Legislator Case Law & Legislation
1895/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on contract law and procedural grounds regarding contractor payment claims.

Case Number 1895/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision ordering the contractor to pay the agreed sum. The court found the lower court's reasoning sufficient regarding the contractor's claims for payment reduction and partial payment, rejecting arguments about evidence evaluation and procedural objections. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 681, 688 of the Civil Code; Article 416 of the Civil Code; Article 559(19) of the Code of Civil Procedure: An appeal fails when the appellate court provides adequate reasoning for its findings on statutory conditions and does not err in considering or ignoring submitted arguments.

Keywords

AI generated
contractor payment contractual defects partial payment defense appellate review legal costs Civil Code provisions procedural admissibility

Cited Legislation

AI generated
Articles 681 and 688 of the Civil Code
Article 416 of the Civil Code
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 1/99
Supreme Court Case 24/92
Supreme Court Case 25/2003
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1895 / 2006 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1895/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Της αναιρεσείουσας : ....., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Καρβουνιάρη.

Του αναιρεσιβλήτου : ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Καλαμπαλίκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 4627/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 5828/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21 Απριλίου 2004 αίτησή της, καθώς και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κανελλόπουλος ανέγνωσε την από 23 Οκτωβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 681 και 688 Α.Κ. προκύπτει, ότι ο εργοδότης, εναγόμενος από τον εργολάβο για την καταβολή της συμφωνημένης αμοιβής, μπορεί να αντιτάξει και την ένσταση της ανάλογης μείωσης της αμοιβής αυτής, αν το έργο που εκτέλεσε ο εργολάβος έχει επουσιώδη ελαττώματα, αλλά και την από το άρθρο 416 Α.Κ.

ένσταση μερικής εξόφλησης της εν λόγω αμοιβής. Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 1/99, Ολ.ΑΠ 24/92).

Δεν ιδρύεται επίσης ο λόγος αυτός αναιρέσεως από την αναφορά ή μη στην επιχειρηματολογία των διαδίκων ή από την επιχειρηματολογία του δικαστηρίου. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ανελέγκτως, ύστερα από εκτίμηση αποδείξεων, τα ακόλουθα :

Με την από 3-7-1998 σύμβαση, που καταρτίστηκε εγγράφως στην Αθήνα μεταξύ των διαδίκων, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, ως εργολάβος, ανέλαβε την υποχρέωση να κατασκευάσει, σε κτήμα της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας που βρίσκεται στο ....., δύο υπερυψωμένες μεταλλικές υπαίθριες σιταποθήκες (σιλό) από γαλβανιζέ μέταλλο, με κλίμακα κάθετη, οροφή και ανθρωποθυρίδα, χωρητικότητας 75 κυβικών μέτρων και με διάμετρο Φ4800 Χ 7100 ύψος η κάθε μία.

Η αμοιβή του ενάγοντος συμφωνήθηκε στο ποσό των 2.500.000 δρχ. και για τις δύο σιταποθήκες, πλέον 450.000 δρχ. ως Φ.Π.Α., ήτοι συνολικώς στο ποσό των 2.950.000 δρχ., η οποία και έπρεπε να καταβληθεί με την παράδοση του έργου, ενώ με την ίδια συμφωνία η εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει και τα έξοδα διαμονής και ενός γεύματος των μελών του συνεργείου που θα κατασκεύαζε τις σιταποθήκες.

Ο ενάγων, με συνεργείο από τρία άτομα, που εργάστηκαν περίπου επί τέσσερις ημέρες, εκτέλεσε και ολοκλήρωσε το έργο, το οποίο και παρέδωσε στην εναγομένη περί τα μέσα Ιουλίου 1998, ενώ εκδόθηκαν το 782/3-7-1998 δελτίο αποστολής των λαμαρινών και το 782/2-8-1998 τιμολόγιο πώλησης "επί πιστώσει", για το πιο πάνω συνολικό ποσό των 2.950.000 δρχ..

Συμφωνήθηκε δηλαδή η εξόφληση του ποσού αυτού να γίνει μετά 40 ημέρες από την έκδοση του εν λόγω τιμολογίου. Στη συνέχεια το Εφετείο έκρινε ως αβάσιμη ένσταση της αναιρεσείουσας, από το άρθρο 416 Α.Κ., ότι έναντι της συμφωνημένης συνολικής αμοιβής των 2.950.000 δρχ., αυτή ήδη είχε καταβάλει στον αναιρεσίβλητο 1.000.000 δρχ..

Κατέληξε δε το Εφετείο στην κρίση του αυτή, εκτιμώντας και αξιολογώντας τις καταθέσεις των μαρτύρων και επιχειρηματολογώντας ότι "είναι περισσότερο από βέβαιο ότι η εναγομένη θα είχε διαμαρτυρηθεί για την ένδειξη στο τιμολόγιο "επί πιστώσει" όλου του ποσού των δραχμών 2.950.000, αν είχε καταβάλει, όπως ισχυρίζεται, 1.000.000 δραχμές στις 3.7.1998" και επιπλέον κρίνοντας ως αβάσιμο τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι ο αναιρεσίβλητος είχε συνομολογήσει σιωπηρώς την επικαλούμενη από αυτήν καταβολή του ποσού των 1.000.000 δρχ., διότι ενώ αυτή είχε προβάλει τον ίδιο ισχυρισμό με τις προτάσεις της, αμυνόμενη κατά της από 22-10-1998 προηγούμενης αγωγής του αναιρεσιβλήτου (η οποία, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, απορρίφθηκε τελεσιδίκως με την 4643/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, επειδή έγινε δεκτό ότι μεταξύ των διαδίκων είχε συναφθεί σύμβαση έργου και όχι σύμβαση πώλησης, την οποία είχε ως βάση η αγωγή εκείνη), όμως ο αναιρεσείων δεν είχε απαντήσει τότε στον ισχυρισμό της αυτόν, με τη σκέψη ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν είχε τότε προβληθεί παραδεκτώς και έτσι ο αναιρεσίβλητος (τότε ενάγων) δεν είχε υποχρέωση να τον αντικρούσει.

Περαιτέρω το Εφετείο, αναφορικά με την από το άρθρο 688 Α.Κ. ένσταση της αναιρεσείουσας, περί ανάλογης μείωσης της συμφωνημένης εργολαβικής αμοιβής, διότι το έργο που εκτέλεσε ο αναιρεσίβλητος είχε επουσιώδη ελαττώματα, δέχτηκε τα ακόλουθα : Οι σιταποθήκες κατασκευάστηκαν και παραδόθηκαν στην εναγομένη, χωρίς να παρουσιάσουν κάποιο πρόβλημα ή ελάττωμα.

Η παράδοση αυτών έγινε, αφού προηγουμένως έγινε δοκιμή και διαπιστώθηκε η λειτουργία τους χωρίς οποιοδήποτε πρόβλημα ή ελάττωμα. Το πρόβλημα παρουσιάστηκε, μετά την παράδοση των σιταποθηκών, σε μία από αυτές, της οποίας οι λαμαρίνες διερράγησαν κατά την εκκένωση του καρπού στις αρχές Αυγούστου 1998. Κατά τη δοκιμή που έγινε από τον ενάγοντα στις κατασκευασθείσες από αυτόν σιταποθήκες, πριν από την παράδοσή τους στην εναγομένη, είχε χρησιμοποιηθεί μηχανισμός φόρτωσης και εκκένωσης.

Μετά τη δοκιμή αυτή, το συνεργείο προέβη σε αποσύνδεση του μηχανισμού, αφού δεν είχε γίνει σχετική συμφωνία, μεταξύ των συμβαλλόμενων διάδικων μερών, για την τοποθέτηση τέτοιου μηχανισμού. Η εναγομένη η οποία δεν είχε εγκαταστήσει μηχανισμό εκκενώσεως (εκφορτώσεως) της αποθήκης, άνοιξε οπή στο πλαϊνό μέρος της σιταποθήκης.

Έτσι όμως, η εκκένωση (εκφόρτωση) δεν γινόταν με την κανονική ροή του καρπού, όπως αυτή θα ρυθμιζόταν από το μηχανισμό (αν υπήρχε), αλλά γινόταν απότομα, με κίνδυνο ασκήσεως μεγάλων πιέσεων στα τοιχώματα των λαμαρινών, από το λόγο δε αυτό, κατά την εκκένωση της μιας σιταποθήκης, διερράγησαν οι λαμαρίνες της.

Δεν αποδείχθηκε, ότι οι λαμαρίνες διερράγησαν και η σιταποθήκη κατέρρευσε, λόγω ελαττώματος του έργου που κατασκεύασε ο ενάγων και παρέδωσε στην εναγομένη. Η παράλειψη της τελευταίας να τοποθετήσει στις κατασκευασθείσες από τον ενάγοντα σιταποθήκες μηχανισμό εκκένωσης αυτών και η διάνοιξη οπής στην εν λόγω σιταποθήκη είχε ως συνέπεια να υποστούν οι λαμαρίνες την προαναφερόμενη ζημία.

Έτσι, δέχτηκε το Εφετείο, και η παραπάνω ένσταση είναι αβάσιμη κατ΄ ουσίαν. Ακολούθως το Εφετείο, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές, έκρινε ως βάσιμη την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να του καταβάλει τη συμφωνημένη εργολαβική αμοιβή του, απορρίπτοντας ως αβάσιμη την έφεσή της κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει ομοίως.

΄Ετσι που έκρινε το Εφετείο, αναφορικά με τις δύο πιο πάνω ενστάσεις, οι οποίες συνιστούσαν ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ζητήματα, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, αφού εξέθεσε σ΄αυτή χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα που δέχτηκε ως αποδεικνυόμενα ή μη και που ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου πιο πάνω διατάξεων, τις οποίες εφάρμοσε και έτσι οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ δύο πρώτοι λόγοι της αναίρεσης είναι αβάσιμοι.

Κατά τα λοιπά οι ίδιοι λόγοι περιέχουν αιτιάσεις που αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και στην επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας και του Δικαστηρίου της ουσίας, οι οποίες όμως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, αφού το αποδεικτικό πόρισμα, όπως και στο αναιρετήριο αναφέρεται, εκτίθεται σαφώς, είναι απαράδεκτες.

ΙΙ. Ο από τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αλλά δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδηποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.

ΑΠ 25/2003). Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη την ένστασή της περί μερικής εξοφλήσεως της επίδικης οφειλής, με την καταβολή από αυτήν στον αναιρεσίβλητο του ποσού των 1.000.000 δρχ., διότι έκρινε, διατείνεται η αναιρεσείουσα, ότι τέτοια ένσταση δεν είχε προβληθεί παραδεκτώς.

Όμως το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά τα εκτιθέμενα και σε προηγούμενη σκέψη, κατεξοχήν ασχολήθηκε με την ένσταση αυτήν, την οποία έκρινε ως παραδεκτή και νόμιμη, αλλά ως αβάσιμη κατ΄ ουσίαν, απλώς δε έκρινε, απαντώντας σε σχετικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, πως ο αναιρεσίβλητος είχε συνομολογήσει σιωπηρά την ίδια ένσταση, με το να μην την αποκρούσει στην πιο πάνω προηγούμενη δίκη, κατά την οποία αυτή, όπως διατείνεται, την είχε προτείνει, ότι την εν λόγω ένσταση δεν είχε προβάλει η αναιρεσείουσα παραδεκτώς στην προηγούμενη δίκη και γιαυτό ο αναιρεσίβλητος δεν είχε υποχρέωση να την αποκρούσει.

Επομένως και ο προκείμενος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

ΙΙΙ.- Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21 Απριλίου 2004 αίτηση της ....., για αναίρεση της 5828/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Νοεμβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ