Legislator Case Law & Legislation
1895/2016 AI generated

1895/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1895/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 148/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη και Μαρία Παπασωτηρίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1895/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ήδη, με το όρθρο 20 του Ν. 4321/2015 αντικαταστάθηκαν οι παραπάνω διατάξεις αλλά ο τελευταίος αυτός νόμος δεν εφαρμόζεται στη συγκεκριμένη περίπτωση, ως δυσμενέστερος των ανωτέρω προϊσχυσασών διατάξεων (άρθρ. 2 παρ. 1 Π.Κ.), αφού για χρέη συνολικού ύφους άνω των 150.000 ευρώ, όπως τα επίδικα, προβλέπει βαρύτερη ποινή τριών (3) τουλάχιστον ετών.

Keywords

AI generated
extortion of excessive official fees expropriation costs public economic law public levies dispute corporate overindebtedness bankruptcy and debt enforcement offences
AI generated
2220/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου, Βασιλική Ηλιοπούλου - Εισηγήτρια και Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη, Αρεοπαγίτες.
1859/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ.
1168/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γεωργέλλη, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 53/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Μαρία Χυτήρογλου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
2029/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα, Ιωάννη Μαγγίνα - Εισηγητή και Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου, Αρεοπαγίτες.
1872/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1895 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1895/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 148/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη και Μαρία Παπασωτηρίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημήτριου Παπαγεωργίου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Σ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ράπτη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 31/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Ιανουαρίου 2016 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...2016.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη υπ’ αριθ. ...-1-2016 αίτηση του Σ. Κ., για αναίρεση της υπ’ αριθ. 31/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω.

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 25 παρ.1 του Ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 23 παρ. 1 Ν. 2523/1997 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004, το τελευταίο των οποίων ισχύει από 1-1-2004 και καταλαμβάνει την παρούσα υπόθεση, ως εκ του χρόνου τελέσεως της επίδικης πράξεως και ως επιεικέστερο της εκ νέου τροποποιήσεως αυτού με το άρθρ. 3 παρ.1 Ν. 3943/2011, "η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ.

ή του Τελωνείου, προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α’ , υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α’ , υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ".

Ήδη, με το όρθρο 20 του Ν. 4321/2015 αντικαταστάθηκαν οι παραπάνω διατάξεις αλλά ο τελευταίος αυτός νόμος δεν εφαρμόζεται στη συγκεκριμένη περίπτωση, ως δυσμενέστερος των ανωτέρω προϊσχυσασών διατάξεων (άρθρ. 2 παρ. 1 Π.Κ.), αφού για χρέη συνολικού ύφους άνω των 150.000 ευρώ, όπως τα επίδικα, προβλέπει βαρύτερη ποινή τριών (3) τουλάχιστον ετών.

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του συντάγματος και 139 ΚΠοιν Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 περ. Δ’ ΚΠοινΔ., όταν εκτίθενται σ’ αυτήν με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ’ είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθενται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης.

Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μερικά εξ αυτών κατ’ επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠοινΔ [ολ.ΑΠ 1/2005]. Δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, καθόσον στην περίπτωση αυτή πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Η αιτίαση για αντίθεση ορισμένων αποδεικτικών μέσων προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της απόφασης είναι απαράδεκτη γιατί με την επίφαση της έλλειψης της αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η ύπαρξη του δόλου που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ. 1 Π.Κ για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως, δεν είναι κατ’ αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών τούτων, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος.

Το έγκλημα της παραβάσεως του άρθρου 25 Ν. 1882/1990 που είναι πλημμέλημα, αφού τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως [άρθρο 18 Π.Ν], προϋποθέτει δόλο [πρόθεση] αφού δεν καθορίζεται υπό του άνω άρθρου το είδος της υπαιτιότητος. Εντεύθεν και δεν απαιτείται ειδική αιτιολογία του δόλου στη περίπτωση που κάποιος καταδικάστηκε για τη παράβαση του άρθρου 25 παρ. 1 Ν. 1882/1990.

Εξάλλου, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε.

Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει κατ όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, επειδή στο πόρισμα, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού κατ αναφέρεται στα στοιχεία κατ στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμη βάση.

Επίσης ο από το άρθρο αυτό αναιρετικός λόγος συντρέχει, με την εκδοχή της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και όταν το δικαστήριο, αντί να εφαρμόσει τον ευμενέστερο νόμο, εκδίδει απόφαση στηριζόμενο σε αυστηρότερο για τον κατηγορούμενο νόμο, αντίθετα με τα οριζόμενα στο άρθρο 2 του Π.Κ. (ΑΠ 469/2012, 1682/2006).

Περαιτέρω, το άρθρο 25 παρ. 1 Ν. 1882/1990, το οποίο προβλέπει και τιμωρεί τη μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, υπέστη, όπως προεκτέθηκε, μεταξύ άλλων, δύο διαδοχικές τροποποιήσεις αντικατασταθέν με το άρθρο 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004 και στη συνέχεια με το άρθρο 3 παρ. 1 Ν. 3943/2011.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ’ αριθμό 31/2016 απόφαση του, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο Αθηνών, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών στο Δημόσιο με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2β του Π.Κ. του επέβαλε ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών, ανασταλείσα επί τριετία.

Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως το δικάσαν Τριμελές Εφετείο Αθηνών, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων δέχθηκε κατά λέξη τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου και αναφέρονται στα πρακτικά συνεδρίασης του και την εν γένει αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Στην Αθήνα κατά το διάστημα από 1ης/3/2008 μέχρι 31ης/3/2008, ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του εκκαλούντος- κατηγορούμενου με την ιδιότητά του ως προέδρου και δ/ντος συμβούλου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." ,με έδρα στην Αθήνα και ΑΦΜ ..., διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου στην ..., όπως ακριβώς αυτά αναφέρονται με αριθμούς ...

στο συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω Δ.Ο.Υ. (αρ. ειδ. βιβλ. ...2008), που συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 9-4-2008 αίτηση ποινικής δίωξης του Προϊστάμενου της ανωτέρω Δ.Ο.Υ., και μνημονεύονται αναλυτικά κατ’ είδος, ποσό και τρόπο καταβολής στο διατακτικό της παρούσας που συμπληρώνει το σκεπτικό τούτο αποτελώντας ενιαίο σύνολο, συνολικού ποσού μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις ενός εκατομμυρίου επτακοσίων ενενήντα τριών χιλιάδων εκατόν δέκα τριών (1.793.113) ευρώ, τα οποία είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 3220/2004, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή των άνω χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, αφότου αυτά κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, καθόσον αποδείχθηκε ότι ουδέν ποσό έχει καταβάλει μέχρι σήμερα.

Μετά ταύτα, πρέπει ο κατηγορούμενος-εκκαλών να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδομένης ως άνω πράξεως της μη καταβολής χρεών προς το δημόσιο συνολικού ποσού ενός εκατομμυρίου επτακοσίων ενενήντα τριών χιλιάδων εκατόν δέκα τριών (1.793.113) ευρώ, με το ελαφρυντικό των μη ταπεινών αιτίων (άρ.84παρ.2β’ ΠΚ), διότι αποδείχθηκε ότι αυτός τέλεσε την ανωτέρω πράξη μετά από την οικονομική καταστροφή που υπέστη η ανωτέρω εταιρεία στην οποία διετέλεσε πρόεδρος και δ/νων σύμβουλος, εξαιτίας της μη πληρωμής της από το δημόσιο [ήτοι από το Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ.

και τον "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟ ΣΧΟΛΙΩΝ ΚΤΙΡΙΩΝ"] το οποίο της οφείλει για εκτελεσθέντα εκ μέρους της έργα το ποσό των (2.195.155) ευρώ, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσας." Στη συνέχεια το δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι: "Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα 1/3/2008 μέχρι 31/3/2008 όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 3220/04, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ.

Συγκεκριμένα ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος της εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", της οποίας τυγχάνει Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου στη Δ.Ο.Υ. ..., όπως ακριβώς αναφέρονται στο συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω Δ.Ο.Υ. (αρ.ειδ. βιβλίου ...) και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 9/4/2008 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της πιο πάνω Δ.Ο.Υ., ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό ευρώ # 1.793.113 #, που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο." Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε στο σκεπτικό της, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, την επιβαλλομένη από τις άνω διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς λογικά κενά ή αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιοποίνου πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων των ποινικών νόμων που εφήρμοσε και δή των άρθρων 1,12,14, 26 παρ. 1α, 27 παρ.

Ι 51,53,57,79 ΠΚ και άρθρα 25παρ.1 εδ. ‘ γ, 2,3,6,7 Ν 1882/90,όπως αντικ με αρθ.23 παρ.1 Ν.2523/1997,19 παρ. 2 Ν. 2948/01 και περαιτέρω η παρ.1 του άρθ.25 από το αρθ,34 παρ. 1,2 Ν.3220/2004 σε συνδ. με αρθ.10 Ν.390/2010, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ασαφή ή ελλειπή ή αντιφατική αιτιολογία και έτσι, δεν στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα αναφέρει την αρχή που προέβη στη βεβαίωση των χρεών, το είδος αυτών, τον χρόνο καταβολής τους, δηλαδή τον χρόνο κατά τον οποίο ανεξαρτήτως του χρόνου βεβαιώσεως τους, έπρεπε να καταβληθούν και την καθυστέρηση καταβολής του με πρόθεση για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών αφότου κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, καθώς και το ύψος τους (1.793.113 ευρώ) και τον τρόπο πληρωμής τους που με σαφήνεια προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό και από τον συνημμένο στο διατακτικό πίνακα χρεών.

Με βάση τις παραδοχές αυτές της προσβαλλομένης, αναφορικά με την αιτίαση του αναιρεσείοντος, που αυτός προβάλλει με το δεύτερο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ Δ, λόγο αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ότι δηλαδή δημιουργείται ασάφεια ως προς το ποσό της οφειλής του προς το Δημόσιο, καθώς καταδικάστηκε για μη καταβολή χρεών συνολικού ύψους 1.793113 ευρώ, ενώ στον ενσωματωμένο πίνακα της ΔΟΥ ...

αναγράφεται ως άθροισμα το ευρώ, είναι αβάσιμος και τούτο διότι: Με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης και την επιτρεπτή για τον αναιρετικό έλεγχο επισκόπηση των πρακτικών, της πρωτόδικης απόφασης και του πίνακα χρεών προκύπτει, ότι ο αριθμός 2.035.972,26 οφείλεται σε προφανή παραδρομή, διότι αντιστοιχεί στο άθροισμα των χρεών με αύξοντα αριθμό ...

του πίνακα χρεών της ΔΟΥ ..., ενώ το ορθό ποσό το οποίο μάλιστα επαναλαμβάνεται δύο φορές στο σκεπτικό και δή στις σελίδες 10 και 11 και μία φορά στο διατακτικό (σελ. 13) είναι 1.793.113 και αντιστοιχεί στο άθροισμα των χρεών με αύξοντα αριθμό ..., καθόσον στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο τα χρέη με αύξοντα αριθμό ... τέθηκαν εκτός κατηγορίας.

Επομένως, καθίσταται βέβαιο ότι με την τριπλή αναφορά στην προσβαλλόμενη του ορθού ποσού των 1.793.113, η μεμονωμένη αναγραφή του εσφαλμένου ποσού στο άθροισμα του πίνακα, οφείλεται σε αβλεψία και ουδεμία ασάφεια δημιουργεί. Περαιτέρω από τις άνω, αναιρετικώς ανέλεγκτες, παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας, και από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού λόγου, επισκόπηση των πρακτικών, με σαφήνεια προκύπτει ότι το ως άνω Δικαστήριο, δικάζοντας μεν μετά την ισχύ του Ν 3220/2004 ,αλλά διερευνώντας κατηγορία για μη καταβολή χρεών στο Δημόσιο με χρόνο τελέσεως από 1-3-2008 έως 31-3-2008, δηλαδή υπό την ισχύ του Ν .3220/2004 και ύψους χρεών 1.793.113 ευρώ, εφήρμοσε ορθώς τον ευμενέστερο για τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα νόμο 3220/2004.

Αυτό προκύπτει τόσον από την αναφορά που γίνεται στη σελίδα 10 του σκεπτικού, ότι τα χρέη συνολικού ποσού 1.793.113 ευρώ "είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν.3324/2004" όσον και από το σκεπτικό επιμέτρησης της ποινής στη σελίδα 19, όπου η προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 25 παρ.1 εδγ Ν 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ 1.

Ν.2523/1997 και περαιτέρω η παρ.1 του άρθρου 25 με το άρθρο3 παρ.1 Ν.3220/2004, παρεκτός του ότι δεν αναφέρεται στο κρίσιμο αυτό σημείο της προσβαλλόμενης, ούτε ο Ν3943/2011, ούτε οι μεταγενέστεροι νόμοι 4321/2015 και 337/2015, οι οποίοι διηγηματικά αναφέρονται στην εισαγωγή του σκεπτικού, κατά την περιγραφή της διαδρομής της διάταξης του άρθρου 25 παρ.1 Ν.1882/1990 με τις αλλεπάλληλες νομοθετικές παρεμβάσεις.

Επιπρόσθετα, η επιβληθείσα ποινή, για μη καταβληθέντα χρέη ύψους 1.793.113 ευρώ, φυλάκισης τριών ετών, εμπίπτει εντός του πλαισίου του Ν 3220/2004 (φυλάκιση 1-5 έτη και με τη συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης φυλάκισης 10 ημερών έως 5 ετών). Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ Ε, προβαλλόμενος πρώτος λόγος αναιρέσεως, για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, λόγω μη εφαρμογής του ευμενέστερου κατά το άρθρο 2 του ΠΚ νόμου, είναι αβάσιμος.

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα(583 παρ.1ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ’ αριθ ....-1-2016 δήλωση- αίτηση του Σ. Κ. του Ι., κατοίκου ... (...), για αναίρεση της με αριθ. 31/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Δεκεμβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ