Legislator Case Law & Legislation
1895/2024 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on rent adjustment, dismissing inadmissibility of Article 288 Civil Code claim.

Case Number 1895/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against a final eviction judgment in a tenancy dispute, ruling that the lower court erred in rejecting the tenant's claim for rent reduction under Article 288 of the Civil Code. The tenant argued the rent was unreasonably high, while the landlord contended the original rent was fixed and valid. The court found the rejection based on vagueness inapplicable to the substantive rent adjustment request, ordering a retrial on that specific issue.

Legislator headnote

AI generated

Articles 388 and 288 of the Civil Code; Article 559(19) of the Code of Civil Procedure: A rejection of a claim for rent adjustment under Article 288 Civil Code based on vagueness is inadmissible if the appeal challenges the substantive application of the rent reduction right, requiring the court to examine the merits of the adjustment claim.

Keywords

AI generated
tenancy contract rent adjustment Civil Code Article 288 inadmissible appeal partial remittal substantive review tenancy law

Cited Legislation

AI generated
Articles 648 to 657 of the Code of Civil Procedure
Articles 552, 553(1b), 556, 558, 564(2) and 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) and (3) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Articles 388 and 288 of the Civil Code
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1895 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1895/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α.Δ. του Ι., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τoν πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Θωμαΐδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρίνα Καλλιανιώτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-3-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 44/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 126/2019 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-9-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αντιγόνη Τζελέπη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση, από 27-9-2019 (αριθμ.καταθ.49/30-9-2019), αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμ. 126/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 648 έως 657 του ΚΠολΔ), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 2 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Στην προκειμένη περίπτωση, όσον αφορά το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι, η ήδη αναιρεσείουσα - μισθώτρια άσκησε σε βάρος του ήδη αναιρεσιβλήτου - εκμισθωτή την από 29-3-2013 (αριθμ. κατ. 26/2013) αγωγή, περί αναπροσαρμογής του μισθώματος, αιτούμενη τη μείωση αυτού, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 388 και 288 του ΑΚ. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 44/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, η οποία απέρριψε την αγωγή, ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, για αμφότερες τις αγωγικές βάσεις της. Ακολούθως, η ενάγουσα αναιρεσείουσα άσκησε κατά της πρωτόδικης απόφασης την από 29-1-2014 (αριθμ. κατ. 230/2014) έφεσή της. Επ' αυτής οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση.

Σύμφωνα με το άρθρο 388 ΑΚ, προϋποθέσεις υπό τις οποίες παρέχεται στον ένα από τους συμβαλλόμενους σε αμφοτεροβαρή σύμβαση το διαπλαστικό δικαίωμα να ζητήσει από το δικαστήριο την αναγωγή της οφειλόμενης παροχής στο μέτρο που αρμόζει ή και τη λύση ολόκληρης της σύμβασης, εφόσον η τελευταία δεν έχει ακόμη εκτελεσθεί, είναι :

α) η μεταβολή των περιστατικών στα οποία κυρίως, ενόψει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, τα μέρη στήριξαν τη σύναψη της αμφοτεροβαρούς σύμβασης, β) η μεταβολή να είναι μεταγενέστερη από την κατάρτιση της σύμβασης και να οφείλεται σε λόγους που ήταν έκτακτοι και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν και γ) από τη μεταβολή αυτή η παροχή του οφειλέτη, ενόψει και της αντιπαροχής, να καθίσταται υπέρμετρα επαχθής (ΑΠ 1854/2023, ΑΠ 24/2023).

Επομένως, για να είναι ορισμένος και νόμιμος ο ισχυρισμός που στηρίζεται στην προεκτιθέμενη διάταξη, είτε αυτός προβάλλεται με αγωγή, είτε με ανταγωγή, είτε με ένσταση προς απόκρουση αγωγής εκτέλεσης της σύμβασης, πρέπει να έχει σαφή και ευσύνοπτη ιστορική βάση, να περιέχει δηλαδή, αναφορά όλων των προαναφερομένων στοιχείων που απαιτεί ο νόμος.

Ειδικότερα, τα περιστατικά στα οποία οι συμβαλλόμενοι στήριξαν τη σύμβαση πρέπει, για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής, κατά τα άρθρα 216 παρ. 1 και 118 παρ. 4 ΚΠολΔ, να εκτίθενται με ακρίβεια σ' αυτό και να γίνεται μνεία ότι η σύμβαση στηρίχθηκε στα περιστατικά αυτά, αλλιώς η αγωγή θα είναι αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης.

Περαιτέρω, απρόοπτη μεταβολή των περιστατικών, στα οποία στηρίχθηκαν τα μέρη, μπορεί να αποτελέσει και η επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της Χώρας, όταν είναι έκτακτης φύσης και τόσο μεγάλη, ώστε να υπερβαίνει τις συνήθεις ή λογικά προβλεπόμενες διακυμάνσεις της σταθερότητας και να ανατρέπει τους υπολογισμούς των μερών κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.

Για να στοιχειοθετηθεί, όμως, περίπτωση εφαρμογής του προαναφερομένου άρθρου, δεν αρκεί μόνη η κατά τα άνω επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της Χώρας, αλλά θα πρέπει να κριθεί σε σχέση και με τις υπόλοιπες συνθήκες και ιδίως, το αναμενόμενο κέρδος από την σύμβαση, την οικονομική κατάσταση των μερών, την εξυπηρετούμενη ανάγκη αυτών με την σύμβαση και τις υποχρεώσεις προς τρίτους, που εξαρτώνται από τη σύμβαση, έτσι ώστε οι συνέπειες από την επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της Χώρας να έγιναν δυσβάστακτες για το ένα των συμβληθέντων μερών και να υπερβαίνουν τον κίνδυνο, που, κατά τις συνηθισμένες συνθήκες, αναλαμβάνει κάθε συμβαλλόμενος, όταν μάλιστα αποφασίζει σύναψη σύμβασης, που πρόκειται να εκτελεσθεί στο μέλλον (ΑΠ 24/2023, ΑΠ 1854/2023, ΑΠ 800/2020, ΑΠ 1330/2020, ΑΠ 53/2019, ΑΠ 566/2018, ΑΠ 1592/2014).

Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 288 του ΑΚ, κατά την οποία "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ενοχή, άσχετα του αν αυτή απορρέει από σύμβαση ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή ή από άλλη δικαιοπραξία ή αν πηγάζει ευθέως από το νόμο, εκτός αν προβλέπει άλλη ανάλογη ειδική προστασία ή αν συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ.

Η διάταξη αυτή, που εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 44 του π.δ/τος 34/1995, και στις εμπορικές μισθώσεις, παρέχει στο δικαστή τη δυνατότητα, όταν, λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών, η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και την εντιμότητα που επιβάλλονται στις συναλλαγές, να την επεκτείνει ή να την περιορίσει, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, κατά τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, στο επίπεδο εκείνο το οποίο ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης.

Έτσι, ο εκμισθωτής ή ο μισθωτής δεν αποκλείεται να ζητήσει, κατά το άρθρο 288 του ΑΚ, αναπροσαρμογή του οφειλόμενου, αρχικού ή μετά από αναπροσαρμογή, συμβατική ή νόμιμη (αντικειμενική), μισθώματος, εφόσον, εξαιτίας προβλεπτών ή απρόβλεπτων περιστάσεων, επήλθε αδιαμφισβήτητα τόσο ουσιώδης αύξηση ή μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου, ώστε, με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες, η εμμονή του μισθωτή ή του εκμισθωτή στην καταβολή του ίδιου μισθώματος να είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και την εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές και να επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη - παρά την ανάγκη κατοχύρωσης της ασφάλειας των συναλλαγών, η οποία πρέπει πάντοτε να συνεκτιμάται - η αναπροσαρμογή του μισθώματος στο επίπεδο εκείνο το οποίο αίρει την δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά την καλή πίστη που έχει διαταραχθεί (Ολ.ΑΠ 3/2014, Ολ.ΑΠ 9/1997, ΑΠ 765/2020).

Όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου αυτού (288 του ΑΚ), ο εκμισθωτής ή ο μισθωτής μπορεί να ζητήσει με αγωγή την αναπροσαρμογή του καταβαλλόμενου μισθώματος, το οποίο οφείλεται από την επίδοση της αγωγής. Ειδικότερα, το έργο του δικαστηρίου, προκειμένου να αποφασίσει την αναπροσαρμογή συνίσταται στη σύγκριση δύο ποσών, δηλαδή του καταβαλλόμενου μισθώματος και του "ελεύθερου" - για το οποίο κυρίως διεξάγεται ο δικαστικός αγώνας - το οποίο παριστάνει την αξία της χρήσης του μισθίου και το οποίο, ευρισκόμενο με βάση τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους συγκριτικά στοιχεία, πρέπει να καθορίζεται στην απόφαση.

Αν μεταξύ των δύο αυτών ποσών υπάρχει διαφορά, αυτή δεν επιδικάζεται, αλλά πρέπει περαιτέρω το δικαστήριο να κρίνει αν αυτή είναι τέτοια, ώστε, κατά τις αρχές της καλής πίστης, να δημιουργείται η ανάγκη αναπροσαρμογής. Ανάγκη αναπροσαρμογής, κατά τις αρχές της καλής πίστης, υπάρχει όταν, λόγω ουσιώδους αύξησης ή μείωσης (αντίστοιχα) της μισθωτικής αξίας του μισθίου, επέρχεται ζημία στον εκμισθωτή ή στον μισθωτή (αντίστοιχα), η οποία υπερβαίνει, κατά τα συναλλακτικά ήθη, τον κίνδυνο που αναλαμβάνει καθένας από αυτούς, καταρτίζοντας τη μίσθωση με το συγκεκριμένο μίσθωμα, οπότε και περιορίζεται η ζημία του με τη μείωση του μισθώματος, όπως επίσης και στην αντίστροφη περίπτωση ζημίας στον εκμισθωτή, η οποία περιορίζεται με την ανάλογη αύξηση του μισθώματος.

Στη συνέχεια και εφόσον διαπιστωθεί η ύπαρξη ανάγκης αναπροσαρμογής κατά την προεκτιθέμενη έννοια, η αναπροσαρμογή δεν θα ακολουθήσει τυπικό μαθηματικό υπολογισμό και δεν θα χορηγηθεί ολόκληρη η διαφορά που έχει προκύψει, αλλά θα αναπροσαρμοστεί το μίσθωμα στο επίπεδο εκείνο το οποίο αίρει τη δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά την καλή πίστη που έχει διαταραχθεί (Ολ.ΑΠ 3/2014, ΑΠ 765/2020).

Μεταβολή των συνθηκών με την έννοια του άρθρου 288 του ΑΚ, μπορεί να αποτελέσουν η σημαντική αύξηση ή ουσιώδης μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου, η σημαντική αύξηση ή μείωση του τιμαρίθμου, η υποτίμηση του νομίσματος, η από διαφόρους λόγους αυξομείωση της ζήτησης των ακινήτων και άλλοι λόγοι, με δεδομένο ότι οι περιπτώσεις, στις οποίες χωρεί αναπροσαρμογή μισθώματος κατά τη διάταξη αυτή, δεν είναι δυνατό, όπως είναι φυσικό, να προβλεφθούν λεπτομερώς, αφού η σχετική κρίση εξαρτάται από τις συγκεκριμένες συνθήκες που συντρέχουν κάθε φορά.

Ειδικά, η γενική οικονομική κρίση των ετών 2009 και εφεξής, η επιβολή σκληρών οικονομικών (δημοσιονομικών και φορολογικών) μέτρων με τα "μνημόνια", εξαιτίας των οποίων μειώθηκε αισθητά το εισόδημα των εργαζομένων και, συνακόλουθα, η αγοραστική τους ικανότητα, η σημαντική αύξηση της φορολογίας των εισοδημάτων και η επιβολή οικονομικών βαρών στην ακίνητη περιουσία κ.λπ., που συνεπάγονται και μείωση της εμπορικής κίνησης των καταστημάτων, αντιμετωπίζονται στο πλαίσιο του άρθρου 288 του ΑΚ και, συνεπώς, τα γεγονότα αυτά δικαιολογούν την αναπροσαρμογή μισθώματος κατά το υπόψη άρθρο, έστω και αν δεν στοιχειοθετούν την εφαρμογή του άρθρου 388 του ίδιου Κώδικα, θεωρούμενα ως μη έκτακτα και απρόβλεπτα γεγονότα.

Τη συνδρομή, πάντως, των ειδικών συνθηκών που επιβάλλουν την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης οφείλει, για την πληρότητα της σχετικής αγωγής, να επικαλεστεί και, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να αποδείξει ο ενάγων. Το δικαίωμα αναπροσαρμογής του μισθώματος είναι διαπλαστικής φύσης, παρέχει δηλαδή τη δυνατότητα να επιδιωχθεί με αγωγή η διάπλαση για το μέλλον της έννομης σχέσης της μίσθωσης, η οποία μεταβάλλεται ως προς το ύψος του μισθώματος από την άσκηση της αγωγής (ΑΠ 765/2020, ΑΠ 155/2018, ΑΠ 1954/2017, ΑΠ 403/2017, ΑΠ 763/2016).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.

Αν ελλείπουν τα στοιχεία αυτά, η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη, εξαιτίας της αοριστίας της, και αυτεπαγγέλτως, ενώ η αοριστία του δικογράφου δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή σε άλλα έγγραφα της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων. Σύμφωνα με όλα αυτά, τα στοιχεία της βάσης της αγωγής αναπροσαρμογής μισθώματος ακινήτου, που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 288 του είναι, κατ' άρθρ. 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, τα εξής: 1) Έγκυρη σύμβαση μίσθωσης, γιατί η αγωγή ΑΚ απορρέει από σύμβαση και, επομένως, σε περίπτωση ακυρότητας, δεν χορηγείται, αφού αυτή δεν αναδίδει καμία συνέπειά της, 2) Μόνιμη μεταβολή των συνθηκών κατά το διάστημα από τη σύναψη της μίσθωσης ή από το χρόνο της τυχόν προγενέστερης - από εκείνη που επιδιώκεται με την αγωγή - συμβατικής ή νόμιμης αναπροσαρμογής μέχρι το χρόνο της (πρώτης) συζήτησης της αγωγής, ανεξάρτητα από το υπαίτιο, το έκτακτο και απρόβλεπτο των λόγων που προξένησαν την εν λόγω μεταβολή.

Η αναπροσαρμογή του μισθώματος χωρεί, έστω και αν η μεταβολή των συνθηκών δεν είναι ανυπαίτια, πλην όμως πρέπει το ζήτημα να κρίνεται ανάλογα και με τις συνθήκες καλής πίστης που συντρέχουν κάθε φορά, 3) Ουσιώδης απόκλιση (αύξηση ή μείωση) κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής ανάμεσα στο από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη επιβαλλόμενο αφενός και στο αρχικά συμφωνημένο ή το μετά από αναπροσαρμογή καταβαλλόμενο μίσθωμα αφετέρου, σε τρόπο ώστε η διατήρηση τούτου να επιφέρει ζημία στον ενάγοντα, η οποία υπερβαίνει τον αναλαμβανόμενο με τον αρχικό ή μετά από αναπροσαρμογή ορισμό του μισθώματος κίνδυνο.

Κατά συνέπεια, για τη νομιμότητα και το ορισμένο της σχετικής αγωγής, πρέπει να ιστορούνται, εκτός από το καταβαλλόμενο μίσθωμα, και τα περιστατικά από τα οποία συνάγεται το συγκεκριμένο ύψος του μισθώματος, που θα ανταποκρινόταν στη συναλλακτική καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, 4) Αιτιώδης σύνδεσμος (συνάφεια) μεταξύ της μεταβολής των συνθηκών και της ουσιώδους απόκλισης του μισθώματος και 5) Ορισμένο αίτημα (ΑΠ 23/2023,ΑΠ 765/2020, ΑΠ 1145/2019, ΑΠ 155/2018, ΑΠ 203/2017).

Η πληρότητα ή μη του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής, εκτιμάται κυριαρχικά από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 917/2017). Ο Άρειος Πάγος ελέγχει την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της αγωγής με βάση τις διακρίσεις της νομικής αοριστίας, της ποιοτικής αοριστίας και της ποσοτικής αοριστίας.

Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.

Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σ' αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σ' αυτήν (ΑΠ 46/2020, ΑΠ 155/2018, ΑΠ 637/2017, ΑΠ 496/2016, ΑΠ 853/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, το οποίο ως διαδικαστικό έγγραφο της δίκης εκτιμάται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), εκτίθενται τα ακόλουθα: Δυνάμει μισθωτικής σύμβασης, που καταρτίστηκε στις 10-8-2012 κατόπιν πλειοδοτικού διαγωνισμού, μεταξύ της ενάγουσας και του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ, το τελευταίο εκμίσθωσε στην πρώτη, για έξι έτη, από 1-7-2012 έως 30-6-2018, το σ' αυτή περιγραφόμενο και ευρισκόμενο στο ισόγειο του ... ...

ακίνητο, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως σχολικό κυλικείο, αντί ετησίου μισθώματος 61,10 ευρώ ανά μαθητή, καταβαλλόμενο σε τρείς δόσεις, η πρώτη την 30η Νοεμβρίου, η δεύτερη την 28η Φεβρουαρίου και η τρίτη την 31η Μαίου, της κάθε δόσης υπολογιζόμενης, κατά τον αναφερόμενο σ' αυτή (αγωγή), μαθηματικό τύπο. Ότι μετά την προκήρυξη του ως άνω διαγωνισμού για τη μίσθωση του εν λόγω κυλικείου, ήτοι το Μάιο του 2012, η οικονομική κατάσταση της χώρας επιδεινώθηκε περαιτέρω, σε σχέση με τα αναμενόμενα, με αποτέλεσμα να συρρικνωθούν τα εισοδήματα των γονέων, και, ως εκ τούτου, η αγοραστική δύναμη των μαθητών του σχολικού συγκροτήματος, εντός του οποίου βρίσκεται το μίσθιο κυλικείο, ενώ παράλληλα τα έσοδα του κυλικείου μειώθηκαν ακόμη περισσότερο, λόγω της επιβάρυνσης των διατιθέμενων ειδών με φόρους, ΦΠΑ κλπ.

Ότι μετά τη σύναψη της επίδικης μίσθωσης, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 3/30-08-2012 αγορανομική διάταξη, δυνάμει της οποίας καθορίστηκαν οι ανώτατες τιμές διάθεσης ορισμένων ειδών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που διατίθενται από τα σχολικά κυλικεία, η οποία οδήγησε σε σημαντική μείωση πολλών εξ αυτών (ειδών). Ότι κατόπιν των ανωτέρω εξελίξεων, το εναγόμενο αντιλαμβανόμενο εν μέρει τις δυσμενείς συνέπειες ως προς τα έσοδα, που οι μμισθωτές των σχολικών κυλικείων ανέμεναν ότι θα αποκόμιζαν, προέβη σε μείωση των μισθωμάτων για όλα τα κυλικεία των σχολικών μονάδων δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που βρίσκονται στα διοικητικά όρια του Δήμου ...

σε ποσοστό 20%, ανερχομένου πλέον του ετησίου μισθώματος στο ύψος των 48,88 ευρώ ανά μαθητή, με τους λοιπούς όρους του συμφωνητικού μίσθωσης να παραμένουν αμετάβλητοι. Ότι εξαιτίας των ανωτέρω λόγων, ήδη σε κάποιους Δήμους της Ελλάδος, οι εκμισθωτές των σχολικών κυλικείων προέβησαν σε μειώσεις των μισθωμάτων της τάξεως από 20% έως και 40%, αναφερομένων ενδεικτικά του Δήμου ...

και του Δήμου .... Ότι περαιτέρω, στο σχολικό συγκρότημα, εντός του οποίου βρίσκεται το μίσθιο κυλικείο, στεγάζονται και επαγγελματικές σχολές (ΕΠΑ.Σ.), στις οποίες οι μαθητές που παρακολουθούν τα μαθήματα είναι λιγότεροι των εγγεγραμμένων, με αποτέλεσμα να μειώνεται ο τζίρος των εργασιών (της ενάγουσας) και κατά συνέπεια και τα κέρδη της.

Ότι, επομένως, το συμφωνηθέν και καταβαλλόμενο μίσθωμα βρίσκεται σε προφανή δυσαναλογία προς το καταβαλλόμενο μετά διαπραγμάτευση (ελεύθερο) μίσθωμα από μισθωτές άλλων ομοειδών σε χαρακτηριστικά και προορισμό επιχειρήσεων, το οποίο είναι πλέον μικρότερο σε ποσοστό 40%, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφο της αγωγής.

Ότι αν και η ίδια (ενάγουσα) υπέβαλε προς το εναγόμενο την υπ' αριθ. 66/24-10-2012 αίτησή της, με την οποία εξέθετε τα ανωτέρω και ζητούσε μείωση του μισθώματος ανά μαθητή, εντούτοις δεν έχει λάβει σχετική απάντηση, τεκμαιρομένης έτσι σιωπηρής άρνησης του εναγομένου. Ότι ενόψει τούτων, η εμμονή του τελευταίου στην εκπλήρωση της παροχής, ως συνομολογήθηκε, αντίκειται στην καλή πίστη και στα χρηστά ήθη, ήτοι είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και την εντιμότητα, που επιβάλλονται στις συναλλαγές και δεν συνάδει με όσα έχουν επικρατήσει κατά τη μακραίωνη εξέλιξη και έχουν παγιωθεί ως αρχές που διέπουν τις σχέσεις μεταξύ των συναλλασσομένων.

Με βάση τα εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά και μετά νόμιμο περιορισμό του αιτήματος της η ενάγουσα ζήτησε να αναπροσαρμοσθεί, κατά τη διάταξη του άρθρου 388 ΑΚ, άλλως κατά τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, το καταβαλλόμενο μίσθωμα στο ποσό των 29,33 ευρώ ανά μαθητή, για το χρονικό διάστημα από την υποβολή στο εναγόμενο της αίτησής της, ήτοι από 24-10-2012, άλλως από την επίδοση της αγωγής έως την 30η-6-2013 και να υποχρεωθεί το τελευταίο να της καταβάλει τη διαφορά που προκύπτει μεταξύ των ήδη καταβληθέντων στο ίδιο διάστημα μισθωμάτων και εκείνων που θα προκύψουν από την αναπροσαρμογή, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Το Εφετείο Ναυπλίου, ως ήδη αναφέρθηκε στην αρχή της παρούσας, έκρινε την αγωγή, κατά την κυρία, στηριζομένη στο άρθρο 388 ΑΚ, βάση της, απορριπτέα ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, διαλαμβάνοντας τα εξής: "...Με τον πρώτο λόγο έφεσης η εκκαλούσα (ήδη αναιρεσείουσα) παραπονείται ότι κακώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής της ως αόριστη.

Με το προεκτεθέν περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι απαράδεκτη και απορριπτέα εξαιτίας της αοριστίας του δικογράφου της ως προς την κύρια, από το άρθρο 388 ΑΚ, βάση της, όπως ορθά αξιολογήθηκε με την προσβαλλόμενη 44/2014 απόφαση του Μονομελούς Κορίνθου...η οποία, απέρριψε την αγωγή για την προεκτιθέμενη αιτία, καθόσον ...

δεν εκτίθενται στο δικόγραφο της όλα εκείνα τα αναγκαία για τη θεμελίωσή της στο άρθρο 388 ΑΚ στοιχεία. Ειδικότερα: Εκτός από την απλή επανάληψη της διατύπωσης του νόμου (ΑΚ388), δεν γίνεται μνεία σ' αυτήν των περιστατικών στα οποία -ρητά ή σιωπηρά- οι συμβαλλόμενοι στήριξαν τη σύναψη της επίδικης σύμβασης μίσθωσης του καταστήματος - κυλικείου στο … ...

και στη μη μεταβολή των οποίων πρέπει να απέβλεψαν αυτοί, υπό την έννοια ότι, αν την προέβλεπαν, δεν θα κατάρτιζαν τη σύμβαση, ούτε και περιέχονται περιστατικά αναγόμενα στην οικονομική κατάσταση των μερών και, ειδικά, της ενάγουσας, την εξυπηρετούμενη ανάγκη αυτής με τη σύμβαση και τις υποχρεώσεις της προς τρίτους, ώστε να δύναται να κριθεί η επέλευση ή μη της επικαλούμενης μεταβολής και να συγκριθούν στο σύνολο τους η παροχή και η αντιπαροχή και να καταστεί έτσι δυνατή η περαιτέρω κρίση αν οι συνέπειες για την ενάγουσα - εκκαλούσα μισθώτρια έγιναν πράγματι δυσβάστακτες και υπερβαίνουν τον κίνδυνο που κατά τις συνηθισμένες συνθήκες αυτός ανέλαβε.

Η εν λόγω αοριστία δεν καλύπτεται με την παράθεση στην αγωγή της προς το χειρότερο εξέλιξης της ασκούμενης στο μίσθιο επιχείρησης της ενάγουσας μισθώτριας με την επίκληση ότι "ανακοινώθηκε από τον τύπο η συνεργασία Υπουργείου Παιδείας και Αρχιεπισκοπής Αθηνών για την σίτιση των μαθητών αλλά και σε όλη την Ελλάδα που έχουν ανάγκη σίτισης ...

είναι δυνατόν να περάσουν από το κυλικείο του σχολείου για να αγοράσουν έστω ένα κουλούρι" και ότι"... πώς να αρνηθώ εγώ το δωρεάν κουλούρι (και όχι μόνο) σ' ένα τέτοιο παιδί ...", έτσι ώστε, μόνη αυτή, να δύναται να επισύρει την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 388 ΑΚ, πολύ περισσότερο που δεν διαλαμβάνεται, κατά συγκεκριμένο τρόπο, η σημαντική μείωση των εισπράξεων της ενάγουσας (πτώση του "τζίρου" της) με την αναφορά των προσδιοριστικών στοιχείων του κύκλου εργασιών ("τζίρου") του καταστήματος της και ιδίως των συγκεκριμένων στοιχείων της κατανάλωσης του καταστήματος της...".

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά ερμήνευσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 388 ΑΚ, την οποία δεν παραβίασε ευθέως με τη μη εφαρμογή της, εφόσον η συνδρομή, των ως άνω εκτιθέμενων στην ένδικη αγωγή, περιστατικών, δεν στοιχειοθετεί το πραγματικό της. Ειδικότερα εκτός από την απλή επανάληψη της διατύπωσης του νόμου (ΑΚ388), δεν γίνεται μνεία σ' αυτήν των περιστατικών στα οποία -ρητά ή σιωπηρά- οι συμβαλλόμενοι στήριξαν τη σύναψη της επίδικης σύμβασης μίσθωσης του εν λόγω σχολικού κυλικείου και στη μη μεταβολή των οποίων πρέπει να απέβλεψαν αυτοί, υπό την έννοια ότι, αν την προέβλεπαν, δεν θα κατάρτιζαν τη σύμβαση ή θα την κατήρτιζαν με διαφορετικό περιεχόμενο.

Η αναφορά στην αγωγή ότι κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης , κατά τον οποίο ( χρόνο) μάλιστα είχε ήδη επέλθει η οικονομική κρίση των ετών 2009 -2010, το "κλίμα που επικρατούσε ήταν ότι οι συνέπειες της οικονομικής κρίσης και ύφεσης ,ειδικά μετά τις εκλογές Ιουνίου 2012, θα αμβλύνονταν και θα δίδονταν έμφαση στην ανάπτυξη χωρίς περαιτέρω μειώσεις σε μισθούς και συντάξεις κλπ", δεν καλύπτει την αοριστία καθώς δεν αποτελεί περιστατικό στη μη μεταβολή του οποίου ρητά ή σιωπηρά απέβλεψαν και τα δυο μέρη, αλλά προσδοκίες και εκτιμήσεις και μάλιστα όχι περί μη μεταβολής αλλά περί βελτίωσης των οικονομικών συνθηκών, που ώθησαν μόνον την ενάγουσα στην σύναψη της σύμβασης (παραγωγικά αίτια), β) ούτε και περιέχονται (στην αγωγή) περιστατικά αναγόμενα στην οικονομική κατάσταση των μερών και, ειδικά, της ενάγουσας, την εξυπηρετούμενη ανάγκη αυτής με τη σύμβαση και τις υποχρεώσεις της προς τρίτους, ώστε να δύναται να κριθεί η επέλευση ή μη της επικαλούμενης μεταβολής και να συγκριθούν στο σύνολο τους η παροχή και η αντιπαροχή και να καταστεί έτσι δυνατή η περαιτέρω κρίση αν οι συνέπειες για την ενάγουσα - αναιρεσείουσα μισθώτρια έγιναν πράγματι δυσβάστακτες και υπερβαίνουν τον κίνδυνο που κατά τις συνηθισμένες συνθήκες αυτή ανέλαβε.

Η εν λόγω αοριστία δεν καλύπτεται με την παράθεση στην αγωγή της προς το χειρότερο εξέλιξης της ασκούμενης στο μίσθιο επιχείρησης της ενάγουσας μισθώτριας με την επίκληση ότι "ανακοινώθηκε από τον τύπο η συνεργασία Υπουργείου Παιδείας και Αρχιεπισκοπής Αθηνών για την σίτιση των μαθητών αλλά και σε όλη την Ελλάδα που έχουν ανάγκη σίτισης...", έτσι ώστε, μόνη αυτή, να δύναται να επισύρει την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 388 ΑΚ.

Η αναφερόμενη στον πρώτο αναιρετικό λόγο αιτίαση περί του ότι το Δικαστήριο υπέπεσε σε υπαγωγικό σφάλμα, διότι δεν έλαβε υπόψη για την εφαρμογή της ως άνω διάταξης τις, συνδεόμενες με την οικονομική επιδείνωση της χώρας, απρόβλεπτες, δυσμενείς επιπτώσεις που η αναιρεσείουσα υπέστη από τη σύναψη της σύμβασης, και ειδικότερα το αναμενόμενο από τη σύμβαση κέρδος, την οικονομική κατάσταση των αντισυμβαλλομένων, την εξυπηρετούμενη με τη σύμβαση ανάγκη αυτής και τις προς τρίτους υποχρεώσεις της είναι προεχόντως αλυσιτελείς, εφόσον, κατά τα όσα ήδη αναφέρθηκαν παραπάνω, η επικαλούμενη δυσμενής οικονομική συγκυρία και τα ληφθέντα μέτρα λιτότητας δεν αποτελούν εν προκειμένω έκτακτη και απρόβλεπτη μεταβολή.

Σε κάθε περίπτωση από την επισκόπηση του περιεχομένου της αγωγής προκύπτει, ότι ουδέν προσδιοριστικό στοιχείο των, σχετικών με τις άνω αιτιάσεις, επικλήσεων της αναιρεσείουσας (αναμενόμενο κέρδος, εξυπηρετούμενη ανάγκη, υποχρεώσεις προς τρίτους), παρατίθεται σ' αυτή, ώστε να πληρούνται οι αναγκαίες και σωρευτικώς συντρέχουσες με την έκτακτη και απρόβλεπτη μεταβολή των οικονομικών συνθηκών προϋποθέσεις για τη στοιχειοθέτηση του άρθρου 388 ΑΚ.

Επομένως, ο συναφής λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που αφορά την αγωγική βάση από το άρθρο 388 ΑΚ, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος. Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε και την επικουρική, εκ του άρθρου 288 ΑΚ, βάση της αγωγής, ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, με την εξής, κατά πιστή αντιγραφή, αιτιολογία: "...Περαιτέρω, η αγωγή κατά την επικουρική της βάση εκ του άρθρου 288 του ΑΚ είναι επίσης αόριστη.

Και τούτο, διότι δεν εκτίθενται στο δικόγραφο της τα απαραίτητα για το ορισμένο της στοιχεία, ήτοι: α)η σημαντική μείωση του τιμαρίθμου συνεπεία της επικαλούμενης οικονομικής κρίσεως, β)η μη ζήτηση ή η μείωση της προσφοράς καταστημάτων για μίσθωση, που έχει ως συνέπεια την σημαντική μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου ακινήτου, γ) η τυχόν μεταβολή των συγκοινωνιακών συνθηκών ή η μείωση του αριθμού των μαθητών, δ) σχετικά συγκριτικά στοιχεία που να αποδεικνύουν την μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου ακινήτου και την αντίστοιχη ζημία της ενάγουσας ως μισθώτριας, ούτε αναφέρεται η αξία όμορων και ομοειδών καταστημάτων, ιδίως των κυλικείων όμορων σχολείων, τα οποία λειτουργούν στον ίδιο ή σε όμορους δήμους με το μίσθιο ή τυχόν άλλων ομοειδών μισθίων καταστημάτων, κειμένων εντός των γεωγραφικών ορίων του νομού Κορινθίας χωρίς να αρκεί η αναφορά στην μείωση των καταβαλλομένων μισθωμάτων σε ανάλογες περιπτώσεις του Δήμου ...

και ..., η οποία και πάλι δεν προσδιορίζεται κατά ποσό τόσο πριν την μείωση όσο και μετά από αυτήν, αλλά ούτε και οι λοιπές συνθήκες λειτουργίας τους, τα σχολικά συγκροτήματα εντός των οποίων βρίσκονται και το ποσοστό μείωσης των εσόδων τους που οδήγησε τους μισθωτές στην οικειοθελή αναπροσαρμογή του μισθώματος.

Δεν εκτίθενται, δηλαδή, τα περιστατικά εκείνα, από τα οποία συνάγεται το συγκεκριμένο ύψος του μισθώματος, που θα ανταποκρινόταν στην συναλλακτική καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Περαιτέρω, η επικαλούμενη έκδοση της υπ' αριθμ. 3/2012 Αγορανομικής διατάξεως, αφενός μεν, δεν αποτελεί οπωσδήποτε έκτακτο και απρόβλεπτο περιστατικό, αφετέρου δε, η μεταβολή της κείμενης νομοθεσίας και οι τυχόν συνέπειες της εξαντλούνται στον επιχειρηματικό κίνδυνο που ανέλαβε η ενάγουσα με την κατάρτιση της ενδίκου συμβάσεως μισθώσεως και, υπό τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, δεν μπορεί να οδηγήσει στην μείωση του καταβαλλομένου από αυτήν μηνιαίου μισθώματος.

Δεν έσφαλε, συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια και κατέληξε στο προαναφερθέν συμπέρασμα ως προς τα αγωγικά αιτήματα και γι' αυτό οι σχετικοί λόγοι της εφέσεως, με τους οποίους η εκκαλούσα υποστηρίζει τα αντίθετα, κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι...".

Ωστόσο, η αγωγή, κατά την επικουρική ως άνω βάση της (εκ του άρθρου 288 ΑΚ), περιέχει όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην αντίστοιχη μείζονα σκέψη, είναι αναγκαία για τη νομική της θεμελίωση. Τούτο διότι εκτίθενται: α) η έγκυρη σύμβαση μίσθωσης, β) το καταβαλλόμενο μίσθωμα και ότι αυτό είναι ανώτερο από εκείνο που μπορεί να επιτευχθεί με τη συνδρομή των προϋποθέσεων της διάταξης του άρθρου 288 ΑΚ, γ) οι συγκεκριμένες οικονομικές συνθήκες (οικονομική κρίση, μείωση της αγοραστικής δύναμης των μαθητών, αύξηση της τιμής αγοράς των διαθεσίμων από το κυλικείο ειδών, υποχρεωτική με αγορανομική διάταξη μείωση τιμών πώλησης ορισμένων ειδών , αύξηση των εξόδων της επιχείρησης), τα οποία μετέβαλαν τις προϋποθέσεις εκπλήρωσης της συμβατικής παροχής στο μέτρο, που είχε συμφωνηθεί και δικαιολογούν με αντικειμενικά κριτήρια κατά τις αντιλήψεις, που επικρατούν στις συναλλαγές τη μείωση του μισθώματος στο ποσό των 29,33 ευρώ ανά μαθητή σύμφωνα με τους υπολογισμούς της μισθώτριας αναιρεσείουσας, δ) η ζημία αυτής (μισθώτριας) λόγω της μείωσης των εσόδων της και, συνακόλουθα, των κερδών της, ε) η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της μεταβολής των συνθηκών και της ουσιώδους απόκλισης (μείωσης) του μισθώματος και στ) ορισμένο αίτημα, συνιστάμενο στην αναπροσαρμογή του μισθώματος στο ποσό των 29,33 ευρώ ανά μαθητή, που ανταποκρίνεται στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, χωρίς να απαιτείται για την πληρότητα του δικογράφου της να αναφέρεται η μισθωτική αξία συγκεκριμένων ευρισκομένων στην ίδια περιοχή και ομοειδούς χρήσεως με το μίσθιο (κυλικείο) ακινήτων, η προσφορότητα των οποίων για τον προσδιορισμό του συγκεκριμένου ύψους του μισθώματος, που θα ανταποκρίνεται στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη αποτελεί αντικείμενο απόδειξης και όχι στοιχείο του ορισμένου της αγωγής.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε αντιθέτως και ειδικότερα, ότι η αγωγή ήταν αόριστη και ως προς την βάση της, εκ του άρθρου 288 ΑΚ, εσφαλμένα ερμήνευσε την εν λόγω ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη, αξιώνοντας για τη νομική θεμελίωση της αγωγής περισσότερα στοιχεία, από όσα ο νόμος απαιτεί, καθώς επίσης παρά το νόμο κήρυξε δικονομικό απαράδεκτο, απορρίπτοντας την αγωγική ως άνω βάση ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας.

Επομένως ιδρύονται οι συναφείς αναιρετικοί λόγοι, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ (νομική αοριστία) και 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ (κήρυξη παρά το νόμο δικονομικού απαραδέκτου), αναφορικά με τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ και, συνακόλουθα, ο συναφής λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που αφορά την εν λόγω διάταξη, κρίνεται βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Κατόπιν αυτού, παρέλκει η έρευνα του λόγου αναίρεσης, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παράβασης του άρθρου 559 παρ. 8 ΚΠολΔ, διότι καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του λόγου αναίρεσης που κρίθηκε βάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου, δεν ιδρύεται δε όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της αποφάσεως, με την οποία η αγωγή κρίθηκε απορριπτέα λόγω αοριστίας. (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1262/2019).

Συνεπώς, ο συναφής λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση στερείται νομίμου βάσεως στο κρίσιμο ζήτημα της απορρίψεως της ένδικης αγωγής της ως αόριστης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο που προαναφέρθηκε (απόρριψη της αγωγής, ως προς την επικουρική βάση της, εκ του άρθρου 288 ΑΚ, ως απαράδεκτης, λόγω αοριστίας) και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που κατέθεσε η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ., που ηττήθηκε (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής, η οποία παραστάθηκε στο Δικαστήριο τούτο και κατέθεσε προτάσεις, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό, μειωμένα όμως κατ' αρ. 22 παρ. 1 του Ν.3693/1957, που ενεργεί υπέρ και κατά του Δημοσίου και των εξομοιουμένων με αυτό ΝΠΔΔ (ΑΠ 251/2017), όπως είναι το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 126/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός από εκείνον, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατέθεσε για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β' αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ