Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, rejecting claims of absolute invalidity and lack of hearing.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a judgment by the Plural Court of Offenses in Thessaloniki. The appellant argued for the absolute invalidity of the proceedings and a lack of hearing, but the court found these claims baseless. The court ruled that documents read during the trial were already known to the appellant, who had full opportunity to comment on them, thus upholding the procedural integrity of the original decision.
Legislator headnote
AI generatedArticles 462, 464, 466, 474, 510, 583 of the Code of Criminal Procedure; The court must examine appeals substantively if procedural requirements are met, and a lack of hearing does not constitute absolute invalidity if the accused had full opportunity to comment on all evidence presented.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1895 / 2019 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
ΑΡΙΘΜΟΣ 1895/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου και Σταματική Μιχαλέτου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαρτίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Κωνσταντινόπουλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Δ.-Φ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κοσμάτο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 6226/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Ιανουαρίου 2019 αίτησή του αναίρεσης, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 298/2019.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και συγκεκριμένα για το 2° λόγο αυτής, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς αυτό το λόγο και να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση και να απορριφθεί κατά τα λοιπά,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη υπ' αριθμ.2/2019 από 31-1-2019 αίτηση του Δ.-Φ. Μ. του Ε., κατοίκου ... (οδός ...), για αναίρεση της υπ' αριθμόν 6226/2018 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία καταχωρήθηκε στο κατά το άρθρο 473§§1 και 3, εδ.α ΚΠΔ, βιβλίο, στις 25-1-2019, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, με δήλωση του αναιρεσείοντος στον Γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δηλαδή, από πρόσωπο που είχε το σχετικό έννομο συμφέρον και κατά απόφασης υποκείμενης στο συγκεκριμένο ένδικο μέσο, ενώ περιλαμβάνει ως λόγους αναίρεσης την σχετική και απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και την έλλειψη ακρόασης. Επομένως, είναι παραδεκτή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 462§1, 464, 466 και 474§§1 και 4 και 510§1 στοιχ.Α' και Β' του ΚΠΔ και κατά συνέπεια πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 590§1 του νέου ΚΠΔ (που ισχύει από 1-7-2019 με το Ν.4620/2019), "υποθέσεις που εκκρεμούν σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας και σε οποιονδήποτε βαθμό συνεχίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κώδικα. Οι πράξεις που τελέστηκαν όταν ίσχυαν οι διατάξεις που καταργούνται διατηρούν το κύρος τους".
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 589§3 του ίδιου ως άνω νέου ΚΠΔ, "αποφάσεις και βουλεύματα που εκδόθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος κώδικα υπόκεινται στα ένδικα μέσα και στις διατυπώσεις άσκησής τους που προέβλεπε ο καταργούμενος ΚΠΔ και εκδικάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κώδικα".
Από τις ως άνω μεταβατικές διατάξεις σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 2 ΑΚ, κατά το οποίον ο νόμος ορίζει για το μέλλον και δεν έχει αναδρομική ισχύ, συνάγεται η γενική δικαιϊκή αρχή, ότι οι δικονομικοί νόμοι, που αποσκοπούν στην ορθή απονομή του δικαίου, έχουν αναδρομική ισχύ και καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς υποθέσεις (μόνο) ως προς το ατέλεστο μέρος τους, εκτός αν αυτοί ορίζουν διαφορετικά.
Έτσι, αν δεν ορίζεται διαφορετικά σ' αυτόν, ο νέος δικονομικός νόμος διέπει το διαδικαστικό μέρος της ποινικής δίκης, που συντελείται μετά τη θέσπισή του και όχι και τις διαδικαστικές πράξεις που είχαν ήδη συντελεστεί μέχρι την έναρξη της ισχύος του, οι οποίες διατηρούν το κύρος τους. Από αυτά παρέπεται ότι το επιτρεπτό του ενδίκου μέσου και οι σχετικές πλημμέλειες της απόφασης ή του βουλεύματος, για τις οποίες παρέχεται η άσκησή του, κρίνονται με βάση τον νόμο που ισχύει κατά τον χρόνο δημοσίευσης της απόφασης ή έκδοσης του βουλεύματος, το δε παραδεκτό του ενδίκου μέσου, δηλαδή η συνδρομή των όρων νομότυπης και εμπρόθεσμης άσκησής του, κρίνεται με βάση τον νόμο που ισχύει κατά τον χρόνο άσκησης αυτού.
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 352 § 3, 353 και 139 του ισχύοντος μέχρι 1-7-2019 ΚΠΔ, {οι οποίες εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα προαναφερόμενα, λόγω του χρόνου δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (28-6-2018)} ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να υποβάλλει προς το Δικαστήριο αίτημα αναβολής της δίκης για νέες (κρείσσονες) αποδείξεις, με σκοπό να εξεταστούν κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο μάρτυρες που δεν έχουν κληθεί ή να προσκομιστούν έγγραφα ή να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη που εκκρεμεί ή νέα πραγματογνωμοσύνη.
Στο υποβαλλόμενο αίτημα αναβολής πρέπει να προσδιορίζονται οι συγκεκριμένες νέες αποδείξεις, που ζητείται να διαταχθούν και να διευκρινίζεται το αποδεικτέο ουσιαστικό ζήτημα, που πρόκειται να αποδειχθεί με τη διεξαγωγή τους, το οποίο πρέπει να είναι σχετικό με την εκδικαζόμενη κατηγορία και χρήσιμο για την έρευνα της ενοχής του κατηγορουμένου.
Η παραδοχή ή μη του αιτήματος αναβολής απόκειται στην κυριαρχική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο όμως οφείλει να απαντήσει σ' αυτό, εφόσον όμως είναι ορισμένο και παραδεκτό, και, αν το απορρίψει, οφείλει να διαλάβει στην απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93§3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη, αιτιολογία.
Διαφορετικά, αν δεν απαντήσει, στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510§1 στοιχ. Β' ΚΠΔ, για έλλειψη ακρόασης, ενώ, αν η απορριπτική απόφαση δεν είναι ειδικά αιτιολογημένη, στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510§ 1 στοιχ. Δ' ίδιου Κώδικα. Επιπλέον, η απόρριψη χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία παραδεκτού αιτήματος αναβολής για νέες αποδείξεις, επειδή συνάπτεται άμεσα με την ανάγκη για νόμιμη απόδειξη της ενοχής του κατηγορουμένου, προσβάλλει το δικαίωμα για δίκαιη δίκη και του τεκμηρίου αθωότητας αυτού, κατά τα άρθρα 6§§1,2 και 3 περ.
δ' της ΕΣΔΑ και 14§2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, και επιφέρει, σε συνδυασμό με το άρθρο 171§ 1 περ. δ' ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και στοιχειοθετεί το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α' ίδιου Κώδικα. Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 32§1,138§§2 και 3, 171§1 εδ.β' και 369§1 του προϊσχύσαντος ΚΠΔ προκύπτει ότι ο διευθύνων τη συζήτηση δίνει υποχρεωτικά τον λόγο στον Εισαγγελέα, προκειμένου αυτός να αναπτύξει τις απόψεις του και να προτείνει για την ενοχή ή μη του κατηγορουμένου και την επιβλητέα ποινή, για τους αυτοτελείς ισχυρισμούς και τα αιτήματα που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο και γενικά για κάθε απόφαση ή διάταξη του Δικαστηρίου κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας.
Διαφορετικά, αν δεν υπάρξει προηγούμενη Εισαγγελική πρόταση, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατά το άρθρο 171§1β' και δ' ΚΠΔ, και στοιχειοθετείται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α' ΚΠΔ. Πλην όμως, η πρόταση του Εισαγγελέα επί της κατηγορίας στο τέλος, μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, όταν ζητεί την ενοχή του κατηγορουμένου, εμπεριέχει οπωσδήποτε και την πρότασή του για απόρριψη αιτημάτων αναβολής ή διακοπής της δίκης ή τυχόν αυτοτελών ισχυρισμών που έχει προβάλλει ο κατηγορούμενος και κατά συνέπεια η παράλειψη του Εισαγγελέα να προτείνει ειδικώς επί αυτών καλύπτεται με τη συνολική του πρόταση επί της ενοχής και δεν δημιουργείται η προαναφερθείσα απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο (ΑΠ 733/ 2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτά επισκοπούμενα πρακτικά της αναιρεσιβαλλόμενης υπ' αριθμόν 6226/ 2018 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος, σε δεύτερο βαθμό, της παραβίασης της διάταξης του άρθρου 28§§1 του Ν.3996/2011 και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών, την εκτέλεση της οποίας το Δικαστήριο ανέστειλε επί τριετία.
Από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των ως άνω πρακτικών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, υπέβαλε προς το Δικαστήριο αίτημα αναβολής της δίκης, για κρείσσονες αποδείξεις κατά τη διάταξη του άρθρου 352 ΚΠΔ, "προκειμένου να εκδοθεί απόφαση επί της εφέσεως που έχει ασκηθεί από τον εκκαλούντα -κατηγορούμενο στα πολιτικά Δικαστήρια" όπως κατά λέξη αναγράφεται στα ως άνω πρακτικά.
Ακολούθως, η Εισαγγελέας, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, επιφυλάχθηκε να προτείνει επί του ως άνω αιτήματος αναβολής και συνακόλουθα και το Δικαστήριο επιφυλάχθηκε να απαντήσει μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας. Στη συνέχεια κηρύχθηκε από την Πρόεδρο η έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας και μετά το πέρας αυτής έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο η Εισαγγελέας, η οποία ανέπτυξε την κατηγορία και πρότεινε να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος.
Στη συνέχεια η Πρόεδρος έδωσε το λόγο στο συνήγορο υπεράσπισης του κατηγορούμενου, ο οποίος ζήτησε την παραδοχή του αιτήματος αναβολής της εκδίκασης της υπόθεσης, άλλως ανέπτυξε την υπεράσπιση και ζήτησε να κηρυχθεί αθώος ο εκκαλών - κατηγορούμενος. Κατόπιν αυτών, το Δικαστήριο εξέδωσε την κύρια επί της ενοχής απόφασή του και κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, χωρίς να απαντήσει στο αίτημα αναβολής της δίκης ή να εκδώσει απορριπτική απόφαση γι' αυτό.
Όμως, από όσα προαναφέρθηκαν προκύπτει ότι το συγκεκριμένο αίτημα δεν υποβλήθηκε με σαφή και ορισμένο τρόπο, αφού δεν αναφερόταν σ' αυτό, ποια η σχέση της υπόθεσης για την οποία εκκρεμούσε έκδοση απόφασης επί ασκηθείσας έφεσης του κατηγορούμενου και για ποιούς συγκεκριμένους λόγους ήταν αναγκαία η αναβολή της δίκης μέχρι την έκδοση της συγκεκριμένης απόφασης, ώστε σύμφωνα με όσα αναγράφονται στην παραπάνω νομική σκέψη να είναι υποχρεωμένο το Δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει και μάλιστα ειδικά και αιτιολογημένα, στο ανωτέρω αίτημα αναβολής, αφού αυτό ήταν αόριστο.
Επομένως, δεν επήλθε στην προκειμένη περίπτωση σχετική ακυρότητα από έλλειψη ακρόασης στο αίτημα αναβολής της δίκης, ούτε απόλυτη ακυρότητα από στέρηση του υπερασπιστικού δικαιώματος του κατηγορούμενου υποβολής σχετικών παρατηρήσεων κατ' άρθρο 358 ΚΠΔ κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση. Επίσης, αφού λόγω της ως άνω αοριστίας του συγκεκριμένου αιτήματος αναβολής δεν εκδόθηκε σχετική απορριπτική απόφαση, ώστε να απαιτείται να προηγηθεί αυτής Εισαγγελική πρόταση, δεν επήλθε και καμία ακυρότητα από την μη υποβολή αυτής.
Εξάλλου, εφόσον κατά τα αναγραφόμενα στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, η Εισαγγελέας της έδρας μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, ζήτησε με την πρότασή της την ενοχή του κατηγορούμενου, δεν πρόκειται περί παράλειψης υποβολής πρότασης επί του αιτήματος αναβολής, αφού στη συνολική της πρόταση επί της ενοχής εμπεριέχεται οπωσδήποτε και πρόταση για απόρριψη αυτού και συνεπώς δεν δημιουργείται η προαναφερθείσα απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, λόγω της ως άνω παράλειψης.
Κατ' ακολουθίαν των προαναφερομένων, ο θεμελιούμενος στις διατάξεις του άρθρου 510§1 στοιχ.Α' και Β' του ΚΠΔ σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης, περί έλλειψης ακρόασης και σχετικής και απόλυτης ακυρότητας, τον οποίον προβάλλει ο αναιρεσείων κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331§2, 333, 364 και 369 του προϊσχύσαντος ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το Δικαστήριο, για το σχηματισμό της περί της ενοχής του κατηγορούμενου κρίσης του, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171§ 1 εδ.δ' του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον από το άρθρο 510§1 στοιχ.
Α' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις παρατηρήσεις του για το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 ΚΠΔ), ενώ επιπλέον επέρχεται και παραβίαση των περί προφορικότητας της συζήτησης στο ακροατήριο και κατ' αντιμωλία διεξαγωγής της δίκης αρχών, οι οποίες περιλαμβάνονται στην έννοια της δημοσιότητας της διαδικασίας, από την οποία δημιουργείται ο από το άρθρο 510§1 στοιχ.Γ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ενσωματωμένα στην αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμόν 6226/ 2018 απόφαση πρακτικά της δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου και συγκεκριμένα από το σκεπτικό αυτής προκύπτει ότι μεταξύ των εγγράφων τα οποία έλαβε υπόψη του το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, για το σχηματισμό της επί της ενοχής του κατηγορούμενου και ήδη αναιρεσείοντος κρίσης του, μνημονεύονται και τα ακόλουθα έγγραφα:
α) η υπ' αριθμόν .../2018 πράξη κατάθεσης που αφορά τον προσδιορισμό έφεσης του κατηγορούμενου ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (διαδικασία εργατικών διαφορών) κατά της υπ' αριθμ. 6808/2016 απόφασης, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή αγωγή την οποίαν άσκησε κατ' αυτού η Μ. Δ., ως εργαζόμενη, την ιδιότητα της βοηθού λογιστή, στην επιχείρησή του, β)το υπ' αριθμόν ...5-2014 Δελτίο Εργατικής Διαφοράς, που αφορά την αναγνώριση εκ μέρους του κατηγορούμενου οφειλών της επιχείρησης προς την ως άνω εργαζόμενη, που έλαβε χώρα στις 23-5-2014, ενώπιον της Επιθεωρήτριας της Επιθεώρησης Εργασίας του Τομέα Θεσσαλονίκης και γ)η αναγραφόμενη και παραπάνω υπ' αριθμ. 6808/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Τα ως άνω έγγραφα δεν αναφέρονται στον κατάλογο των αναγνωσθέντων εγγράφων μεταξύ εκείνων που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου της ουσίας, που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, πλην όμως, ορθώς λήφθηκαν υπόψη για το σχηματισμό της δικαστικής του κρίσης, καθόσον πρόκειται για έγγραφα που προσκομίστηκαν από τον ίδιο τον κατηγορούμενο- εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα, κατά την απολογία του ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου και μετά από δική του αίτηση αναγνώστηκαν στο ακροατήριο από την Πρόεδρο, όπως ρητά αναγράφεται τούτο στο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, όπου γίνεται και αναφορά στο περιεχόμενο καθενός των ως άνω αναγνωσθέντων εγγράφων.
Τούτων παρέπεται ότι τα ως άνω έγγραφα τα οποία αναγνώστηκαν στο ακροατήριο ήταν ήδη γνωστά κατά το περιεχόμενό τους στον αναιρεσείοντα και συνεπώς αυτός και ο συνήγορός του είχαν πλήρη δυνατότητα να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους, κατ' άρθρο 358 ΚΠΔ, και συνεπώς ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας προκλήθηκε, ενώ ουδόλως παραβιάστηκαν οι διατάξεις για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, με την έννοια της παραβίασης των αρχών της προφορικότητας και της κατ' αντιμωλίαν διεξαγωγής της δίκης.
Επομένως, ο σχετικός με τα παραπάνω, από τις διατάξεις του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. A' του ΚΠΔ, δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και παράβαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583§1 ΚΠΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθμόν 2/2019 από 31-1-2019 αίτηση του Δ.-Φ. Μ. του Ε., κατοίκου ... (οδός ...), για αναίρεση της υπ' αριθμόν 6226/2018 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Αυγούστου 2019.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Δεκεμβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ