Legislator Case Law & Legislation
1895/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on seizure enforcement, upholding lower court's rejection of additional intervention.

Case Number 1895/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Eurobank's appeal against the Athens Court of Appeal's decision rejecting a third-party intervention. The bank argued that the seizure of the water utility company's accounts was legally enforced and that subsequent court orders did not alter its validity. The court ruled that the seizure's effects remained active and that the bank's claim regarding the scope of the seizure was unfounded under the Civil Procedure Code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 691A, 700, 731 of the Code of Civil Procedure; The court held that the effects of a conservatory seizure remain active and cannot be retroactively nullified by subsequent procedural orders, thereby validating the seizure against future claims.

Keywords

AI generated
conservatory seizure third party intervention Civil Procedure Code seizure effects appeal dismissal enforcement proceedings account seizure

Cited Legislation

AI generated
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 691A paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 700 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 731 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 number 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191 number 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1895 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1895/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Μαρία Πετσάλη και Στυλιανή Μπλέτα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "EUROBANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά καθ' ης η ανακοπή Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εκπροσωπήθηκε την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Μητσιμπούνα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Τεχνικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΡΓΟΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΗΛΙΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΕΡΓ.ΗΛ. Α.Τ.Ε.", που εδρεύει στη Νέα Φιλοθέη Αμαρουσίου Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δήμητρα Γαβαλά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Δημοτικής Επιχείρησης Κοινωφελούς Χαρακτήρα με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΥΔΡΕΥΣΗΣ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΜΕΙΖΟΝΟΣ ΒΟΛΟΥ" ("Δ.Ε.Υ.Α.Μ.Β."), που εδρεύει στην Βόλο και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Τριαντάφυλλο Εμμανουηλίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/4/2019 ανακοπή της πρώτης ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 802/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4488/2023 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22/12/2023 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμ. 4488/2023 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία, αφού συνεκδικάσθηκαν οι αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, κατά της υπ'αριθμ. 802/2021 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί επί της από 25-4-2019 ανακοπής κατά δήλωσης τρίτου της ανακόπτουσας και ήδη 1ης αναιρεσίβλητης και η από 26-4-2022 πρόσθετη υπέρ της ήδη αναιρεσείουσας, καθολικής διαδόχου της καθ'ης η ανακοπή τράπεζας, παρέμβαση του ΝΠΙΔ με την επωνυμία ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΥΔΡΕΥΣΗΣ-ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΜΕΙΖΟΝΟΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΒΟΛΟΥ (Δ.Ε.Υ.Α.Μ.Β.) και ήδη 2ου αναιρεσιβλήτου, απορρίφθηκε η πρόσθετη παρέμβαση ως απαράδεκτη, έγιναν τυπικά δεκτές και οι δύο εφέσεις, απορρίφθηκε κατ'ουσία η έφεση της καθολικής διαδόχου της καθ'ης η ανακοπή (αναιρεσείουσας), ενώ έγινε δεκτή κατ'ουσία η έφεση της ανακόπτουσας (1ης αναιρεσίβλητης), εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση και αφού δικάστηκε η ανακοπή, έγινε δεκτή και ακυρώθηκε η δήλωση της καθ'ης η ανακοπή τράπεζας ως τρίτης ως ανακριβής ως προς τους αναφερόμενους λογαριασμούς, αναγνωρίσθηκε η ύπαρξη των απαιτήσεων της καθ'ης η κατάσχεση ΔΕΥΑΜΒ εις χείρας της καθής η ανακοπή τράπεζας, καθολική διάδοχος της οποίας είναι η αναιρεσείουσα, ποσού 392. 063, 44 ευρώ και υποχρεώθηκε η τελευταία να δεσμεύσει υπέρ της ανακόπτουσας κάθε οφειλόμενο στο καθ'ου η κατάσχεση οφειλέτη της ανακόπτουσας ποσό υφιστάμενο κατά την κοινοποίηση του κατασχετηρίου αλλά και μελλοντικό έως τη συμπλήρωση του ποσού των 392. 063, 44 ευρώ.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), καθόσον, παρά τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται η 1η αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις της που κατέθεσε είκοσι ημέρες πριν τη συζήτηση της αναίρεσης (άρθρο 570 παρ. 1β ΚΠολΔ), το έννομο συμφέρον της αναιρεσείουσας για την άσκηση αυτής είναι πρόδηλο ως ηττημένης διαδίκου της δευτεροβάθμιας δίκης και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). 2.

Κατά το άρθρο 558 ΚΠολΔ η αναίρεση απευθύνεται κατ' εκείνων που ήσαν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, επί αναγκαστικής δε ομοδικίας πρέπει να απευθύνεται κατά πάντων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 91/2005).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.

Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.

Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 362/2020, ΑΠ 177/2011, ΑΠ 1485/2006).

Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η αίτηση αναίρεσης του καθού η πρόσθετη παρέμβαση, δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, διότι αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη ανέλαβε τον δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος, ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση, καθώς και στην περίπτωση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης (ΑΠ 884/2024, ΑΠ 1351/2023, ΑΠ 921/2023, ΑΠ 644/2023, ΑΠ 561/2023, ΑΠ 5/2023, ΑΠ 267/2021, ΑΠ 680/2016, ΑΠ 711/2015, ΑΠ 569/2013).

Πάντως, αν η αναίρεση απευθυνθεί και κατά του προσθέτως παρεμβάντος, δεν ιδρύεται απαράδεκτο και εκτιμάται τούτο ως κλήση για τη συζήτηση της αναίρεσης (ΑΠ 477/2025, ΑΠ 765/2023, ΑΠ 813/2020, ΑΠ 591/2018), ενόψει του ότι κατά το άρθρο 81 παρ. 3 εδ. α' του ΚΠολΔ, ο παρεμβαίνων καλείται στις επόμενες διαδικαστικές πράξεις από το διάδικο που επισπεύδει τη δίκη και κατά το άρθρο 82 εδ.

γ' του ίδιου Κώδικα, αποφάσεις και δικόγραφα που επιδίδονται στους κυρίους διαδίκους πρέπει να επιδίδονται και σε εκείνον που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση.

Σε αντίθετη περίπτωση η συζήτηση της τελευταίας κηρύσσεται απαράδεκτη (ΑΠ 692/2023, ΑΠ 404/2023 ΑΠ 32/2023, ΑΠ 1036/2022, ΑΠ 417/2021), εκτός αν η πρόσθετη παρέμβαση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, οπότε ο παρεμβάς δεν καλείται στις περαιτέρω διαδικαστικές πράξεις (ΑΠ 1036/2022, ΑΠ 688/2018, ΑΠ 2192/2013), το δε απαράδεκτο της συζήτησης της αίτησης, ως αναφερόμενο στην προδικασία, λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον `Αρειο Πάγο (ΑΠ 692/2023, ΑΠ 813/2020, ΑΠ 447/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το δεύτερο αναιρεσίβλητο, άσκησε ενώπιον του Εφετείου κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης και υπέρ της αναιρεσείουσας την από 26-4-2022 πρόσθετη παρέμβασή του, με την οποία ζήτησε να εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση και ν'απορριφθεί η ανακοπή.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε τις δύο αντίθετες εφέσεις και την πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της εκεί καθ'ης η ανακοπή-αναιρεσείουσας, απέρριψε την πρόσθετη παρέμβαση ως απαράδεκτη, ενώ δέχτηκε τυπικά και τις δύο εφέσεις, και απέρριψε κατ'ουσία τη έφεση της καθ'ης η ανακοπή (αναιρεσείουσας), ενώ έγινε δεκτή κατ'ουσία η έφεση της ανακόπτουσας (1ης αναιρεσίβλητης), εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση και αφού δικάστηκε η ανακοπή, έγινε δεκτή, κατά τα προαναφερθέντα.

Εναντίον της απόφασης αυτής, η καθ'ης η ανακοπή και υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση, άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία στρέφεται κατά της ανακόπτουσας και κατά του προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβάντος. Σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, η ασκηθείσα από το δεύτερο αναιρεσίβλητο της αναίρεσης στον δεύτερο βαθμό παρέμβαση, υπέρ της αναιρεσείουσας και κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης, έχει το χαρακτήρα απλής πρόσθετης παρέμβασης.

Ενόψει αυτών, η αίτηση αναίρεσης, απαραδέκτως στρέφεται και κατά του απλώς προσθέτως παρεμβάντος, δεύτερου αναιρεσιβλήτου. Η απεύθυνση της αναίρεσης και κατά του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, δεν μπορεί να εκτιμηθεί ως κλήτευσή της για τη συζήτηση της αναίρεσης, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, προκειμένου αυτή να ενημερωθεί για την εξέλιξη της δίκης, ενόψει του ότι το προσθέτως παρεμβάν, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, δεν έλαβε μέρος στη δίκη, τα υποκειμενικά όρια της οποίας δεν διευρύνθηκαν, αφού δεν ερευνήθηκε το παραδεκτό και βάσιμο της παρεμβάσεως και γι' αυτό δεν χρειαζόταν να κληθεί. 3.

Σύμφωνα με το άρθρο 724 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο πέμπτο παρ. 2 του άνω ν. 4335/2015 (που ισχύει, κατ' άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 4 του ίδιου νόμου, από 1-1-2016), "Ο δανειστής μπορεί με βάση οριστική απόφαση, καθώς και με διαταγή πληρωμής χρηματικών απαιτήσεων, να ζητήσει εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης και να επιβάλει συντηρητική κατάσχεση στα χέρια του οφειλέτη ή τρίτου για το ποσό που επιδικάζεται με την απόφαση ή ορίζεται ότι πρέπει να καταβληθεί με τη διαταγή πληρωμής".

Έτσι, δυνάμει του άρθρου αυτού, δόθηκε πλέον, από 1-1-2016, η δυνατότητα στο δανειστή να ζητήσει εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, καθώς και συντηρητική κατάσχεση στα χέρια του οφειλέτη ή τρίτου, και με βάση οριστική απόφαση και όχι μόνο με βάση διαταγή πληρωμής χρηματικών απαιτήσεων, όπως ίσχυε έως την τροποποίηση του νόμου.

Για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής, αρκεί, κατά το γράμμα της, αλλά και την τελολογία της, η έκδοση μίας απλώς οριστικής δικαστικής αποφάσεως. Ως τέτοια νοείται, κατά μία άποψη, μόνο η καταψηφιστική απόφαση, χωρίς να απαιτείται επιπροσθέτως η τελευταία να έχει κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή. Η έννομη συνέπεια της άνω διατάξεως, δηλαδή η χορήγηση της δυνατότητας εγγραφής προσημειώσεως υποθήκης επέρχεται εφόσον υφίσταται οριστική απόφαση ή διαταγή πληρωμής.

Επομένως η έκδοση οριστικής αποφάσεως ή διαταγής πληρωμής αποτελεί στοιχείο του πραγματικού της προαναφερομένης ουσιαστικού δικαίου διατάξεως. Η εν λόγω έννομη συνέπεια υπάγεται στην κατηγορία των παρεπομένων εννόμων συνεπειών της δικαστικής αποφάσεως, οι οποίες διακρίνονται σαφώς από τις κύριες έννομες συνέπειες του ουσιαστικού δεδικασμένου, της διαπλαστικής ενέργειας και της εκτελεστότητας, δεδομένου ότι η επέλευσή τους δεν επιδιώκεται από τους διαδίκους αλλά στηρίζεται απευθείας στο νόμο κατά τα προεκτεθέντα.

Ειδικότερα, σκοπός της διατάξεως του ισχύοντος από 1-1-2016 (νέου) άρθρου 724 παρ. 1 ΚΠολΔ, η οποία έχει, ως παρεπόμενη συνέπεια για την οριστική (μη εισέτι καταστάσα τελεσίδικη) απόφαση, τη χορήγηση δυνατότητας επιβολής συντηρητικής κατασχέσεως ή προσημειώσεως υποθήκης (μη εφαρμοζομένου του άρθρου 2 ΑΚ, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση γνησίας κατά τα ανωτέρω αναδρομικότητας), είναι η αποτελεσματική διασφάλιση των απαιτήσεων του δανειστή, ο οποίος, έπειτα από τη διεξαγωγή της διαγνωστικής δίκης, στην οποία μάλιστα κατοχυρώνεται το δικαίωμα δικαστικής ακροάσεως του οφειλέτη, σε αντίθεση με τη διαταγή πληρωμής (που δεν παρουσιάζει περισσότερα εχέγγυα ορθής κρίσης από την οριστική απόφαση που δέχθηκε την αγωγή και διέγνωσε την ισχύ της επικαλούμενης χρηματικής αξίωσης του δανειστή), επιτυγχάνει την έκδοση οριστικής αποφάσεως που επιδικάζει τις απαιτήσεις του.

Κατά την περίπτωση που η εν λόγω απόφαση δεν έχει κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή και, ως εκ τούτου, ο δανειστής δεν έχει δυνατότητα επίσπευσης αναγκαστικής εκτελέσεως, είναι επιβεβλημένη η διασφάλιση της μελλοντικής ικανοποίησης των απαιτήσεών του (όταν αποκτήσει εκτελεστό τίτλο) με την επιβολή συντηρητικής κατασχέσεως ή της εγγραφής προσημειώσεως υποθήκης.

Μάλιστα, η χορήγηση στο δανειστή του δικαιώματος εγγραφής προσημειώσεως υποθήκης προς το σκοπό της διασφαλίσεως της προνομιακής ικανοποιήσεως των απαιτήσεών του σε μελλοντικό χρόνο είναι ανεξάρτητη από την ύπαρξη εκτελεστού τίτλου κατά του οφειλέτη. Συγκεκριμένα, εάν απορρίφθηκε το αίτημα να κηρυχθεί η οριστική απόφαση προσωρινά εκτελεστή (ή εάν δεν υποβλήθηκε σχετικό αίτημα), δεν θίγεται η δυνατότητα εγγραφής προσημειώσεως υποθήκης (ή επιβολής συντηρητικής κατασχέσεως) με βάση την απόφαση αυτή, καθόσον η απόρριψη του αιτήματος τούτου εμποδίζει μεν την ικανοποίηση, μέσω αναγκαστικής εκτελέσεως, της επιδίκου απαιτήσεως, δεν εμποδίζει, όμως, τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, όπως είναι η προσημείωση υποθήκης και η συντηρητική κατάσχεση.

Οι προϋποθέσεις κηρύξεως αποφάσεως προσωρινά εκτελεστής (άρθρα 907 - 911 ΚΠολΔ) δεν ταυτίζονται με τη βασική προϋπόθεση επιβολής των εν λόγω ασφαλιστικών μέτρων που είναι ο επικείμενος κίνδυνος.

Εξάλλου, η νομική φύση καθεμίας από τις δύο αυτές διαδικασίες (μέτρο αναγκαστικής εκτέλεσης και ασφαλιστικό μέτρο, αντίστοιχα) είναι διαφορετική και λειτουργεί για διαφορετικό σκοπό, αφού η αναγκαστική εκτέλεση που διενεργείται με βάση τις προσωρινά εκτελεστές αποφάσεις (ήτοι, τις οριστικές αποφάσεις που μπορούν να εκτελεστούν, αν και δεν είναι αμετάκλητες, τελεσίδικες ή ανέκκλητες, κατ' εξαίρεση του κανόνα, κατά τον οποίο τα αποτελέσματα των δικαστικών αποφάσεων -δεδικασμένο και εκτελεστότητα - αρχίζουν από την τελεσιδικία τους) δεν είναι "προσωρινή" αλλά της ίδιας φύσεως, όπως και αυτή που χωρεί δυνάμει των υπολοίπων αποφάσεων (τελεσιδίκων κ.λ.π.), και επιδιώκεται η ικανοποίηση της απαίτησης του δανειστή με την αναγκαστική κατάσχεση και την εν συνεχεία, διενέργεια πλειστηριασμού του κατασχεμένου πράγματος για την ικανοποίηση της χρηματικής του απαίτησης από το πλειστηρίασμα, ενώ η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης και η συντηρητική κατάσχεση, ως ασφαλιστικά μέτρα, αποτελούν μορφή προσωρινής δικαστικής προστασίας του δανειστή, για την εξασφάλιση ή διατήρηση χρηματικής απαίτησης του, εάν ληφθεί υπόψη η καθυστερημένη οπωσδήποτε οριστική του προστασία και η, εξαιτίας τούτου, ύπαρξη κινδύνου αποξενώσεως του οφειλέτη από την κατασχετή περιουσία του, με αποτέλεσμα την αδυναμία του δανειστή να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση όταν θα έχει αποκτήσει εκτελεστό τίτλο (ΑΠ 1000/2020, ΑΠ 251/2020).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 712 ΚΠολΔ, η συντηρητική κατάσχεση απαιτήσεων ή κινητών στα χέρια τρίτου γίνεται με την επίδοση στον τρίτο αντιγράφου της απόφασης, που τη διατάζει, με επιταγή να μην εξοφλήσει την απαίτηση ή να μην παραδώσει τα κινητά, καθώς και με επίδοση μέσα σε οκτώ ημέρες σε κείνον, κατά του οποίου στρέφεται η (συντηρητική) κατάσχεση, εγγράφου στο οποίο αναφέρεται η κατάσχεση που έχει επιβληθεί στα χέρια τρίτου, άλλως η κατάσχεση είναι άκυρη.

Στην κατάσχεση αυτή εφαρμόζονται οι διατάξεις της αναγκαστικής κατάσχεσης απαιτήσεων ή κινητών στα χέρια τρίτου. Ο τρίτος, εκείνος που επέβαλε την κατάσχεση και ο οφειλέτης έχουν όλες τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα που προβλέπουν οι διατάξεις της αναγκαστικής κατάσχεσης απαιτήσεων ή κινητών στα χέρια τρίτου και εφαρμόζεται η διαδικασία για την άσκηση ή την διαφύλαξή τους, που ορίζεται στις διατάξεις αυτές.

Κατά δε την παρ. 2 του άρθρου 722 ΚΠολΔ "Όποιος έχει κατασχέσει συντηρητικώς απαίτηση στα χέρια τρίτου γίνεται, από την τελεσιδικία της απόφασης που δέχεται την αγωγή για την κύρια υπόθεση, δικαιούχος ολόκληρης της απαίτησης ή μέρους της, ανάλογα με το περιεχόμενο της απόφασης". Ο τρίτος υποχρεούται να προβεί στη δήλωση του άρθρου 985 ΚΠολΔ και, αν μεν η δήλωσή του είναι αρνητική, ο δανειστής διατηρεί δικαίωμα ανακοπής, κατά το άρθρο 986 ΚΠολΔ, που η μη άσκηση ή η τελεσίδικη απόρριψή της επιφέρουν την αυτοδίκαιη άρση της συντηρητικής κατάσχεσης, σε περίπτωση δε που η δήλωση είναι θετική, όπως και σε περίπτωση που η ανακοπή του άρθρου 986 ΚΠολΔ γίνει τελεσίδικα δεκτή, η συντηρητική κατάσχεση τρέπεται σε αναγκαστική, με την τελεσιδικία της απόφασης που δέχεται την αγωγή για την κύρια υπόθεση, κατ'άρθρο 722 παρ. 2 ΚΠολΔ, με περαιτέρω συνέπεια και την αναγκαστική εκχώρηση της απαίτησης τότε στον δανειστή.

Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 985, 986 και 988 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο τρίτος, στα χέρια του οποίου επιβλήθηκε κατάσχεση απαίτησης του καθού η εκτέλεση, οφείλει μέσα σε οκτώ ημέρες από την επίδοση σ` αυτόν του κατασχετηρίου να δηλώσει στη γραμματεία του ειρηνοδικείου του τόπου της κατοικίας του, αν υπάρχει η απαίτηση και σε καταφατική περίπτωση να ενεργήσει σύμφωνα με τα οριζόμενα ειδικότερα στο άρθρ. 988 ΚΠολΔ, διαφορετικά, αν η απαίτηση δεν υπάρχει ή πρόκειται για απαίτηση ακατάσχετη, πρέπει να προβεί σε αντίστοιχη αρνητική δήλωση, με την οποία εξομοιώνεται και η παράλειψη δήλωσης, δικαιούται δε αυτός που επέβαλε την κατάσχεση να ανακόψει την αρνητική (ρητή ή σιωπηρή) δήλωση μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από της δηλώσεως, επικαλούμενος ανακρίβεια αυτής (ΑΠ 88/2025).

Ανακριβής είναι η δήλωση του τρίτου είτε πρόκειται για την απόκρυψη της ύπαρξης της οφειλής είτε πρόκειται για την αναληθή ή μη πλήρη έκθεση επιμέρους πραγματικών περιστατικών που περιγράφουν τη σχέση του καθ' ου η εκτέλεση με τον τρίτο (ΑΠ 613/2022, ΑΠ 624/2021, ΑΠ 1261/2019). Η ανακρίβεια της αρνητικής δήλωσης κρίνεται μόνο αντικειμενικά, δηλαδή ανεξάρτητα από την υποκειμενική αντίληψη του δηλούντος και την καλή ή κακή πίστη του, γίνεται δε δεκτή κατά το άρθρ. 990 ΚΠολΔ η κατ` αυτής ανακοπή, εφόσον η δήλωση δεν αληθεύει είτε ως προς τα πραγματικά περιστατικά είτε ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών.

Συνακόλουθα τούτων, αντικείμενο της σχετικής δίκης, το οποίο δημιουργείται μεταξύ του κατασχόντος και του τρίτου και το οποίο περιορίζεται από το περιεχόμενο του κατασχετηρίου και της δήλωσης του τρίτου, είναι η εκδίκαση της απαίτησης του καθού η εκτέλεση κατά του τρίτου, ώστε να διαπιστωθεί αν ο τρίτος έχει ή όχι και με ποιούς περιορισμούς οφειλές προς τον καθού η εκτέλεση οφειλέτη του κατασχόντος (ΑΠ 624/2021, ΑΠ 1132/2019, ΑΠ 500/2018, ΑΠ 663/2017, ΑΠ 480/2012).

Η δήλωση του τρίτου, όπως ήδη αναφέρθηκε, συνιστά υποχρέωσή του, που καθιερώνεται από το νόμο, προς ειλικρινή απάντηση έναντι του κατασχόντος για τη διασφάλιση της έννομης τάξης, η δε υποχρέωση αυτή δεν εκτείνεται μόνο στην απλή δήλωση περί του αν υφίσταται η απαίτηση, αλλά επεκτείνεται και στην υποχρέωση παροχής πληροφοριών στον κατασχόντα και επιβάλλει ορισμένη, σαφή και ειλικρινή αναφορά των σχέσεων του τρίτου με τον καθ` ου η εκτέλεση.

Δηλαδή, ο τρίτος οφείλει να δηλώσει με σαφήνεια και ειλικρίνεια εάν υπάρχει η απαίτηση που κατασχέθηκε, αναφέροντας σε καταφατική περίπτωση και τη δικαιογόνο σχέση, τις ενστάσεις ή λόγους αδυναμίας καταβολής αυτής, καθώς και την ανταπαίτησή που τυχόν έχει κατά του καθ` ου η εκτέλεση και αν επιβλήθηκε στα χέρια του άλλη κατάσχεση, από ποιόν και για ποιό χρόνο.

Εάν η οφειλή του τρίτου κατά το χρόνο επιβολής της κατάσχεσης έχει αποσβεστεί ή έπαψε να υπάρχει έναντι του καθ` ου η εκτέλεση ως δανειστή ή έναντι του ίδιου του δηλούντος ως οφειλέτη, έχει υποχρέωση να αναφέρει στη δήλωσή του περιστατικά που θεμελιώνουν την απαίτηση ή την κατάργηση της ενοχής. Η δε ανακριβής δήλωση εξομοιώνεται με αρνητική δήλωση του τρίτου.

Αν δε, λόγω της πολυπλοκότητας των σχέσεων και των συναλλαγών του με τον οφειλέτη καθ` ου η κατάσχεση, αδυνατεί προς το παρόν να εξάγει συμπεράσματα, ο τρίτος οφείλει να εκθέσει τα περιστατικά που θεμελιώνουν την αδυναμία του, άλλως κινδυνεύει η δήλωσή του να θεωρηθεί ανακριβής. Επομένως, στο δικόγραφο της ανακοπής από το άρθρο 986 ΚΠολΔ, που αποτελεί μορφή της γενικής ανακοπής του άρθρου 583 ΚΠολΔ, ο ανακόπτων οφείλει να προσδιορίζει κατά τα ουσιώδη στοιχεία της την απαίτηση, δηλαδή την αιτία της οφειλής του τρίτου προς τον καθού η εκτέλεση (δικαιογόνος αιτία) και τα πραγματικά περιστατικά που τη στηρίζουν (παραγωγικά γεγονότα), αφού ο ανακόπτων φέρει το βάρος της απόδειξης της κατασχεμένης απαίτησης (ΑΠ 1364/2021, ΑΠ 1236/2021, 666/2021, 287/2020, ΑΠ 259/2020, ΑΠ 1132/2019, ΑΠ 1500/2017, ΑΠ 663/2017, ΑΠ 480/2012).

Το μόνο ποσό που πρέπει να προσδιορίζεται επακριβώς από τον ανακόπτοντα είναι το ποσό της απαίτησης, για το οποίο επέβαλε την κατάσχεση, και όχι το ποσό για το οποίο ασκείται η ανακοπή κατά της δηλώσεως του τρίτου (ΑΠ 1500/2017, ΑΠ 663/2017). Σε περίπτωση, όμως, που ο τρίτος δεν αμφισβητεί με τη δήλωσή του την ύπαρξη της απαίτησης, αλλά απλώς επικαλείται λόγους που εμποδίζουν την ικανοποίησή της, η ανακοπή περιορίζεται στην αμφισβήτηση των σχετικών λόγων και υποχρεούται πλέον ο τρίτος να αποδείξει την αλήθεια των λόγων που αυτός προβάλλει με τη μορφή ενστάσεών του κατά της απαίτησης (ΑΠ 1132/2019, ΑΠ 480/2012).

Τρίτος, φυσικό ή νομικό πρόσωπο δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, στα χέρια του οποίου επιβάλλεται κατάσχεση κατά τις διατάξεις των άρθρων 982 επ. ΚΠολΔ, είναι εκείνος ο οποίος ως προς την κατασχετέα περιουσία επέχει θέση οφειλέτη έναντι του προσώπου κατά του οποίου ενεργείται η κατάσχεση, δηλαδή αυτός που δυνάμει ίδιας εξουσίας είναι κάτοχος ξένης περιουσίας και ο οποίος σε σχέση προς το κατεχόμενο από αυτόν πράγμα, δεν ταυτίζεται με τον οφειλέτη αλλά έχει νομική αυτοτέλεια και κατέχει συνήθως βάσει ορισμένης έννομης σχέσης (π.χ.

μίσθωση πράγματος, έργου, παρακαταθήκη κ.τ.λ. ). Έτσι τρίτος είναι ο εντολοδόχος, ο πληρεξούσιος του οφειλέτη, ο θεματοφύλακας, ο μεσεγγυούχος, ο συμβολαιογράφος ως θεματοφύλακας, ο μεταφορέας, ο παραγγελιοδόχος, ο λήπτης χρησιδανείου, ο πράκτορας και γενικούς αυτός που αναλαμβάνει τη διεκπεραίωση ξένων υποθέσεων, εκτός αν είναι υπάλληλος του οφειλέτη.

Εξάλλου, επί κατασχέσεως μέλλουσας απαίτησης, πρέπει να προσδιορίζονται σαφώς τα περιστατικά, με βάση τα οποία προσδοκάται η δυνατότητα παραγωγής από τη συγκεκριμένη έννομη σχέση της μέλλουσας χρηματικής απαίτησης. Στην περίπτωση όμως που ο τρίτος δεν αμφισβητεί με τη δήλωσή του τη δικαιογόνο αιτία και την ύπαρξη της απαίτησης, αλλά απλώς επικαλείται λόγους που εμποδίζουν την ικανοποίηση αυτής, η ανακοπή περιορίζεται στην αμφισβήτηση των σχετικών λόγων και υποχρεούται πλέον ο τρίτος να αποδείξει την αλήθεια των λόγων που αυτός προβάλλει με τη μορφή ενστάσεών του κατά της απαίτησης (ΑΠ 319/2021, ΑΠ 259/2020, ΑΠ 1132/2019, ΑΠ 480/2012). Σε περίπτωση επιβολής κατασχέσεως απαιτήσεων από τραπεζικούς λογαριασμούς στα χέρια πιστωτικού ιδρύματος, η δέσμευση των λογαριασμών του οφειλέτη καταλαμβάνει μόνο το υφιστάμενο υπόλοιπο, εκτός αν κατάσχονται και μελλοντικές απαιτήσεις από τους λογαριασμούς, οπότε η δέσμευση καταλαμβάνει κάθε ποσό που κατατίθεται στους λογαριασμούς του οφειλέτη του κατασχόντος και μετά την επίδοση του κατασχετηρίου. Το τελευταίο, όμως, απαιτεί, στο πλαίσιο της σαφήνειας και του ορισμένου του κατασχεθέντος αντικειμένου, την σαφή αναφορά στο κατασχετήριο περί κατασχέσεως και μελλοντικών απαιτήσεων του οφειλέτη κατά του πιστωτικού ιδρύματος από τους τηρούμενους τραπεζικούς λογαριασμούς.

Συνεπώς, όταν η κατάσχεση αφορά και μελλοντικές απαιτήσεις του καθ' ου η κατάσχεση, τότε αναμφίβολα η δήλωση του πιστωτικού ιδρύματος θα πρέπει να ανταποκρίνεται και σε μεταγενέστερα της ημερομηνίας επιδόσεως δεδομένα. Έτσι, απαιτήσεις, που εμφανίζονται μετά την κοινοποίηση του κατασχετηρίου και μέχρι την υποβολή της δηλώσεως, πρέπει να περιλαμβάνονται στην τελευταία, εφ' όσον η έννομη σχέση ήταν γεννημένη ήδη κατά τον χρόνο κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου (ΑΠ 1027/2002, ΑΠ 972/2019, ΑΠ 825/2018).

Εξάλλου, προϋπόθεση για την ευθύνη του τρίτου είναι το ζημιογόνο γεγονός της παραλείψεως της δηλώσεως ή της ανακρίβειας της δηλώσεως που υποβλήθηκε, η ζημία του κατασχόντος και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας. Το περιεχόμενο της ζημίας θα κριθεί κατά το ουσιαστικό δίκαιο, περιλαμβάνει δε η αποζημίωση κάθε ζημία που είναι απότοκος της συμπεριφοράς του τρίτου (ΑΠ 1424/2023, ΑΠ 613/2022, ΑΠ 1364/2021, ΑΠ 259/2020, ΑΠ 1132/2019, ΑΠ 663/2017, ΑΠ 448/2016).

Περαιτέρω, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 982 του ΚΠολΔ εξαιρούνται από την κατάσχεση... δ) απαιτήσεις μισθών, συντάξεων ή ασφαλιστικών παροχών, εκτός αν πρόκειται να ικανοποιηθεί απαίτηση για διατροφή που στηρίζεται στο νόμο ή σε διάταξη τελευταίας βούλησης ή για συνεισφορά στις ανάγκες της οικογένειας, οπότε επιτρέπεται να γίνει κατάσχεση έως το μισό, αφού ληφθούν υπόψη τα ποσά που εισπράττει ο υπόχρεος, το μέγεθος των υποχρεώσεων που του δημιουργεί ο γάμος του για αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών και ο αριθμός των δικαιούχων.

Με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι η εξαίρεση της περίπτωσης δ` της παρ. 2 ισχύει και όταν η καταβολή του ποσού του μισθού γίνεται με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό του οφειλέτη σε πιστωτικό ίδρυμα. Η εξαίρεση ισχύει μόνο στην έκταση που ο λογαριασμός παρουσιάζει υπόλοιπο που δεν υπερβαίνει, κατά το χρονικό διάστημα από την επιβολή της κατάσχεσης έως την επομένη ημέρα της καταβολής, το ποσό της εξαιρούμενης από την κατάσχεση, απαίτησης.

Η παραπάνω παράγραφος 3, όπως προστέθηκε με το άρθρο 3 του ν. 3714/2008 και διατηρήθηκε και με το ν. 4335/2015, αντιμετώπισε το θέμα της τύχης των απαιτήσεων από μισθούς, συντάξεις και ασφαλιστικές παροχές, όταν η καταβολή των σχετικών ποσών γίνεται με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό του δικαιούχου, όπως κατά κανόνα συμβαίνει σήμερα και συγχωνεύονται οι ακατάσχετες απαιτήσεις με το σύνολο των υπολοίπων (κατασχετών) απαιτήσεων που συναποτελούν στο δεδομένο χρονικό σημείο τη σχετική τραπεζική κατάθεση.

Δυνάμει των παραπάνω διατάξεων ορίσθηκε ότι το ακατάσχετο των μισθών, συντάξεων και ασφαλιστικών παροχών, όπως αυτό προβλέφθηκε στο άρθρο 982 παρ. 2 δ` του ΚΠολΔ, διατηρείται ακόμη "και όταν η καταβολή του ποσού γίνεται με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό του οφειλέτη σε πιστωτικό ίδρυμα" (άρθρο 982 παρ. 3 εδ.

α`), με δύο ρητούς περιορισμούς, ένα ποσοτικό και ένα χρονικό (άρθρο 982 παρ. 3 εδ. β`). Αφενός το ακατάσχετο ισχύει μόνο για ένα μισθό ή μία σύνταξη (άρθρο 982 παρ. 3 εδ. α` "στην έκταση που ο λογαριασμός παρουσιάζει υπόλοιπο που δεν υπερβαίνει... το ποσό της εξαιρούμενης από την κατάσχεση απαίτησης"), αφετέρου το ακατάσχετο μπορεί να διατηρηθεί μόνο για περιορισμένο "χρονικό διάστημα από την επιβολή της κατάσχεσης έως την επομένη ημέρα της καταβολής" (άρθρο 982 παρ. 2 εδ.

β). Απαιτείται συνεπώς, η ανάληψη από τον λογαριασμό της τράπεζας του μισθού, της συντάξεως ή της ασφαλιστικής παροχής από τον δικαιούχο, το αργότερο την επομένη ημέρα από την κατάθεσή του. Σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις το ακατάσχετο των μισθών, συντάξεων και ασφαλιστικών παροχών επεκτάθηκε και στην αντίστοιχη τραπεζική κατάθεση, όταν ο μισθός ή η σύνταξη καταβάλλονται απευθείας στον τραπεζικό λογαριασμό του εργαζόμενου, για λόγους προστασίας των εργαζόμενων, όπως αναφέρεται στην οικεία αιτιολογική έκθεση.

Εξάλλου, με το άρθρο 1 παρ. 1 ν. 1069/1980 "Περί κινήτρων δια την ίδρυσιν Επιχειρήσεων Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως" (ΦΕΚ A 191), όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του από το άρθρο 1 του Ν. 4483/2017 (ΦΕΚ A 107/31. 07. 2017), προβλέφθηκε για την άσκηση των πάσης φύσεως δραστηριοτήτων του κυκλώματος ύδρευσης και αποχέτευσης οικιστικών κέντρων της χώρας (με εξαίρεση τις πόλεις των Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Βόλου και των μειζόνων περιοχών τους), η δυνατότητα της σύστασης σε κάθε δήμο ή κοινότητα ενιαίων επιχειρήσεων ύδρευσης και αποχέτευσης, οι οποίες αποτελούν ίδια νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (ΝΠΙΔ) κοινωφελούς χαρακτήρα, διέπονται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο, λειτουργούν με τη μορφή δημοτικής ή κοινοτικής επιχείρησης και διέπονται ως προς τη διοίκηση, οργάνωση, εκτέλεση, λειτουργία και συντήρηση των έργων της αρμοδιότητάς τους καθώς και τις πηγές της χρηματοδότησής τους από τις διατάξεις του νόμου αυτού, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των διατάξεων του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, ενώ και μετά την αντικατάσταση του άνω άρθρου 1 του νόμου 1069/1980, με το άρθρο 1 του Ν. 4483/2017 (ΦΕΚ Α 107/31.7.2017), ορίστηκε ότι "1.

Οι Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης (Δ.Ε.Υ.Α.) αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου της παρ. 4 του άρθρου 252 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ΚΔΚ), όπως κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3463/2006 (Α' 114), έχουν κοινωφελή και μη κερδοσκοπικό χαρακτήρα και διέπονται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από άλλες ειδικές διατάξεις του παρόντος, του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων και του ν. 3852/2010 (Α' 87)".

Από τις διατάξεις δε του Ν. 1069/1980 εν συνόλω συνάγεται ότι οι δημοτικές επιχειρήσεις ύδρευσης και αποχέτευσης, αν και εξοπλίζονται από το νόμο με αρμοδιότητες που προσιδιάζουν σε δημόσια αρχή (όπως π. χ. κατά τα άρθρα 11, 24, 27 του εν λόγω νόμου), είναι νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, διεπόμενα από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, έχουν διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια, διαθέτοντας ίδια διοίκηση, ανεξάρτητη ταμειακή υπηρεσία και ιδιαίτερο προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων, με βάση τον οποίο γίνεται η οικονομική διαχείρισή τους, ίδια περιουσία και δικούς τους πόρους, ανεξάρτητη και αυτοτελή εσωτερική οργάνωση και λειτουργία με βάση κανονισμούς που συντάσσονται από τα όργανα διοίκησης αυτών, δεν υπάγονται στην κατηγορία των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ούτε στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, από τον οποίο αντιθέτως ρητά εξαιρούνται (ΟλΑΠ 5/2022, ΑΠ 980/2024, ΑΠ 173/2023, ΑΠ 740/2021, ΑΠ 829/2018, ΑΠ 113/2017).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 4β του Συντάγματος "οι δικαστικές αποφάσεις εκτελούνται αναγκαστικά κατά του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, όπως νόμος ορίζει", κατά δε το άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 3068/2002, που εκδόθηκε σε εκτέλεση της άνω συνταγματικής επιταγής "η αναγκαστική εκτέλεση για να ικανοποιηθεί χρηματική απαίτηση κατά του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των λοιπών νπδδ γίνεται με κατάσχεση της ιδιωτικής περιουσίας αυτών.

Αποκλείεται η κατάσχεση απαιτήσεων που πηγάζουν από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου ή απαιτήσεων χρηματικού ή μη αντικειμένου το οποίο έχει ταχθεί για την άμεση εξυπηρέτηση ειδικού δημόσιου σκοπού". Σύμφωνα δε με το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του άνω εκτελεστικού νόμου 3068/2002 "Το Δημόσιο, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου έχουν υποχρέωση να συμμορφώνονται χωρίς καθυστέρηση προς τις δικαστικές αποφάσεις και να προβαίνουν σε όλες τις ενέργειες που επιβάλλονται για την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής και για την εκτέλεση των αποφάσεων.

Δικαστικές αποφάσεις κατά την έννοια του προηγούμενου εδαφίου είναι όλες οι αποφάσεις των διοικητικών, πολιτικών, ποινικών και ειδικών δικαστηρίων που παράγουν υποχρέωση συμμόρφωσης ή είναι εκτελεστές κατά τις οικείες δικονομικές διατάξεις και τους όρους που κάθε απόφαση τάσσει. Δεν είναι δικαστικές αποφάσεις κατά την έννοια του παρόντος και δεν εκτελούνται οι εκτελεστοί τίτλοι που αναφέρονται στις περιπτώσεις των εδαφίων γ`-ζ` της παρ. 2 του άρθρου 904 ΚΠολΔ πλην των κηρυχθεισών εκτελεστών αλλοδαπών δικαστικών αποφάσεων" (ΑΠ 1591/2021, ΑΠ 1001/2020).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 276 του ως άνω Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ΚΔΚ)" Οι Δήμοι και οι Κοινότητες, τα δημοτικά και κοινοτικά ιδρύματα και τα λοιπά δημοτικά και κοινοτικά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι σύνδεσμοι Δήμων και Κοινοτήτων, οι αποκλειστικώς κοινωφελούς χαρακτήρα αμιγείς δημοτικές ή κοινοτικές επιχειρήσεις, οι επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης, η Κεντρική Ένωση Δήμων και Κοινοτήτων της Ελλάδας και οι τοπικές Ενώσεις Δήμων και Κοινοτήτων έχουν όλες ανεξαιρέτως τις ατέλειες και τα δικαστικά, διοικητικά και δικονομικά προνόμια που παρέχονται στο Δημόσιο.. " (παρ. 1).

Ενόψει λοιπόν του γεγονότος ότι η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 3068/2002 δεν αφορά τις δημοτικές επιχειρήσεις, η προβλεπόμενη απ' αυτό απαγόρευση κατάσχεσης απαιτήσεων που πηγάζουν από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου ή απαιτήσεων χρηματικού ή μη αντικειμένου το οποίο έχει ταχθεί για την άμεση εξυπηρέτηση ειδικού δημόσιου σκοπού δεν τυγχάνει εφαρμογής στα εν λόγω ν.

π. ι. δ. κατ' επίκληση και σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 276 του ΚΔΚ (πρβλ. ΑΠ 677/2021). Περαιτέρω, στο άρθρο 12 της υπ` αριθ. 2/37345/0004/4.6.2010 Κ.Υ.Α. των Υπουργών Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών, με τίτλο "Απογραφή προσωπικού του δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α. α` και β` βαθμού και σύσταση Ενιαίας Αρχής Πληρωμής", ορίζεται ότι "Τα Ν.Π.Δ.Δ., οι ΟΤΑ, καθώς και οι φορείς του δημοσίου τομέα που ορίζονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994(ΦΕΚ 28/Α),-σ.

σ. "γ. Οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού και οι πάσης φύσεως επιχειρήσεις τους" - υποχρεούνται να ορίζουν τραπεζικό λογαριασμό τηρούμενο στην Τράπεζα της Ελλάδος ή σε εμπορική τράπεζα ή πιστωτικό ίδρυμα, τον οποίο θα χρησιμοποιούν αποκλειστικά για την καταβολή των αμοιβών, που εμπίπτουν στην Ε.Α.Π.

Ακόμη, υποχρεούνται να εξουσιοδοτήσουν παγίως την Ε.Α.Π. για την χρέωση του παραπάνω τραπεζικού λογαριασμού τους, με το ποσό των αμοιβών που καταβάλλεται στις οριζόμενες από το άρθρο 15 της παρούσας ημερομηνίες στους δικαιούχους, καθώς και με το ποσό που πρέπει να καταβληθεί σε τρίτους (συμπεριλαμβανομένων των ασφαλιστικών φορέων) ως κρατήσεις.

Μετά το πέρας κάθε διαδικασίας καταβολής από την Ε.Α.Π. το υπόλοιπο του λογαριασμού αυτού μηδενίζεται". Οι αποδοχές των υπαλλήλων, που μισθοδοτούνται με τη διαδικασία της απόφασης αυτής καταβάλλονται στις 27 και 13 κάθε μήνα και, εφόσον συμπίπτουν με αργία, την αμέσως προηγούμενη εργάσιμη ημέρα (άρθρο 15).

Σκοπός της υποχρέωσης απογραφής και ένταξης στην Ενιαία Αρχή Πληρωμών των παραπάνω προσώπων, σύμφωνα και με την αιτιολογική έκθεση επί του σχεδίου του παραπάνω νόμου, αποτελεί τόσο η δημιουργία Κεντρικής Βάσης Δεδομένων ανθρώπινου δυναμικού, για την αξιοποίηση και διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού (στο πλαίσιο της κινητικότητας κλπ.), όσο και ο έλεγχος της μισθοδοσίας και των πρόσθετων αμοιβών των υπόχρεων σε απογραφή, για την άσκηση μισθολογικής πολιτικής από το Υπουργείο Οικονομικών σε συνεργασία με το Υπουργείο Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (βλ.

ΓΝΜΔ ΝΣΚ 253/2019). Με την ειδική διάταξη του άρθρου 49 Ν. 4257/2014 ορίζεται ότι "Οι πάσης φύσεως αποδοχές, αμοιβές, αποζημιώσεις και απολαβές, οι οποίες κατατίθενται στον ειδικό λογαριασμό του άρθρου 12 της υπ` αριθ. 2/37345/0004/4.6.2010 Κ.Υ.Α. των Υπουργών Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, που τηρείται από τους υπόχρεους Ο.Τ.Α.

και αποδίδονται στο προσωπικό τους μέσω της Ενιαίας Αρχής Πληρωμής, δεν δύνανται να υποθηκευτούν ή ενεχυριαστούν ή κατασχεθούν. Στον ανωτέρω λογαριασμό, δύναται να κατατίθεται από τους υπόχρεους φορείς το σύνολο των πάσης φύσεως αποδοχών, αμοιβών, αποζημιώσεων και απολαβών του προσωπικού τους, το οποίο καλύπτει διάστημα έως δύο μηνών".

Η διάταξη αυτή, κατά το γράμμα της εφαρμόζεται μόνο στους Ο.Τ.Α. και όχι στις δημοτικές επιχειρήσεις. Σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση των προαναφερόμενων φορέων να ορίσουν τραπεζικό λογαριασμό, τον οποίο θα χρησιμοποιούν "αποκλειστικά" για την καταβολή αμοιβών υπαλλήλων και ασφαλιστικών εισφορών, θεσπίσθηκε προκειμένου να απλοποιηθούν οι διαδικασίες καταβολής αμοιβών του Δημοσίου και να παρέχεται άμεσα η δυνατότητα παρακολούθησης αναλυτικών και συγκεντρωτικών στοιχείων μισθοδοσίας (βλ.

εισαγωγικό μέρος της Κ.Υ.Α. , αριθ. 13) και έχει την έννοια ότι η πληρωμή των σχετικών ποσών θα πρέπει να γίνεται αποκλειστικά μέσω αυτού του λογαριασμού. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 4/2018, ΑΠ 262/2024, ΑΠ 827/2021, ΑΠ 650/2020, ΑΠ 403/2020).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν.

Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 262/2024, ΑΠ 132/2022). 4.

Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με τη προσβαλλομένη απόφασή του, κατά παραδεκτή επισκόπηση αυτής για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), δέχθηκε τα ακόλουθα, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία, μέρος: "Δυνάμει της υπ' αριθ. 510/2011 απόφασης του Εφετείου Λάρισας, ήδη αμετάκλητης, μετά από την έκδοση της υπ' αριθ. 8/2014 απόφασης της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, το Ν.Π.Ι.Δ.

ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΥΔΡΕΥΣΗΣ - ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΜΕΙΖΟΝΟΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΒΟΛΟΥ (Δ.Ε.Υ.Α.Μ.Β.) (2ο αναιρεσίβλητο), υποχρεώθηκε να καταβάλει στην ανώνυμη τεχνική εταιρεία ΕΡΓ.ΗΛ. Α.Τ.Ε. (1η αναιρεσίβλητη) το ποσό των 4.028.026,46 ευρώ, πλέον του αναλογούντος εργολαβικού οφέλους 28%, της νόμιμης αναθεώρησης και του Φ. Π. Α. , με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της σχετικής προσφυγής - αγωγής (16.09.2009).

Ακριβές αντίγραφο πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ' αριθ. 510/2011 απόφασης, χωρίς επιταγή προς πληρωμή, είχε κοινοποιηθεί στην οφειλέτρια δημοτική επιχείρηση από τις 12.06.2017, ενώ στις 17.09.2019 η ΕΡΓ.ΗΛ. Α.Τ.Ε. επέδωσε στη Δ.Ε.Υ.Α.Μ.Β. ...ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο από το υπ' αριθ. 55/2015 πρώτο εκτελεστό απόγραφο της ανωτέρω απόφασης, με την από 17.01.2019 επιταγή προς πληρωμή συνολικού ποσού 1.411.938,40 ευρώ και ειδικότερα:

α) 1.411.518 ευρώ, για τόκους υπερημερίας του κεφαλαίου 6.834.890,47 ευρώ, που είχε επιδικαστεί με την απόφαση, του διαστήματος από 13.06.2015 (επομένη της ημερομηνίας μέχρι την οποία είχαν υπολογιστεί τόκοι υπερημερίας με προηγούμενη επιταγή προς πληρωμή) έως 16.04.2018, β) 5 ευρώ, για έξοδα αντιγράφου, γ) 372 ευρώ, για τη σύνταξη και υπογραφή της επιταγής προς πληρωμή και της παραγγελίας για επίδοση και δ) 43,40 ευρώ, για έξοδα επίδοσης της επιταγής.

Στις 17.01.2019 η ΕΡΓ.ΗΛ. Α.Τ.Ε. κοινοποίησε στην τραπεζική εταιρεία Eurobank Ergasias (καθολική διάδοχος της οποίας είναι η αναιρεσείουσα) το από 16.01.2019 κατασχετήριο έγγραφο.... , με το οποίο επέβαλε στα χέρια της, ως τρίτης, συντηρητική κατάσχεση επί κάθε υπάρχοντος "διαθέσιμου χρηματικού ποσού της καθ' ης, προερχόμενου από οποιαδήποτε έννομη σχέση και αιτία (ήτοι όλως ενδεικτικά κάθε χρηματικού ποσού που υφίσταται σήμερα σε λογαριασμούς της οφειλέτριας, σε ευρώ ή σε οποιοδήποτε άλλο νόμισμα, αλλά και κάθε άλλη απαίτηση που έχει ή θα έχει η οφειλέτρια από οποιαδήποτε αιτία όπως ενδεικτικά, καταθέσεις ταμιευτηρίου, ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού, προθεσμιακές όψεως κλπ, ή αξίες από ομόλογα, μετοχές μερίσματα αποδόσεις repos κλπ) και μέχρι του παραπάνω οφειλόμενου ποσού του ενός εκατομμυρίου τετρακοσίων έντεκα χιλιάδων πεντακοσίων δέκα οκτώ ευρώ (1.411.518 €)", επιτάσσοντας την Τράπεζα, από την επίδοση του κατασχετηρίου, να μην καταβάλει στην οφειλέτρια, αλλά να παρακρατήσει και να αποδώσει το ποσό αυτό στην επισπεύδουσα, όταν θα επιτρέπεται βάσει της κείμενης νομοθεσίας η επιβολή αναγκαστικής κατάσχεσης, καθώς και να μην εξοφλεί μερικά ή ολικά κάθε άλλη απαίτηση της καθ' ης υφιστάμενη ή μέλλουσα, υπό αίρεση ή προθεσμία, μέχρι του ίδιου ποσού και επικουρικά, για την περίπτωση μη ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων, να παρακρατεί το σύνολο των χρηματικών απαιτήσεων, που θα καθίστανται ληξιπρόθεσμες και απαιτητές, μέχρι του παραπάνω ποσού.

Στις 25.01.2019 το κατασχετήριο επιδόθηκε και στην καθ' ης η εκτέλεση δημοτική επιχείρηση..., η οποία είχε ήδη ασκήσει στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου την από 21.01.2019 και υπ' αριθ. έκθεσης κατάθεσης 49/2019 αίτηση αναστολής της εκτέλεσης βάσει της από 17. 01. 2019 επιταγής προς πληρωμή, στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε η από 22.01.2019 προσωρινή διαταγή της δικαστή του ίδιου Δικαστηρίου, που απαγόρευσε, μέχρι την έκδοση απόφασης, κάθε περαιτέρω πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης και ειδικά τη δέσμευση, με συντηρητική ή αναγκαστική κατάσχεση, των τραπεζικών λογαριασμών της οφειλέτριας.

Η καθ' ης η ανακοπή, στις 25.01.2019, δήλωσε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών ότι, λόγω της ανωτέρω προσωρινής διαταγής, αδυνατούσε να προβεί σε δήλωση τρίτου και ότι η από 17.01.2019 συντηρητική κατάσχεση δεν παρήγαγε έννομες συνέπειες κατά τη διάρκεια της διαταχθείσας αναστολής εκτέλεσης. Η κρινόμενη ανακοπή κατά της δήλωσης αυτής (υπ' αριθ.

Γ-648), όπως προαναφέρθηκε, απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης, χωρίς με τις εφέσεις να διατυπώνεται παράπονο κατά της απόρριψής της. Στη συνέχεια, με την υπ' αριθ. 189/18.03.2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, απορρίφθηκε η από 21.01.2019 αίτηση αναστολής και έπαυσε η ισχύς της εκδοθείσας προσωρινής διαταγής.

Η ανακόπτουσα κοινοποίησε στην καθ' ης η ανακοπή αντίγραφο αυτής της δικαστικής απόφασης, μαζί με την από 20.03.2019 εξώδικη δήλωσή της, ότι, λόγω της οριστικής απόρριψης της αίτησης αναστολής, η επιβληθείσα συντηρητική κατάσχεση τράπηκε αυτοδίκαια σε αναγκαστική και κάλεσε αυτή να συμμορφωθεί με τις νόμιμες υποχρεώσεις της.

Η καθ' ης η ανακοπή στις 28.03.2019 υπέβαλε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, την ανακοπτόμενη υπ' αριθ. Γ3629/28.03.2019 δήλωση τρίτου, κατά την οποία: "... Α) Η τροπή της επιβληθείσας συντηρητικής κατάσχεσης σε αναγκαστική, βάσει της ανωτέρω εξώδικης δήλωσης - κλήσης είναι μη νόμιμη, καθώς δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου...

κατά τις διατάξεις των άρθρων 712, 722 § 2 και 724 ΚΠολΔ, Β) Αναφορικά με την εις χείρας της Τράπεζας επιβληθείσα στις 17.01.2019 συντηρητική κατάσχεση, η Τράπεζά μας, κατ' άρθρο 985 ΚΠολΔ, δηλώνει τα ακόλουθα: Επ' ονόματι του ανωτέρω οφειλέτη σας, εις χείρας της Τράπεζας ως τρίτης υφίσταντο κατά την ημέρα κοινοποίησης του κατασχετηρίου: 1) ένας ατομικός λογαριασμός, ο οποίος κατά τη χρονική στιγμή επίδοσης του κατασχετηρίου είχε υπόλοιπο 14. 166, 90 ευρώ, ποσό το οποίο δεσμεύθηκε για την παρούσα συντηρητική κατάσχεση, 2) ένας ατομικός λογαριασμός ο οποίος κατά τη χρονική στιγμή επίδοσης του κατασχετηρίου είχε υπόλοιπο το ποσό των 65.316,33 ευρώ, εκ του οποίου το ποσό των 40.237,48 ευρώ παραμένει δεσμευμένο, λόγω προγενέστερης κατάσχεσης όπως κατωτέρω αναλύεται και το υπόλοιπο ποσό των 25.078,85 ευρώ προορίζεται από το ως άνω ν.π.ι.δ.

και έχει ταχθεί για την εξυπηρέτηση της μηνιαίας μισθοδοσίας των υπαλλήλων του, οπότε στην περίπτωση αυτή είναι ακατάσχετο, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα του άρθρου 982 παρ. 2 ΚΠολΔ και 4 του ν. 3068/2002 και 3) Εξήντα ένας λογαριασμοί, οι οποίοι κατά τη χρονική στιγμή της επίδοσης του κατασχετηρίου είχαν μηδενικό υπόλοιπο.

Έχει επιβληθεί έως σήμερα άλλη κατάσχεση εις χείρας της Τράπεζάς μας, ως τρίτης κατά του ως άνω οφειλέτη σας. Συγκεκριμένα από τον Ρ. Χ. του Σ., με το κοινοποιηθέν στις 26.01.2018 κατασχετήριο έγγραφό του και μέχρι του ποσού των 40.239,48 ευρώ, το οποίο έχει καλυφθεί ΟΛΙΚΩΣ από λογαριασμό του ως άνω οφειλέτη σας. Η παρούσα δήλωση της Τράπεζας Eurobank Α.Ε.

αναφέρεται και στις κατασχόμενες μελλοντικές πιστώσεις ο οποίες θα δεσμεύονται υπέρ της ως άνω κατάσχεσης και θα σας αποδίδονται εντός των ορίων του κατασχετηρίου, μέχρι λήψεως αντιθέτου εκ μέρους σας επιστολής περί ικανοποιήσεως της απαιτήσεώς σας. Η παρακράτηση ή / και η απόδοση για μελλοντικές απαιτήσεις θα γίνεται αυτονοήτως με την επιφύλαξη των διατάξεων του νόμου στον βαθμό που αυτές κατά του κρίσιμο χρόνο προβλέπουν / επιτρέπουν μια διαφορετική αντιμετώπιση".

Αποδεικνύεται, συνεπώς ότι, στις 17.01.2019, με την επίδοση του από 16.01.2019 κατασχετηρίου εγγράφου στην καθ' ης Τράπεζα, επιβλήθηκε νόμιμα συντηρητική κατάσχεση εις χείρας της, ως τρίτης, επί υφιστάμενων και μελλοντικών απαιτήσεων της οφειλέτριας δημοτικής επιχείρησης, προς εξασφάλιση της ειδικά περιγραφόμενης απαίτησης της ανακόπτουσας και έκτοτε επήλθαν ως προς την Τράπεζα τα αναφερόμενα στη διάταξη του άρθρου 984 παρ. 2 ΚΠολΔ αποτελέσματα (απαγόρευση εξόφλησης, απόδοσης κλπ).

Δεδομένου ότι η κατάσχεση αφορούσε και μελλοντικές απαιτήσεις, η Τράπεζα ήταν υποχρεωμένη να περιλάβει στη δήλωσή της - και επίσης να δεσμεύσει υπέρ της ανακόπτουσας - όλες τις απαιτήσεις που ήδη υφίσταντο κατά του χρόνο κοινοποίησης του κατασχετηρίου σε αυτή, αλλά και όσες εμφανίσθηκαν μετά, και μέχρι την υποβολή της δήλωσης, εφόσον η έννομη σχέση ήταν γεννημένη ήδη κατά του χρόνο κοινοποίησης.

Το γεγονός της - μεταγενέστερης της επιβολής της κατάσχεσης - έκδοσης της προσωρινής διαταγής δεν επέδρασε στο κύρος και τα αποτελέσματα της ήδη επιβληθείσας συντηρητικής κατάσχεσης και η σχετική απαγόρευση αφορούσε κάθε νέα πράξη εκτέλεσης, μη δυνάμενη να ακυρώσει αναδρομικά τα αποτελέσματα που, νόμιμα, είχαν επέλθει από την κοινοποίηση του κατασχετηρίου.

Η συντηρητική κατάσχεση δεν τράπηκε σε αναγκαστική, αφού δεν συνέτρεξε περίπτωση πλήρωσης των προϋποθέσεων του άρθρου 722 ΚΠολΔ, όπως ορθά κρίθηκε και με την εκκαλουμένη και συνεπώς δεν στηρίζεται στον νόμο η υποστηριζόμενη από την ανακόπτουσα "αυτοδίκαιη" τροπή της κατάσχεσης σε αναγκαστική, ούτε τα αιτήματα για απόδοση του κατασχεθέντος ποσού νομιμοτόκως, καθώς και των ποσών που μελλοντικά θα δεσμεύονταν, ως συνδεόμενα με αναγκαστική και όχι με συντηρητική κατάσχεση, απορριπτομένου ως αβάσιμου και του συναφούς λόγου έφεσης.

Σημειωτέον ότι, η ανακόπτουσα προβάλλει, επίσης, με την έφεσή της ότι η καθ' ης δεν είχε νόμιμο δικαίωμα, ως τρίτη, να αμφισβητήσει το κύρος της τροπής της συντηρητικής κατάσχεσης σε αναγκαστική, όπως εξωδίκως δηλώθηκε από αυτή, όμως ο ισχυρισμός της δεν είναι νόμιμος, αφού, όπως ήδη αναφέρθηκε, ο τρίτος στα χέρια του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεση, δικαιούται να προσβάλει το κύρος της, όταν δεν έχουν τηρηθεί οι τυπικοί όροι επιβολής της και, εν προκειμένω, η Τράπεζα, ως τρίτη, είχε κάθε δικαίωμα να ελέγξει τη μη νομότυπη επιβολή αναγκαστικής κατάσχεσης, αποκρούοντας την προδήλως αβάσιμη "δήλωση" της επισπεύδουσας, προκειμένου να τηρήσει περαιτέρω τις κατά νόμο υποχρεώσεις της, που διαφέρουν επί συντηρητικής και αναγκαστικής κατάσχεσης.

Εξάλλου, κατά τις ουσιαστικές κρίσεις της εκκαλουμένης, που δεν πλήττονται με λόγους έφεσης, κατά τον χρόνο επίδοσης του κατασχετηρίου στην καθ' ης η ανακοπή, ως τρίτη (17.01.2019), το υπόλοιπο του υπ' αριθ. ... λογαριασμού (με αριθμό 1 στην ανακοπτόμενη δήλωση) ήταν 290.187,45 ευρώ και του υπ' αριθ. ... λογαριασμού (με αριθμό 2 στη δήλωση) 984.963,13 ευρώ και όχι 14.166,90 ευρώ και 65.316,33 ευρώ (όπως δηλώθηκε και αποδείχθηκε πως ήταν, αντίστοιχα, το υπόλοιπό τους κατά τον χρόνο επίδοσης της υπ' αριθ. 189/2019 απόφασης).

Συνεπώς, η καθ' ης η ανακοπή παρέλειψε να περιλάβει στη δήλωσή της και να δεσμεύσει, ως όφειλε, όλα τα ποσά, που ήταν κατατεθειμένα στους δύο λογαριασμούς της οφειλέτριας από την επιβολή της συντηρητικής κατάσχεσης, στις 17.01.2019, μέχρι την υποβολή της δήλωσής της και αβάσιμα επικαλέσθηκε σχετικά την έκδοση της προσωρινής διαταγής, αφού τα αποτελέσματα της επιβληθείσας συντηρητικής κατάσχεσης, που είχαν ξεκινήσει με την κοινοποίηση του κατασχετηρίου, παρέμειναν ενεργά.

Αυτό δεν είναι ζήτημα ερμηνείας του περιεχομένου της προσωρινής διαταγής, όπως εσφαλμένα με τον σχετικό λόγο έφεσης υποστηρίζει η εκκαλούσα, αλλά αποτέλεσμα της φύσης και λειτουργίας της συντηρητικής κατάσχεσης, όπως ο νόμος ορίζει. Υπό τα ανωτέρω, η υποβληθείσα δήλωση ορθά κρίθηκε με την εκκαλουμένη ανακριβής, όσον αφορά τους δύο προαναφερόμενους λογαριασμούς και πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, ο κρινόμενος λόγος της από 20.04.2022 έφεσης....

Η εκκαλούσα, με τον δεύτερο λόγο της από 20.04.2022 έφεσης ισχυρίζεται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε το άρθρο 276 παρ. 1 Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (Ν. 3463/2006) και ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 982 ΚΠολΔ, 4 παρ. 1 εδ. β Ν. 3068/2002 και 49 Ν. 4257/2014, κρίνοντας ανειλικρινή τη δήλωση της Τράπεζας, κατά το μέρος που ανάφερε ότι, ο υπ' αριθ. 2 ατομικός λογαριασμός του οφειλέτη της, που κατά την ημέρα της κοινοποίησης του κατασχετηρίου είχε υπόλοιπο ποσό 65.316,33 ευρώ, ήταν κατά το ποσό των 25.078,85 ευρώ ακατάσχετος, σύμφωνα με τα άρθρα 982 παρ. 2 ΚΠολΔ και 4 Ν. 3068/2002, "επειδή προορίζεται από το ως άνω ν.π.ι.δ.

και έχει ταχθεί για την εξυπηρέτηση της μισθοδοσίας των υπαλλήλων του". Ο λόγος αυτός είναι νομικά αβάσιμος, πρωτίστως γιατί η διάταξη του άρθρου 982 παρ. 2 εδάφιο δ σε συνδυασμό με το άρθρο 982 παρ. 3 ΚΠολΔ, κατά την οποία είναι ακατάσχετες οι απαιτήσεις για καταβολή μισθών ή ασφαλιστικών παροχών, ακόμα και αν η καταβολή τους γίνεται με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό του οφειλέτη σε τραπεζικό ίδρυμα, αποσκοπεί στην προστασία του εργαζομένου και στην εξασφάλιση των αναγκαίων μέσων για τον βιοπορισμό του ίδιου και της οικογένειάς του και, ως εκ τούτου, εφαρμόζεται όταν η εκτέλεση επισπεύδεται σε βάρος του εργαζομένου, ως οφειλέτη, και όχι όταν επισπεύδεται εκτέλεση σε βάρος του εργοδότη, ως δικαιούχου του τραπεζικού λογαριασμού, ακόμα και αν αυτός χρησιμοποιεί τα κατατεθειμένα σε αυτόν χρήματα για την πληρωμή των μισθών των υπαλλήλων του ...Από τον συνδυασμό των ανωτέρω συνάγεται ότι οι αναφερόμενες στα άρθρα 252 επ.

του ισχύοντος Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (ν. 3463/2006) δημοτικές επιχειρήσεις, περιλαμβανομένων των δημοτικών επιχειρήσεων ύδρευσης και αποχέτευσης, αποτελούν αυτοτελείς έναντι των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης επιχειρήσεις, που λειτουργούν με τη μορφή Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου, για την επίτευξη συγκεκριμένων σκοπών, η διαχείρισή τους γίνεται σύμφωνα με ιδιαίτερο προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων και είναι ανεξάρτητη από την υπόλοιπη δημοτική διαχείριση, η δε ευθύνη του Δήμου, που συνιστά ή συμμετέχει σε τέτοια επιχείρηση, περιορίζεται στη συμμετοχή του στο κεφάλαιο της επιχείρησης και η εργασιακή σχέση του προσωπικού τους διέπεται από τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.

Από τη γραμματική διατύπωση των άρθρων 276 παρ. 1 Ν. 3463/2006 (Κ.Δ.Κ.) και 4 παρ. 1 Ν. 3068/2002 σαφώς προκύπτει ότι η απαγόρευση κατάσχεσης απαιτήσεων, που πηγάζουν από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου ή απαιτήσεων χρηματικού ή μη αντικειμένου, το οποίο έχει ταχθεί για την άμεση εξυπηρέτηση ειδικού δημόσιου σκοπού, αφορά το Δημόσιο και τους Ο.Τ.Α., αλλά όχι τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, όπως είναι η καθ'ης η εκτέλεση δημοτική επιχείρηση....

Επιπλέον, στην ιδιωτική περιουσία των Ο.Τ.Α., επί της οποίας επιτρέπεται η αναγκαστική εκτέλεση, περιλαμβάνονται και τα χρηματικά διαθέσιμα των Ο.Τ.Α. , ανεξάρτητα από την πηγή από την οποία προέρχονται και την αιτία γέννησής τους, διότι δεν πρόκειται για ορισμένα ατομικώς προσδιορισμένα "πράγματα", αλλά για έσοδα, τα οποία περιέρχονται στους OΤA αορίστως, χωρίς αντιστοιχία συγκεκριμένων εσόδων προς συγκεκριμένες δαπάνες, υπέρ των εν γένει σκοπών των Ο.Τ.Α., μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η εξόφληση των οφειλών των ΟΤΑ προς τρίτους από οποιαδήποτε αιτία, όπως η μισθοδοσία των υπαλλήλων τους, τα οποία δεν εμπίπτουν στην έννοια των εσόδων, που προορίζονται για την εξυπηρέτηση ειδικού δημόσιου σκοπού....

Τέλος, και η ειδική διάταξη του άρθρου 49 Ν. 4257/2014, με την οποία ορίζεται ότι "Οι πάσης φύσεως αποδοχές, αμοιβές, αποζημιώσεις και απολαβές οι οποίες κατατίθενται στον ειδικό λογαριασμό του άρθρου 12 της υπ' αριθ. 2/37345/0004/4.6.2010 Κ.Υ.Α. των Υπουργών Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, που τηρείται από τους υπόχρεους Ο.Τ.Α.

και αποδίδονται στο προσωπικό τους μέσω της Ενιαίας Αρχής Πληρωμής, δεν δύνανται να υποθηκευτούν ή ενεχυριαστούν ή κατασχεθούν. Στον ανωτέρω λογαριασμό, δύναται να κατατίθεται από τους υπόχρεους φορείς το σύνολο των πάσης φύσεως αποδοχών, αμοιβών, αποζημιώσεων και απολαβών του προσωπικού τους, το οποίο καλύπτει διάστημα έως δύο μηνών", εφαρμόζεται κατά το γράμμα της μόνο στους ΟΤΑ και όχι στις δημοτικές επιχειρήσεις, ενώ μόνο το γεγονός ότι μια επιχείρηση του δημοσίου τομέα (άρθρο 14 παρ. 1 εδ.

δ Ν. 4270/2014), ορίζει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 12 της υπ' αριθ. 2/37345/0004/04-06-2010 Κ.Υ.Α. των Υπουργών Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών, συγκεκριμένο τραπεζικό λογαριασμό, ως χρησιμοποιούμενο αποκλειστικά για την καταβολή των αμοιβών των υπαλλήλων της και των κρατήσεων προς τρίτους (ασφαλιστικούς φορείς κλπ. ), που εμπίπτουν στην Ενιαία Αρχή Πληρωμής, δεν καθιστά ακατάσχετα τα κατατεθειμένα στον εν λόγω λογαριασμό ποσά, αφού η δήλωση αυτή εξυπηρετεί την εσωτερική οργάνωση των υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών, με σκοπό τη διεξαγωγή της διαδικασίας των πληρωμών προς τους εργαζομένους του δημοσίου τομέα, με την παροχή της σχετικής εξουσιοδότησης στην Ενιαία Αρχή Πληρωμών, χωρίς να συνεπάγεται αυτόματα και το ακατάσχετο των δηλωθέντων τραπεζικών λογαριασμών...Υπό τα ανωτέρω, οι επικαλούμενες από την εκκαλούσα νομικές διατάξεις που, κατά την άποψή της, καθιστούν ακατάσχετα τα ποσά, που ήταν κατατεθειμένα στον προαναφερόμενο υπ' αριθ. ...

λογαριασμό μισθοδοσίας της καθ' ης εκτέλεση, δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση, επειδή η κρινόμενη κατάσχεση αφορά δημοτική επιχείρηση. Νομικά αβάσιμος είναι, ειδικότερα, και ο ισχυρισμός ότι ο αναφερόμενος στη δήλωση λογαριασμός ήταν ακατάσχετος, επειδή είχε ορισθεί από τη δημοτική επιχείρηση, σύμφωνα με το άρθρο 12 της υπ' αριθ. 2/37345/0004/2010 Κ.Υ.Α.

Υπουργών Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών, ως χρησιμοποιούμενος αποκλειστικά για την μισθοδοσία των υπαλλήλων, δεδομένου ότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, ούτε η διάταξη του άρθρου 49 Ν. 4257/2014, που προβλέπει το ακατάσχετο των αποδοχών που κατατίθενται στον ανωτέρω ειδικό λογαριασμό, εφαρμόζεται στις δημοτικές επιχειρήσεις.

Η καθ' ης, συνεπώς, όφειλε να δεσμεύσει τα ποσά που περιλαμβάνονταν στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό για την επιβληθείσα κατάσχεση, ως μη υπαγόμενα στις εξαιρέσεις των αναφερόμενων νομικών διατάξεων και η αντίθετη δήλωσή της ήταν πράγματι ανακριβής, το δε πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με όμοιες σκέψεις κατέληξε στην ίδια κρίση, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές, απορριπτομένου, ως νομικά αβάσιμου, του σχετικού λόγου έφεσης...".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 982 παρ. 2 περ. δ ΚΠολΔ, 76 ΚΔΚ, 4 παρ. 1 Ν. 3068/2002 και 49 του Ν. 4257/2014, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση, αφού δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, καθόσον, σύμφωνα με τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με το ένδικο κατασχετήριο η αναιρεσίβλητη ανακόπτουσα, επισπεύδουσα την εκτέλεση, επέβαλε σε βάρος της ως άνω οφειλέτριάς της καθ'ης η εκτέλεση ήτοι της δημοτικής επιχείρησης ύδρευσης και αποχέτευσης (ΔΕΥΑΜΒ), εις χείρας της καθ' ης η ανακοπή ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, ως τρίτης, αναγκαστική κατάσχεση σε κάθε χρηματικό ποσό, σε οποιοδήποτε νόμισμα, από κάθε είδους λογαριασμό (καταθέσεων, όψεως, ταμιευτηρίου, τρεχούμενου ή οποιοσδήποτε άλλου) που διατηρεί η ως άνω καθ' ης η κατάσχεση οφειλέτρια ή ενδέχεται να διατηρήσει στο μέλλον, περιλαμβανόμενων δηλαδή τόσο των τυχόν υφιστάμενων ποσών, όσο και των μελλοντικών ποσών, καθώς και οποιοσδήποτε άλλου ποσού από οποιαδήποτε άλλη αιτία, μέχρι του ποσού των 1. 411.518 €, το χρηματικό δε ποσό που ανευρέθη κατά τον χρόνο επίδοσης του κατασχετηρίου στην καθ' ης η ανακοπή τράπεζα, ως τρίτη, στον υπ' αριθ. ...

λογαριασμό που διατηρούσε η ως άνω καθ' ης η κατάσχεση οφειλέτρια στην καθ'ης η ανακοπή τράπεζα, η τελευταία όφειλε να το δεσμεύσει, αφού, κατά τη μείζονα σκέψη, δεν εμπίπτει στα ακατάσχετα και συνεπώς η δήλωση της καθ'ης η ανακοπή τράπεζας ως τρίτης περί ακατάσχετης τραπεζικής κατάθεσης του καθ'ου η εκτέλεση νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, είναι ανακριβής κατά το μέρος που δεν δεσμεύθηκε υπέρ της αναιρεσίβλητης-ανακόπτουσας το ποσό που ανευρέθη στον υπ' αριθ. ...

λογαριασμό κατά τον παραπάνω χρόνο. Ειδικότερα διότι α)η διάταξη του άρθρου 982 παρ. 2 περ. δ ΚΠολΔ εφαρμόζεται όταν η εκτέλεση επισπεύδεται σε βάρος του εργαζομένου, ως οφειλέτη, και όχι όταν επισπεύδεται εκτέλεση σε βάρος του εργοδότη, ως δικαιούχου του τραπεζικού λογαριασμού, όπως εν προκειμένω, ακόμα και αν αυτός χρησιμοποιεί τα κατατεθειμένα σε αυτόν χρήματα για την πληρωμή των μισθών των υπαλλήλων του, β) η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 3068/2002 δεν αναφέρεται στις δημοτικές επιχειρήσεις που είναι Ν.Π.Ι.Δ.

και, συνεπώς, η προβλεπόμενη από αυτό απαγόρευση κατάσχεσης απαιτήσεων, που πηγάζουν από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου ή απαιτήσεων χρηματικού ή μη αντικειμένου, το οποίο έχει ταχθεί για την άμεση εξυπηρέτηση ειδικού δημόσιου σκοπού, δεν εφαρμόζεται στα εν λόγω Ν.Π.Ι.Δ., όπως η Δ.Ε.Υ. Α.Μ.Β κατ' επίκληση και σε συνδυασμό με τη διάταξη του ρθρου 276 του ΚΔΚ και γ) η ειδική διάταξη του άρθρου 49 του ν. 4257/2014, με την οποία ορίζεται ότι οι πάσης φύσης αποδοχές, αμοιβές, αποζημιώσεις και απολαβές, οι οποίες κατατίθενται στον ειδικό λογαριασμό του άρθρου 12 της υπ' αριθ. 2/37345/0004/04-06-2010 Κ.Υ.Α.

των Υπουργών Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών, που τηρείται από τους υπόχρεους ΟΤΑ και αποδίδονται στο προσωπικό μέσω της Ενιαίας Αρχής Πληρωμών, δεν δύνανται να υποθηκευτούν ή να κατασχεθούν, εφαρμόζεται κατά το γράμμα της μόνο στους ΟΤΑ και όχι στις δημοτικές επιχειρήσεις, όπως είναι η καθ' ης η κατάσχεση, σε κάθε δε περίπτωση η υποχρέωση της καθ'ης η κατάσχεση δημοτικής επιχείρησης (ΔΕΥΑΜΒ) να ορίσει τραπεζικούς λογαριασμούς, τους οποίους θα χρησιμοποιεί "αποκλειστικά" για την καταβολή αμοιβών υπαλλήλων και ασφαλιστικών εισφορών, θεσπίσθηκε προκειμένου να απλοποιηθούν οι διαδικασίες καταβολής αμοιβών του Δημοσίου και να παρέχεται άμεσα η δυνατότητα παρακολούθησης αναλυτικών και συγκεντρωτικών στοιχείων μισθοδοσίας και ως εκ τούτου, δεν συνεπάγεται αυτόματα και το ακατάσχετο των δηλωθέντων τραπεζικών λογαριασμών.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από το αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της ευθείας παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 982 παρ. 4 ΚΠολΔ, 276 παρ. 1 ΚΔΚ, 4 παρ. 1 εδ. β ν. 3068/2002 και 49 ν. 4257/2014, είναι αβάσιμος. 5. Κατά το άρθρο 175 εδαφ. α ΑΚ η διάθεση ενός αντικειμένου είναι άκυρη, αν o νόμος την απαγορεύει, κατά δε το επόμενο άρθρο 176, αν την απαγόρευση του προηγούμενου άρθρου έχει τάξει δικαστική απόφαση, ισχύει ό, τι και στην απαγόρευση από το νόμο.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 691Α παρ. 1 και 700 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν μετά την τροποποίησή τους με το Ν. 4335/2025, προκύπτει ότι η προσωρινή διαταγή που εκδίδεται από το δικαστήριο στο πλαίσια της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων και καθορίζει τα ασφαλιστικά μέτρα που πρέπει να ληφθούν αμέσως, μέχρι να εκδοθεί η απόφαση, για την εξασφάλιση του δικαιώματος ή την προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης, δεν είναι δικαστική απόφαση, αφού δεν περιέχει καμιά αυθεντική διάγνωση της έννομης σχέσης που ρυθμίζει, στερείται των κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 305 του ΚΠολΔ στοιχείων της δικαστικής απόφασης, που ανάγονται από το νόμο σε προϋποθέσεις του κύρους αυτής και επίσης δεν υποβάλλεται σε δημοσίευση, η οποία αποτελεί, κατά το άρθρο 313 παρ. 1 ΚΠολΔ, προϋπόθεση του υπαρκτού της δικαστικής απόφασης. Είναι όμως τίτλος εκτελεστός, από αυτούς που αναφέρονται στο άρθρο 904 παρ. 2 περ, ζ' ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, τα ανωτέρω άρθρα 691Α παρ. 1 και 700 παρ. 3 ΚΠολΔ ορίζουν, ότι οι προσωρινές διαταγές διαλαμβάνουν "τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν αμέσως έως την έκδοση της απόφασης του δικαστηρίου για την εξασφάλιση ή τη διατήρηση του δικαιώματος ή τη ρύθμιση της κατάστασης" και ότι "εκτελούνται μόλις καταχωριστούν, κάτω από την αίτηση ή στα πρακτικά, με βάση σημείωση του δικαστή που τις εξέδωσε". Οι διατάξεις αυτές καθιερώνουν τη δεσμευτικότητα των προσωρινών διαταγών, με την έννοια ότι αρνούνται να προσδώσουν έννομες συνέπειες σε πράξεις που αντίκεινται στο περιεχόμενο τους και επιβάλλουν σιωπηρώς την ακυρότητα, ως κύρωση της παράβασής τους. Από αυτά παρέπεται, ότι αν το μέτρο που ορίστηκε με την προσωρινή διαταγή και παραβιάστηκε συνίσταται στην απαγόρευση διάθεσης του πράγματος (μεταβολής της νομικής του κατάστασης), η μεταγενέστερη της προσωρινής διαταγής διάθεση (εκποίηση) πλήττεται με ακυρότητα, η οποίο θεμελιώνεται όχι στο άρθρο 175 ΑΚ, αφού ο νόμος (άρθρα 691Α παρ. 1 και 700 παρ. 3 ΚΠολΔ) δεν προβλέπει ακυρότητα της απαγορευμένης με προσωρινή διαταγή διάθεσης, αλλά στο άρθρο 176 ΑΚ, σε συνδυασμό με το όρθρο 691Α παρ. 1 ΚΠολΔ, και κατ` αναλογία με τα ισχύοντα επί δικαστικής απόφασης, με την οποία προσομοιάζει, χωρίς να είναι η προσωρινή διαταγή (ΟλΑΠ 20/2015, ΟλΑΠ 4/2004, ΑΠ 87/2021 ΑΠ 294/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (και όχι και από τον αριθ. 19) λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προβάλλει, πως το Εφετείο, με τις πιο πάνω παραδοχές του, εσφαλμένα εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 176 ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 691Α παρ. 1, 700 παρ. 3 και 731 ΚΠολΔ.

Υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τη διάταξη του αρθρ. 176 ΑΚ, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 691Α και 700 παρ. 3 ΚΠολΔ με το να δεχθεί, με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι α) στις 17. 01. 2019, με την επίδοση του από 16. 01. 2019 κατασχετηρίου εγγράφου στην καθ' ης η ανακοπή τράπεζα, επιβλήθηκε νόμιμα συντηρητική κατάσχεση εις χείρας της, ως τρίτης, επί υφιστάμενων και μελλοντικών απαιτήσεων της οφειλέτριας δημοτικής επιχείρησης, προς εξασφάλιση της ειδικά περιγραφόμενης απαίτησης της αναιρεσείουσας-ανακόπτουσας και έκτοτε επήλθαν ως προς την τράπεζα τα αναφερόμενα στη διάταξη του άρθρου 984 παρ. 2 ΚΠολΔ αποτελέσματα (απαγόρευση εξόφλησης, απόδοσης κλπ), β)η τράπεζα ήταν υποχρεωμένη να περιλάβει στη δήλωσή της - και επίσης να δεσμεύσει υπέρ της αναιρεσείουσας-ανακόπτουσας -όλα τα ποσά, που ήταν κατατεθειμένα στους λογαριασμούς της οφειλέτριας κατά το χρόνο κοινοποίησης του κατασχετηρίου σε αυτή, αλλά και όσα κατατεθούν μετά, και μέχρι την υποβολή της δήλωσης, εφόσον η έννομη σχέση ήταν γεννημένη ήδη κατά το χρόνο κοινοποίησης.

γ) Το γεγονός της - μεταγενέστερης της επιβολής της κατάσχεσης - έκδοσης της προσωρινής διαταγής, στις 21-1-2019, δεν επέδρασε στο κύρος και τα αποτελέσματα της ήδη επιβληθείσας συντηρητικής κατάσχεσης και η σχετική απαγόρευση αφορούσε κάθε νέα πράξη εκτέλεσης, μη δυνάμενη να ακυρώσει αναδρομικά τα αποτελέσματα που, νόμιμα, είχαν επέλθει από την κοινοποίηση του κατασχετηρίου.

Και τούτο διότι τα αποτελέσματα της επιβληθείσας συντηρητικής κατάσχεσης, που είχαν ξεκινήσει με την κοινοποίηση του κατασχετηρίου, παρέμειναν ενεργά, ως αποτέλεσμα της φύσης και λειτουργίας της συντηρητικής κατάσχεσης, όπως ο νόμος ορίζει. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. 6.

Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 22-12-2023 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθμ. 4488/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της 1ης αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 189 αριθ. 1, 191 αριθ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

- Απορρίπτει την από 22-12-2023 αίτηση, για αναίρεση της υπ` αριθ. 4488/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

- Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο

- Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της 1ης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων και επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Μαΐου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης