Supreme Court dismisses appeal against insurance contract judgment for misreading facts and improper fact-finding.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Court of Appeals' decision regarding an insurance contract dispute. The appellants argued the lower court misread the insurance policy and improperly evaluated facts, but the court found these claims inadmissible. The court ruled that the lower court correctly interpreted the document and made a valid assessment of the evidence, thus rejecting the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on misreading of documents or improper fact-finding is inadmissible if the court of first instance correctly interpreted the document and evaluated the evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1895 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1895/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, ..... και 26. Χ26. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Φαρμακίδη-Μαρκου.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "COMPAGNIE D' ASSURANCES NATIONALE SUISSE" που εδρεύει στην Βασιλεία Ελβετίας και εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα από την ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "Δ. ΑΘΗΝΑΙΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Σύρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-6-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 843/2002 254/2003 μη οριστικές, 610/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 580/2004 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-10-2004 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Σπίτσα ανέγνωσε την από 3-1-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσείοντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και της καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 1 παρ.1 του ν. 2496/1997 με την ασφαλιστική σύμβαση, η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση και καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στον συμβαλλόμενο της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτο, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωση της (ασφαλιστική περίπτωση).
Ασφαλισμένος στη σύμβαση ασφάλισης ζημιών (όπως είναι η ασφάλιση πυρκαγιάς και κεραυνού κατ' άρθρο 19 του ίδιου νόμου) είναι το πρόσωπο που έχει συμφέρον στη διατήρηση του πράγματος, αυτός δηλαδή του οποίου η οικονομική σχέση με το πράγμα θα θιγεί με την επέλευση του κινδύνου και χάριν του οποίου συνάπτεται η σύμβαση ασφάλισης.
Κατά κανόνα, οι ιδιότητες του ασφαλισμένου και του λήπτη της ασφάλισης συμπίπτουν στο ίδιο πρόσωπο. Αν όμως, οι άνω ιδιότητες δεν συμπίπτουν στο ίδιο πρόσωπο, όπως συμβαίνει επί ασφάλισης ξένου συμφέροντος, η ασφάλιση συνάπτεται για λογαριασμό άλλου και είναι γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, διεπόμενη από τα άρθρα 410 επ.
Α.Κ.. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 Α.Κ. και 1 της 95 Διεθνούς Συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το νόμο 3248/1995, συνάγεται ότι ως μισθός στη σύμβαση εργασίας θεωρείται κάθε παροχή, την οποία σύμφωνα με το νόμο ή με βάση τη σύμβαση καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα της εργασίας, δηλαδή όχι μόνο η κύρια παροχή (βασικός μισθός) αλλά και κάθε άλλη πρόσθετη παροχή που καταβάλλεται ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας.
Έτσι, στην περίπτωση ομαδικής ασφάλισης του προσωπικού μιας επιχείρησης από τον εργοδότη, ο οποίος, συνάπτοντας γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, αναλαμβάνει να καλύπτει αυτός, ολικά ή μερικά το ασφάλιστρο, η ασφάλιση αυτή, αν αποτελέσει όρο μεταξύ αυτού και των μισθωτών της εργασιακής σύμβασης έχει χαρακτήρα μισθολογικής παροχής, η οποία συνίσταται στο δικαίωμα προσδοκίας που αποκτά ο εργαζόμενος εωσότου να πληρωθούν οι προϋποθέσεις της σύμβασης ασφάλισης για την είσπραξη ενός εφάπαξ ποσού.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, ανελέγκτως, τα εξής: Οι εκκαλούντες απασχολούνταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, ως υπάλληλοι, στην εδρεύουσα στην ..... εταιρεία με την επωνυμία "Πολυκαταστήματα ..... ΑΕΕ"..... Την 7.7.98 το κατάστημα της παραπάνω εταιρείας καταστράφηκε ολοσχερώς από πυρκαγιά και έκτοτε διεκόπη η λειτουργία της επιχείρησης.
Τα αίτια της πυρκαγιάς δεν εξακριβώθηκαν ...... . Η εργοδότρια εταιρεία είχε συνάψει με την εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία σύμβαση ασφαλίσεως της επιχείρησης από κάθε κίνδυνο και από κίνδυνο πυρκαγιάς. Ειδικότερα, με το ..... ασφαλιστήριο συμβόλαιο, που ίσχυε από 1.1.1998 έως 1.1.1999, η εφεσίβλητη ανέλαβε την υποχρέωση να καλύψει έναντι καταβολής ασφαλίστρου και μέχρι του ποσού των 400.000.000 δρχ.
την απώλεια κερδών και εξόδων της επιχείρησης που θα προκύψουν εάν διακοπεί η λειτουργία της συνεπεία υλικής ζημίας. Κατά το αρθρ. 2 των ειδικών όρων του ασφαλιστηρίου υλική ζημία είναι η καταστροφή, βλάβη, ή απώλεια της επιχείρησης που επήλθε συνεπεία μεταξύ άλλων, και πυρκαϊάς. Στο άρθρο 3 ορίζεται το επιχειρησιακό κέρδος και τα έξοδα που καλύπτονται από την ασφαλιστική σύμβαση, "έξοδα της επιχειρήσεως είναι άπαντα τα εκ της επιχειρήσεως προκαλούμενα τοιαύτα" (βλ.
και αρθρ. 5 περ. β1, όπου ως επιχειρησιακά έξοδα θεωρούνται εκείνα που ήταν νομικώς αναγκαία και οικονομικώς δικαιολογημένα, υπό την προϋπόθεση ότι αυτά και χωρίς την επέλευση της ασφαλιστικής περίστασης θα καλύπτονταν). Στο αρθρ. 6, που επιγράφεται "περίοδος αποζημιώσεως", ορίζεται ότι η εφεσίβλητη ευθύνεται προς αποζημίωση της απώλειας του εισοδήματος μέχρι 12 μήνες "επί 1) επιχειρησιακού κέρδους, 2) αποδοχών επί ημερήσιας βάσεως δι' εργάτας, 3) αποδοχών, επί μηνιαίας βάσεως δι' εργάτας, 4) μισθών, επί μηνιαίας βάσεως δι' υπαλλήλους, 5) πάντων των λοιπών εξόδων".
Από τα προεκτεθέντα δέχεται περαιτέρω το Εφετείο συνάγεται με σαφήνεια ότι μεταξύ της εργοδότριας εταιρείας και της εφεσίβλητης συνήφθη σύμβαση ασφαλίσεως ζημίας (πυρός), ότι λήπτης και δικαιούχος του ασφαλίσματος ήταν η εργοδότρια εταιρεία και ακόμη ότι σε περίπτωση επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου η ασφαλιστική εταιρεία ήταν υποχρεωμένη να αποζημιώσει τον δικαιούχο για απώλεια εισοδήματος μέχρι 12 μήνες, η απώλεια δε του εισοδήματος αποτελείται αφενός μεν από το επιχειρησιακό κέρδος και αφετέρου από τα έξοδα της επιχείρησης, στα οποία περιλαμβάνονται πρωτίστως οι αποδοχές που θα κατέβαλε στο προσωπικό της κατά το χρονικό αυτό διάστημα.
Δηλαδή εάν εξ αιτίας της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης υπήρχε υποχρέωση της εργοδότριας εταιρείας να καταβάλει, εκτός άλλων, μισθούς στο προσωπικό της, τότε η ασφαλιστική εταιρεία έπρεπε να της καταβάλει ως αποζημίωση το ποσό που θα αντιστοιχούσε σε μισθούς 12 μηνών, αφού η δαπάνη αυτή περιλαμβάνεται στα έξοδα της επιχείρησης που καλύπτονται από την ασφάλιση. 'Οτι, όπως συνομολογείται, η εφεσίβλητη αποζημίωσε την εργοδότρια εταιρεία για τη ζημία που υπέστη ("έξοδα της επιχειρήσεως"), ως εκ του ότι κατέβαλε στο προσωπικό της, κατ' εφαρμογή του άρθρου 6 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, τα 2/3 της νόμιμης αποζημιώσεως λόγω οριστικής διακοπής της λειτουργίας της από περιστατικό ανώτερης βίας για το οποίο ήταν ασφαλισμένη.
Επίσης, δέχεται το Εφετείο ότι από κανένα στοιχείο της ασφαλιστικής σύμβασης προκύπτει ότι μεταξύ των συμβληθεισών εταιρειών συμφωνήθηκε ότι δικαιούχοι του ασφαλίσματος είναι οι εκκαλούντες, είτε ονομαστικά, είτε υπό την ιδιότητα των εργαζομένων στην αντισυμβαλλόμενη επιχείρηση, ότι δηλαδή συνήφθη ομαδική ασφάλιση, με την έννοια ότι ο ασφαλιστής υποχρεούται να καταβάλει, σε περίπτωση πραγματοποιήσεως του ασφαλισμένου κινδύνου, ορισμένο χρηματικό ποσό, που συμφωνήθηκε με την ασφαλιστική σύμβαση, στους τρίτους δικαιούχους και το οποίο οι τελευταίοι, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, δικαιούνται να αξιώσουν απ' ευθείας από τον υποσχεθέντα ασφαλιστή και να απαιτήσουν την καταβολή του, κατ' αρθρ. 411 του ΑΚ.
Ούτε αποδείχθηκε ότι η ασφαλιστική σύμβαση αποτέλεσε όρο των ατομικών συμβάσεων των εκκαλούντων (που και στην περίπτωση αυτή προϋποτίθεται η ύπαρξη ομαδικής ασφάλισης). Εφόσον όμως δεν επρόκειτο περί ομαδικής ασφάλισης των εργαζομένων είναι σαφές ότι η ασφαλιστική σύμβαση δεν αφορούσε τους τελευταίους και όσα αντίθετα κατατέθηκαν από τους μάρτυρες που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο και ενώπιον συμβολαιογράφου δεν συμπορεύονται με το περιεχόμενο του ασφαλιστήριου συμβολαίου ούτε ενισχύονται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία, όπως είναι οι ατομικές συμβάσεις των εργαζομένων.
Είναι δε χαρακτηριστικό ότι οι εκκαλούντες άσκησαν την κρινόμενη αγωγή μετά την τελεσίδικη απόρριψη των αγωγών τους περί επιδίκασης μισθών υπερημερίας για το μετά τη διακοπή της λειτουργίας της επιχείρησης χρονικό διάστημα, ενώ λογικότερη και ευχερέστερη θα ήταν η επιδίωξη της ήδη επίδικης αξιώσεως, εάν πράγματι υπήρχε σύμβαση ομαδικής ασφάλισης, όπως ισχυρίζονται, η οποία μάλιστα αποτελούσε, κατά τους ισχυρισμούς τους, και όρο των εργασιακών τους συμβάσεων.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 411 επ. του Α.Κ., με τη μη υπαγωγή σ' αυτές (οι οποίες, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, ήσαν εφαρμοστέες) των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, γι' αυτό και αβάσιμος είναι ο πρώτος, αληθώς από τον αριθμό 1 (όχι από τον αριθ. 19) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης.
Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση αποδεικτικού κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ του ΚΠολΔ, εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει, ως προς το έγγραφο, σε σφάλμα ανάγνωσής του, όταν, δηλαδή, αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από αυτό που πράγματι έχει και στη συνέχεια εξαιτίας της παραμόρφωσης αυτής καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, στηρίζοντας την κρίση του αποκλειστικά ή κυρίως στο έγγραφο που κατά τον τρόπο αυτό παραμορφώθηκε.
Επομένως, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας αναγιγνώσκει ορθώς το περιεχόμενο του εγγράφου, εκτιμά ακολούθως αυτό κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό. Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του άρθρου 6 του με αριθ. .....
ασφαλιστηρίου συμβολαίου, αφού από το άρθρο αυτό προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία αναλαμβάνει αυτοτελή υποχρέωση καταβολής αποδοχών μισθών και ημερομισθίων για εργάτες και υπαλλήλους μέχρι 12 μήνες μετά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, αποσυνδέουσα πλήρως την αιτία αυτή από όποια άλλα επιχειρησιακά έξοδα και κέρδη.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού, κατά τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο, δεν αποδίδεται στο Εφετείο εσφαλμένη ανάγνωση του άρθρου 6 του προαναφερθέντος ασφαλιστηρίου συμβολαίου αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου αυτής.
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι στο λόγο αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται σαφώς η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και σε ποιόν από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης εμπίπτει η προβαλλόμενη πλημμέλεια. Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ λόγος, όταν αφορά την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, πρέπει να αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι το δικαστήριο της ουσίας, ενώ είχε διαπιστώσει ευθέως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού, ασάφειες ή αμφιβολίες, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες, αλλιώς είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος.
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος, κατά το μέρος που με αυτόν οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ. 1β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, αφού οι αναιρεσείοντες δεν ισχυρίζονται ότι το Εφετείο παρότι διαπίστωσε κενό ή ασάφεια στις περιεχόμενες στην ασφαλιστική σύμβαση δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ο ίδιος (τρίτος) λόγος, κατά το μέρος που με αυτόν οι αναιρεσείοντες υπό την επίκληση του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ βάλλουν κατά της ανέλεγκτης από το Εφετείο εκτίμησης των πραγματικών γεγονότων, είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Επειδή, κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση των 1) Χ1, ..... και 26) Χ26 για αναίρεση της 580/2004 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ