Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of unjust enrichment claim due to insufficient reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of the plaintiff's unjust enrichment claim. The plaintiff sold goods to the municipality and sought payment, but the lower court rejected the contract claim due to alleged improper division of similar goods while dismissing the unjust enrichment claim without sufficient reasoning. The Court found the lower court's reasoning inadequate and ambiguous regarding the validity of the sales contracts and the fulfillment of obligations, necessitating a remand for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 522, 559(19), 580(3), 495(3), 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may allow an appeal when the lower court fails to provide adequate and clear reasoning for rejecting a claim of unjust enrichment, rendering appellate review of substantive law application impossible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1895 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1895/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Αγαθή Δερέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Κ. του Ν., κατοίκου δ.δ. ... Δήμου Βόλβης. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Γεωργέλλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Δήμου Βόλβης (Ο.Τ.Α.), που εδρεύει στον Σταυρό Θεσσαλονίκης, με τον οποίο συνενώθηκε ο Δήμος Αρέθουσας, ο οποίος υπεισήλθε αυτοδικαίως από την έναρξη λειτουργίας του σε όλα τα ενοχικά και εμπράγματα δικαιώματα και υποχρεώσεις του συνενούμενου Δήμου Αρέθουσας και που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχο αυτού. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κυριάκο Νάνο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-12-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4848/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 2100/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-11-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που παραδεκτά επισκοπούνται κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, προκύπτουν για τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης τα ακόλουθα: O ενάγων και ήδη αναιρεσείων, αφού εξέθετε, με την αγωγή του, ότι δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων πώλησης, που συνήψε προφορικά με τον Δήμο Αρέθουσας, που έχει συνενωθεί με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Δήμο Βόλβης, ο οποίος, δυνάμει της διάταξης του άρθρου 283 παρ. 1 ν. 3852/2010, υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτού, πώλησε και παρέδωσε στον ανωτέρω Δήμο5 τα αναφερόμενα στην αγωγή εμπορεύματα, για τα οποία εξέδωσε τα επισυναπτόμενα σ' αυτήν 38 τιμολόγια - δελτία αποστολής, συνολικής αξίας 41.288,29 ευρώ, και ότι ο αναιρεσίβλητος αρνείται να του καταβάλει το συμφωνηθέν τίμημα, ζήτησε να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος, με βάση τη σύμβαση, άλλως κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, να του καταβάλει το ανωτέρω ποσό των 41.288,29 ευρώ νομιμοτόκως.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, με τη με αριθμ. 4848/2015 απόφασή του, απέρριψε ως μη νόμιμη την κύρια βάση της αγωγής, διότι έλαβε χώρα ανεπίτρεπτος επιμερισμός ομοίων και ομοοειδών αγαθών σε περισσότερες συμβάσεις, μέσα στο έτος 2007, προκειμένου να μην τηρηθεί η διαδικασία του διαγωνισμού, και κρίνοντας την αγωγή ως νόμιμη κατά τις διατάξεις αδικαιολόγητου πλουτισμού, δέχθηκε αυτήν ως κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 41.288,29 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Επί της έφεσης που άσκησε ο αναιρεσίβλητος - εναγόμενος Ο.Τ.Α., για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο, αφού δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Κατά της τελεσίδικης αυτής απόφασης άσκησε ο ενάγων - εφεσίβλητος την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης.
Από το άρθρο 209 παρ. 1 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ν. 3463/2006), κατά το οποίο οι προμήθειες των Δήμων, των Κοινοτήτων, των πάσης φύσεως Συνδέσμων τους, των νομικών τους προσώπων δημοσίου δικαίου και των ιδρυμάτων τους διενεργούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ενιαίου Κανονισμού Προμηθειών των Ο.Τ.Α. (Ε.Κ.Π.Ο.Τ.Α), όπως ισχύει, με την επιφύλαξη των ειδικών ρυθμίσεων του π.δ. 370/1995 (ΦΕΚ 199 Α'), όπως αυτές έχουν τροποποιηθεί από το π.δ. 105/2000 (ΦΕΚ 100 Α'), και των αντιστοίχων του π.δ. 57/2000 (ΦΕΚ45 Α'), από την παρ. 1 του άρθρου 1 του Ενιαίου Κανονισμού Προμηθειών Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΕΚΠΟΤΑ Απόφαση Υπουργού Εσωτερικών 11389/6-3-1993 ΦΕΚ Β',185), που ορίζει ότι οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού έχουν εφαρμογή στις προμήθειες των κάθε φύσεως υλικών, αναλωσίμων ή μη, κατά την έννοια των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 1797/1988, όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά, που εκτελούνται από τους δήμους, τις κοινότητες, τους συνδέσμους τους, τα δημοτικά και κοινοτικά ιδρύματα και τα λοιπά δημοτικά και κοινοτικά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 13 παρ. 2 του ν. 2503/1997, με τις οποίες επαναφέρονται σε ισχύ οι περί προμηθειών διατάξεις των π.δ/των 28/1980 (ΦΕΚ 11Α`) και 410/1995 (ΦΕΚ 231 Α`), τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 11 και 14 έως και 16 του άρθρου 2 του ν. 2286/1995, και του άρθρου 17 παρ. 1 του ν. 2539/1997, προκύπτει ότι δεν είναι νόμιμος ο επιμερισμός της συνολικής ποσότητας όμοιων ή ομοειδών αγαθών σε περισσότερες μικρότερες ποσότητες ή μερικότερες όμοιες ή ομοειδείς κατηγορίες και στη συνέχεια η απευθείας ανάθεση των μερικότερων αυτών προμηθειών με βάση το ύψος της δαπάνης που προκύπτει από την κατάτμηση της συνολικής ποσότητας αντί της διενέργειας μιας ενιαίας για τα είδη αυτά προμήθειας, γιατί με τον τρόπο αυτό επιχειρείται, κατά περιγραφή των οικείων διατάξεων, η αποφυγή τήρησης της οριζόμενης από αυτές διαδικασίας του διαγωνισμού (ΑΠ 493/2020 πρβλ ΑΠ 197/2022), και ειδικά για τους ο.τ.α.
πρώτου βαθμού καθορίστηκε με την παρ. 2 της ΥΑ Π1/7446/31.1.2002 (ΦΕΚ Β/12), σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ.12 εδ. γ' και παρ.13 εδ. VIII του Ν. 2286/1995, η ετήσια συνολική δαπάνη των προμηθειών κατά κωδικό αριθμό αυτών (του αρχείου ειδών προγράμματος), για τις οποίες η σύναψη των σχετικών συμβάσεων διενεργείται α) με συνοπτικές διαδικασίες (πρόχειρος διαγωνισμός) και με την επιφύλαξη της παρ. 2 της αριθ.
Π1/7445/2001 ΚΥΑ, μέχρι του ποσού των 45.000,00 ευρώ με ΦΠΑ, β) με διαδικασίες διαπραγμάτευσης (εξαιρετική ή απευθείας ανάθεση) μέχρι του ποσού των 15.000,00 ευρώ με Φ.Π.Α. (ΑΠ 493/2020). Στις ανωτέρω περιπτώσεις ακυρότητας της σύμβασης, τα συμβαλλόμενα μέρη δεν μπορούν να προβάλουν αξιώσεις στηριζόμενες στη σύμβαση, αλλά μόνο στηριζόμενες στις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού και, ειδικότερα, στο άρθρο 904 Α.Κ. (ΑΠ 493/2020, ΑΠ 1701/2005, ΑΠ 787/1995, ΑΠ 876/1995), ενώ την ακυρότητα αυτή λαμβάνει υπόψη το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως, γιατί οι διατάξεις περί τύπου είναι δημόσιας τάξης (ΑΠ 858/2020, ΑΠ 1376/2018, ΑΠ 91/2016).
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 904 ΑΚ όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση αιτίας παράνομης, εξαιτίας απαγορευτικής διάταξης του νόμου (Ολ ΑΠ 2/2019, ΑΠ 493/2020, ΑΠ 1157/2017), ενώ ο κανόνας αυτός, που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας, έχει εφαρμογή και για το Δημόσιο και τα Ν.Π.Δ.Δ. (Ολ ΑΠ 4/2021, ΑΠ 493/2020).
Ως πλουτισμός νοείται κάθε βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του υπόχρεου, η οποία πραγματώνεται είτε με θετική επαύξηση της περιουσίας του είτε με αποθετική με τη μορφή της αποφυγής της ελάττωσής της, ήτοι της δαπάνης, που ο λήπτης εξοικονόμησε, ίση με το τίμημα που θα κατέβαλε για την αγορά ίδιων υλικών σε άλλο πωλητή, με τον οποίο θα κατάρτιζε έγκυρη σύμβαση (ΑΠ 243/2021, ΑΠ 831/2020, ΑΠ 3/2020).
Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, βασική προϋπόθεση της απαίτησης από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι η ύπαρξη άμεσης περιουσιακής μετακίνησης μεταξύ του πλουτισμού του λήπτη και της ζημίας άλλου, δηλαδή για να στηριχθεί αγωγή από αδικαιολόγητο πλουτισμό πρέπει να υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παροχής ή της ζημίας του ενάγοντος και του πλουτισμού του εναγόμενου, και να μην υφίσταται νόμιμη αιτία της περιουσιακής μετακίνησης (Π 858/2020, ΑΠ 849/2019, ΑΠ 1325/2012).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 50/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Με την ... αγωγή εκτίθεται ότι ο ενάγων στα πλαίσια της δραστηριότητάς του, η οποία είναι η εμπορία καυσίμων, λιπαντικών, υλικών οικοδομών, εγχωρίων προϊόντων, σιδηρικών, χρωμάτων και ηλεκτρικών ειδών, κατά την περίοδο από το μήνα Ιανουάριο έως και το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2007, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων πώλησης, που καταρτίσθηκαν άτυπα, πώλησε και παρέδωσε στο εναγόμενο ΝΠΔΔ τα εμπορεύματα που αναλυτικά αναφέρονται στην αγωγή κατ' είδος, ποσότητα και τιμή μονάδας και εξέδωσε τα σχετικά αναφερόμενα στην αγωγή 38 τιμολόγια και τιμολόγια/δελτία αποστολής, τα οποία το εναγόμενο, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του, αρνείται να τα εξοφλήσει (σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, οι 36 πωλήσεις είχαν τίμημα κατώτερο των 2.500,00 ευρώ εκάστη, ενώ οι υπόλοιπες 2 είχαν τίμημα ανώτερο των 2.500,00 ευρώ εκάστη).
Για τους λόγους αυτούς, ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο ΝΠΔΔ να του καταβάλει συνολικά το ποσό των 41.288,29 ευρώ ως τίμημα για τις ως άνω πωλήσεις, με το νόμιμο τόκο από την παρέλευση εξήντα ημερών από την ημερομηνία έκδοσης κάθε τιμολογίου, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Επικουρικώς, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο ΝΠΔΔ του οφείλει συνολικά το ποσό των 41.288,29 ευρώ, βάσει των διατάξεων περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, διότι το εναγόμενο, παραλαμβάνοντας τα αναφερόμενα στην αγωγή εμπορεύματα χωρίς να καταβάλει τίμημα, κατέστη πλουσιότερο από ζημία της περιουσίας του ενάγοντος, κατά το ποσό αξίας των εμπορευμάτων αυτών, που ισούται με 41.288,29 ευρώ, νομιμοτόκως από την παρέλευση εξήντα ημερών από την ημερομηνία έκδοσης κάθε τιμολογίου, καθώς από τότε όφειλε το εναγόμενο να προβλέψει την αναζήτηση του ποσού εκάστου τιμολογίου, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Πιο συγκεκριμένα, ο ενάγων επικαλείται ότι έχει συνάψει με το εναγόμενο ΝΠΔΔ 38 πωλήσεις, που καταρτίσθηκαν άτυπα. Οι 36 πωλήσεις εξ αυτών έχουν, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, τίμημα κατώτερο των 2.500,00 ευρώ εκάστη (αθροιστικά 41.288,29 ευρώ) οπότε, μπορούν να καταρτισθούν έγκυρα ατύπως και, κατά συνέπεια, δύνανται να γεννήσουν την συμβατική υποχρέωση του εναγόμενου ΝΠΔΔ να καταβάλει το τίμημά τους.
Αντίθετα, οι υπόλοιπες 2 πωλήσεις που επικαλείται ο ενάγων έχουν τίμημα που υπερβαίνει το ποσό των 2.500,00 ευρώ εκάστη, οπότε είναι άκυρες κατ' άρθρα 158 και 159 § 1 ΑΚ, λόγω έλλειψης του νομίμου τύπου του ιδιωτικού εγγράφου, που το άρθρο 41 Ν.Δ. 496/1974 απαιτεί να τηρείται για συμβάσεις, που συνάπτουν τα ΝΠΔΔ, με αντικείμενο άνω των 2.500,00 ευρώ, όπως το ποσό αυτό έχει αναπροσαρμοσθεί με την υπ' αρ. 2/42053/0094/26.07.2002 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ Β'1033/07.08.2002).
Αναλυτικότερα με την αγωγή εκτίθεται ότι ο ενάγων εξέδωσε τα κάτωθι δελτία αποστολής τιμολόγια συνολικού ποσού 41.288,29 ευρώ ήτοι, : 1. το υπ' αριθμ. 237/30.12.2009 δελτίο αποστολής - τιμολόγιο, ποσού 566,90 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, ... [Ακολουθεί η περιγραφή ετέρων τριάντα επτά (37) δελτίων αποστολής - τιμολογίων]...
Πλην όμως δεν αποδείχθηκε η παράδοση των διαλαμβανόμενων σε αυτά εμπορευμάτων στον εναγόμενο Δήμο, αφού σε κανένα από τα τιμολόγια αυτά δεν υφίσταται υπογραφή του παραλήπτη, και ο επικαλούμενος από τον ενάγοντα χρόνος παράδοσης των επιμέρους κάθε φορά εμπορευμάτων ανάγεται σε χρόνο προγενέστερο από τον αναγραφόμενο σε αυτά (τιμολόγια) χρόνο έκδοσης και συγκεκριμένα κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή τα εμπορεύματα φέρονται να έχουν παραδοθεί στις αμέσως προαναφερόμενες ημερομηνίες προφορικής κατάρτισης των επιμέρους πωλήσεων, ήτοι εντός του χρονικού διαστήματος από Ιανουάριο έως και το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2007, ενώ τα τιμολόγια - δελτία αποστολής όλα έχουν εκδοθεί πολύ μεταγενέστερα στις 30.12.2009.
Εξάλλου δεν ανατρέπεται η ως άνω κρίση από τα όσα κατέθεσαν οι μάρτυρες του ενάγοντος ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ο οποίος ήταν, υπάλληλοι του τέως Δήμου Αρέθουσας, καθόσον δεν επιβεβαίωσαν με σαφήνεια το χρόνο και τον τόπο παράδοσης των αναφερόμενων στα επίμαχα τιμολόγια εμπορευμάτων, καθώς και τη συνολική αξία αυτών, ούτε κατέθεσαν περί του ποια όργανα του τέως Δήμου Αρέθουσας προέβαιναν στην παραγγελία αυτών.
Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε άλλως και έκανε δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 41.288,29 ευρώ έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο είχε απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη κατά τη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 513 επ. ΚΠολΔ και δεχθεί την αγωγή του αναιρεσείοντος, κατά την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, και είχε υποχρεώσει το αναιρεσίβλητο να καταβάλει στον αναιρεσείοντα το συνολικό ποσό των 41.288,29 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, και ακολούθως δικάζοντας την υπόθεση κατ' ουσίαν, απέρριψε την αγωγή, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 158, 159 παρ. 1, 904 ΑΚ, 209 παρ.1 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ν. 3463/2006), τις διατάξεις του Ενιαίου Κανονισμού Προμηθειών των Ο.Τ.Α. (Ε.Κ.Π.Ο.Τ.Α), όπως ισχύει, του άρθρου 17 παρ. 1 του ν. 2539/1997, το άρθρο 2 παρ.12 εδ. γ' και παρ.13 εδ.
VIII του Ν. 2286/1995, παρ. 2 της ΥΑ Π1/7446/31.1.2002 (ΦΕΚ Β/12 904 ΑΚ και στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες για τα παρακάτω ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων.
Ειδικότερα: α) Στην ελάσσονα πρόταση της προσβαλλόμενης απόφασής του, αφού αρχικώς αναφέρει το περιεχόμενο της αγωγής, ότι δηλαδή ο ενάγων - αναιρεσείων επικαλέστηκε την άτυπη κατάρτιση 38 επί μέρους συμβάσεων πώλησης, για τις οποίες εξέδωσε 38 τιμολόγια - δελτία αποστολής, όπως και το αίτημα αυτής (κύριο και επικουρικό), ακολούθως διαλαμβάνει ότι, "κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή", το τίμημα των 36 συμβάσεων ήταν κατώτερο των 2.500 ευρώ "οπότε, μπορούν να καταρτισθούν έγκυρα ατύπως" και ότι "οι υπόλοιπες 2 πωλήσεις που επικαλείται ο ενάγων έχουν τίμημα που υπερβαίνει το ποσό των 2.500 ευρώ εκάστη, οπότε είναι άκυρες...", προβαίνοντας, στη συνέχεια, με τη φράση "αναλυτικότερα στην αγωγή, εκτίθεται...", στην παράθεση των 38 επιμέρους συμβάσεων πώλησης, για τις οποίες εκδόθηκαν 35 τιμολόγια - δελτία αποστολής με τίμημα μικρότερο των 2.500 ευρώ και 3 τιμολόγια - δελτία αποστολής με τίμημα μεγαλύτερο των 2.500 ευρώ, και αμέσως μετά δέχεται, ότι δεν αποδείχθηκε η παράδοση των διαλαμβανόμενων σε αυτά εμπορευμάτων στον εναγόμενο Δήμο, χωρίς ωστόσο να περιλάβει σαφή ουσιαστική παραδοχή περί της κατάρτισης των πιο πάνω επίμαχων συμβάσεων, για τις οποίες μάλιστα αναφέρει, προηγουμένως, ασαφώς και ενδοιαστικώς, ότι "μπορούν να καταρτιστούν έγκυρα" (και όχι ότι καταρτίστηκαν έγκυρα), ήτοι δεν αποφάνθηκε αν αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν ως βάσιμα κατ' ουσίαν τα επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα, και θεμελιούντα την αγωγή, κατά την επικουρική βάση περί αδικαιολόγητου πλουτισμού πραγματικά περιστατικά, στην οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο προσέδωσε τον νομικό χαρακτηρισμό της ενιαίας σύμβασης με επιμερισμό της συνολικής ποσότητας ομοίων ή ομοειδών αγαθών σε περισσότερες ή μερικότερες όμοιες ή ομοειδείς κατηγορίες, με σκοπό την απευθείας ανάθεση, χωρίς τη διενέργεια πρόχειρου διαγωνισμού, η οποία μεταβιβάστηκε, κατόπιν έφεσης του ήδη αναιρεσίβλητου- εναγόμενου, αλλά περιορίστηκε στην απλή παράθεση των αγωγικών ισχυρισμών, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται βέβαιο αλλά να προκαλείται ασάφεια και αμφιβολία σχετικά με το αν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται, ότι καταρτίστηκαν πράγματι όλες ή μερικές συμβάσεις πώλησης, ενόψει της άρνησης της αγωγής από το εναγόμενο ήδη αναιρεσίβλητο, και, σε καταφατική περίπτωση, ποιο ήταν το αποδειχθέν περιεχόμενο της σχετικής συμφωνίας ως προς τον τρόπο και χρόνο εκπλήρωσης των παροχών των διαδίκων, η ασάφεια δε αυτή επιτείνεται και από το γεγονός ότι το Εφετείο, απορρίπτει την ένδικη αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού του αναιρεσείοντος, με την οποία ζητείται το συμφωνημένο τίμημα των εμπορευμάτων των 38 τιμολογίων - δελτίων αποστολής χωρίς να αποφανθεί αν οι ως άνω συμβάσεις είναι άκυρες διότι επήλθε επιμερισμός ομοίων ή ομοειδών αγαθών, προκειμένου να αποφευχθεί η διαδικασία του πρόχειρου διαγωνισμού διότι υπερβαίνουν σε ετήσια βάση, για το 2007, το ποσό των 15.000,00 ευρώ.
Έτσι, εξαιτίας των ανωτέρω ελλείψεων και ασαφειών δεν δικαιολογείται επαρκώς η παραδοχή της έφεσης του αναιρεσιβλήτου και η απόρριψη της αγωγής αδικαιολόγητου πλουτισμού του αναιρεσείοντος, η οποία ήχθη ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 522 ΚΠολΔ, με έφεση του ηττηθέντος εναγόμενου ήδη αναιρεσίβλητου.
Επομένως, ο πέμπτος, κατά το δεύτερο σκέλος, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει την πλημμέλεια ότι το Εφετείο διέλαβε, με τις προαναφερόμενες παραδοχές του, ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες στην προσβαλλόμενη απόφασή του, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι βάσιμος.
Συνακόλουθα τούτων, πρέπει, κατά παραδοχή του ανωτέρω λόγου αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών διατυπούμενων με την ένδικη αίτηση λόγων αναίρεσης, να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, συγκροτούμενου από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παράβολου στον αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσίβλητου, λόγω της ήττας του (άρθρο 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), θα οριστεί όμως αυτή μειωμένη, σύμφωνα προς τις διατάξεις των άρθρων 276 παρ. 1 και 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006 (ΑΠ 300/2021, ΑΠ 3/2020), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2100/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο παραπάνω δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την απόδοση του κατατεθέντος παράβολου στον αναιρεσείοντα. Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος στον αναιρεσίβλητο, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Σεπτεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Νοεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ