθε σε επαφή την 23-08-2007 στο ...

με πρόσωπο, το οποίο χαρακτηρίσθηκε ως "Πηγή" και του συστήθηκε ως "Καπετάν Β." και μέσω αυτού, είχε εντολή ο ανωτέρω Κελευστής να εισχωρήσει σε κύκλωμα διακίνησης λαθρομεταναστών. Η "Πηγή" κανόνισε τηλεφωνικό ραντεβού με κάποιον λιμενικό στη Χαλκιδική και το βράδυ ταξίδευσαν μαζί οδικώς για το Ν. Μαρμαρά Χαλκιδικής.

Εκεί το πρωί συναντήθηκε η "Πηγή" με τον λιμενικό, ο οποίος ήταν ο 1ος κατηγορούμενος, Σημαιοφόρος ΑΣ Π., Διοικητής του Α' Λιμενικού Τμήμαχος/Υπολιμεναρχείου Ν. Μαρμαρά, αλλά ο Κ. δεν γνώριζε τότε τα στοιχεία του, αφού ο Π. εμφανίστηκε στη συνάντηση με πολιτική περιβολή. Η συνάντηση αυτή έγινε σε καφετερία, η οποία βρίσκεται κάτω από το Α' Λιμενικό Τμήμα και ο Κ.

κάθισε μαζί τους στο τραπέζι εμφανιζόμενος ως οδηγός και σωματοφύλακας της "Πηγής". Η συζήτηση περιστράφηκε γύρω από διευκολύνσεις, τις οποίες ζήτησε η "Πηγή" για την αποβίβαση λαθρομεταναστών από σκάφος και συγκεκριμένα ζήτησε από τον Π. ασφαλή χώρο, για να τους κατεβάσει και μετά ένα χώρο παρκινγκ για το σκάφος.

Στις 11-09-2007 συναντήθηκε ο Κ. με την "Πηγή", προκειμένου να τον συστήσει στον ανωτέρω λιμενικό ως διακινητή λαθρομεταναστών και ενδιαφερόμενο για συνεργασία. Μετά από το σχετικό τηλεφώνημα την Κυριακή 16-9-2007 τηλεφώνησε ο Π. στον Κ. και του είπε ότι συμφωνεί να συνεργαστούν. Εκείνη την ημέρα πληροφορήθηκε ο Κ.

την ταυτότητα του μεσάζοντα 1ου κατηγορουμένου. Την Δευτέρα 17-09-2007 και ώρα 17:30" τηλεφώνησε ο Κ. στον Π., ο οποίος τον ρώτησε, πότε θα κάνει την αποβίβαση και εκείνος του απάντησε, ότι θα φέρει τους λαθρομετανάστες από την Τουρκία την Πέμπτη 20-09-2007 γύρω στις 03:00'. Ο Π. του πρότεινε ως καλύτερη ώρα την 01:00' και τον ρώτησε πόση ώρα θα πάρει το ξεφόρτωμα και αν θα είναι παρών.

Ο Κ. του απάντησε θετικά, ότι έχει δικό του φουσκωτό που χωράει 15 άτομα και ότι θα χρειαστεί μία ώρα, για να τους πάρει από το μεγάλο σκάφος και μετά να τους αποβιβάσει. Ο Κ. ζήτησε από τον Π. κάλυψη 10 μιλίων από την ακτή αποβίβασης, για να μπορέσει εύκολα να φύγει το μεγάλο σκάφος στα διεθνή ύδατα. Ο Π. δεν του είπε τι θα έκανε ο ίδιος, για να τον βοηθήσει, του ζήτησε μόνο την ώρα αποβίβασης και τον τύπο του σκάφους.

Την Τετάρτη 19-09-2007 και ώρα 18:30' ο Π. τηλεφώνησε στον Κ. και όρισε τη συνάντηση τους για την 20:00' ώρα στην καφετερία "ΩΚΕΑΝΟΣ" στο Σταυρό Θεσσαλονίκης. Τελικώς με υπόδειξη του Π. συναντήθηκαν στην καφετερία "COZI". Ο Π. ήταν μόνος του και οι δύο άνδρες συζήτησαν για την ώρα της μεταφοράς, για την κάλυψη 10 μιλίων, για την ασφάλεια της τοποθεσίας και για την εύκολη πρόσβαση σε αυτήν φορτηγών οχημάτων.

Την τοποθεσία "Μύδια" στο Σταυρό Θεσσαλονίκης, όπου υποτίθεται θα γινόταν η αποβίβαση των λαθρομεταναστών, την πρότεινε ο Π.. Ο Π. κατά τη συζήτηση έκανε νύξη, ότι υπάρχει και άλλος συνεργάτης του, με τον οποίο μοιράζεται τα χρήματα, χωρίς όμως να αναφέρει στοιχεία αυτού, έδωσε όμως στον Κ. τον αριθμό κινητού ενός "Μ.", στον οποίο μπορούσε να τηλεφωνήσει ο Κ., αν δεν έβρισκε τον ίδιο.

Το ποσό των 3.000 ευρώ το συζήτησε ο Κ. με την "Πηγή", η οποία του είχε πει ότι επρόκειτο για προκαταβολή, την οποία ζητούσαν οι λιμενικοί και αντιστοιχούσε, όπως του είχε πει, στο ένα τρίτο του συνολικού ποσού και ότι για τον κάθε λαθρομετανάστη ζητούσαν 150 €. Συμφώνησαν τα υπόλοιπα χρήματα να τα δώσει ο Κ. το πρωί της επομένης ημέρας, μεταξύ Σταυρού και Θεσσαλονίκης.

Αφού βγήκαν έξω από την καφετερία "COΖΙ", ο Κ. στο χώρο του παρκινγκ έδωσε τα χρήματα, τα οποία ήταν τυλιγμένα με λάστιχο σε δεσμίδα αποτελούμενη από 54 χαρτονομίσματα των 50 € και 15 χαρτονομίσματα των 20 €. Ο Π. δεν τα μέτρησε, τα έβαλε στην τσέπη του και αμέσως μετά έγινε η σύλληψη του από τον Κ. και άλλους συναδέλφους του, οι οποίοι προσέτρεξαν, αφού πρώτα του ανακοίνωσαν την πραγματική τους ταυτότητα.

Ο Π. προσήχθη, στο Λιμενικό Σταθμό Σταυρού, όπου σε ερώτηση που του έγινε από τον Υπχο Λ.Σ. Β. Δ. για το ποιος είναι ο συνεργάτης του και ποιος είναι ο "Μ.", απάντησε ότι είναι ο Λιμενάρχης Ιερισσού Π. Σ., με τον οποίο είχαν έρθει μαζί στο Σταυρό με ένα ΙΧΕ όχημα μάρκας VW TOUAREG. Το όνομα αυτού άκουσαν και οι Κστης Λ.Σ.

Α. Π. και Λ/Φ Β. Ι.. Επειδή ο Π. είχε αποθηκευμένο στη μνήμη του κινητού του το όνομα "Μ.", ζητήθηκε από τον Β. να του τηλεφωνήσει και σε ανοικτή ακρόαση μίλησε με τον Π.. Ο Π. του είπε "πήρα τα χρήματα" και ο Π.ς τον ρώτησε "όλα ένταξει;" και κανόνισαν ραντεβού έξω από την καφετερία "ΩΚΕΑΝΟΣ". Τότε πήγαν στον τόπο του ραντεβού τρία οχήματα με άνδρες του Γραφείου Εσωτερικών Υποθέσεων του ΥΕΝ και συνέλαβαν τον Π..

Από έρευνα, η οποία έγινε στο ... ΙΧΕ όχημα μάρκας VW TOUAREG, το οποίο οδηγούσε, βρέθηκαν στην κατοχή του ένα πιστόλι τύπου USP COMPACT 9mm χ 19 με αριθμό σειράς ... και ένα πιστόλι τύπου ΒROWNING 9mm με αριθμό σειράς ..., συνοδευόμενα και τα δύο με γεμιστήρα 14 φυσιγγίων εκ των οποίων τα 6 κοίλης αιχμής. Τα όπλα αυτά είχε μέσα σε ένα δερμάτινο τσαντάκι, το οποίο είχε μαζί του, και αποδείχθηκε ότι ανήκαν μεν στην Υπηρεσία του αλλά ο ίδιος εκεί την ώρα ήταν σε άδεια και ως εκ τούτου ήταν εκτός υπηρεσίας, στα πλαίσια της οποίας και μόνο είχε δικαίωμα να τα κατέχει.

Περαιτέρω, την 20-09-2007 και περί ώρα 08:20' στην Ιερισσό Χαλκιδικής διαπιστώθηκε μετά από κατ' οίκον έρευνα, ότι στην κατοικία του κατείχε επίσης 50 φυσίγγια 9x19 μάρκας SELLIER & ΒΕLLΟΤ και 45 φυσίγγια κοίλης αιχμής μάρκας ΜΑGTECH, τα οποία κατείχε χωρίς άδεια της αστυνομικής αρχής του τόπου κατοικίας του.

Οι κατηγορούμενοι αρνούνται την ενοχή τους, πλην όμως οι ισχυρισμοί τους περί αθωότητας τους ουδόλως ευσταθούν και κρίνονται παντελώς αβάσιμοι. Ειδικότερα ο πρώτος (Π.), αμέσως μετά την επ' αυτοφώρω σύλληψη του οπότε και κατελήφθη να έχει στα θυλάκια των ενδυμάτων του τα προσημειωμένα χαρτονομίσματα των 3.000 ευρώ, αποδέχθηκε ενώπιον των οργάνων της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων του Λιμενικού Χώματος την πράξη του λέγοντας χαρακτηριστικά: "είμαι μαλάκας ...

χρωστάω λεφτά ... τι ξεφτίλα είναι αυτή" (βλ. καταθέσεις μαρτύρων Β. και Κ.). Ακολούθως και αβιάστως κατονόμασε το δεύτερο κατηγορούμενο (Π.) ως συνεργό του ενώπιον των ως άνω οργάνων του Λιμενικού Σώματος και εδέχθη να του τηλεφωνήσει στο κινητό του τηλέφωνο. Το περιεχόμενο της συνομιλίας των δύο κατηγορουμένων που έγινε με ανοιχτή ακρόαση από τη συσκευή του δευτέρου, δεν το λαμβάνει υπόψη το Δικαστήριο για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης περί ενοχής των κατηγορουμένων, ειδικά του δευτέρου.

Λαμβάνει όμως υπόψη αυτό καθ' εαυτό το γεγονός της τηλεφωνικής συνομιλίας που έλαβε χώρα μεταξύ τους αμέσως μετά την σύλληψη του πρώτου κατηγορουμένου και τον κατονομασμό απ' αυτόν του δευτέρου κατηγορουμένου ως συνεργού του, κάτι βέβαια που ασφαλώς δεν θα γινόταν αν ο δεύτερος ουδεμία συμμετοχή είχε, όπως ισχυρίζεται.

Πλέον των ανωτέρω όμως το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του για το σχηματισμό γνώμης περί ενοχής του δευτέρου κι ένα άλλο σημαντικό γεγονός που δεν μπορεί να αμφισβητήσει αυτός. Την ανεύρεση μέσα σε όχημα "τζιπ" πολυτελείας με το οποίο είχε μεταβεί στην περιοχή του Σταυρού Θεσσαλονίκης, δύο πιστολιών με μεγάλο αριθμό φυσιγγίων, τα οποία κατείχε παράνομα κατά τα ειδικότερα περί αυτών αναφερόμενα.

Μεγάλος μάλιστα αριθμός φυσιγγίων από τα παρανόμως υπ' αυτού κατεχόμενα ανευρέθηκαν και στην οικία του, σε νομίμως διενεργηθείσα κατ' οίκον έρευνα, ενώ μεταξύ αυτών των φυσιγγίων υπήρχε και ικανός αριθμός που έφεραν κοίλη αιχμή, προκαλούν δε κρουστικό "σοκ" στον άνθρωπο, καθώς ανοίγει το μέταλλο και διασκορπίζεται στο ανθρώπινο σώμα.

Η παράνομη αυτή κατοχή του περιγραφέντος οπλισμού και φυσιγγίων σαφώς καταδεικνύει και τον απώτερο σκοπό του ανωτέρω δευτέρου κατηγορουμένου, την προστασία του δηλαδή από πιθανούς κι ενδεχόμενους κινδύνους που ενείχε ένα τέτοιο "εγχείρημα" στο οποίο και ο ίδιος συμμετείχε.

Κατόπιν των ανωτέρω, κατά την ομόφωνη γνώμη των μελών του Δικαστηρίου, αποδείχθηκε πλήρως και πέραν πάσης αμφιβολίας η τέλεση των πράξεων που αποδίδονται στον καθέναν από τους κατηγορουμένους κατά τα ειδικότερα στα διατακτικό της παρούσης αναφερόμενα και πρέπει για το λόγο αυτό να κηρυχθούν αμφότεροι ένοχοι αυτών". Ακολούθως στο διατακτικό της αποφάσεώς του το Δικαστήριο όρισε τα εξής σχετικά με τον αναιρεσείοντα και σχετικά με την πράξη της παθητικής δωροδοκίας, στην οποία αφορά η αίτηση αναιρέσεως: "

Κηρύσσει τον κατηγορούμενο Π. Σ. ένοχο του ότι ενώ ήταν στρατιωτικός, δηλαδή Πλωτάρχης ΛΣ και Λιμενάρχης του Λιμεναρχείου Ιερισσού, στον Σταυρό Θεσσαλονίκης, την 19-9-2007, ως υπάλληλος, κατά παράβαση των καθηκόντων του, δέχθηκε υπόσχεση ωφελημάτων, προκειμένου να προβεί σε παράλειψη που αντίκειται στα καθήκοντά του. Συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, αποδέχθηκε από τον Σημαιοφόρο ΛΣ Π. Κ., την υπόσχεση παροχής μέρους χρημάτων από το ποσό των 3.000 ευρώ, το οποίο έδωσε στον τελευταίο ο Κελευστής ΛΣ Κ. Δ., που εμφανίστηκε στον Π. ως μέλος κυκλώματος διακίνησης λαθρομεταναστών, προκειμένου ο Π., ως αρμόδιος τοπικά Λιμενάρχης Ιερισσού, να μην προβεί στις προβλεπόμενες υπηρεσιακές ενέργειες και να μην ελέγξει σκάφος, το οποίο υποτίθεται ότι θα αποβίβαζε λαθρομετανάστες στην περιοχή "Μύδια" Σταυρού Θεσσαλονίκης, την οποία είχε υποδείξει στον Κ. ο Π. κι έτσι να εξασφαλίσει (ο Π.) την ελεύθερη αποβίβαση των λαθρομεταναστών στην περιοχή δικαιοδοσίας του". Μετά από αυτά το Δικαστήριο καταδίκασε τον ήδη αναιρεσείοντα σε συνολική ποινή φυλακίσεως τριών (3)ετών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί πενταετίαν.

Από την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο διέλαβε σ'αυτήν την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των εγκλημάτων της παθητικής δωροδοκίας και της παράνομης οπλοκατοχής, για τα οποία καταδίκασε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 235 του ΠΚ και 1 και 7 του Ν.2168/1993, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε.

Ειδικότερα αναφέρει: α)την ιδιότητα του αναιρεσείοντος ως υπαλλήλου και συγκεκριμένα ως Λιμενάρχη Ιερισσού κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως, β)την από μέρους του αποδοχή μέρους του χρηματικού ποσού που έλαβε ο συγκατηγορούμενός του και συγκεκριμένα 3000 Ευρώ, ώστε να προβεί σε παράλειψη που αντίκειται στα καθήκοντά του ως Λιμενάρχη Ιερισσού και ειδικότερα να μην προβεί στις απαραίτητες υπηρεσιακές ενέργειες και να μην ελέγξει σκάφος που θα αποβίβαζε λαθρομετανάστες και να εξασφαλίσει την ελεύθερη αποβίβαση των λαθρομεταναστών στην περιοχή δικαιοδοσίας του.

Την από μέρους του αναιρεσείοντος αποδοχή της υπόσχεσης για καταβολή μέρους του ανωτέρω χρηματικού ποσού τη στήριξε το Δικαστήριο κυρίως στις καταθέσεις των μαρτύρων λιμενικών, ενώπιον των οποίων ο συγκατηγορούμενος του αναιρεσείοντος Κ. Π. αμέσως μετά τη σύλληψή του κατονόμασε αβίαστως ως συνεργό του αναιρεσείοντα που θα έπαιρνε μέρος των χρημάτων και δέχτηκε να του τηλεφωνήσει παρουσία των λιμενικών.

Το περιεχόμενο της τηλεφωνικής συνομιλίας μεταξύ των κατηγορουμένων η οποία καταγράφτηκε σε ειδική συσκευή και παρακολουθήθηκε σε ανοιχτή ακρόαση, το Δικαστήριο, όπως ειδικώς αναφέρει στην απόφασή του, δεν το λαμβάνει υπόψη για την κρίση περί ενοχής των κατηγορουμένων, αλλά λαμβάνει υπόψη μόνο το τηλεφώνημα αυτό καθεαυτό.

Επομένως εφόσον το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του το περιεχόμενο της συνομιλίας το οποίο προέκυψε από παράνομη παρακολούθηση σε ανοιχτή ακρόαση χωρίς προηγούμενη άρση του απορρήτου με βούλευμα του αρμόδιου δικαστικού συμβουλίου, δεν έλαβε υπόψη του απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο. Έτσι δεν προκλήθηκε η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα απόλυτη ακυρότητα και γι'αυτό ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α του ΚΠΔ είναι αβάσιμος και κατά το σημείο αυτό.

Επικαλείται περαιτέρω ο αναιρεσείων ότι υπάρχει αντιφατική αιτιολογία, γιατί το Δικαστήριο, ενώ αναφέρει στο σκεπτικό του την παρακολούθηση της ανωτέρω τηλεφωνικής συνομιλίας και το περιεχόμενο της, στη συνέχεια αναφέρει ότι δεν το λαμβάνει υπόψη. Η ανωτέρω αιτίαση είναι αβάσιμη, γιατί η παρακολούθηση της συνομιλίας και το περιεχόμενο της αναφέρονται στην απόφαση απλώς ιστορικά και όχι ως παραδοχή του Δικαστηρίου.

Επικαλείται επίσης ο αναιρεσείων ότι υπάρχει ασάφεια στην αιτιολογία, συνιστάμενη στο ότι το Δικαστήριο στήριξε την κρίση περί ενοχής του για την παθητική δωροδοκία και στο γεγονός ότι κατείχε παρανόμως όπλα που δείχνουν το σκοπό του να προστατεύεται από πιθανούς κινδύνους από τη συμμετοχή του στην πράξη αυτή, χωρίς όμως να διευκρινίζεται γιατί είχε ανάγκη προστασίας, τη στιγμή που δεν συμμετείχε στη συνάντηση του συγκατηγορουμένου του με τον καλυμμένο πράκτορα.

Η ανωτέρω αιτίαση είναι αβάσιμη, γιατί το Δικαστήριο δέχτηκε σαφώς ότι η κατοχή των όπλων δείχνει το σκοπό του να προστατεύεται από τους πιθανούς κινδύνους που ενέχει η συμμετοχή του σε παράνομη διακίνηση λαθρομεταναστών και όχι για τη συγκεκριμένη συνάντηση. Επομένως ο σχετικός λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου και του δικογράφου των προσθέτων λόγων από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ του ΚΠΔ είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω επικαλείται ο αναιρεσείων ότι το Δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε το άρθρο 235 του ΠΚ στο πρόσωπό του, γιατί αυτός δεν ήταν ο αρμόδιος λιμενάρχης κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως, ούτε ασκούσε σχετικά καθήκοντα ώστε να τα παραλείψει, επειδή από την προηγούμενη ημέρα βρισκόταν σε άδεια. Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη, γιατί το Δικαστήριο δέχτηκε ανελέγκτως ότι κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως ο αναιρεσείων ήταν ο αρμόδιος λιμενάρχης και δέχτηκε την υπόσχεση ωφελημάτων για να προβεί στις συγκεκριμένες παραλείψεις που αντίκεινται στα καθήκοντά του, ενώ το αν βρισκόταν σε άδεια δεν καταργεί την αρμοδιότητά του.

Επομένως είναι αβάσιμος και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των πρόσθετων λόγων από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε του ΚΠΔ, που στηρίζεται στην ανωτέρω αιτίαση. Τέλος επικαλείται ο αναιρεσείων ότι υπάρχει παράβαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ περί δίκαιης δίκης, γιατί η πράξη δεν θα είχε λάβει χώρα χωρίς την πρόκλησή της από τον διεισδύσαντα λιμενικό και έτσι η πρόκληση αυτή επιδρά στο δίκαιο χαρακτήρα της δίκης.

Η ανωτέρω αιτίαση είναι απαράδεκτη, γιατί δεν συνδέεται με συγκεκριμένο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 παρ.1 του ΚΠΔ, ενώ η παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, αυτή καθεαυτήν, δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως. Μετά από αυτά πρέπει η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι να απορριφθούν και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (αρθ.583 παρ.1 του ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-2-2010 αίτηση και τους από 8-9-2010 πρόσθετους λόγους του Σ. Π. του Ε., για αναίρεση της υπ' αριθ. 163/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2010.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ