Legislator Case Law & Legislation
1895/2010 AI generated

Supreme Court dismisses prosecutor's appeal regarding murder trial delay exceeding three days and lack of detailed reasoning.

Case Number 1895/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the Prosecutor's appeal against a mixed court's acquittal in a murder case. The prosecutor argued the trial was interrupted for over three days and lacked sufficient reasoning for the acquittal. The court found the interruption legal as it fell within the statutory limit and the lower court provided a comprehensive factual basis for its decision.

Legislator headnote

AI generated

Articles 402 and 375(3)(b) of the Code of Civil Procedure; Article 510(1)(h) of the Code of Civil Procedure: A trial interruption for a crime exceeding three days constitutes an excess of power, but a mixed court's acquittal is valid if it provides specific and detailed reasoning based on the evidence.

Keywords

AI generated
trial interruption limit excess of power acquittal reasoning mixed criminal court prosecutor appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 402 of the Code of Civil Procedure
Article 375(3)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 510(1)(h) of the Code of Civil Procedure
Article 168(1) of the Code of Civil Procedure
Article 166(2) of the Code of Civil Procedure
Article 339(2) of the Code of Civil Procedure
Article 93(3) of the Constitution
Article 139 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1895 / 2010 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1895/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Ι. Παπαδόπουλου-Εισηγητή, σύμφωνα με την 104/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 19-25/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Δικ/ρίου Αλεξ/πολης. Με κατηγορούμενους τους: 1)K. A., κάτοικο εν ζωή ..., που δεν παρέστη, 2)Α. Μ. του Π., κάτοικο ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρυσόστομο Βελάκη, 3)Α. Κ. του Ι., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, 4)Δ. Λ. του Ι., κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε, 5)Η. Σ. του Κ., κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε και 6)Τ. Κ. του Ι., κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ι. Καχριμάνη. Πολιτικώς ενάγουσες τις: 1)Ζ. Τ. του Δ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Ηλιακόπουλο και 2)Μ. Τ. του Κ., κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε.

Το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αλεξ/πολης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 7/16-2-2009 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίας Στεφανοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 247/2009.

Αφού άκουσε

Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους της πολιτικώς ενάγουσας και των κατηγορουμένων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 402 και 375 παρ.3 εδ.β' του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η διακοπή της δίκης στη διαδικασία του μεικτού ορκωτού δικαστηρίου για κακούργημα, δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερη από τρεις ημέρες, στις οποίες δεν συνυπολογίζονται οι ημέρες κατά τις οποίες το δικαστήριο δεν συνεδριάζει λόγω αργιών, απεργιών, αποχής ή ανωτέρας βίας, στο τριήμερο δε αυτό δεν υπολογίζεται ούτε η ημέρα κατά την οποία αποφασίζεται η διακοπή ούτε η ημέρα της μετά τη διακοπή ενάρξεως της συνεδριάσεως, σύμφωνα με τα άρθρα 168 παρ.1 και 166 παρ.2 του ΚΠΔ. Η παραβίαση του ως άνω χρονικού ορίου διακοπής συνιστά υπέρβαση εξουσίας και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Περαιτέρω κατά το άρθρο 339 παρ.2 του ΚΠΔ, όταν αρχίσει η εκδίκαση κάθε υπόθεσης, η συζήτηση εξακολουθεί χωρίς διακοπή ωσότου απαγγελθεί η απόφαση. Εκείνος που διευθύνει δεν μπορεί να διακόψει τη συζήτηση παρά μόνο κατά τα αναγκαία διαλείμματα για αναψυχή των δικαστών, των ενόρκων, των συνηγόρων, των μαρτύρων, των κατηγορουμένων και σε όσες άλλες περιπτώσεις ορίζει αυτός ο κώδικας. Τέτοιες περιπτώσεις που υπάρχει αρμοδιότητα του διευθύνοντος για τη διακοπή της δίκης προβλέπονται στα άρθρα 348 περ.α', 353 παρ.4, 375 παρ.2 και 402 του ΚΠΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης και αθωωτικής για τους κατηγορουμένους υπ'αριθ.19-25/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αλεξανδρούπολης (σελίδα 60) προκύπτει ότι κατά τη συνεδρίαση της 29ης Οκτωβρίου 2008 ο Πρόεδρος ανακοίνωσε ότι λόγω του θανάτου του πατέρα του ενόρκου Δημητρίου Τολίδη στις 28 Οκτωβρίου 2008, διακόπτεται η συνεδρίαση για την 4η Νοεμβρίου 2008 ημέρα Τρίτη και ώρα 09.00, κατά την οποία και επαναλήφθηκε η συνεδρίαση. Η ανωτέρω διακοπή αρμοδίως κατά τα άνω, αποφασίστηκε από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου και δεν υπερέβη τις τρείς ημέρες, αφού στο χρονικό διάστημα των πέντε ημερών που μεσολαβεί μεταξύ της ημέρας της διακοπής και της ενάρξεως της συνεδριάσεως, οι οποίες και δεν συνυπολογίζονται, μεσολαβούν οι ημέρες του Σαββάτου και της Κυριακής (1 και 2 Νοεμβρίου) που δεν συνυπολογίζονται, επειδή κατ' αυτές δεν λειτουργούν τα δικαστήρια. Επομένως δεν υπάρχει υπέρβαση εξουσίας ως προς το χρόνο της διακοπής της δίκης, ούτε απόλυτη ακυρότητα λόγω κακής σύνθεσης του Δικαστηρίου ως προς την απόφαση περί διακοπής (άρθρο 171 παρ.1α του ΚΠΔ) και έτσι οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' και Η του ΚΠΔ, είναι αβάσιμοι κατά τα ως άνω σημεία.

Στο άρθρο 405 παρ.1 του ΚΠΔ καθορίζονται οι αρμοδιότητες των τακτικών δικαστών του μεικτού ορκωτού δικαστηρίου μετά τη συγκρότησή του και μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται τα διαδικαστικά ζητήματα που αφορούν τη διεξαγωγή της διαδικασίας στο ακροατήριο και τα παρεμπίπτοντα νομικά ζητήματα που εμφανίζονται και εξετάζονται στη διάρκεια της συζήτησης, ενώ στο άρθρο 404 παρ.1 καθορίζονται οι αρμοδιότητες του μεικτού ορκωτού δικαστηρίου και αυτό είναι αρμόδιο να αποφασίσει για την κατηγορία, δηλαδή για την ουσία της υποθέσεως και μεταξύ άλλων, και για κάθε θέμα που δεν έχει υπαχθεί ειδικά στην αρμοδιότητα των τακτικών δικαστών.

Αν παραβιαστούν οι ανωτέρω διατάξεις που καθορίζουν τις αρμοδιότητες, υπάρχει υπέρβαση εξουσίας και ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η του ΚΠΔ. Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι η απόφαση για την ανάγνωση προανακριτικής κατάθεσης μάρτυρα, ανήκει στην αρμοδιότητα του μεικτού ορκωτού δικαστηρίου, γιατί το θέμα αυτό σχετίζεται με την ουσία της υπόθεσης, αφού η κατάθεση αυτή θα συνεκτιμηθεί μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία για την κρίση ως προς την κατηγορία.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 365 παρ.1 εδαφ. α' του ΚΠΔ, στις περιπτώσεις που είναι αδύνατη η εμφάνιση ενός μάρτυρα στο ακροατήριο εξαιτίας θανάτου, γήρατος, μακράς και σοβαρής ασθένειας, διαμονής στο εξωτερικό ή άλλου εξαιρετικά σοβαρού κωλύματος ή σε όσες άλλες περιπτώσεις ορίζει ο νόμος, διαβάζεται στο ακροατήριο, αν υποβληθεί αίτηση, η ένορκη κατάθεσή του που δόθηκε στην προδικασία, διαφορετικά ακυρώνεται η διαδικασία.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η ακυρότητα της διαδικασίας, από την οποία ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, προκαλείται όταν, παρά την υποβολή σχετικού αιτήματος, δεν αναγνωσθεί ένορκη κατά την προδικασία κατάθεση μάρτυρα, του οποίου η εμφάνιση στο ακροατήριο είναι αδύνατη.

Ακυρότητα της διαδικασίας προκαλείται επίσης, αν ο κατηγορούμενος εναντιωθεί στην ανάγνωση της κατάθεσης του μάρτυρα και το δικαστήριο την αναγνώσει και τη λάβει υπόψη του, χωρίς να βεβαιώσει την αδυναμία εμφάνισής του, γιατί έτσι παραβιάζεται το δικαίωμα που παρέχεται σε κάθε κατηγορούμενο να εξετάζει τους μάρτυρες και δημιουργείται ακυρότητα από το άρθρο 171 παρ.1 περ.δ' του ΚΠΔ.

Τυχόν εναντίωση του πολιτικώς ενάγοντος στην εν λόγω ανάγνωση, δεν λαμβάνεται υπόψη, γιατί η ακυρότητα θεσπίζεται μόνο υπέρ του κατηγορουμένου. Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της προαναφερθείσης αποφάσεως (σελίδες 56 έως 59) προκύπτει ότι ο συνήγορος του έκτου κατηγορουμένου ζήτησε να αναγνωσθούν οι προανακριτικές καταθέσεις των κλητευθέντων και μη εμφανισθέντων μαρτύρων Σ.

Β., Σ. Ά., Σ. Ε., Σ. Γ. και Δ. Ε.. Για την ανάγνωση αυτή δεν πρόβαλαν αντιρρήσεις οι λοιποί κατηγορούμενοι, αλλά μόνο οι συνήγοροι της πολιτικής αγωγής και το Δικαστήριο ανέγνωσε τις καταθέσεις αυτές. Με βάση τα παραπάνω, το Μεικτό Ορκωτό Δικαστήριο αρμοδίως επελήφθη του θέματος της ανάγνωσης των ανωτέρω καταθέσεων και δεν υπερέβη την εξουσία του, ούτε προκλήθηκε ακυρότητα από την ως άνω ανάγνωση, παρά την εναντίωση της πολιτικής αγωγής.

Επομένως οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α και Η του ΚΠΔ, είναι αβάσιμοι και κατά τα ανωτέρω σημεία.

Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 και 369 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ.1 περιπτ. δ' του ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας προς σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του παρεχόμενου στον κατηγορούμενο από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η ανωτέρω απόλυτη ακυρότητα έχει θεσπισθεί υπέρ του κατηγορουμένου και όχι σε βάρος του, με αποτέλεσμα, αν αυτός έχει κηρυχθεί αθώος από το δικαστήριο της ουσίας, να μην μπορεί να την επικαλεσθεί ούτε ο εισαγγελέας ούτε άλλος συγκατηγορούμενος ούτε ο πολιτικώς ενάγων. Επομένως, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση οι κατηγορούμενοι κηρύχθηκαν αθώοι των κατηγοριών για ηθική αυτουργία σε ανθρωποκτονία από πρόθεση (οι τέσσερις πρώτοι) και για απλή συνέργεια στην ίδια πράξη (οι λοιποί δύο), δεν δικαιούται ο εισαγγελέας να επικαλεστεί απόλυτη ακυρότητα από τη λήψη υπόψη εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν και έτσι ο σχετικός λόγος αναιρέσεως του Εισαγγελέα από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, είναι προεχόντως απαράδεκτος.

Από τη διάταξη του άρθρου 505 παρ.2 του ΚΠΔ προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης είτε καταδικαστικής είτε αθωωτικής, για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και επομένως και για έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η οποία αιτιολογία απαιτείται και για τις παρεμπίπτουσες αποφάσεις. Ειδικά προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ (Ν.Δ.57/1974), τέτοια έλλειψη αιτιολογίας που ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ υπάρχει, είτε όταν δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά στην απόφαση, είτε όταν δεν αιτιολογεί το δικαστήριο γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης (σελίδες 54, 57, 58,59 και 118) προκύπτει ότι η πρώτη πολιτικώς ενάγουσα Μ. Τ., όταν κατά τη συνεδρίαση της 24ης Οκτωβρίου 2008 κλήθηκε για να εξετασθεί, ήταν απούσα και ο συνήγορος της πολιτικής αγωγής δήλωσε ότι η ανωτέρω είναι ασθενής και κλινήρης, έχει αυξημένη αρτηριακή πίεση και είναι σε κατάσταση που είναι αδύνατη η συνεννόηση μαζί της ζήτησε δε να αναγνωσθεί η κατάθεσή της.

Ο συνήγορος του πρώτου κατηγορουμένου ζήτησε να διαταχθεί η βίαιη προσαγωγή της και το Δικαστήριο με παρεμπίπτουσα απόφασή του απέρριψε το αίτημα για βίαιη προσαγωγή, με την αιτιολογία ότι η απουσία της δεν είναι ούτε αυθαίρετη ούτε αδικαιολόγητη και δεν θεωρείται αναγκαία η κατάθεσή της στο ακροατήριο, στη συνέχεια δε κατά τη συνεδρίαση της 13ης Νοεμβρίου 2008, μετά από αίτημα του συνηγόρου του πρώτου κατηγορουμένου, με άλλη παρεμπίπτουσα απόφασή του, ανέγνωσε την κατάθεση της.

Επομένως το Δικαστήριο αιτιολογεί τόσο την μη αναγκαιότητα της κατάθεσης της πολιτικώς ενάγουσας στο ακροατήριο, όσο και την εν συνεχεία ανάγνωση της κατάθεσής της στην προδικασία και δεν υπάρχει η επικαλούμενη στην αίτηση αναιρέσεως αντίφαση και έτσι ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ του ΚΠΔ, περί αντιφατικής αιτιολογίας των ως άνω παρεμπιπτουσών αποφάσεων, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω ως προς την κατηγορία το Δικαστήριο δέχτηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, αποδείχτηκαν τα παρακάτω περιστατικά: "Δυνάμει του υπ' αριθμόν .../31-3-1997 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Καβάλας Α. Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καβάλας, ο Κ.

Τ., κάτοικος εν ζωή ..., αγόρασε από τον Ι. Σ. ποσοστό 24% εξ αδιαιρέτου ενός ενιαίου οικοπέδου, συνολικής εκτάσεως 3.332,71 τετραγωνικών μέτρων, το οποίο βρίσκεται στο ... του Νομού Καβάλας και για το οποίο έγινε σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας με το υπ' αριθμόν .../17-3-1997 συμβόλαιο της ιδίας συμβολαιογράφου. Στη συνέχεια, το παραπάνω οικόπεδο διαιρέθηκε με την κατασκευή τοιχίου σε δύο αυτοτελή και διαιρετά τμήματα, εμβαδού 800 τμ το ένα και 2532,71 τμ το άλλο.

Στο άνω τμήμα των 800 τμ, για την αγορά του οποίου ο Τ. κατέβαλε ως τίμημα το ποσό των 40.000.000 δραχμών, ο τελευταίος ανήγειρε, σύμφωνα με την υπ' αριθμόν .../1997 οικοδομική άδεια της Πολεοδομίας Καβάλας, υπαίθριο κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος, εμβαδού 30,40 τμ και μια μικρή ισόγεια οικία, εμβαδού 39,40 τμ, ενώ το υπόλοιπο εξ αδιαιρέτου ποσοστό του οικοπέδου 76 %,που αντιστοιχούσε στο τμήμα των 2.532,71 τμ, αγόρασε ο πρώτος κατηγορούμενος Α.

Μ., πολιτικός μηχανικός και εργολάβος δημοσίων έργων, με το υπ' αριθμόν .../18-6-1997 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, που επίσης μεταγράφηκε νόμιμα. Στο παραπάνω κατάστημα, ο Τ. από το καλοκαίρι του ιδίου έτους (1997) άρχισε να λειτουργεί επιχείρηση καφέ -μπαρ με την ονομασία "CAPRICE", μόνον κατά τους μήνες του καλοκαιριού.

Η ίδια επιχείρηση λειτούργησε και κατά τους θερινούς μήνες των επομένων ετών 1998 και 1999. Περί τα τέλη Μαΐου του έτους 2000, ο Τ. διαπίστωσε ότι το τοιχίο που χώριζε τις διακριτές ιδιοκτησίες, ήτοι τη δική του και του Μ., είχε υποστεί ρωγμές και για την εκτίμηση της επικινδυνότητας ή μη αυτών στη λειτουργία της επιχειρήσεως του (η οποία επίκειτο για το καλοκαίρι του έτους 2000), κάλεσε το φίλο του πολιτικό μηχανικό Θ.

Κ., ο οποίος είχε συντάξει τα σχέδια για την κατασκευή του καταστήματος του και είχε φροντίσει για την έκδοση της οικοδομικής αδείας, για να διαπιστώσει το μέγεθος της ζημίας και τον τρόπο αποκαταστάσεως της. Ο Κ., αφού μετέβη στο ..., διαπίστωσε ότι πράγματι είχαν δημιουργηθεί ρωγμές στο τοιχίο, ενώ επίσης είχε επέλθει στο σημείο εκείνο καθίζηση του εδάφους.

Επιπροσθέτως, Κ. διαπίστωσε, μετά από μελέτη και εφαρμογή των σχεδίων, την ύπαρξη πολεοδομικών παραβάσεων στις ένδεκα (11) μεζονέτες, που είχε αρχίσει να κατασκευάζει ο Μ. στο πιο πάνω τμήμα του οικοπέδου που αγόρασε, εμβαδού όπως προελέχθη 2.532,71 τμ και αφού προηγουμένως είχε λάβει από την αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία την υπ' αριθμόν .../1998 οικοδομική άδεια.

Ειδικότερα, διαπιστώθηκε ότι ο Μ. είχε μετατρέψει τα υπόγεια και τα γκαράζ σε υπερυψωμένα ισόγεια, είχε μετατρέψει εξώστες σε ημιυπαίθριους χώρους, είχε προσθέσει και είχε κλείσει ημιυπαίθριους χώρους, είχε προσθέσει ορόφους και χώρους κυρίας χρήσεως και είχε κατασκευάσει σοφίτες, καλύπτοντας έτσι στο οικοπεδικό τμήμα του περισσότερα, σχεδόν διπλάσια, τετραγωνικά μέτρα από αυτά που προβλέπονταν από την εκδοθείσα οικοδομική άδεια.

Ο Κ. ενημέρωσε σχετικά με τις αυθαιρεσίες τον Τ., καθώς και για τον κίνδυνο να μην μπορέσει ο τελευταίος να ανεγείρει οποιοδήποτε κτίσμα στο δικό του οικοπεδικό τμήμα, σε περίπτωση οριστικής διαμορφώσεως της καταστάσεως των κτισμάτων του Μ., λόγω εξαντλήσεως από αυτόν του υπάρχοντος στην περιοχή, σύμφωνα με τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις, συντελεστή δομήσεως του όλου οικοπέδου, πρότεινε δε ως προσφορότερη λύση την προσκύρωση οικοπέδου, που ήταν και λύση απολύτως εφικτή.

Την άνω λύση αποδέχθηκε και ο Μ.ς σε συνάντηση, που είχε κατά τις αρχές Ιουλίου του έτους 2000, με τον Κ.. Ο Τ., ο οποίος την εποχή εκείνη αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα, αφού όφειλε το συνολικό ποσό των 80.000.000 δραχμών τουλάχιστον στο ΙΚΑ, στη Δ.Ο.Υ. Καβάλας, σε δύο τράπεζες ("Ασπίς" και "Εμπορική"), στο Δήμο Καβάλας (κάποια τέλη) και σε προμηθευτές του (μικρότερα ποσά), ενώ διέβλεπε ότι ήταν δύσκολο, όπως είχε διαμορφωθεί η ανωτέρω κατάσταση, να λειτουργήσει την επιχείρησή του καθόλη τη διάρκεια του θέρους 2000, αρνήθηκε μετά από συνεννόηση και με το φίλο του και δικηγόρο Κ.

Κ., τη λύση της προσκύρωσης, η οποία εξάλλου δεν θα του απέφερε οικονομικό όφελος, που στην πραγματικότητα αυτός επεδίωκε, ενόψει της δυσχερούς οικονομικής κατάσταση στην οποία βρισκόταν. Έτσι, αποφάσισε να ζητήσει από το Μ., ο οποίος, σημειωτέον, είχε ευθύς εξαρχής αναγνωρίσει την ύπαρξη των πολεοδομικών παραβάσεων στα κτίσματα του και επιθυμούσε πραγματικά την ύπαρξη λύσεως στο πρόβλημα αυτό, ένα υψηλό χρηματικό ποσό ως αντάλλαγμα για την παραχώρηση από αυτόν στο Μ.

του οικοπεδικού του τμήματος (επί του οποίου ο τελευταίος θα ανήγειρε άλλες τέσσερις μεζονέτες). Έτσι, άρχισαν μεταξύ της πλευράς του Τ. και της πλευράς του Μ. διαπραγματεύσεις για την επίλυση του ανωτέρου προβλήματος, με βάση την άνω επιθυμία και πρόταση του Τ. να παραχωρήσει το δικό του οικοπεδικό τμήμα με αντάλλαγμα ένα υψηλό χρηματικό ποσό.

Οι σχετικές συζητήσεις διεξάγονταν μεταξύ του άνω δικηγόρου του Τ., Κ. Κ. και του δικηγόρου του Μ., Θ. Λ., αμφοτέρων δικηγόρων του Δικηγορικού Συλλόγου Καβάλας. Εν τω μεταξύ και προς άσκηση πιέσεως στο Μ., ο Τ. κατέθεσε την από 20-6-2000 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, με την οποία ζητούσε τη διακοπή των οικοδομικών εργασιών στο συγκρότημα κατοικιών του Μ., ενώ κοινοποίησε σε αυτόν (Μ.) και την από 9-6-2000 εξώδικη διαμαρτυρία.

Η συζήτηση της άνω αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο της 27-6-2000 και, μετά από αναβολή, για τη δικάσιμο της 25-7-2000, με την κατάθεση δε της αιτήσεως αυτής δόθηκε και προσωρινή διαταγή, δυνάμει της οποίας διακόπηκαν προσωρινά οι οικοδομικές εργασίες στο συγκρότημα κατοικιών του Μ..

Την 25-7-2000 το πρωί, περί ώρα 8.55' και πριν από τη συζήτηση της άνω αιτήσεως των ασφαλιστικών μέτρων, μόλις ο Τ. εισήλθε στο υπ'αριθμόν κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας ΒΜW 318, ιδιοκτησίας του, που ήταν σταθμευμένο επί της οδού ... της Καβάλας και επιχείρησε να θέση σε λειτουργία τον κινητήρα, για να μεταβεί στα δικαστήρια, σημειώθηκε ισχυρή έκρηξη σε αυτό, που είχε ως αποτέλεσμα την ολοσχερή καταστροφή του αυτοκινήτου, τον ελαφρύ όμως τραυματισμό του Τ.

στα χέρια του (εκδορές δεξιάς και αριστερής άκρας χειρός). Παρόλα αυτά, ο τελευταίος μετέβη στο Δικαστικό Μέγαρο Καβάλας, η συζήτηση δε των ασφαλιστικών μέτρων αναβλήθηκε με αίτηση του Μ. και τη συναίνεση του Τ. για την 5-9-2000. Ο Τ. στα πλαίσια των παραπάνω διαπραγματεύσεων ήταν ιδιαίτερα απαιτητικός και πιεστικός, αφενός μεν λόγω της δυσχερούς οικονομικής καταστάσεως στην οποία τότε βρισκόταν αφετέρου δε διότι ήθελε να προστατεύσει τα οικονομικά του συμφέροντα, έχοντας ως ισχυρό διαπραγματευτικό πλεονέκτημα τη δυνατότητα υποβολής καταγγελίας για τις πολεοδομικές παραβάσεις του Μ..

Έτσι αυτός μεν αξίωνε όσο το δυνατόν μεγαλύτερο χρηματικό ποσό, ο δε Μ.ς επεδίωκε την επίτευξη συμφωνίας με όσο το δυνατόν μικρότερο ποσό. Συγκεκριμένα, ο Τ. ζητούσε αρχικά το ποσό των 110.000.000 δραχμών, το οποίο κρίθηκε υπερβολικό από το Μ.. Στη συνέχεια, ζητούσε το ποσό των 60.000.000 δραχμών και τρεις (3) μεζονέτες, που θα ανεγείρονταν στο οικοπεδικό τμήμα του.

Η πλευρά Μ. αντιπρότεινε το ποσό των 60.000.000 δραχμών και μια μεζονέτα. Οι σχετικές επανειλημμένες συζητήσεις μεταξύ του Κ. και του Λ. διήρκεσαν από τον Ιούνιο μέχρι τα τέλη Αυγούστου του έτους 2000, ενώ κατά το διάστημα αυτό και για τον ανωτέρω σκοπό, ήτοι την ανεύρεση λύσεως και την επίτευξη συμφωνίας, υπήρξε, και συνάντηση μεταξύ του Κ.

και του Μ. (κατά τις αρχές Ιουλίου 2000), μια (και μοναδική) συνάντηση μεταξύ του Τ. και του Μ., καθώς και μια συνάντηση (αρχικά) μεταξύ του Μ. και του Μ. Τ., αρχιτέκτονα μηχανικού, ο οποίος τότε ήταν νομαρχιακός σύμβουλος Καβάλας και γνώριζε τόσο το Μ. όσο και τον Τ.. Επειδή όμως δεν υπήρξε αποτέλεσμα από τις άνω διαπραγματεύσεις και δεν κατέστη δυνατόν οι δύο πλευρές να καταλήξουν σε σχετική συμφωνία, ο Τ.

αποφάσισε να καταγγείλει τις άνω πολεοδομικές παραβάσεις του Μ. στην αρμόδια Πολεοδομία Καβάλας και για το σκοπό αυτό την 29-8-2000 μετέβη στη Νομαρχία Καβάλας, όπου ανέμενε και το δικηγόρο του Κ. Κ.. Στο διάδρομο της Νομαρχίας

συναντήθηκε τυχαία με τον ανωτέρω Μ. Τ., στον οποίο και ανέφερε το σκοπό της επισκέψεώς του στην Πολεοδομία. Ο τελευταίος του πρότεινε να μιλήσουν απευθείας μεταξύ τους (ο Τ. με το Μ.) για την εξεύρεση συμφέρουσας και για τους δύο λύσεως και την οριστική επίλυση της διαφοράς, χωρίς την παρεμβολή των δικηγόρων.

Ο Τ. αποδέχθηκε την πρόταση αυτή και έτσι ο Τ. τηλεφώνησε στο Μ., το γραφείο του οποίου βρίσκεται απέναντι από τη Νομαρχία. Ο τελευταίος έφθασε εκεί σε λίγα λεπτά και μετά από μια καλοπροαίρετη συζήτηση, παρουσία του Τ., κατέληξαν σε οριστική συμφωνία που ικανοποιούσε και τις δύο πλευρές και η οποία συνίστατο στη μεταβίβαση στον Τ.

δύο μεζονέτων από τις ένδεκα (11) νεοανεγειρόμενες στο οικόπεδο του Μ. και την καταβολή από τον τελευταίο χρηματικού ποσού 60.000.000 δραχμών. Έτσι, επιτεύχθηκε η πολυπόθητη συμφωνία και αμφότεροι έφυγαν από τη συνάντηση ευδιάθετοι και ευχαριστημένοι, διότι η συμφωνία ήταν επωφελής και για τους δύο και έδωσαν μάλιστα για την επιβεβαίωση της συμφωνίας τα χέρια τους, κάνοντας χειραψία (βλ.

την κατάθεση του Μ. Τ.). Την 31-8-2000 το μεσημέρι, επήλθε μάλιστα συμφωνία και ως προς την καταβολή του άνω ποσού των 60.000.000 δραχμών με δόσεις και δη 25.000.000 δραχμές με την υπογραφή των σχετικών συμβολαίων, 20.000.000 δραχμές το Νοέμβριο και το υπόλοιπο ποσό των 15.000.000 δραχμών το Φεβρουάριο του έτους 2001. Την επόμενη ημέρα (1-9-2000), ο Κ.

επικοινώνησε τηλεφωνικά με τη συμβολαιογράφο Καβάλας Α. Τ. και το μεσημέρι της ιδίας ημέρας, περί ώρα 12.30, συναντήθηκαν στο γραφείο της τελευταίας, όπου συζητήθηκε το γεγονός της επιτεύξεως προφορικώς της πιο πάνω συμφωνίας και της καλύψεως της νομικώς με την κατάρτιση των απαιτουμένων κατά το νόμο συμβολαιογραφικών εγγράφων, τα οποία στη συνέχεια θα ήλεγχε ο δικηγόρος του Μ.

Θ. Λ. και στο τέλος θα υπέγραφαν οι ενδιαφερόμενοι. Τούτο βεβαίως, ήτοι η κατάρτιση των συμβολαίων, δεν μπορούσε να γίνει την Παρασκευή (1-9-2000) το μεσημέρι, δεδομένου ότι έπρεπε η άνω συμβολαιογράφος να πληροφορηθεί τη Δευτέρα τις αντικειμενικές αξίες των οικοπέδων από την Εφορία, καθώς και να συγκεντρώσει κάποια απαιτούμενα δικαιολογητικά, οπότε μετά και θα συνέτασσε τα συμβόλαια.

Στο σημείο αυτό, πρέπει να τονισθεί ότι ο δικηγόρος του Μ. Θ. Λ. δεν συμφωνούσε να δοθεί η πρώτη δόση των 25.000.000 δραχμών πριν από την υπογραφή των συμβολαίων, ο Α. Μ. όμως, επειδή ήθελε οπωσδήποτε να λήξει αυτή η υπόθεση όσον το δυνατόν γρηγορότερα και φοβούμενος υπαναχώρηση του Τ., ενόψει του ότι ο τελευταίος προφανέστατα είχε άμεση ανάγκη χρημάτων, τηλεφώνησε την ίδια ημέρα (1-9-2000) και περί ώρα 14.30' στον Τ., που βρισκόταν την ώρα εκείνη στο σπίτι της αδελφής του Ζ.

Τ. συζ. Ε. Μ. και του είπε να αγνοήσουν τους δικηγόρους και να συναντηθούν στο γραφείο του, προκειμένου να υπογράψουν ιδιωτικό συμφωνητικό. Ο Τ. τον ρώτησε αν θα έχει μαζί του το ποσό της πρώτης δόσεως (των 25.000.000 δραχμών), αυτός δε, όπως ήταν φυσικό, δεδομένου ότι ήταν Παρασκευή μεσημέρι και οι τράπεζες είχαν ήδη κλείσει, ενώ, επιπλέον ακολουθώντας τη νομική συμβουλή του δικηγόρου του, Λ., να μην καταβάλει οποιοδήποτε χρηματικό ποσό ούτε καν ως προκαταβολή και για κανένα λόγο πριν από την κατάρτιση των σχετικών συμβολαιογραφικών εγγράφων που θα εξασφάλιζαν με νόμιμο τρόπο τα δικαιώματα του, αφού σε περίπτωση υπαναχωρήσεως του Τ.

δεν θα μπορούσε αυτός να επιστρέψει το ποσό που θα είχε καταβληθεί λόγω της οικονομικής του καταστάσεως, του είπε ότι θα έχει το ποσό αυτό στη διάθεση του από τη Δευτέρα, οπότε και θα υπέγραφαν τα συμβόλαια. Γι' αυτό το λόγο, άλλωστε, δεν είχε φροντίσει να αναλάβει νωρίτερα από τραπεζικό λογαριασμό του το ποσό, της πρώτης δόσεως ή έστω μικρότερο, αλλά ούτε και υπήρχε περίπτωσή να εκδώσει σε διαταγή του Τ.

ισόποση τραπεζική επιταγή. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι την επόμενη ημέρα και περί ώρα 07.45, μόλις ο Τ. ο οποίος ήταν τότε ηλικίας 37 ετών, εισήλθε στο υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας ROVER τύπου 214 SI, ιδιοκτησίας του γαμβρού του Ε. Μ., ο οποίος του το είχε παραχωρήσει για να μπορεί να μετακινείται μετά από την καταστροφή του δικού του και το οποίο είχε σταθμευμένο έξω από το σπίτι του στην οδό ...

στην πόλη της Καβάλας, προκειμένου να συναντηθεί με το Σ. Π., έμπορο ποτών και αναψυκτικών, για να μεταβούν μαζί στο κατάστημα του Τ., δέχθηκε έξι (6) πυροβολισμούς από τον άγνωστο τότε δράστη, ο οποίος τον πλησίασε σε πολύ μικρή απόσταση από την ανοικτή πόρτα του οδηγού. Από τις έξι σφαίρες, οι τρεις έπληξαν τον Τ.

στο κεφάλι, στο αριστερό βραχιόνιο και στην αριστερή ωμοπλάτη, προκαλώντας του αιμορραγικές τρώσεις της εγκεφαλικής ουσίας, τρώση του αριστερού πνεύμονα και αιμοθώρακα αριστερά, που οδήγησαν αμέσως στο θάνατο του, ενώ οι τρεις άλλες βολίδες ανευρέθησαν παραμορφωμένες εντός του άνω οχήματος (βλ. την από 2-9-2000 έκθεση αυτοψίας).

Κάλυκας βρέθηκε μόνον ένας στο οδόστρωμα, πλησίον του άνω οχήματος (βλ. την ίδια έκθεση αυτοψίας) και τούτο διότι ο δράστης, επαγγελματίας εκτελεστής, μάζεψε τους υπόλοιπους πέντε από το οδόστρωμα. Για τη δολοφονία του Τ., χρησιμοποιήθηκε το υπ' αριθμόν ... αυτόματο υποπολυβόλο όπλο, τύπου "SCORPION", γιουγκοσλαβικής κατασκευής, εργοστασίου κατασκευής "ΖΑSΤΑVΑ" διαμετρήματος 7,65 mm, με πτυσσόμενο μεταλλικό κοντάκι, το οποίο έφερε σιγαστήρα.

Περί ώρα 19.40' της ιδίας ημέρας (2-9-2000), επέπεσε στο υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... Δ.Χ.Ε. αυτοκίνητο (ΤΑΧΙ), μάρκας ΜΕRCEDES, που οδηγούσε ο Α. Κ. στην οδό ... στην πόλη της Καβάλας, το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας FIΑΤ 128, ιδιοκτησίας του Τ. Κ. (έκτου κατηγορουμένου), προκαλώντας σε αυτό σημαντικές υλικές ζημιές.

Οδηγός του άνω Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου ήταν ο D. G., κάτοικος ... και ήδη αγνώστου διαμονής, ο οποίος ισχυρίσθηκε ότι διενεργούσε μετακόμιση, προσπαθώντας να δικαιολογήσει την ύπαρξη των κλινοσκεπασμάτων και της τηλεοράσεως που ο Κ. μετέφερε με το αυτοκίνητο και, αφού αρχικά προσπάθησε να θέσει σε λειτουργία το αυτοκίνητο που οδηγούσε, για να απομακρυνθεί από τον τόπο του ατυχήματος, πλην όμως ανεπιτυχώς, καθώς δεν μπόρεσε να εκκινήσει το αυτοκίνητο που ήταν ακινητοποιημένο και δεν μπορούσε να κινηθεί λόγω της βλάβης που υπέστη και αυτό, όταν στη συνέχεια του ζητήθηκαν τα στοιχεία της ταυτότητας του από τον οδηγό του άλλου αυτοκινήτου (Κ.) εγκατέλειψε το αυτοκίνητο που οδηγούσε και τράπηκε σε φυγή κατηφορίζοντας την οδό ...

προς το κέντρο της πόλεως και λέγοντας στον οδηγό του ταξί να μην καλέσει την αστυνομία και ότι θα του φέρει 1.000.000 δραχμές για τη φθορά του αυτοκινήτου του (βλ. την κατάθεση του Α. Κ.). Τον πιο πάνω οδηγό του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου D. G. ανεπιφύλακτα αναγνώρισε την 7-9-2000 ο Α. Κ. σε φωτογραφία που του επέδειξαν στο Τμήμα Ασφαλείας Καβάλας.

Ήδη, σε βάρος του ανωτέρω D. G. έχει εκδοθεί το υπ' αριθμόν 8/7-9-2000 ένταλμα συλλήψεως της Ανακρίτριας Καβάλας και έχει αυτός παραπεμφθεί με το υπ' αριθμόν 242/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Καβάλας ως φυσικός αυτουργός για την ανθρωποκτονία από πρόθεση του άνω Κ. Τ., δεν έχει καταστεί όμως μέχρι και σήμερα δυνατή η σύλληψη του, με την υπ' αριθμόν δε 5/8-12-2004 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Θράκης ανεστάλη ως προς αυτόν η διαδικασία στο ακροατήριο μέχρι τη σύλληψη ή την εμφάνιση του, κατ' άρθρο 432 Κ,Π.Δ..

Εντός του άνω οχήματος (...) βρέθηκαν και κατασχέθηκαν (βλ. την από 2-9-2000 έκθεση κατασχέσεως): α) το άνω όπλο, β) ένας γεμιστήρας των 20 φυσιγγίων με 4 φυσίγγια των 7,65 mm GFL, γ) ένας σιγαστήρας δακτυλίων από τεφλόν. Όλα τα ανωτέρω βρέθηκαν εντός του πόρτ μπαγκάζ του οχήματος επιμελώς κρυμμένα μέσα σε κλινοσκεπάσματα.

Επίσης, βρέθηκαν στο ίδιο αυτοκίνητο και κατασχέθηκαν: α) ένα ζευγάρι κιάλια μάρκας ΒREAKER, κατασκευής πρώην Σοβιετικής Ενώσεως, με πλαστική θήκη παραλλαγής, β) ένα κινητό τηλέφωνο, μάρκας ΡΑΝΑSONIC, χωρίς κάρτα SΙΜ, γ) ένα ειδικό μαύρο σακίδιο ώμου και ένα χεριού, μάρκας ΤΕRRΑ, δ) τέσσερα κλινοσκεπάσματα, πλαστικά μαύρα παπούτσια, δύο υφασμάτινα μαύρα καπέλα, ε) μια έγχρωμη τηλεόραση 14", μάρκας ΒLAUPUNKT και στ) ένα πράσινο σακ βουαγιάζ, μάρκας Νicol.

Εν τω μεταξύ, την 10.15' ώρα της 2-9-2000, ήτοι λίγες ώρες μετά τη δολοφονία του Τ., η αδελφή του τελευταίου Ζ. Τ., καταθέτοντας ως μάρτυρας στο Τμήμα Ασφαλείας Καβάλας, θεώρησε υπεύθυνο για την ανθρωποκτονία αυτή τον Α. Μ., διευκρίνισε μάλιστα ότι, όπως πίστευε, ο τελευταίος έδωσε εντολή σε κάποιον άλλον να εκτελέσει την ανθρωποκτονία.

Με βάση την άνω κατάθεση και λίγη ώρα μετά από τη λήψη της, άνδρες του Τμήματος Ασφαλείας Καβάλας μετέβησαν στην οικία του Μ. και του ζήτησαν να μεταβεί στο Τμήμα, Πράγματι, ο τελευταίος μετέβη με το δικό του ΙΧΕ αυτοκίνητο στο Τμήμα Ασφαλείας Καβάλας, όπου και μετά από την εξέταση του συνελήφθη το ίδιο βράδυ περί ώρα 20.50', θεωρούμενος ως ηθικός αυτουργός στην ανθρωποκτονία από πρόθεση του Τ. .

Είχε προηγηθεί την ώρα 13.00' της 2-9-2000 κατάθεση της μητέρας του θύματος Μαρίας Τ., η οποία επανέλαβε ότι, κατά την άποψη της, ο άνω Α. Μ. έβαλε κάποιο άλλο άτομο, για να δολοφονήσει το γιο της, ενώ ο γαμβρός του θύματος Ε. Μ., στην κατάθεση που έδωσε την ίδια ημέρα και περί ώρα 20.45' περιορίσθηκε να πει ότι ο Μ. ήταν ο μόνος με τον οποίο είχε διαφορές ο Τ..

Την 4-9-2000, ημέρα Δευτέρα και περί ώρα 13.30', πραγματοποιήθηκε έρευνα σε μια από τις ανωτέρω 11 μεζονέτες, που προοριζόταν για εξοχική κατοικία του Α. Μ., στον πρώτο όροφο της οποίας βρέθηκαν και κατασχέθηκαν τρία κενά πλαστικά μπουκάλια Fanta 500 ml, ένα πλαστικό μπουκάλι νερού με την ένδειξη Αριάνι 1,51, ένα πλαστικό μπουκάλι Coca Cola 1,5l και ένα περιτύλιγμα νες -καφέ πλαστικό (είχε προηγηθεί την 2-9-2000, ημέρα Σάββατο, έρευνα στην οικία του Α.

Μ. στη ... Καβάλας, καθώς και στα γραφεία της εταιρίας του τελευταίου στην Καβάλα, επί της οδού ..., κατά τις οποίες ουδέν ανευρέθη). Την ίδια ημέρα και περί ώρα 21.45' διενεργήθηκε έρευνα στην οικία του δευτέρου κατηγορουμένου Α. Κ. στο ... Καβάλας, υπαλλήλου του Α. Μ., κατά την οποία βρέθηκε και κατασχέθηκε ένα τετράδιο, σε σχισμένη (από τη μέση και κάτω) σελίδα του οποίου είχε γραφεί το όνομα, σε κυριλλική γραφή, του έκτου κατηγορουμένου Τ.

Κ., ιδιοκτήτη, όπως προαναφέρθηκε, του ανωτέρω υπ' αριθμόν ... ΙΧΕ αυτοκινήτου. Κατόπιν άρσεως του τηλεφωνικού απορρήτου των παρακάτω προσώπων, κατά το χρονικό διάστημα από 6-7-2000 μέχρι και τη δολοφονία του Τ., διαπιστώθηκε συχνή τηλεφωνική επικοινωνία: α) μεταξύ του πρώτου κατηγορουμένου Α. Μ. και του δευτέρου κατηγορουμένου Α.

Κ., β) μεταξύ του άνω δευτέρου κατηγορουμένου και του τρίτου κατηγορουμένου Η. Σ. και γ) μεταξύ του τετάρτου κατηγορουμένου Δ. Λ. και του πέμπτου κατηγορουμένου A. K., ενώ υπήρξε και (αραιή πάντως) επικοινωνία μεταξύ του κατηγορουμένου Δ. Λ. και του έκτου κατηγορουμένου Τ. Κ., όπως για όλες τις άνω τηλεφωνικές επικοινωνίες θα εκτεθούν περισσότερα παρακάτω.

Από κανένα όμως αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού, ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν τις αποδιδόμενες σε αυτούς άδικες πράξεις. Συγκεκριμένα, το γεγονός ότι οι Α. Μ. και Κ. Τ. είχαν καταλήξει σε οριστική συμφωνία, η οποία ικανοποιούσε και τις δύο πλευρές, διευθετώντας την ανωτέρω, αστικής φύσεως, διαφορά τους, δεν αμφισβητείται και προκύπτει όχι μόνον από τις καταθέσεις των μαρτύρων Θ.

Λ. και Α. Τ., και από τις καταθέσεις των Κ. Κ. και Θ. Κ.. Τη διευθέτηση δε της πιο πάνω διαφοράς και την επίτευξη συμφωνίας με τον Κ. Τ. επιθυμούσε και επεδίωκε πράγματι ο πρώτος κατηγορούμενος (όπως εξάλλου και ο Τ.), προκειμένου να προχωρήσει στη συνέχιση και ολοκλήρωση του άνω έργου στο ... Καβάλας, όπου σημειωτέον βρισκόταν και το δικό του εξοχικό σπίτι (η δική του μεζονέτα ήταν αποπερατωμένη και υπήρχαν μέσα συσκευασμένα έπιπλα- βλ.

την κατάθεση του Γ. Μ.), προκύπτει δε τούτο από τη συνέχιση των διαπραγματεύσεων και από τη συνάντηση που είχε στο γραφείο του Τ. στη Νομαρχία Καβάλας την 29-8-2000 με τον Τ., όπου έγινε η συμφωνία για τη μεταβίβαση σε αυτόν 2 μεζονέτων και την καταβολή ποσού 60.000.000 δραχμών (βλ. επίσης τις καταθέσεις των μαρτύρων Θ.

Λ. και Θ. Κ.). Ο ίδιος δε (πρώτος κατηγορούμενος) ουδεμία υποχρέωση είχε αναλάβει έναντι οποιουδήποτε αγοραστή, ώστε να πιέζεται για την ολοκλήρωση και την παράδοση των μεζονέτων, αλλ' απλώς επιθυμούσε πράγματι την ολοκλήρωση του έργου αυτού. Επιπλέον, τόσο η προσωπική οικονομική του κατάσταση, όσο και η οικονομική κατάσταση της εταιρίας του ήταν τέτοιες, που επέτρεπαν σε αυτόν την πληρωμή ποσού 60.000.000 δραχμών χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία και οποιαδήποτε δυσμενή επίπτωση στα οικονομικά του ιδίου (υπήρχαν υψηλές καταθέσεις στους τραπεζικούς λογαριασμούς του κατά τα τέλη Αυγούστου 2000 συνολικού ποσού 290.000.000 περίπου δραχμών, ενώ η επιχειρηματική του δραστηριότητα συνεχώς διευρυνόταν) ή της εταιρίας του (βλ.τις καταθέσεις των Ε.

Π., πολιτικού μηχανικού και συνεργάτη του Μ., Α. Κ., μηχανολόγου μηχανικού, Μ. Τ., Χ. Κ., Θ. Λ. και Κ. Ι.). Μάλιστα, η άνω ανώνυμη εταιρία "Μ.ς Α. Α.Ε.", της οποίας βασικός μέτοχος, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος και η οποία είχε μετοχικό κεφάλαιο 3.313.738,68 ευρώ, αναλάμβανε την κατασκευή δημοσίων έργων σε ολόκληρη την Ελλάδα και απασχολούσε προσωπικό περί τα 200 άτομα, ενώ απολάμβανε πλήρους τραπεζικής εμπιστοσύνης.

Από τα προσκομισθέντα από τους συνηγόρους του Μ. και αναγνωσθέντα έγγραφα και, συγκεκριμένα, από τη δήλωση φόρου μεγάλης ακίνητης περιουσίας του έτους 2000 (που αφορά ακίνητα υπάρχοντα κατά την 1-1-2001) προκύπτει ότι στην κυριότητα του Μ. και της συζύγου του υπήρχαν 24 ακίνητα στην Καβάλα και στη Θάσο συνολικής αξίας άνω των 620.000.000 δραχμών ενώ αποδείχθηκε ότι η άνω ανώνυμη εταιρία είχε αναλάβει και κατασκεύαζε σε πανελλήνια κλίμακα πληθώρα δημοσίων έργων αρκετών δισεκατομμυρίων δραχμών (αποπεράτωση κτιρίου Γενικών Αρχείων του Κράτους, μελέτη, κατασκευή, επέκταση Πολυτεχνικής Σχολής ΑΠΘ, επισκευή και συντήρηση ΚΕΤΕΚ Αργολίδος, Χανίων και Βόλου, κατασκευή Σ.Ο.Α.16 διαμερισμάτων στο Τυχερό και 8 διαμερισμάτων στις Φέρες, ανακατασκευή, διαρρύθμιση κτιρίου Δ.Ο.Υ.

Ελευθερούπολης κ.α.). Ακόμη, η πιο πάνω εταιρία επρόκειτο να εισαχθεί στο ΧΑΑ, πλην όμως τούτο δεν έγινε, διότι ο πρώτος κατηγορούμενος (και βασικός μέτοχος της, κατά τα προεκτεθέντα), μετά την απολογία του στην Ανακρίτρια Καβάλας, κρατήθηκε προσωρινά. Περαιτέρω, ο δεύτερος κατηγορούμενος, Α. Κ., που είναι ελληνοπόντιος, εργάζεται συνεχώς από τον Ιούνιο του 1992 στην επιχείρηση του συγκατηγορουμένου του Α.

Μ., ως οδηγός. Συγκεκριμένα, οδηγούσε μέχρι το 2000 τουλάχιστον το ένα μεγάλο φορτηγό (20 τόνων) της εταιρίας και εκτελούσε πολλά δρομολόγια, σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας, όπως στη Φλώρινα, στο Αγρίνιο, στη Θεσσαλονίκη και αλλού, εξυπηρετώντας πολλά εργοτάξια και μεταφέροντας διάφορα μηχανήματα, υλικά, καθώς και προϊόντα εκσκαφής (μπάζα).

Όταν το απαιτούσαν οι ανάγκες της εργασίας του, εργαζόταν ακόμη και 12 έως 14 ώρες την ημέρα, ορισμένες δε φορές ακόμη και ημέρα Σάββατο ή και Κυριακή. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ο Α. Κ. έπαιρνε ρεπό μια ολόκληρη ημέρα (άλλη εργάσιμη) ή προσερχόταν στην εργασία του με καθυστέρηση αρκετών ωρών (βλ. τις καταθέσεις των μαρτύρων Γ.

Μ., εργοδηγού στην ανώνυμη εταιρία, Ι. Κ., γιου του Α. και επίσης οδηγού (μικρότερου φορτηγού αυτοκινήτου) στην άνω εταιρία, Π. Κ., συζύγου του και Α. Κ., μηχανολόγου μηχανικού και συνεργάτη στα έργα του πρώτου κατηγορουμένου μέχρι το έτος 2003). Αυτός (Α. Κ.) διατηρούσε από πολλών ετών φιλική σχέση με τον τρίτο κατηγορούμενο, Η.

Σ., επίσης ελληνοπόντιο και πρόεδρο του σωματείου "Μέριμνας Ποντίων Επαναπατριζόμενων από την πρώην Ε.Σ.Σ.Δ, Άγιος Ευγένιος", υπήρχε δε προσέτι και φιλική σχέση μεταξύ της οικογένειας του Κ. και της οικογένειας του Σ.. Η σχέση αυτή δημιουργήθηκε κατά το έτος 1991 και τα σπίτια τους στο ... Καβάλας βρίσκονταν σε απόσταση 100 μέτρων περίπου το ένα από το άλλο.

Η σύζυγος του Η. Σ., Λ., εργαζόταν στο εργοστάσιο επεξεργασίας ψαριών "Ξιφίας" με τη σύζυγο του Α. Κ., Π., ενώ αργότερα ως γαζώτριες παρακολούθησαν μαζί και διάφορα σεμινάρια για ελληνοπόντιους. Ακόμη, η οικογένεια Σ. εκμεταλλευόταν μικρή ταβέρνα στο ... Καβάλας, την οποία επισκεπτόταν ως πελάτες και η οικογένεια του Κ..

Αμφότεροι δε οι ανωτέρω κατηγορούμενοι είχαν πάθος με το ψάρεμα (χαρακτηριστική μάλιστα ήταν η προσωνυμία του Α. Κ. "Α. ο ψαράς") και για το σκοπό αυτό πήγαιναν πολύ συχνά είτε μόνοι είτε παρέα με άλλα άτομα σε διάφορες περιοχές, όπου υπάρχουν ποτάμια, όπως στον ποταμό Νέστο, το Στρυμόνα ποταμό και τον ποταμό Έβρο.

Είχαν φουσκωτά σκάφη, με τα οποία ψάρευαν στα ποτάμια, χρησιμοποιώντας καλάμια και δίχτυα. Μάλιστα, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα του θέρους του έτους 2000, οι άνω κατηγορούμενοι μετέβησαν πολλές φορές για ψάρεμα, για την προετοιμασία του οποίου επικοινωνούσαν, πολύ συχνά τηλεφωνικά και σε οποιαδήποτε ώρα της ημέρας.

Αλλά και κατά τη διάρκεια του ψαρέματος επικοινωνούσαν τα κινητά τους τηλέφωνα, συντονίζοντας τις κινήσεις τους. Επίσης, στα πλαίσια της φιλικής τους σχέσεως υπήρχε τακτική τηλεφωνική συνομιλία, μεταξύ του Κ. και του Σ.. Για τα ανωτέρω, σαφείς και κατηγορηματικές είναι οι καταθέσεις των μαρτύρων Ι. Κ., Π.

Κ., Λ. Σ., Γ. Μ. και Μ. Ι.. Από κανένα όμως αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχε οποιαδήποτε σχέση ή έστω απλή γνωριμία μεταξύ του άνω, τρίτου κατηγορουμένου, Η. Σ. και του συγκατηγορουμένου του, τετάρτου κατηγορουμένου, Δ. Λ.. Αντίθετα, υπήρχε επαγγελματική σχέση και συνεργασία μεταξύ του Η. Σ. και του αδελφού του Δ.

Λ., Χ., ο οποίος, σημειωτέον, κατοικούσε σε άλλο σπίτι από αυτό στο οποίο κατοικούσε ο Δ. Λ.. Ειδικότερα, ο Χ. Λ. γνωρίσθηκε με τον κατηγορούμενο Η. Σ. το έτος 1999 μέσω μιας ανιψιάς του τελευταίου, από τη Ρωσία, που ήταν φίλη του (διατηρούσαν ερωτική σχέση). Αποφάσισαν να συνεργασθούν, στα πλαίσια δε της συνεργασίας τους αυτής προσπάθησαν να εισάγουν προκατασκευασμένα σπίτια και για το λόγο αυτό μετέβησαν μαζί, κατά τον Ιούνιο του έτους 2000, στη Ρωσία και τη Βουλγαρία, τελικώς όμως δεν ευοδώθηκε η προσπάθεια τους αυτή.

Στη συνέχεια και μέχρι το έτος 2002, αυτοί συνεργάσθηκαν με αντικείμενο την εισαγωγή και εμπορία σωλήνων και πλαστικών ειδών με μια εταιρία που είχε την έδρα της στη Ρωσία, την "Πολυμέρ" του ρώσου επιχειρηματία Δ. Φ.. Αυτή η εταιρία δραστηριοποιόταν τόσο στη Ρωσία όσο και στην Ουκρανία, στις χώρες όμως αυτές μετέβαινε για τις δουλειές μόνον ο Χ.

Λ., ενώ ο Η. Σ. παρέμενε στην Ελλάδα, απασχολούμενος, όπως προαναφέρθηκε, και με την άνω οικογενειακή επιχείρηση ταβέρνας, που διατηρούσε στο ... Καβάλας. Έτσι, ήταν φυσικό να υπάρχει τακτική τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ των ανωτέρω Η. Σ. και Χ. Λ. (δεν υπήρχε όμως έστω και μία τηλεφωνική κλήση μεταξύ του Η.

Σ. και του κατηγορουμένου Δ. Λ. ).Ο τέταρτος κατηγορούμενος, Δ. Λ., διατηρούσε από πολλών ετών στενή φιλική σχέση με τον πέμπτο κατηγορούμενο, A. K., από τότε που ο τελευταίος τελούσε ψηφιακούς δίσκους - CDs στο χώρο του Α.Π.Θ. και έκαναν πολύ τακτικά παρέα. Πιο συγκεκριμένα, ο Δ. Λ. αγόραζε από κάποιο βούλγαρο CDs, τα οποία έδινε για μεταπώληση στον A.

K.. Επίσης, ο Δ. Λ. γνώριζε από το έτος 1998 τον Α. Π., κάτοικο ... και ήδη αγνώστου διαμονής (που έχει παραπεμφθεί με το υπ' αριθμόν 242/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Καβάλας για απλή συνεργεία στην άνω ανθρωποκτονία του Τ. και διαφεύγει και αυτός τη σύλληψη, ενώ σε βάρος του εκδόθηκε το υπ'αριθμόν 9/26-10-2000 ένταλμα συλλήψεως της Ανακρίτριας Καβάλας και με την υπ' αριθμόν 6/8-12-2004 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Θράκης αναστέλλει και ως προς αυτόν η διαδικασία στο ακροατήριο μέχρι τη σύλληψη ή την εμφάνιση του) και είχε εμπορική συνεργασία μαζί του, που αφορούσε την κατασκευή και εμπορία χρυσών κοσμημάτων.

Είχαν αναπτύξει όμως και φιλική σχέση μεταξύ τους. Έτσι και μέσω αυτού (Δ. Λ.) ο πέμπτος κατηγορούμενος γνώριζε από το έτος 1998 τον Α. (Τ.) Π.. Ακόμη, ο τέταρτος κατηγορούμενος γνώριζε και τον ανωτέρω D. G., από τότε που ο τελευταίος πωλούσε CDs στο χώρο του ΑΠΘ. Ο τελευταίος κατηγορούμενος, Τ. Κ.ς, θείος του πέμπτου κατηγορουμένου, ήταν ιδιοκτήτης του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ...

ΙΧΕ αυτοκινήτου, εργοστασίου κατασκευής FΙΑΤ 128. Αυτό ήταν παλιό αυτοκίνητο και κατά την άνοιξη του έτους 2000, ακινητοποιήθηκε από σοβαρή μηχανική βλάβη, έκτοτε δε ήταν σταθμευμένο επί της οδού ... στη Θεσσαλονίκη. Για την αποκατάσταση της βλάβης αυτής, φρόντισε, κατόπιν εντολής του άνω ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου, ο ανηψιός του A., μεταφέροντας αυτό σε κάποιο συνεργείο στην περιοχή της ...

Θεσσαλονίκης και καταβάλλοντας για την επισκευή του 70.000 δραχμές. Έτσι, αυτό μπορούσε πάλι να κυκλοφορεί, δεν ήταν όμως ασφαλισμένο, ούτε είχε ελεγχθεί, κατά το νόμο, από το ΚΤΕΟ. Ο έκτος κατηγορούμενος, ο οποίος διέθετε ήδη άλλο ΙΧΕ αυτοκίνητο, ανέθεσε στον ανηψιό του A., να βρει αγοραστή για το παλιό αυτοκίνητο του (...) και αφού παρακρατούσε ο ίδιος το ποσό που δαπάνησε για την επισκευή του οχήματος, το υπόλοιπο θα το απέδιδε στον ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου, θείο του.

Περί τα τέλη Αυγούστου 2000, ενδιαφέρθηκε για την αγορά του άνω αυτοκινήτου ο D. G., ο οποίος είχε πληροφορηθεί το γεγονός τούτο (της πωλήσεως δηλαδή του αυτοκινήτου) από τον Α. Π. και ο πέμπτος κατηγορούμενος το παρέδωσε στον τελευταίο στην οικία του στη ..., διότι ο άνω υποψήφιος αγοραστής ήθελε προηγουμένως να το δοκιμάσει, ενώ τo τίμημα που αξίωνε ο A.

K. για την πώληση του αυτοκινήτου ανερχόταν σε 150.000 δραχμές, ποσό που πράγματι εισέπραξε ο τελευταίος από τον D. μέσω του Π., πριν ακόμη από την τυπική μεταβίβαση του αυτοκινήτου. Βέβαια, ο A., αν και εισέπραξε το τίμημα που επιζητούσε για την πώληση του αυτοκινήτου, πάντα επέμενε για την πραγματοποίηση της μεταβιβάσεως του.

Ο D. G. παρέλαβε το άνω αυτοκίνητο και με αυτό μετέβη μόνος του από τη Θεσσαλονίκη στην Καβάλα ,όπου φιλοξενήθηκε για 4-5 ημέρες (μέχρι την 2-9-2000) στο σπίτι του θείου του, Σ. Γ., στον οποίο είπε ότι τον επισκέφθηκε για να τον δει και να τον ξεκουράσει. Τα ανωτέρω προκύπτουν από τις καταθέσεις των μαρτύρων Σ. Γ. και Μ.

Μ., με τον οποίο ο D. G. γνωριζόταν από τη Ρωσία και έκανε παρέα Ουδόλως όμως αποδείχθηκε ότι ο κάτοχος του πιο πάνω αυτοκινήτου, πέμπτος κατηγορούμενος και ο ιδιοκτήτης αυτού, έκτος κατηγορούμενος, γνώριζαν ότι ο ανωτέρω D. G. μετέβη με αυτό στην Καβάλα, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει, όπως κατηγορείται, για την παρακολούθηση και, στη συνέχεια, για τη μεταφορά του και την απομάκρυνση του από τον τόπο του εγκλήματος, για το οποίο έγκλημα (ανθρωποκτονία με πρόθεση του Κ.

Τ.), παραπέμφθηκε, όπως προεκτέθηκε, για να δικασθεί ως φυσικός αυτουργός. Πολύ περισσότερο, ουδόλως αποδείχθηκε ότι αμφότεροι οι ανωτέρω κατηγορούμενοι (A. K. και Τ. Κ.) το βράδυ της 1 προς 2 Σεπτεμβρίου 2000, ήτοι την παραμονή της δολοφονίας του Τ. διανυκτέρευσαν στην εξοχική κατοικία του πρώτου κατηγορουμένου (τον οποίο βεβαίως δεν γνώριζαν) ή εν πάση περιπτώσει βρίσκονταν κατά τον άνω κρίσιμο χρόνο στην πόλη της Καβάλας.

Την ύπαρξη δε των ανευρεθέντων, μετά από σχετική έρευνα την 4-9-2000 και περί ώρα 13.30' σε μια από τις 11 μεζονέτες στο ... Καβάλας και μάλιστα σε αυτή της οποίας η κατασκευή είχε αποπερατωθεί και προοριζόταν για εξοχική κατοικία του ίδιου του Α. Μ., πλαστικών μπουκαλιών αναψυκτικών και νερών που είχαν καταναλωθεί (ήταν κενά), δικαιολογεί απολύτως η διαμονή εκεί για τρεις νύκτες και δη κατά το χρονικό διάστημα από 26-8 έως και 28-8-2000 του Ι.

Κ., γιου του δευτέρου κατηγορουμένου, Α. Κ.. Ειδικότερα, στην άνω μεζονέτα παρατηρήθηκε ότι υπήρχε ένα σπασμένο τζάμι στο παράθυρο του W.C. και στον εσωτερικό χώρο υπήρχαν πεσμένες πέτρες. Ο εργοδηγός και εξετασθείς ως μάρτυρας Γ. Μ. ενημέρωσε σχετικά τον πρώτο κατηγορούμενο και επειδή μέσα στη μεζονέτα υπήρχαν αποθηκευμένα διάφορα έπιπλα και άλλα αντικείμενα και εργαλεία, φοβούμενος τη διάπραξη κλοπής, αφού η περιοχή ήταν ερημική, πρότεινε να τοποθετηθεί για κάποιο χρονικό διάστημα φύλακας, ανέφερε δε για το σκοπό αυτό το όνομα του Ι.

Κ., ο οποίος εργαζόταν από το έτος 1997 στην επιχείρηση του Μ. αρχικά ως εργάτης και κατόπιν ως οδηγός, είχε αρκετό χρόνο ελεύθερο, ήταν έμπιστος, δεν είχε οικογενειακές υποχρεώσεις και διέμενε πλησίον των μεζονέτων (σε απόσταση περίπου 500 μέτρων). Ο Ι. Κ. δέχθηκε να φυλάξει το χώρο αμισθί, διανυκτέρευσε δε εκεί (σε ένα από τα δωμάτια της μεζονέτας) στις 26,27 και 28 Αυγούστου 2000 σε στρώματα που έφερε ο άνω Γ.

Μ. και έμειναν στον τόπο αυτό και μετά την ανωτέρω κατ'οίκον έρευνα, ενώ ο ίδιος (Ι. Κ.) έφερε μαξιλάρι και σεντόνια, αλλά και άλλα αντικείμενα που καθιστούσαν άνετη τη διανυκτέρευση του, μεταξύ των οποίων ήταν και τα ανευρεθέντα πλαστικά μπουκάλια αναψυκτικών και νερών. Την 29-8-2000, ο Ι. Κ. προσπάθησε και πάλι να εισέλθει στο σπίτι, για να διανυκτερεύσει και το βράδυ εκείνο, πλην όμως χάλασε η κλειδαριά και δεν μπόρεσε να εισέλθει.

Αμέσως, επικοινώνησε τηλεφωνικά με το Μ., ο οποίος επικοινώνησε με τη σειρά του με το Μ.. Ο τελευταίος, αφού ενημερώθηκε ότι ο Ι. Κ. είχε διανυκτερεύσει για τρεις βραδιές στο σπίτι, χωρίς να συμβεί το παραμικρό, έδωσε τη συγκατάθεση του να πάψει πλέον να φυλάει το σπίτι και να φύγει, έκτοτε δε για τη φύλαξη της μεζονέτας υπήρχε ένας σκύλος, ενώ υπήρχε επίσης μόνιμα αναμμένος ένας προβολέας.

Τα παραπάνω προκύπτουν με βεβαιότητα από τις καταθέσεις των μαρτύρων Γ. Μ., Ι. Κ., αλλά και της μητέρας του Π. Κ.. Η κατάθεση της τελευταίας δεν έρχεται σε αντίθεση με τις άνω δύο καταθέσεις, διότι και αυτή κατέθεσε ότι ο γιος της διανυκτέρευσε στην άνω μεζονέτα πράγματι για τρεις (3) βραδιές, απλώς στην προανακριτική κατάθεση της δεν θυμόταν τις ακριβείς ημερομηνίες και εκ παραδρομής ανέφερε το χρονικό διάστημα από 20 έως 25-8-2000.

Εξάλλου, από τις προανακριτικές καταθέσεις των μαρτύρων Β. Σ. (που συζούσε με τον Τ. και ετοιμάζονταν να παντρευτούν), Ά. Σ. και Ε. Σ., γονέων της Β., οι οποίες αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, προκύπτει ότι τόσο ο Τ. Κ.ς όσο και ο A. K. την Παρασκευή 1-9-2000 και το Σάββατο 2-9-2000 βρίσκονταν στην παραλία .... Μάλιστα, ο έκτος κατηγορούμενος, Τ.

Κ.ς, ο οποίος είχε ενημερωθεί από το συγκατηγορούμενο και ανιψιό του A. για το ενδεχόμενο αγοράς του άνω αυτοκινήτου από τον D. G., φρόντισε και εκδόθηκε το από 1-9-2000 πιστοποιητικό φορολογικής ενημερότητας, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για το σκοπό αυτό. Βέβαια, ο μάρτυρας Γ. Χ, που υπηρετούσε στο Τμήμα Τροχαίας Καβάλας και επιλήφθηκε υπηρεσιακά αμέσως μετά από την επέλευση του τροχαίου ατυχήματος, που συνέβη κατά τη σύγκρουση του υπ' αριθμόν ...

Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου με το υπ' αριθμόν ... Δ.Χ.Ε. αυτοκίνητο (ταξί), κατέθεσε στην από 3-9-2000 συμπληρωματική (προανακριτική) κατάθεση του ότι, από φωτογραφία ταυτότητας που επιδείχθηκε σε αυτόν στο Τ.Α. Καβάλας, αναγνώρισε τον οδηγό του υπ' αριθμόν ... ΙΧΕ αυτοκινήτου που εκινείτο την 1-9-2000 και περί ώρα 18.30' στη ... με κατεύθυνση προς την Καβάλα και ότι αυτός ήταν ο έκτος κατηγορούμενος Τ.

Κ., πλην όμως στην ανακριτική του κατάθεση την 5-9-2000, δήλωσε ότι το πρόσωπο που είδε να οδηγεί το άνω αυτοκίνητο την 1-9-2000 στη ... δεν ήταν ο Τ. Κ., αλλά ο A. K., ενώ κατά την εξέταση του στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου κατέθεσε με βεβαιότητα ότι το πρόσωπο που είχε δει την 1-9-2000 να οδηγεί το πιο πάνω αυτοκίνητο δεν ήταν ούτε ο πέμπτος ούτε ο έκτος των κατηγορουμένων, αλλά κάποιος που έμοιαζε με τον πέμπτο.

Πρέπει, επίσης, στο σημείο αυτό να τονισθεί ότι, μετά τις άνω καταθέσεις του Γ. Χ. και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο διαφεύγων τη σύλληψη D. G. και στο οποίο βρέθηκε το άνω όπλο του εγκλήματος, ανήκε στην κυριότητα του Τ. Κ., οι αστυνομικές αρχές της Καβάλας έσπευσαν να δηλώσουν στην τηλεόραση αλλά και στους δημοσιογράφους των τοπικών εφημερίδων, ότι δράστης της δολοφονίας ήταν ο Τ.

Κ. και ηθικός αυτουργός ο Α. Μ.. Έτσι, όταν η ανωτέρω Π. Κ., ευρισκόμενη στο σπίτι της, άκουσε το μεσημέρι της 4-9-2000, ημέρα Δευτέρα, σε δελτίο ειδήσεων του τηλεοπτικού σταθμού ΣΚΑΙ ότι συνελήφθη για την άνω ανθρωποκτονία ο Τ. Κ. και ότι εμπλέκεται σε αυτή και ο εργοδότης του συζύγου της Α. Μ., ανέγραψε πρόχειρα και βιαστικά στο κυριλλικό αλφάβητο σε ένα κομμένο φύλλο χαρτιού από τετράδιο το όνομα του ανωτέρω Τ.

Κ., έπραξε δε τούτο για να ρωτήσει αργότερα το σύζυγο της, μήπως γνώριζε τον ανωτέρω άνδρα, δεδομένου ότι επρόκειτο για ελληνοπόντιο. Το ενδιαφέρον που της προκάλεσε, ακούγοντας στην τηλεόραση το πιο πάνω όνομα, το οποίο και την οδήγησε να το σημειώσει, κατά τα προαναφερθέντα, ήταν απολύτως φυσιολογικό, όπως και η άνω ενέργεια της, δεδομένου ότι πίστευε πως αυτό μπορούσε ίσως να έχει επιπτώσεις στην εργασία του συζύγου της, αφού αναφέρθηκε ότι εμπλέκεται στη δολοφονία και ο εργοδότης του Α.

Μ., καθόσον φοβόταν ότι, σε περίπτωση αποστερήσεως της προσωπικής ελευθερίας του τελευταίου, θα καθίστατο άνεργος ο σύζυγος της (βλ. σχετικά τις καταθέσεις της Π. Κ. και του Ι. Κ.). Δεν υπάρχει δε καμία αμφιβολία ότι το άνω ονοματεπώνυμο ανέγραψε στο μισοσχισμένο φύλλο χαρτιού η Π. Κ. (βλ. την κατάθεση του Δ.

Κ., δικαστικού γραφολόγου και την αναγνωσθείσα έκθεση γραφολογικής γνωμοδοτήσεως του), γεγονός άλλωστε που παραδέχθηκε και η ίδια από την πρώτη στιγμή. Την 2-9-2000, ήτοι την ημέρα της δολοφονίας του Τ. και περί ώρα 19.54', ο D. G. κάλεσε στο κινητό τηλέφωνο τον τέταρτο κατηγορούμενο, Δ. Λ., στον αριθμό ..., επειδή αγνοούσε τον αριθμό τηλεφώνου του A.

K., από τον οποίο είχε άτυπα αγοράσει μέσω του Π. το άνω αυτοκίνητο και του είπε ενημερωτικά ότι συγκρούσθηκε, οδηγώντας το αυτοκίνητο, με ένα αυτοκίνητο ΤΑΞΙ στην Καβάλα και να ενημερώσει σχετικά τον A.. Πράγματι, αυτός (Δ. Λ.) ενημέρωσε αμέσως σχετικά τον A., με τον οποίο, όπως προεκτέθηκε, διατηρούσε στενή φιλική σχέση.

Ο τελευταίος (A. K.), μόλις πληροφορήθηκε το άνω γεγονός, προσπάθησε ανεπιτυχώς να έλθει σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Π., προκειμένου να ενημερωθεί από αυτόν λεπτομερώς για το ατύχημα. Το ενδιαφέρον του A. ήταν εύλογο και απόλυτα δικαιολογημένο, αφού δεν είχε πραγματοποιηθεί ακόμη η μεταβίβαση του αυτοκινήτου στον D.

και η ποινική και αστική ευθύνη του ιδιοκτήτη του εν λόγω αυτοκινήτου, που ήταν ανασφάλιστο, Τ. Κ., ήταν ακέραιη. Έναντι μάλιστα αυτού, είχε και ο ίδιος ο A. ηθική ευθύνη, αφού δεν τον είχε ενημερώσει ότι παρέδωσε το αυτοκίνητο του στον D. και, κατά συνέπεια, από τη στιγμή που τούτο ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα, θα περιέρχετο σε δυσχερή θέση ο θείος του Τ.

Κ.ς. Στη συνέχεια, φοβούμενος ότι το γεγονός τούτο θα είχε δυσμενείς συνέπειες και σε βάρος του αλλά και σε βάρος του θείου του Τ., δεδομένου ότι, κατά τα προεκτεθέντα, το αυτοκίνητο δεν ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων υλικές ζημίες, ούτε είχε ελεγχθεί από το ΚΤΕΟ, προέβη το ίδιο βράδυ της 2-9-2000 αφελώς και υπό στιγμιαία παρόρμηση σε ψευδή δήλωση κλοπής του αυτοκινήτου στο Αστυνομικό Τμήμα Εύοσμου Θεσσαλονίκης.

Το ίδιο ψευδές περιστατικό ανέφερε το ίδιο βράδυ και στο θείο του, ο οποίος την επομένη ημέρα (Κυριακή ) κάλεσε, παρουσία της συντρόφου του Β. Σ., στο τηλέφωνο το άνω Αστυνομικό Τμήμα, στο οποίο είχε γίνει την προηγουμένη από τον A. η δήλωση κλοπής του αυτοκινήτου του, προκειμένου να μεταβεί εκεί, για να δώσει κατάθεση, ο αστυνομικός όμως, με τον οποίο μίλησε, του είπε να καλέσει την επόμενη ημέρα το πρωί, για να μιλήσει με έναν αστυνομικό ονόματι Φ. (βλ.

την αναγνωσθείσα προανακριτική κατάθεση με ημερομηνία 5-9-2000 της Β. Σ.). Περαιτέρω, από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα από 6-7-2000 μέχρι 2-9-2000, που ελέγχθηκε (αλλά και προγενέστερα - βλ. την έκθεση του Α. Β. στις σελίδες 39 και 44) υπήρχε συχνή τηλεφωνική επικοινωνία και μάλιστα πολλές φορές καθημερινά μεταξύ του Α.

Μ. και του Α. Κ. στο κινητό τηλέφωνο του τελευταίου που είχαν χορηγήσει σε αυτόν (όπως και σε άλλους εργαζόμενους, ήτοι εργοδηγούς, οδηγούς οχημάτων κλπ) από την εταιρία, στην οποία εργαζόταν, για τις ανάγκες της εργασίας του, η οποία και εξοφλούσε τους σχετικούς λογαριασμούς, δεδομένου ότι ο Μ. ήθελε πάντα να ελέγχει προσωπικά την πορεία των εργασιών της εταιρίας, μιλώντας απευθείας με τους εργαζόμενους σε αυτή και δίνοντας σχετικές οδηγίες.

Γι' αυτό το λόγο άλλωστε, δεν υπάρχει τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ τους ημέρα Κυριακή. Τέτοια δε πυκνή επικοινωνία υπήρχε μεταξύ του Μ. και άλλων συνεργατών και υπαλλήλων της εταιρίας (μηχανικών, εργοδηγών, τεχνιτών), όπως και μεταξύ του Κ. και συνεργατών του Μ., που επέβλεπαν τα έργα (Ε. Π., Γ. Μ., Α. Κ., από τους οποίους ελάμβανε εντολές για τα δρομολόγια της άλλης ημέρας και οδηγίες σχετικά με την εκτέλεση της εργασίας).

Ο Κ., ειδικότερα, ήταν, όπως προεκτέθηκε, βασικός συνεργάτης του Μ., με την έννοια ότι οδηγούσε το μεγάλο φορτηγό αυτοκίνητο της εταιρίας, εκτελώντας πολλά δρομολόγια και καλύπτοντας τις ανάγκες πολλών εργοταξίων. Σημειωτέον, ότι η άνω μεταξύ τους τηλεφωνική επικοινωνία επαγγελματικής φύσεως γινόταν όχι μόνο δια των κινητών τηλεφώνων, αλλά και δια των σταθερών τηλεφώνων της άνω εταιρίας του πρώτου κατηγορουμένου.

Επίσης, πυκνή τηλεφωνική επικοινωνία υπήρχε στο άνω κρίσιμο διάστημα και μεταξύ των Α. Κ. και Η. Σ., η οποία επίσης είναι απολύτως δικαιολογημένη, αφού τους άνω κατηγορούμενους συνέδεε, όπως προαναφέρθηκε, στενή φιλική σχέση, αλλά και το πάθος για το ψάρεμα, στο οποίο πήγαιναν μαζί πάρα πολύ συχνά ακόμη και μέρα παρά μέρα, χωρίς όμως απαραίτητα η μεταξύ τους τηλεφωνική επικοινωνία να προηγείται ή να έπεται της επικοινωνίας του Κ.

με το Μ. (βλ. την παραπάνω έκθεση στις σελίδες 42 και 43), οπότε και δεν έχει ιδιαίτερη σημασία ο επακριβής καθορισμός του χρόνου πραγματοποιήσεως καθεμίας τηλεφωνικής επικοινωνίας, δεδομένου ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι η επικοινωνία του ενός προσώπου με το άλλο συνδέεται με οποιοδήποτε σχέδιο προετοιμασίας της εξοντώσεως του Κ.

Τ., καθόσον το περιεχόμενο των συνομιλιών αφορούσε στην πρώτη περίπτωση (Μ.-Κ.) την επαγγελματική σχέση και στη δεύτερη (Κ.-Σ.) την κοινή ενασχόληση με το ψάρεμα. Συχνή δε επικοινωνία υπήρχε ακόμη κατά τα προεκτεθέντα και μεταξύ του τετάρτου κατηγορουμένου, Δ. Λ. και του πέμπτου κατηγορουμένου και στενού φίλου του, A.

K.. Ουδεμία όμως τηλεφωνική επικοινωνία διαπιστώθηκε να έχει πραγματοποιηθεί καθόλο το ανωτέρω κρίσιμο χρονικό διάστημα (που ελέγχθηκε) μεταξύ:

α) του Α. Μ. και των Η. Σ. Δ. Λ., A. K., Τ. Κ. και D. G. και β) του Α. Κ. με τους πιο πάνω τέταρτο, πέμπτο και έκτο των κατηγορουμένων και του D. G., χαρακτηριστικό δε είναι το γεγονός, όπως τονίσθηκε πιο πάνω, ότι ουδεμία απολύτως τηλεφωνική επικοινωνία υπήρξε μεταξύ του Η. Σ. και του αμέσως επομένου κατηγορουμένου Δ. Λ.. Τέτοια επικοινωνία υπήρξε μεταξύ του Η. Σ. και του Χ. Λ. (αδελφού του τετάρτου κατηγορουμένου Δ. Λ.), η οποία όμως (επικοινωνία) δικαιολογείται απολύτως από την εμπορική συνεργασία που είχε αναπτυχθεί, όπως προαναφέρθηκε, μεταξύ αυτών (βλ. την κατάθεση του μάρτυρα Χ. Λ. ). Άλλωστε, δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι οι ανωτέρω τρεις πρώτοι κατηγορούμενοι, δεδομένου ότι η σειρά των τηλεφωνικών επικοινωνιών διακόπτεται σε αυτούς και δεν συνεχίζεται στον τέταρτο κατηγορούμενο Δ. Λ., κατηγορούμενου όμως και αυτού για ηθική αυτουργία στην ανθρωποκτονία του Τ., συνομιλούσαν στα τηλεφωνά τους ( ο πρώτος με το δεύτερο, ο δεύτερος με τον τρίτο), σχεδιάζοντας τη δολοφονία του Τ. και αναζητώντας πληρωμένο δολοφόνο, όπως κατηγορούνται, ενώ σε όλο το άνω χρονικό διάστημα συναντιόνταν

πολύ συχνά και μπορούσαν να συζητήσουν εκ του πλησίον και απευθείας για οποιοδήποτε ζήτημα, χωρίς την παρεμβολή των επισφαλών τηλεφωνικών συνδιαλέξεων. Μάλιστα , όπως προκύπτει από την κατάθεση του μάρτυρα Α. Β., ηλεκτρολόγου μηχανικού, ειδικευμένου στις τηλεπικοινωνίες, ο οποίος ερεύνησε και τις τηλεφωνικές επικοινωνίες του Κ.

με τους Μ. και Σ., αλλά και από την έκθεση του τελευταίου, που κατατέθηκε στο Δικαστήριο, οι τηλεφωνικές επικοινωνίες μεταξύ του πρώτου και του δευτέρου κατηγορουμένου (με κλήση του δευτέρου προς τον πρώτο), κατά το άνω κρίσιμο χρονικό διάστημα που ήλεγξε, είναι συνολικά 17 και μόνο το μήνα Μάιο του 2000 5.0ι τηλεφωνικές επικοινωνίες μεταξύ του δευτέρου και του τρίτου των κατηγορουμένων ανέρχονται στο άνω διάστημα (με κλήση του δευτέρου προς τον τρίτο) σε 45, ενώ μόνο το μήνα Μάιο σε 28 (βλ.

την ως άνω έκθεση στη σελίδα 42). Ακόμη, οι τηλεφωνικές επικοινωνίες (των άνω τριών πρώτων κατηγορουμένων) είναι διάσπαρτες και δεν υπάρχει συνέχεια ("αλυσίδα") τηλεφωνημάτων μεταξύ των Μ. -Κ. - Σ., όπως προελέχθη, αφού πολλές φορές παρεμβάλονταν και επικοινωνίες μεταξύ Μ. ή Κ. και συνεργατών ή υπαλλήλων της εταιρίας.

Σε όλες τις επικοινωνίες, μετά το Μ., ο Κ. δεν επικοινωνεί απαραίτητα με το Σ.. Ειδικότερα, την 6-7-2000, επί συνόλου 69 κλήσεων μεταξύ του Μ. και υπαλλήλων και των συνεργατών της εταιρίας, υπάρχει μια κλήση του Κ. προς το Μ. και μια κλήση του Μ. προς τον Κ. (επίσης μια κλήση του Κ. προς το Σ. και μια του Σ. προς τον Κ.), την 10-7-2000, επί συνόλου 83 κλήσεων, υπάρχει μια κλήση του Κ.

προς το Μ. και τρεις κλήσεις του Μ. προς τον Κ. (επίσης τέσσερις κλήσεις του Κ. προς το Σ. και μια κλήση του Σ. προς τον Κ.), την 11-7-2000, επί συνόλου 62 κλήσεων, υπάρχουν τέσσερις κλήσεις του Κ. προς το Μ. (επίσης τρεις κλήσεις του Κ. προς το Σ. και δύο κλήσεις του Σ. προς τον Κ.), την 13-7-2000, επί συνόλου 55 κλήσεων, υπάρχει μια κλήση του Κ.

προς το Μ. (επίσης τρεις κλήσεις του Κ. προς το Σ.), την 14-7-2000, επί συνόλου 74 κλήσεων, υπάρχει μια κλήση του Κ. προς το Μ. (επίσης δύο κλήσεις του Κ. προς το Σ.), την 15-7-2000, επί συνόλου 31 κλήσεων, υπάρχει μια κλήση του Κ. προς το Μ. (επίσης δύο κλήσεις του Κ. προς το Σ. και τέσσερις κλήσεις του Σ. προς τον Κ.), την 17-7-2000, επί συνόλου 65 κλήσεων, υπάρχει μια κλήση του Κ.

προς το Μ. (επίσης δύο κλήσεις του Κ. προς το Σ.), την 20-7-2000, επί συνόλου 57 κλήσεων, υπάρχει μια κλήση του Κ. προς το Μ. (επίσης τρεις κλήσεις του Κ. προς το Σ. και μια κλήση του Σ. προς τον Κ.), την 22-7-2000, επί συνόλου 46 κλήσεων, υπάρχουν δύο κλήσεις του Κ. προς το Μ. (επίσης τρεις κλήσεις του Κ. προς το Σ. και δύο κλήσεις του Σ.

προς τον Κ.), την 24-7-2000, επί συνόλου 79 κλήσεων, υπάρχει μια κλήση του Κ. προς το Μ. ( επίσης τρεις κλήσεις του Κ. προς το Σ. και τέσσερις κλήσεις του Σ. προς τον Κ.) και την 25-7-2000, επί συνόλου 121 κλήσεων, υπάρχει μια κλήση του Κ. προς το Μ. (επίσης τέσσερις κλήσεις του Κ. προς το Σ. και τρεις κλήσεις του Σ. προς τον Κ.).

Όπως δε χαρακτηριστικά καταθέτει ο άνω μάρτυρας Α. Β., η συχνότητα των τηλεφωνικών επικοινωνιών μεταξύ των ανωτέρω κατά τους μήνες Ιούνιο, Ιούλιο και Αύγουστο 2000 είναι (αναλογικά) η αυτή με το μήνα Μάιο. Πάντως, η τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ του πρώτου και του δευτέρου των κατηγορουμένων, ειδικότερα κατά το μήνα Αύγουστο 2000, ήταν λιγότερο πυκνή, όπως τούτο προκύπτει από τον άνω πίνακα.

Ακόμη, πρέπει να τονισθεί ότι οι τηλεφωνικές επικοινωνίες του Α. Κ., κατά τις τελευταίες ημέρες του μηνός Αυγούστου 2000, αλλά και την 1 και 2 Σεπτεμβρίου 2000, με τα σταθερά τηλέφωνα της εταιρίας του Μ. ..., ..., ... και ..., τα γραφεία της οποίας είναι ανοικτά μέχρι το βράδυ και απασχολούνται σε αυτά ως προσωπικό επτά (7) άτομα (βλ, την κατάθεση του Α.

Κ.), υπολογίζονται στον πίνακα με αριθμό 1 ως προσωπικές επικοινωνίες αυτού (Α. Κ.) με τον Α. Μ., ενώ είναι πολύ πιθανόν αυτός (Α. Κ.) να συνομίλησε με κάποιο άλλο πρόσωπο, υπάλληλο της εταιρίας. Όσον αφορά δε το γεγονός ότι τη νύκτα της 18 προς 19-8-2000 ο Α. Π.ς συνελήφθη να οδηγεί στην Καβάλα το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ...

ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας ΒΜW, ιδιοκτησίας του Δ. Λ. , τούτο συνέβη διότι ο τελευταίος με τον αδελφό του Χ. είχαν μεταβεί, οδηγώντας ο καθένας το δικό του αυτοκίνητο, στις ... για το γάμο του φίλου τους Β. Β., που τελέσθηκε εκεί την 18-8-2000 με κουμπάρο μάλιστα το Χ. Λ., το αυτοκίνητο του οποίου ανθοστολίσθηκε για τις ανάγκες της γαμήλιας μεταφοράς.

Στον ίδιο γάμο παρέστη και ο Α. Π., ο οποίος μετέβη στις ... με το αυτοκίνητο του Δ. Λ.. Επειδή όμως, στο γλέντι που επακολούθησε, ο Χ. Λ. κατανάλωσε μεγάλη ποσότητα οινοπνευματωδών ποτών και δεν μπορούσε να οδηγήσει το αυτοκίνητο του, κατά την επιστροφή τους στη Θεσσαλονίκη, οδήγησε το αυτοκίνητο τούτο ο Δ. Λ., έχοντας ως συνοδηγό το Χ.

και το δικό του ο Π. (για τα ανωτέρω βλ. την κατάθεση του μάρτυρα υπερασπίσεως Β. Β., το πιστοποιητικό τελέσεως γάμου, αλλά και τη σχετική ληξιαρχική πράξη γάμου). Περαιτέρω, όσον αφορά την έκρηξη, που προκλήθηκε στο αυτοκίνητο του Τ., την 25-7-2000, στην από 1-8-2000 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των αστυφυλάκων πυροτεχνουργών του Τμήματος Ασφαλείας Κομοτηνής Α.

Κ. και Π. Δ. αναφέρεται ότι η πυρκαγιά στο άνω αυτοκίνητο οφείλεται σε μηχανική έκρηξη (και όχι σε εκρηκτικό μηχανισμό ως αποτέλεσμα εγκληματικής ενέργειας τρίτων), η οποία προκλήθηκε από σπινθηρισμό που ανέφλεξε το εκρηκτικό μείγμα εντός του ρεζερβουάρ της βενζίνης του αυτοκινήτου. Αντίθετα, απέκλεισαν ρητά την περίπτωση εγκληματικής ενέργειας, αφού εξωτερικά του οχήματος δεν ανευρέθη κάποιο στοιχείο που να καταδεικνύει έκρηξη, είτε στην άσφαλτο κάτω από το όχημα, είτε στο κάτω μέρος του αυτοκινήτου είτε στους τροχούς, ενώ, επιπλέον, δεν διαπιστώθηκε κάποια "ηθελημένη ανθρωπογενής μετατροπή σε οποιοδήποτε σημείο του οχήματος, ώστε να επέλθει αυτή η έκρηξη από άλλον παράγοντα", όπως χαρακτηριστικά ανεγράφη στην προαναφερόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης.

Βέβαια, η μάρτυρας Ζ. Τ., καθώς και οι μάρτυρες Ε. Μ. και Κ. Κ. κατέθεσαν ότι η έκρηξη οφείλεται, όπως διαπιστώθηκε από διενεργηθείσα πραγματογνωμοσύνη στην Αθήνα με βάση τις φωτογραφίες του κατεστραμμένου αυτοκινήτου, σε δολιοφθορά (βλ. την από 25-8-2003 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του αστυνομικού διευθυντή Χ.

Χ. και του υπαστυνόμου Α' Δ. Α., με την οποία αποδίδεται η έκρηξη και η εν συνεχεία πυρκαγιά του αυτοκινήτου του Τ. σε ενεργοποίηση εκρηκτικής ύλης), τόσο όμως ο ίδιος ο Κ. Τ. όσο και ο Ε. Μ., στις καταθέσεις που έδωσαν στα αρμόδια προανακριτικά. όργανα, ουδόλως συνέδεσαν την άνω έκρηξη με τον πρώτο κατηγορούμενο Α.

Μ. και με την αστική διαφορά που ο Τ. είχε με αυτόν.

Για τον ανωτέρω λόγο, αυτοί ουδέν ανέφεραν, κατά την έρευνα που επακολούθησε, σχετικά με τυχόν υποψίες σε βάρος κάποιου για την πιο πάνω πυρκαγιά, στο υπ' αριθμόν ... ΙΧΕ αυτοκίνητο. Εξάλλου, η διαφορά που υπήρχε μεταξύ του Τ. και του Μ. δεν θα μπορούσε λογικά να έχει οξύνουσα μορφή, σε βαθμό μάλιστα τέτοιο, ώστε να επιδιώκει ο Μ.

τη φυσική εξόντωση του Τ., αφού παράλληλα βρισκόταν σε εξέλιξη μια προσπάθεια διευθετήσεως της διαφοράς που θα ικανοποιούσε και τις δύο πλευρές. Σημειωτέον, ότι η σχηματισθείσα σχετικώς δικογραφία τέθηκε στο αρχείο με την από 8-8-2000 διάταξη-αναφορά του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Καβάλας, από όπου ανεσύρθη την 2-5-2002 , κατέληξε δε την 14-6-2004 στο αρχείο αγνώστων δραστών για τις πράξεις:

α) της έκρηξης από την οποία μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, β)της απόπειρας ανθρωποκτονίας και γ)της διακεκριμένης περίπτωσης φθοράς (βλ. την υπ' αριθμόν πρωτ. 2727/16-10-2008 βεβαίωση της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Καβάλας). Γεγονός πάντως είναι ότι ο Τ., μετά την άνω έκρηξη του αυτοκινήτου του, δεν θεώρησε ότι κινδυνεύει η ζωή του, αποδέχθηκε μάλιστα το αρχικό πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης, που απέδωσε την έκρηξη σε πρόβλημα προερχόμενο από το αυτοκίνητο (βλ.

την κατάθεση του Θ. Κ.),οι δε διαπραγματεύσεις με το Μ. συνεχίσθηκαν, όπως αναφέρεται πιο πάνω, κανονικά. Για την καθόλα φυσιολογική μετά την άνω έκρηξη και χωρίς φόβο συνέχιση της ζωής του Τ., καταθέτουν οι φίλοι και συνεργάτες του τελευταίου Ο. Τ. και Σ. Π., αλλά και ο φίλος του πολιτικός μηχανικός Θ.ς Κ.. Ακόμη, η φράση που είπε ο πρώτος κατηγορούμενος Α.

Μ. στο Θ. Κ., κατά τη συνάντηση που πραγματοποιήθηκε μεταξύ τους, στην προσπάθεια τους να βρεθεί λύση στο άνω πρόβλημα με τις αυθαίρετες κατασκευές στις 11 μεζονέτες του Μ., ότι δηλαδή δεν θα μείνει απαθής (ο Μ.) και ότι μπορεί και αυτός να κάνει ζημιά στον Τ., υπονοώντας ότι μπορούσε να κάνει καταγγελία στην Πολεοδομία για τις αυθαιρεσίες που υπήρχαν και στο κατάστημα του τελευταίου, δεν είναι δυνατόν, να θεωρηθεί ότι υπέκρυπταν απειλή ζωής κατά του Τ..

Όπως και ο ίδιος ο Θ. Κ. καταθέτει, δεν εξέλαβε την άνω φράση ως απειλή ζωής, αλλά ούτε και ο Κ. του ανέφερε ότι αισθανόταν απειλή για τη ζωή του, όπως και ο ίδιος εξάλλου, κατάθεσε. Τονίζει μάλιστα (ο Κ.) ότι δεν αντιλήφθηκε ποτέ να φοβάται για τη ζωή του και ο ίδιος ο Κ. Τ.. Το αυτό ισχύει, ήτοι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι περιέχει απειλή ζωής και η φράση που είπε ο Μ.

στον ίδιο τον Τ. κατά την άνω συνάντηση τους και κατά την εξέλιξη των διαπραγματεύσεων "Κ., εμένα δεν με πήδηξε κανείς". Παρόμοια φράση περιλαμβανόταν τακτικά στο λεξιλόγιο του Μ. και ιδίως στις συναλλακτικές και επαγγελματικές σχέσεις του, στις οποίες τον διέκρινε ο στυγνός επαγγελματισμός και η σκληρότητα του χαρακτήρα, χωρίς όμως η φράση αυτή να αποτελεί προοίμιο οποιασδήποτε μελλοντικής εγκληματικής πράξεως εκ μέρους του.

Θα ήταν δε αντίθετο σε κάθε λογική ο πρώτος κατηγορούμενος να έχει συλλάβει σχέδιο εξοντώσεως ενός ανθρώπου για μια αστικής μάλιστα φύσεως διαφορά και να εκτοξεύει δημοσίως και ενώπιον άλλων προσώπων απειλές εναντίον του. Ούτε, εξάλλου, θα υπήρχε λόγος να καταλήξει σε συμφωνία με τον Τ., εάν είχε αποφασίσει να προχωρήσει στην υλοποίηση εγκληματικού σχεδίου θανατώσεως του τελευταίου.

Βέβαια, η Ζ. Τ., αδελφή του θύματος και η Μ. Τ., μητέρα του τελευταίου, ευθύς αμέσως μετά τη δολοφονία του, κατέθεσαν ότι ο Α. Μ. έβαλε κάποιον ή κάποιους να σκοτώσουν το άνω αγαπημένο τους πρόσωπο, χωρίς όμως να εξηγήσουν ποιο θα ήταν το όφελος του πρώτου κατηγορουμένου και για ποιο λόγο αυτός να έκανε κάτι τέτοιο για μια διαφορά όπως η παραπάνω, πολύ περισσότερο μάλιστα αφού, αφενός μεν οι υποψίες θα έπεφταν σε αυτόν, αφετέρου δε με τη δολοφονία του Τ.

κανένα πρόβλημα δεν λύθηκε, αντίθετα αυτό διογκώθηκε, παραμένοντας ακόμη και σήμερα σε εκκρεμότητα. Σημειωτέον ότι, κατόπιν ενεργειών του Α. Μ., η άνω προταθείσα από το Θ. Κ., ως καλύτερη λύση, προσκύρωση έγινε μετά το θάνατο του Τ. με σχετική όμως έκανε απόφαση του Νομάρχη Καβάλας, η Ζ. Τ. ένσταση κατ' αυτής και επέτυχε την ακύρωση της.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το χρηματικό ποσό των 930.000 δραχμών, που ύστερα από νομότυπη έρευνα βρέθηκε εντός φακέλου σε εμφανές σημείο στο οπίσθιο κάθισμα του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, μάρκας ΜΕRCEDES ιδιοκτησίας του Μ. και κατασχέθηκε την 2-9-2000 (βλ. την έκθεση κατασχέσεως του ανθυπαστυνόμου Δ.

Μ.), προοριζόταν για την πληρωμή των εργαζομένων στο έργο "Επισκευή Τελωνείου Ξάνθης", που είχε αναλάβει να εκτελέσει η εταιρία του Μ.. Για το σκοπό αυτό, τον περίμενε στο άνω έργο ο συνεργάτης του Μ. Α. Κ., για να καταβάλουν τους μισθούς των εργατών (βλ. την κατάθεση του). Μάλιστα, το άνω χρηματικό ποσό παραδόθηκε (αφού είχε γίνει η σχετική ανάληψη από την ΑLPHA ΒΑΝΚ) στο Μ.

από υπάλληλο του λογιστηρίου του την Παρασκευή 1-9-2000 (βλ. την κατάθεση της Κ. Ι. συζ. Α. Μ.). Πρέπει δε να τονισθεί ότι το άνω, κατασχεθέν στη συνέχεια, χρηματικό ποσό βρισκόταν συνεχώς εντός του αυτοκινήτου του από το μεσημέρι της Παρασκευής 1-9-2000 μέχρι την ώρα 23.00' της 2-9-2000, ημέρα Σάββατο, οπότε και κατασχέθηκε.

Μάλιστα, ο Α. Μ. το πρωί του Σαββάτου, όταν άνδρες του Τμήματος Ασφαλείας Καβάλας πήγαν στο σπίτι του, μετέβη στην Υπηρεσία αυτή, οδηγώντας το άνω αυτοκίνητο, το οποίο και στάθμευσε έξω από το κτίριο της Αστυνομίας. Η δε μαύρη δερμάτινη θήκη όπλου, που βρέθηκε στο χώρο αποσκευών του ιδίου αυτοκινήτου και επίσης κατασχέθηκε, ήταν από πιστόλι φωτοβολίδων (βλ.

το ξενόγλωσσο φύλλο οδηγιών "προσπέκτους" που προσκομίσθηκε και αναγνώσθηκε, σε μετάφραση στην ελληνική γλώσσα, αλλά και την κατάθεση της άνω μάρτυρος, συζύγου του πρώτου κατηγορουμένου). Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν αθώοι των αποδιδόμενων σ' αυτούς πράξεων, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας αποφάσεως".

Με αυτά που δέχτηκε το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αλεξανδρούπολης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, από τα οποία δεν πείστηκε για τη συμμετοχή των κατηγορουμένων στη δολοφονία του Κ.

Τ., καθώς και τις σκέψεις που οδήγησαν στην αθώωση των κατηγορουμένων. Ειδικότερα αιτιολογεί: α)την έλλειψη κινήτρου του πρώτου κατηγορουμένου να προκαλέσει τη δολοφονία του Τ., δεχόμενο αφενός ότι οι υποψίες θα στρέφονταν εναντίον του λόγω της μεταξύ τους αστικής διαφοράς και αφετέρου ότι είχε ήδη επιτευχθεί μεταξύ του συμφωνία τακτοποιήσεως της διαφοράς, η οποία συμφωνία ήταν επωφελής και για τον ανωτέρω κατηγορούμενο, αφού θα νομιμοποιούσε 11 αυθαίρετες μεζονέτες και θα μεταβίβαζε στον Τ. 2 από αυτές και 60.000.000 δραχμές, β)το λόγο για τον οποίο οι τηλεφωνικές επικοινωνίες μεταξύ των κατηγορουμένων δεν συνδέονται με την προετοιμασία της δολοφονίας, δεχόμενο ότι είχαν επαγγελματικό και κοινωνικό περιεχόμενο, γ)την άτυπη πώληση του αυτοκινήτου του έκτου κατηγορουμένου με παρένθετο πρόσωπο στον μετέπειτα αυτουργό της ανθρωποκτονίας και το λόγο για τον οποίο έγινε η ψευδής δήλωση για κλοπή του αυτοκινήτου, δεχόμενο ότι το αυτοκίνητο ήταν ανασφάλιστο και δεν είχε ελεγχθεί από το ΚΤΕΟ και ότι θα είχε ευθύνη αποζημίωσης ο έκτος κατηγορούμενος για το τροχαίο ατύχημα, δ)το λόγο για τον οποίο η Π.

Κ. σημείωσε το ονοματεπώνυμο του έκτου κατηγορουμένου στο φύλλο τετραδίου, δεχόμενο ότι ήθελε να ρωτήσει σχετικά τον σύζυγό της, δεύτερο κατηγορούμενο, επειδή επρόκειτο για ελληνοπόντιο και επειδή φερόταν εμπλεκόμενος και ο εργοδότης του συζύγου της και φοβήθηκε ότι σε περίπτωση φυλάκισης του εργοδότη θα καθίστατο άνεργος ο σύζυγός της και ε)το λόγο για τον οποίο ο γιος του δεύτερου κατηγορουμένου διανυκτέρευσε στη μεζονέτα του πρώτου κατηγορουμένου από 26 μέχρι 28-8-2000 (μία εβδομάδα πριν τη δολοφονία), δεχόμενο ότι δεν σχετίζεται με προετοιμασία της δολοφονίας, αλλά για το φόβο κλοπής, επειδή βρέθηκε σπασμένο το τζάμι του W.C.

και υπήρχαν έπιπλα και άλλα αντικείμενα στη μεζονέτα. Τέλος το Δικαστήριο, την κρίση του για μη συμμετοχή των κατηγορουμένων στη δολοφονία δεν τη στήριξε σε μη παρουσία τους στο χώρο του εγκλήματος κατά το χρόνο της τέλεσής του, αλλά απλώς ανέφερε ότι την ημέρα εκείνη οι πέμπτος και έκτος κατηγορούμενοι δεν βρίσκονταν στην Καβάλα.

Επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμες και επίσης είναι αβάσιμος και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ο οποίος στηρίζεται στις αιτιάσεις αυτές. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ' αριθ. 7/16-2-2009 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ'αριθ.19-25/2008 αποφάσεως του Μεικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αλεξανδρούπολης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2010.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ