1895/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1895/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκηση της ... Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1895 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1895/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Σ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κωστή και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Π. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστάθιο Παναγιωτόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/2/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27807/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 733/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/7/2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 25/10/2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της από 1/7/2010 αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Παραβιάζεται δε ο κανόνας δικαίου, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως τούτο ισχύει μετά την αντικατάσταση του κατά την αναθεώρηση του Συντάγματος του 1975, με το από 6/17 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, "Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την προστασία του κράτους.
Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκηση της ... Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι αποδέκτης της επιταγής για σεβασμό της αρχής της αναλογικότητας είναι ο κοινός νομοθέτης, που θεσπίζει περιορισμό ατομικών δικαιωμάτων, σύμφωνα με συνταγματική επιφύλαξη υπέρ του νόμου, την οποία και υλοποιεί, όχι δε και ο δικαστής, ο οποίος, απλώς οφείλει να ελέγχει αν η αρχή αυτή έχει τηρηθεί και, σε αρνητική περίπτωση, να αρνείται την εφαρμογή του νόμου ως αντισυνταγματικού.
Η εν λόγω δε αρχή, η οποία κατατείνει στην εκλογίκευση των επαχθών παρεμβάσεων της κρατικής εξουσίας στα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα του ανθρώπου και πολίτη, παραβιάζεται όταν η συγκεκριμένη κρατική παρέμβαση δεν είναι, α) πρόσφορη για την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκεται μ' αυτήν, β) αναγκαία για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού, με την έννοια ότι το αυτό αποτέλεσμα δεν μπορεί να επιτευχθεί με ένα ανώδυνο ή ηπιότερο μέσο και γ) αναλογική εν στενή έννοια, δηλαδή να τελεί σε εσωτερική αλληλουχία προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην είναι ποιοτικά και ποσοτικά κατώτερη από τη βλάβη που προκαλείται (Ολ.Α.Π. 27/2008).
Με βάση τα εν λόγω κριτήρια της αναλογικότητας αξιολογείται και η παρεχόμενη από το άρθρο 26 παρ. 1 του Συντάγματος εξουσία του νομοθέτη να θέτει, κατά τη ρύθμιση των βιοτικών σχέσεων και τον καθορισμό των κυρώσεων και υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμπεριφορά των πολιτών, ελάχιστα ή ανώτατα όρια, κατ' αφηρημένη αξιολόγηση, εντός των οποίων ο δικαστής προβαίνει στην εξειδίκευση του κανόνα δικαίου, βάσει των συγκεκριμένων περιστάσεων.
Στα πλαίσια της εξουσίας του αυτής ο νομοθέτης μπορεί να προσδιορίζει τόσο τις προϋποθέσεις αποζημιώσεως της χρηματικής ικανοποιήσεως όσο και το ελάχιστο ποσό στο οποίο αποτιμάται η προσβολή της τιμής και της υπολήψεως του αδικηθέντος (Ολ.Α.Π. 6/2011). Τέλος με τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 2 του ν. 2472/1997, για την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, η κατά το άρθρο 932 Α.Κ.
χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για παράβαση του νόμου αυτού ορίζεται κατ' ελάχιστο στο ποσό των δύο εκατομμυρίων (2.000.000) δραχμών, εκτός αν ζητήθηκε από τον ενάγοντα μικρότερο ποσό ή η παράβαση οφείλεται σε αμέλεια. Ο καθορισμός με τη διάταξη αυτή ελάχιστου ποσού χρηματικής ικανοποιήσεως σκοπό έχει να διασφαλίσει την προστασία των πολιτών, από προσβολές της προσωπικότητας τους, κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις του ν. 2472/1997 και εντάσσεται στα μέτρα που λαμβάνει η Πολιτεία υλοποιώντας την επιβαλλόμενη από το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος υποχρέωση της για σεβασμό και προστασία της αξίας του ανθρώπου.
Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία η αγωγή για χρηματική ικανοποίηση ερείδεται στη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 2 του ν. 2472/1997, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ. δεν μπορεί να γίνει ευθεία επίκληση και εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας, κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως, κατ' απόκλιση του οριζόμενου από την ως άνω διάταξη ελάχιστου ποσού των 2.000.000 δραχμών (5.869,41 ευρώ), παρά μόνο αν η διάταξη αυτή κριθεί ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, δέχθηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, μεταξύ άλλων και τα εξής: Η ενάγουσα ασκεί το επάγγελμα της ιατρού γυναικολόγου στη Θεσσαλονίκη. Η εναγομένη που απασχολείται σε διαφημιστική επιχείρηση, υπέβαλε εναντίον της ενάγουσας την από 17/12/2004 έγκληση της με την οποία την κατεμήνυσε ότι της προκάλεσε φθορές στο αυτοκίνητο της (με αριθμ.
κυκλοφορίας ... ΙΧΕ) και προσέβαλε την προσωπικότητα της απευθύνοντας σε αυτή απειλητικές και εξυβριστικές τηλεφωνικές κλήσεις. Στην ως άνω ποινική υπόθεση δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, όταν δε κλήθηκε να καταθέσει ως πολιτικώς ενάγουσα στις 9/3/2005 στον αρμόδιο πταισματοδίκη επικαλέστηκε και προσκόμισε, προκειμένου να περιληφθούν στη δικογραφία, τις παρακάτω ποινικές και πολιτικές αποφάσεις που αφορούσαν την ενάγουσα : 1) Την 10649/2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία επιβλήθηκε στην ενάγουσα ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών και δέκα ημερών για συκοφαντική δυσφήμηση και εξύβριση του πρώην συζύγου της Β.
Π., καθώς και της Μ. Χ.. Τα πρακτικά της αποφάσεως αυτής περιείχαν πλήθος λεπτομερειών γύρω από συμβάντα του οικογενειακού και προσωπικού της βίου, ενόψει της αντιδικίας που είχε προκύψει στις σχέσεις της με τον πρώην σύζυγο της, τα οποία είχαν καταθέσει οι μάρτυρες κατηγορίας. 2) Την 49286/1999 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάσθηκε ερήμην, μετά από μήνυση του πρώην συζύγου της για παράβαση δικαστικής αποφάσεως και ειδικότερα γιατί δεν επέτρεψε στο μηνυτή την επικοινωνία με το ανήλικο τέκνο τους, όπως όφειλε, σύμφωνα με το διατακτικό της 22427/1997 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, σε ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών. 3)Την 53429/1999 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάσθηκε ερήμην, μετά από μήνυση του πρώην συζύγου της, για παράβαση του διατακτικού της ως άνω αποφάσεως, σε ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών. 4) Την 48485/1999 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάσθηκε ερήμην, μετά από μήνυση του πρώην συζύγου της, για παράβαση του διατακτικού της ως άνω αποφάσεως σε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών. 5)Την 42707/2002 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάσθηκε ερήμην για παράβαση του διατακτικού της ίδιας ως άνω αποφάσεως σε ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών.
Οι παραπάνω δικαστικές αποφάσεις που αφορούν ποινικές καταδίκες αποτελούν ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα της ενάγουσας, γιατί αναφέρονται σε ποινικές διώξεις που ασκήθηκαν εναντίον της και σε καταδίκες της με ποινές φυλάκισης. Ακόμη, επικαλέσθηκε και προσκόμισε, ώστε να περιληφθούν στην ίδια ποινική δικογραφία:1)Την 20178/2000 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάσθηκε σε χρηματική ποινή 30.000 δρχ.
και προσωπική κράτηση ενός (1) μηνός για παραβίαση των διατάξεων περί επικοινωνίας του ως άνω πρώην συζύγου της και του ανηλίκου τέκνου της. 2) Την 7552/2000 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάσθηκε σε χρηματική ποινή 30.000 δρχ. και προσωπική κράτηση ενός (1) μηνός για παραβίαση του διατακτικού της ως άνω αποφάσεως. 3) Την 28082/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία καταδικάσθηκε σε χρηματική ποινή 30.000 δρχ.
και προσωπική κράτηση ενός (1) μηνός για παραβίαση του διατακτικού της ως άνω αποφάσεως και 4) Την 3396/1998 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασία γαμικών διαφορών), η οποία έταξε αποδείξεις επί των δύο αντίθετων αγωγών διαζυγίου, της ενάγουσας και του πρώην συζύγου της. Οι αποφάσεις αυτές δεν αποτελούν ευαίσθητα αλλά απλά προσωπικά δεδομένα της ενάγουσας, διότι δεν συμπεριλαμβάνονται στα περιοριστικώς αναφερόμενα στο άρθρο 2 του ν. 2472 /1997 ως ευαίσθητα δεδομένα, αφού οι απαγγελθείσες κατά της ενάγουσας καταδίκες δεν είναι ποινικές αλλά αστικές.
Στη συνέχεια η εναγομένη υπέβαλε εναντίον του μάρτυρα της ενάγουσας Κ. Γ. και της ίδιας μήνυση, με την οποία τους κατεμήνυσε για τις πράξεις της ψευδορκία μάρτυρα και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα. Στη μήνυση επικαλέστηκε και προσκόμισε ως σχετικό και την από 18/9/2002 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που άσκησε ο πρώην σύζυγος της ενάγουσας εναντίον της, ζητώντας την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, όπου αναφέρονταν γεγονότα από τις διενέξεις των πρώην συζύγων.
Η αγωγή αυτή δεν αποτελεί ευαίσθητο αλλά απλό προσωπικό δεδομένο της ενάγουσας. Μαζί με την αγωγή αυτή η εναγομένη προσκόμισε και επικαλέστηκε και πάλι όλες τις προαναφερθείσες δικαστικές αποφάσεις. Την αγωγή και τις αποφάσεις αυτές συνέλεξε, κατ' εντολή της εναγομένης ο πληρεξούσιος δικηγόρος της από τα αρχεία των ποινικών και πολιτικών δικαστηρίων Θεσσαλονίκης, τα οποία ως διαρθρωμένα σύνολα εγγράφων αποτελούν αρχεία κατά την έννοια του νόμου.
Στη συλλογή αυτή, η οποία συνιστά μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων που περιλαμβάνονται σε αρχείο, η εναγομένη προέβη κατ' αθέμιτο και μη νόμιμο τρόπο, με αποτέλεσμα να παραβιάσει τις γενικές αρχές του άρθρου 4 του ν. 2472/1997. Ειδικότερα η εναγομένη συγκέντρωσε τις ως άνω αποφάσεις και αγωγές χωρίς να τηρήσει τη νόμιμη διαδικασία [του άρθρου 147 ΚΠΔ, το οποίο ορίζει ότι αντίγραφα των ποινικών αποφάσεων δίδονται σε τρίτους μόνο εφόσον έχουν έννομο συμφέρον, μετά από έγκριση του προέδρου, ως προς τις ποινικές αποφάσεις και του άρθρου 22 παρ.2 του ν. 1756/1988 (κώδικα οργανισμού δικαστηρίων), το οποίο ορίζει ότι οι τρίτοι έχουν δικαίωμα να λάβουν γνώση, αντίγραφα ή αποσπάσματα των αποφάσεων και των εγγράφων της πολιτικής διαδικασίας, μόνο αν έχουν έννομο συμφέρον, κατά την κρίση του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο, για τις πολιτικές αποφάσεις].
Δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο ότι δεν συνέτρεχε κάποιος λόγος εξαίρεσης που επέτρεπε την επεξεργασία των ανωτέρω προσωπικών δεδομένων της ενάγουσας από την εναγομένη, διότι η συλλογή και προσκόμιση των άνω στοιχείων δεν ήταν αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος της ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου και τούτο, γιατί τα ανωτέρω δεδομένα - πραγματικά περιστατικά - ήταν εντελώς διάφορα των περιστατικών που έπρεπε να αποδειχθούν ώστε να καταδικασθεί η ενάγουσα για την πράξη της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας για την οποία την εγκάλεσε και ασκήθηκε εναντίον της ποινική δίωξη και προσκομίστηκαν από την εναγομένη με πρόθεση να δημιουργήσει δυσμενείς εντυπώσεις στους παράγοντες της διαδικασίας για το πρόσωπο της ενάγουσας.
Η παραβίαση αυτή των διατάξεων του ν. 2472/1997 από την εναγομένη οφείλεται σε υπαιτιότητα (δόλο), διότι τα προσκόμισε με σκοπό να προσβάλλει την προσωπικότητα της ενάγουσας ως ατόμου, τόσο στην τιμή και την υπόληψη της όσο και στην επαγγελματική της σταδιοδρομία ως ιατρού - γυναικολόγου και όχι γιατί ήταν αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος της ενώπιον δικαστηρίου.
Κατέληξε ακολούθως το Εφετείο, ότι εξαιτίας της αδικοπρακτικής ως άνω συμπεριφοράς της εναγομένης η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να της επιδικαστεί εύλογη χρηματική ικανοποίηση. Λαμβάνοντας δε υπόψη το νομικό κανόνα του άρθρου 25 του Συντάγματος, της "αρχής της αναλογικότητας", που επιβάλλει στα δικαιοδοτικά όργανα, κατά τη στάθμιση των εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, να λαμβάνουν υπόψη την εκάστοτε αντιστοιχία μεταξύ των χρησιμοποιουμένων μέσων και του επιδιωκόμενου σκοπού και σταθμίζοντας όλα τα περιστατικά που χαρακτηρίζουν τη συγκεκριμένη σχέση και περίπτωση και τις εκφάνσεις της προσωπικότητας της ενάγουσας, κατά της οποίας στράφηκε η προσβολή (τιμή, υπόληψη και επαγγελματική καριέρα), τη βαρύτητα της, την καλή κοινωνική και οικονομική θέση των μερών και συγκεκριμένα της ενάγουσας ως επιτυχημένης ιατρού - γυναικολόγου και της εναγομένης, η οποία είναι απόφοιτος της σχολής δημόσιας διοίκησης μάρκετινγκ και διαφήμισης, συνεργάζεται εδώ και πολλά έτη επιτυχώς με το διαφημιστικό τμήμα της εταιρείας "CUCCI AG", αποκερδίζει ικανοποιητικά εισοδήματα, των συνθηκών δημοσιότητας της προσβολής, καθώς και των κανόνων της κοινής πείρας, κρίνει (το Εφετείο) ότι το ποσό της ανάλογης χρηματικής ικανοποίησης της ενάγουσας, για την προσβολή της προσωπικότητας της ανέρχεται στο ποσό των 3.000 ευρώ, το οποίο υπολείπεται του ισόποσου σε ευρώ των 2.000.000 δρχ.
που προβλέπεται από το άρθρο 23 παρ. 2 του ν. 2472 /1997, δεν παραβιάζεται όμως η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέτρου και του επιδιωκόμενου σκοπού, η οποία απορρέει από το άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος, διότι η χρηματική ικανοποίηση που επιδικάζεται δεν οδηγεί σε προφανή δυσαναλογία του οικονομικού οφέλους της παθούσας, σε σύγκριση με την γενόμενη εις βάρος της προσβολή, παραβίαση που θα ελάμβανε χώρα αν επιδικαζόταν το ισόποσο σε ευρώ των 2.000.000 ευρώ.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., καθόσον δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 2 του ν. 2472/1997, με την οποία το ελάχιστο ποσό της χρηματικής ικανοποιήσεως για παραβάσεις του νόμου αυτού ορίζεται στο ποσό των 2.000.000 δρχ. (5.869,41 ευρώ), σε συνδυασμό με το άρθρο 932 του Α.Κ., που ήταν εφαρμοστέες, ενώ εφάρμοσε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία δεν εφαρμόζεται ευθέως για τον υπολογισμό της χρηματικής ικανοποιήσεως.
Η ευθεία εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας δεν είναι επιτρεπτή στην κρινόμενη περίπτωση, καθόσον ο νομοθέτης με τη θέσπιση του ελάχιστου ποσού χρηματικής ικανοποιήσεως με το ν. 2472/1997, εξειδίκευσε την αρχή αυτή, με σκοπό τη διασφάλιση της προστασίας των πολιτών, από ιδιαίτερα έντονες προσβολές της τιμής και της υπολήψεώς τους, που πραγματώνονται από επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων αυτών προσωπικού χαρακτήρα και εντάσσονται στα μέτρα που λαμβάνει η Πολιτεία υλοποιώντας την επιβαλλόμενη από το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος υποχρέωση του, για σεβασμό και προστασία της αξίας του ανθρώπου.
Από δε τις παραδοχές ότι, "... με την επιδίκαση του ανωτέρω ποσού στην ενάγουσα, το οποίο υπολείπεται του ισόποσου σε ευρώ των 2.000.000 δραχμών, που προβλέπεται από το άρθρο 23 παρ. 2 του ν. 2472 /1997, δεν παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας ..., η οποία έχει καθιερωθεί στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι η χρηματική ικανοποίηση που επιδικάζεται δεν οδηγεί σε προφανή δυσαναλογία του οικονομικού οφέλους της παθούσας σε σύγκριση με τη γενόμενη εις βάρος του προσβολή, παράβαση η οποία θα ελάμβανε χώρα εάν επιδικαζόταν το ισόποσο σε ευρώ των 2.000.000 ευρώ ...", δεν μπορεί να συναχθεί κρίση περί αντισυνταγματικότητας της ως άνω διατάξεως, αφού ο προσδιορισμός της χρηματικής ικανοποιήσεως στο ποσό των 3.000 ευρώ, έγινε "λαμβάνοντας υπόψη το νομικό κανόνα του άρθρου 25 του Συντάγματος, "της αρχής της αναλογικότητας "...", τα στοιχεία συγκρότησης της οποίας απλώς επαναλαμβάνονται, ενώ ουδεμία αναφορά γίνεται γιατί δεν πρέπει να εφαρμοσθεί η ειδική διάταξη του άρθρου 23 παρ. 2 του ν. 2472/1997, η οποία είναι εφαρμοστέα στην κρινόμενη περίπτωση, δηλαδή δεν αναφέρεται, ποία είναι τα στοιχεία της διατάξεως αυτής, με την οποία ορίσθηκε το ελάχιστον ποσό της χρηματικής ικανοποιήσεως στο ύψος των 2.000.000 δρχ. (ή 5.869,41 ευρώ) για τις ιδιαίτερα έντονες προσβολές της τιμής και της υπολήψεως των προσώπων, από τη συλλογή και επεξεργασία ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων τους, τα οποία την καθιστούν ανίσχυρη και ως εκ τούτου αντισυνταγματική και μη εφαρμοστέα.
Μόνη η επίκληση της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας δεν αρκεί για τη μη εφαρμογή της ειδικής ως άνω διατάξεως. Επομένως, και οι δύο λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ με τους οποίους η αναιρεσείουσα αιτιάται το Εφετείο για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 23 παρ. 2 του ν.2472/1997 σε συνδυασμό με το άρθρο 932 Α.
Κ. και 25 παρ. 1 του Συντάγματος) είναι βάσιμοι. Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 733/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ