Supreme Court dismisses appeal on co-ownership division, ruling lower court properly considered all arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision regarding the division of co-owned property. The appellant argued the lower court failed to consider specific claims about dividing the land into separate ownerships or selling it, but the court found these arguments were explicitly addressed and rejected. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the appellants.
Legislator headnote
AI generatedArticles 798, 799, 800, 801 of the Civil Code; Articles 10, 12, 13 of Law 1562/1985; Article 559(8)(b) of the Code of Civil Procedure: An appeal fails if the appellate court considered the arguments raised by the appellant and rejected them, even if the rejection was not explicitly stated.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1895 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1895/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Φιλιππόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1 και 2. Ψ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Καλογερόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-2-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 946/2004 μη οριστική, 5483/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5365/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-11-2006 αίτησή τoυ. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 24-3-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος τoυ αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 798, 799, 800, 801 ΑΚ, 480, 480Α', 481 και 484 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα 480, 481 και 484 ΚΠολΔ αντικαταστάθηκαν με τα άρθρα 10, 12 και 13, αντίστοιχα, του ν. 1562/1985, το άρθρο 480Α' ΚΠολΔ προστέθηκε με το άρθρο 11 του ίδιου νόμου και το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 480Α' του ίδιου κώδικα αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 2207/1994, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 1113 ΑΚ, εφαρμόζονται και επί διανομής κοινού πράγματος, προκύπτει, ότι:
α) Αν δεν συμφωνούν όλοι οι κοινωνοί για τη λύση της κοινωνίας με διανομή, κάθε κοινωνός μπορεί να ζητήσει τη δικαστική διανομή κατά τις διατάξεις του ΚΠολΔ. β) Αίτημα της αγωγής διανομής κοινού πράγματος αποτελεί η λύση της κοινωνίας που υπάρχει επί αυτού, ο δε τρόπος λύσης της κοινωνίας, δηλαδή, το αν η λύση αυτής θα γίνει με αυτούσια διανομή ή με πώληση με πλειστηριασμό, δεν περιλαμβάνεται αναγκαίως στο αίτημα της αγωγής διανομής, αλλά ανήκει στις εξουσίες του δικαστηρίου.
Και γ) Από την έναρξη της ισχύος του ν. 1562/1985, δηλαδή, από τις 16.9.1985, καθιερώθηκε για πρώτη φορά ως τρόπος αυτούσιας διανομής κοινού οικοπέδου, στο οποίο υπάρχει οικοδομή ή το οποίο είναι ακάλυπτο και οικοδομήσιμο, η κατόπιν σχετικού αιτήματος κάποιου από τους συγκυρίους του οικοπέδου, σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας είτε κατά ορόφους ή μέρη ορόφων είτε σε διακεκριμένα μέρη του ενιαίου οικοπέδου, στα οποία θα είναι δυνατή η ανέγερση χωριστών οικοδομημάτων, σύμφωνα με το ν. 3741/1929, το ν.δ. 1024/1971, αντίστοιχα, καθώς και τα άρθρα 1002 και 1117 ΑΚ, ορίζεται δε περαιτέρω, συναφώς, στην παρ. 1 του άρθρου 480 Α` ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο αποφασίζει τη διανομή με τον τρόπο που αναφέρεται στην παράγραφο αυτή, αν είναι εφικτή και δεν αντιβαίνει στο συμφέρον των λοιπών συγκυρίων, ότι η απόφαση που διατάζει τη διανομή κατά τον τρόπο αυτό προσδιορίζει τα χωριστά μέρη της οικοδομής που αναλογούν στις μερίδες των συγκυρίων και τα επιδικάζει σ' αυτούς και ότι, αν με την εν λόγω διανομή περιέρχονται σε κάποιο συγκύριο περισσότερες αυτοτελείς ιδιοκτησίες, η απόφαση καθορίζει το ποσοστό της συγκυριότητας που αναλογεί σε καθεμία από τις ιδιοκτησίες αυτές.
Από τις αμέσως παραπάνω διατάξεις και, ειδικότερα, αυτές του άρθρου 480Α' παρ. 1 εδ. α'και β' και 2 εδ. α' και β' ΚΠολΔ, προκύπτει ειδικότερα ότι σε περίπτωση αυτούσιας διανομής ακάλυπτου και οικοδομήσιμου οικοπέδου με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας σε διακεκριμένα μέρη του ενιαίου οικοπέδου στα οποία θα είναι δυνατή η ανέγερση χωριστών οικοδομημάτων, με την επιφύλαξη των πολεοδομικών διατάξεων, απαιτείται, κατά ρητή νομοθετική επιταγή, η μη αντίθεση της διανομής αυτής στο συμφέρον των λοιπών συγκυρίων (ΑΠ 764/2008, ΑΠ 489/2005).
Περαιτέρω, το δικαστήριο μπορεί για την εξίσωση άνισων μερών, να αποφασίσει ότι οι κοινωνοί, που λαμβάνουν ορισμένα μέρη, θα καταβάλουν σε άλλους κοινωνούς ορισμένο χρηματικό ποσό, κατά δε το άρθρο 480 παρ. 3 ΚΠολΔ, αν ορισμένοι κοινωνοί στη δίκη διανομής ζήτησαν να λάβουν κοινή μερίδα, η μερίδα αυτή λογίζεται ως ενιαία.
Στο μέρος που περιέρχεται σ' αυτούς με την αυτούσια διανομή συνιστάται κοινωνία κατά το λόγο των μερίδων τους και κατά το άρθρο 486 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν τα μέρη που σχηματίστηκαν κατά τα άρθρα 480 ή 480Α είναι άνισα, η αυτούσια διανομή γίνεται με επιδίκασή τους στους συγκυρίους ή στις ομάδες εκείνων που ζήτησαν κοινή μερίδα, κατά το λόγο των μερίδων τους.
Έτσι για να αποφασίσει το δικαστήριο την αυτούσια διανομή, ώστε μερικοί από τους κοινωνούς να λάβουν κοινή μερίδα, πρέπει να ζητηθεί από τους κοινωνούς αυτούς παρόμοια επιδίκαση. Τέλος, από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι σε περίπτωση διανομής ακινήτου, αν η διανομή είναι προδήλως αδύνατη ή ασύμφορη, το δικαστήριο διατάσσει την πώλησή του με πλειστηριασμό, για τη διαμόρφωση δε της κρίσης του το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του εκτός από τις μερίδες των κοινωνών, το είδος, τις διαστάσεις, το σχήμα, το εμβαδόν κ.λ.π.
του διανεμητέου ακινήτου. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται περαιτέρω ότι η κρίση περί αδυνάτου ή ασύμφορου της αυτούσιας διανομής ή αντιθέτως περί του δυνατού αυτής είναι κρίση περί πραγματικών γεγονότων και γι' αυτό είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, εκτός αν συντρέχει περίπτωση έλλειψης νομίμου βάσεως κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ.
Κατά την τελευταία αυτή διάταξη λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τον χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.
ΑΠ 1/1999, Ολ. ΑΠ 24/1992). Δεν ιδρύεται επίσης ο λόγος αυτός αναίρεσης από την αναφορά ή μη στην επιχειρηματολογία των διαδίκων ή από την επιχειρηματολογία του δικαστηρίου (ΑΠ 16/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο, δικάζοντας αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων περί διανομής του επίκοινου ακινήτου των διαδίκων, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα:
Οι διάδικοι είναι συγκύριοι, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ενός ακάλυπτου οικοπέδου, το οποίο βρίσκεται στο Ν. ..., εντός του συγκεκριμένου σχεδίου του ως άνω Δήμου και εντός του 232Α οικοδομικού τετραγώνου, μεταξύ της Λεωφόρου ..., στην οποία φέρει τον αριθμό ... και της οδού ... (πρώην ...). Το εν λόγω ακίνητο έχει εμβαδόν 787,87 τ.μ., είναι άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση και συνορεύει βόρεια, επί πλευράς μήκους μ. 70,36, με ιδιοκτησία αγνώστου, νότια, επί πλευράς μήκους μ.67,70 επίσης με ιδιοκτησία αγνώστου, ανατολικά, επί πλευράς μήκους μ. 12,13 με την οδό ...
και δυτικά, επί πλευράς μήκους μ. 10,89, με τη Λεωφόρο ..., εμφαίνεται με τα στοιχεία ΑΒΓΔΑ στο διάγραμμα 1, που συνοδεύει την έκθεση πραγματογνωμο-σύνης και η αξία του ανέρχεται σε 343.500 ΕΥΡΩ περίπου. Οι ενάγοντες απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου, κατά το προαναφερθέν ποσοστό ο καθένας, με αγορά των μεριδίων τους από τους ...
και ..., αδελφούς του εναγομένου, με το ... συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Αμαρουσίου Παρασκευής Λαζάρου, που μεταγράφηκε νόμιμα, οι δε πωλητές απέκτησαν τα μερίδιά τους, ήτοι 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, από κληρονομία της μητέρας τους Θ, η οποία πέθανε το έτος 1990 χωρίς ν' αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε από αυτούς και τον εναγόμενο, επίσης τέκνο της, την δε κληρονομία της αποδέχθηκαν με την 35.168/2002 πράξη αποδοχής κληρονομίας της ιδίας Συμβολαιογράφου, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα.
Ο εναγόμενος απέκτησε το μερίδιό του, ήτοι 1/3 εξ αδιαιρέτου, επίσης από την κληρονομία της μητέρας του Θ, την οποία αποδέχθηκε με την 2428/1990 πράξη αποδοχής κληρονομίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ζαφειρίας Σιμοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Το ως άνω ακίνητο παλαιότερα είχε έκταση 893,50 τ.μ., αλλά τμήμα αυτού και συγκεκριμένα 104,80 τ.μ., μετά από ρυμοτόμιση, για τη διαμόρφωση της οδού ..., πλάτους 12 μ.
απαλλοτριώθηκε και απέμεινε η προαναφερθείσα έκταση των 787,87 τ.μ. Εξάλλου η μη σύνταξη πράξης αναλογισμού για το ρυμοτομιθέν, δεν αναιρεί το γεγονός ότι η πραγματική έκταση του επιδίκου ακινήτου, μετά και τη διαμόρφωση της οδού ..., είναι 787,87 τ.μ., τόση δε έκταση αυτού αναφέρεται και στον τίτλο των εναγόντων, αλλά και στις γνωμοδοτήσεις των πολιτικών μηχανικών ...
και ..., τις οποίες αυτοί συνέταξαν κατόπιν εντολής του εναγομένου. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε, ότι το ελάχιστο εμβαδόν, σύμφωνα με τους όρους δόμησης της περιοχής, για την αρτιότητα των οικοπέδων, ανέρχεται σε 400 τ.μ.
Συνεπώς είναι αδύνατη η αυτούσια διανομή του επιδίκου οικοπέδου σε τρία οικόπεδα, ώστε ο κάθε κοινωνός να λάβει ένα αυτοτελές οικόπεδο, επειδή η κατάτμηση αυτή θα οδηγήσει σε ανεπίτρεπτο, σύμφωνα με το άρθρο 2 ν.δ.690/1948 σχηματισμό μη αρτίων οικοπέδων. Πολεοδομικώς είναι δυνατή η σύσταση τριών καθέτων ιδιοκτησιών, κατά μήκος του οικοπέδου, ώστε ο κάθε κοινωνός να λάβει διακεκριμένο μέρος του ενιαίου οικοπέδου, στο οποίο θα ανεγείρει χωριστή οικοδομή, όπως εμφαίνεται στο διάγραμμα 2 του πραγματογνώμονα ..., που συνοδεύει στην έκθεσή του, ένα από τα οποία (διακεκριμένα μέρη) και συγκεκριμένα το μεσαίο, δεν θα έχει πρόσωπο σε δρόμο, ενώ τα δύο άλλα θα έχουν πρόσοψη το ένα στη Λεωφόρο ... και το άλλο στην οδό .... Όμως οι κλήροι αυτοί δεν είναι ίσης αξίας, διότι με βάση την αντικειμενική αξία των ακινήτων της περιοχής, η αξία της ιδιοκτησίας με πρόσοψη στη Λεωφόρο ..., θα είναι πολύ μεγαλύτερη και συγκεκριμένα τετραπλάσια από την αξία που βρίσκεται στο μέσον και τριπλάσια αυτής με πρόσοψη επί της οδού ..., καθόσον με βάση την αντικειμενική αξία, η αξία της πρώτης ανέρχεται σε 138.600 ΕΥΡΩ, της δεύτερης (μεσαίας) σε 32.340 ΕΥΡΩ και της τρίτης σε 46.200 ΕΥΡΩ.
Συνεπώς, για την εξίσωση των μερίδων θα απαιτηθεί από τον κοινωνό, που θα λάβει με κλήρο την πρώτη ιδιοκτησία, να καταβάλει στους υπόλοιπους κοινωνούς σημαντικά χρηματικά ποσά, τα οποία θα υπερβαίνουν την αξία των ιδιοκτησιών τους, με αποτέλεσμα να καθίσταται ασύμφορος για τους κοινωνούς ο τρόπος αυτός διανομής, αφού ο μεν ένας, που θα λάβει την πρώτη ιδιοκτησία, θα αναγκάζεται να καταβάλει στους υπόλοιπους σημαντικά χρηματικά ποσά, οι δε άλλοι δύο θα λαμβάνουν τη μερίδα τους κυρίως σε χρήμα.
Τέλος είναι μεν δυνατή η σύσταση δύο κάθετων ιδιοκτησιών, από τις οποίες η μία θα έχει αξία διπλάσια της δεύτερης, στην περίπτωση όμως αυτή οι δύο κοινωνοί θα πρέπει να λάβουν κοινή μερίδα, υπό την προϋπόθεση ότι υποβάλλεται από τους δύο κοινωνούς σχετικό αίτημα. Όμως τέτοιο αίτημα υπέβαλε μόνον ο εναγόμενος, ο οποίος ζήτησε να λάβουν οι ενάγοντες κοινή μερίδα, ήτοι να λάβουν τη διπλάσιας αξίας κάθετη ιδιοκτησία και αυτός να λάβει τη δεύτερη, δεν υπέβαλαν όμως όμοιο αίτημα και οι ενάγοντες και έτσι το αίτημα αυτό του εναγομένου είναι απορριπτέο ως μη νόμιμο, διότι, το αίτημα για δημιουργία κοινής μερίδας υποβάλλεται από τους διαδίκους που επιθυμούν την κοινή μερίδα και όχι από τον αντίδικό τους.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι το επίδικο επίκοινο ακίνητο παλιότερα είχε έκταση 893,50 τ.μ., αλλά τμήμα αυτού 104,80 τ.μ. απαλλοτριώθηκε μετά από ρυμοτόμιση για τη διαμόρφωση της οδού ..., η δε μη σύνταξη πράξης αναλογισμού για το ρυμοτομηθέν δεν αναιρεί το γεγονός ότι η πραγματική έκτασή του είναι 787,87 τ.μ., και περαιτέρω έκρινε ότι δεν είναι δυνατή και συμφέρουσα η αυτούσια διανομή του επίδικου ακινήτου σε μέρη ανάλογα προς τις ίσες μερίδες των διαδίκων, αλλ' ούτε και η διανομή του με την κατανομή αυτού σε μέρη ανάλογα προς τις μερίδες των διαδίκων, διότι η κατάτμηση αυτή θα οδηγήσει σε ανεπίτρεπτο σχηματισμό μη αρτίων οικοπέδων, ότι πολεοδομικώς είναι δυνατή η σύσταση τριών κάθετων ιδιοκτησιών, οι κλήροι όμως αυτοί δεν θα είναι ίσης αξίας και για την εξίσωση των μερίδων θα απαιτηθεί από τον κοινωνό, που θα λάβει με κλήρο την πρώτη ιδιοκτησία, να καταβάλει στους υπόλοιπους σημαντικά χρηματικά ποσά, οι δε άλλοι δύο θα λάβουν τη μερίδα τους κυρίως σε χρήμα και ότι είναι μεν δυνατή η σύσταση δύο κάθετων ιδιοκτησιών, από τις οποίες όμως η μία θα έχει αξία διπλάσια της άλλης και εφόσον υποβάλλεται από τους δύο κοινωνούς σχετικό αίτημα και ότι όμως τέτοιο αίτημα υπέβαλε μόνο ο εναγόμενος, ενώ δεν υπέβαλαν όμοιο αίτημα και οι ενάγοντες.
Ακολούθως δε, έκανε δεκτή την αγωγή των εναγόντων αναιρεσιβλήτων και διέταξε την εκποίηση των κοινών ακινήτων με πλειστηριασμό, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει όμοια. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς ανττιφάσεις αιτιολογίες ως προς όλα τα πιο πάνω ουσιώδη ζητήματα και ειδικότερα ως προς το ουσιώδες ζήτημα του ανεφίκτου και ασυμφόρου της αυτούσιας διανομής του επίδικου ακινήτου.
Επομένως, οι συναφείς τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, είναι αβάσιμοι.
Επειδή, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Πράγματα, επίσης, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, αποτελούν και οι λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης. Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ.
ΑΠ 11/1996). Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τους συναφείς πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β'ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους προβληθέντες ουσιώδεις ισχυρισμούς του, α)ότι είναι δυνατή η διαίρεση του διανεμητέου ακινήτου σε μέρη ανάλογα προς τις μερίδες των κοινωνών, καθώς και η αυτούσια διανομή του κοινού οικοπέδου με σύσταση δύο ή τριών καθέτων ιδιοκτησιών, χωρίς να μειώνεται η αξία του όλου ακινήτου, β)ότι είναι δυνατή η διανομή που προβλέπεται στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης με την ύπαρξη δύο κλήρων, αφού οι ενάγοντες είναι συγκύριοι των 2/3 εξ αδιαιρέτου και γ)ότι είναι δυνατή η αυτούσια διανομή με σύσταση δύο καθέτων ιδιοκτησιών, με την εγκατάσταση των εναγόντων σε κοινή μερίδα.
Από την προσβαλλόμενη όμως απόφαση, όπως το περιεχόμενό της αναλυτικώς ανωτέρω εκτέθηκε, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τους ως άνω ισχυρισμούς, τους οποίους απέρριψε. Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος και τελευταίος εξεταζόμενος λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-11-2006 αίτηση του Χ για αναίρεση της 5365/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ