Legislator Case Law & Legislation
1894/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against agricultural insurance contract dispute judgment for lack of admissibility and substantive grounds.

Case Number 1894/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the agricultural cooperative union against a judgment involving the Greek Agricultural Organization and the State. The appellant argued that the lower court distorted a specific document regarding financial compensation, but the court found the appeal inadmissible due to improper party targeting and the lower court's correct interpretation of the evidence. Consequently, the appeal was rejected, costs were allocated, and the original judgment remained in force.

Legislator headnote

AI generated

Art. 558, 83, 561 KPolD; An appeal is inadmissible if not directed at all co-litigants in a mandatory joint trial and the Supreme Court cannot review the lower court's evaluation of evidence or its interpretation of a document's content.

Keywords

AI generated
admissibility of appeal mandatory joint trial evaluation of evidence interpretation of documents agricultural insurance contract costs allocation Supreme Court review

Cited Legislation

AI generated
Art. 558 KPolD
Art. 83 KPolD
Art. 561 para. 1 KPolD
Art. 561 para. 2 KPolD
Art. 495 para. 3 KPolD
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD
Art. 189 no. 1 KPolD
Art. 191 no. 2 KPolD
Art. 179 KPolD

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1894 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1894/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Μαρία Πετσάλη και Στυλιανή Μπλέτα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΝΩΣΕΩΝ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "ΠΑΣΕΓΕΣ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, τελούντος υπό εκκαθάριση, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Μπρέγιαννο και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ" (ΕΛΓΑ) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αναστασία Κουτσαύτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα και στην προκειμένη περίπτωση και από τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ελισάβετ Παπαδοπούλου - Μερτζεμεκίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 3) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/9/2017 ανακοπή του πρώτου ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 110/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4088/2023 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 4/12/2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά το άρθρο 558 ΚΠολΔ η αναίρεση απευθύνεται κατ' εκείνων που ήσαν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, επί αναγκαστικής δε ομοδικίας πρέπει να απευθύνεται κατά πάντων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 91/2005).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.

Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.

Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 267/2021,ΑΠ 362/2020, ΑΠ 177/2011, ΑΠ 1485/2006).

Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η αίτηση αναίρεσης του καθού η πρόσθετη παρέμβαση, δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, διότι αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη ανέλαβε τον δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος, ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση, καθώς και στην περίπτωση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης (ΑΠ 884/2024,ΑΠ 1351/2023, ΑΠ 921/2023, ΑΠ 644/2023, ΑΠ 561/2023, ΑΠ 5/2023, ΑΠ 267/2021,ΑΠ 680/2016, ΑΠ 711/2015, ΑΠ 569/2013).

Πάντως, αν η αναίρεση απευθυνθεί και κατά του προσθέτως παρεμβάντος, δεν ιδρύεται απαράδεκτο και εκτιμάται τούτο ως κλήση για τη συζήτηση της αναίρεσης (ΑΠ 477/2025,ΑΠ 765/2023,ΑΠ 813/2020, ΑΠ 591/2018),ενόψει του ότι κατά το άρθρο 81 παρ. 3 εδ. α' του ΚΠολΔ, ο παρεμβαίνων καλείται στις επόμενες διαδικαστικές πράξεις από το διάδικο που επισπεύδει τη δίκη και κατά το άρθρο 82 εδ. γ' του ίδιου Κώδικα, αποφάσεις και δικόγραφα που επιδίδονται στους κυρίους διαδίκους πρέπει να επιδίδονται και σε εκείνον που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση

2. Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 4088/2013 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων:

Το ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ με την επωνυμία ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ (ΕΛ.Γ.Α.) άσκησε σε βάρος του ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΙΔ με την επωνυμία ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΝΩΣΕΩΝ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΩΝ (ΠΑ.Σ.Ε.ΓΕ.Σ.) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών α) την από 20.09.2017 ανακοπή και τους από 29.09.2017 πρόσθετους λόγους ανακοπής, με τους οποίους ζητούσε την ακύρωση, κατ' άρθρο 632 ΚΠολΔ, της υπ' αριθμ. .../2017 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και β) την από 20.09.2017 ανακοπή και τους από 29.09.2017 πρόσθετους λόγους ανακοπής, με τους οποίους ζητούσε την ακύρωση, κατ' άρθρο 933 ΚΠολΔ, της από 7-9-2017 επιταγής προς εκτέλεση κάτωθι πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ' αριθμ. .../2017 διαταγής πληρωμής και του από 14-9-2017 κατασχετηρίου εις χείρας των τραπεζών με την επωνυμίες ALPHA BANK ΑΕ, EUROBANK ERGASIAS ΑΕ, ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ, ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ-ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης και ATTICA BANK ΑΕ ως τρίτων, δυνάμει των οποίων το καθ' ου (ΠΑΣΕΓΕΣ) επέσπευδε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του προς ικανοποίηση απαίτησής του ποσού 1.800.000 πλέον τόκων και εξόδων.

Οι ως άνω ανακοπές και πρόσθετοι λόγοι αυτών, καθώς επίσης 1) οι από 20.09.2017 προσεπικλήσεις - ανακοινώσεις δίκης του ανακόπτοντος (ΕΛ.Γ.Α.) προς το Ελληνικό Δημόσιο ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο, 2) οι από 19.03.2018 και από 16.03.2018 πρόσθετες παρεμβάσεις του Ελληνικού Δημοσίου υπέρ του ανακόπτοντος (ΕΛ.Γ.Α.), 3) οι από 20.02.2018 προσεπικλήσεις - ανακοινώσεις δίκης του καθ'ου η ανακοπή (ΠΑΣΕΓΕΣ) προς την Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ, 4) οι από 17.04.2018 και από 11.04.2018 πρόσθετες παρεμβάσεις της Τράπεζας Πειραιώς ΑΕ υπέρ του καθ'ου η ανακοπή (ΠΑΣΕΓΕΣ), συνεκδικάστηκαν κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 12ης.11.2019 και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 110/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Με την τελευταία απόφαση παραπέμφθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ως το καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο δικαστήριο προς εκδίκασή τους, η από 20-9-2017 ανακοπή και οι από 20-9-2017 πρόσθετοι λόγοι ανακοπής του άρθρου 632 ΚΠολΔ, καθώς και η από 19-3-2018 πρόσθετη παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου υπέρ του ανακόπτοντος (ΕΛ.Γ.Α) και η από 17-4-2018 πρόσθετη παρέμβαση της Τράπεζας Πειραιώς υπέρ του καθ'ου (ΠΑΣΕΓΕΣ), απορρίφθηκε η από 11.04.2018 πρόσθετη παρέμβαση της Τράπεζας Πειραιώς ΑΕ υπέρ του καθ'ου (ΠΑΣΕΓΕΣ), έγινε δεκτή η από 20.09.2017 ανακοπή κατ' άρθρο 933 ΚΠολΔ, οι από 29.09.2017 πρόσθετοι λόγοι αυτής, η από 20.09.2017 προσεπίκληση - ανακοίνωση δίκης του ανακόπτοντος (ΕΛ.Γ.Α.) προς το Ελληνικό Δημόσιο και η από 19.03.2018 πρόσθετη παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου υπέρ του ανακόπτοντος (ΕΛ.Γ.Α.), και ακυρώθηκαν η από 07.09.2017 επιταγή προς εκτέλεση και το από 14.09.2017 κατασχετήριο εις χείρας τρίτων.

Ακολούθως, μετά από έφεση του καθ'ου η ανακοπή (ΠΑΣΕΓΕΣ),εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 4088/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία έγινε δεκτή τυπικά και ουσιαστικά, κατά ένα μέρος, η έφεση και αφού εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση και δικάστηκε η ανακοπή, απορρίφθηκε ο έκτος λόγος αυτής που αφορούσε την ακυρότητα της κατάσχεσης.

Περαιτέρω, η κρινόμενη αίτηση, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθ. 937 παρ.1 ΚΠολΔ, όπως τροπ. με αρθ.59 του Ν.4842/2021 και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση κατ'αρθ.116 παρ.6β του ίδιου νόμου) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Κατά των δεύτερου και τρίτης των αναιρεσιβλήτων, Ελληνικού Δημοσίου και Τράπεζας Πειραιώς ΑΕ, αντίστοιχα, οι οποίοι είχαν ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το μεν Ελληνικό Δημόσιο υπέρ του ανακόπτοντος (ΕΛΓΑ), η δε Τράπεζα Πειραιώς υπέρ του καθ'ου η ανακοπή(ΠΑΣΕΓΕΣ),η αίτηση αναίρεσης απαραδέκτως στρέφεται, εφόσον πρόκειται περί απλής και όχι αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης και οι λόγοι της αναίρεσης δεν αφορούν στην πρόσθετη παρέμβαση. Πλην όμως η απεύθυνση της αναίρεσης και κατά των ως άνω αναιρεσιβλήτων, εκτιμάται ως κλήτευσή τους για τη συζήτηση της αναίρεσης, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, προκειμένου αυτοί να ενημερωθούν για την εξέλιξη της δίκης, αφού η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις τους.

3. Κύριο αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής με την οποία επιδιώκεται λόγω της διαπλαστικής της φύσης, η ακύρωσή της, είναι το κύρος της, ενώ η ισχύς και το μέγεθος της απαίτησης, της οποίας έχει διαταχθεί η πληρωμή, όταν αμφισβητείται με την ανακοπή, είναι απλώς προδικαστικό ζήτημα του ανωτέρω κυρίου ζητήματος (ΟλΑΠ 10/1997, ΑΠ 1831/2012, ΑΠ 1347/2011).

Σε αντιστοιχία δε με τα ισχύοντα γενικά στις διαπλαστικές δίκες, το αντικείμενο της δίκης της ανακοπής οριοθετείται διττώς και συγκεκριμένα όχι μόνο από το ακυρωτικό της αίτημα, αλλά και από τους προβαλλόμενους με αυτή λόγους ανακοπής, οι οποίοι και προσδιορίζουν την έκταση της εκκρεμοδικίας, που επάγεται η άσκησή της (ΟλΑΠ 10/1997, ΑΠ 341/2021, ΑΠ 83/2020).

Προς θεμελίωση του διαπλαστικού αιτήματος ακύρωσης της διαταγής πληρωμής μπορούν να προταθούν τόσο λόγοι σχετιζόμενοι με την έλλειψη της συνδρομής των τυπικών προϋποθέσεων για την έγκυρη έκδοσή της, όσο και αντιρρήσεις ως προς την ύπαρξη, την εξέλιξη ή την απόσβεση της ουσιαστικής απαίτησης, ήτοι ο ανακόπτων μπορεί να επικαλεστεί οποιαδήποτε ουσιαστική, διακωλυτική ή αποσβεστική, εν όλω ή εν μέρει, ένσταση, λόγω της οποίας, όταν εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, είτε είχε καταλυθεί η οφειλή, την οποία αυτή αφορά, είτε ήταν άκυρη η δικαιοπραξία από την οποία αυτή πήγαζε (ΟλΑΠ 10/1997, ΑΠ 387/2020, ΑΠ 105/2019).

Σημειώνεται, ωστόσο, ότι ισχυρισμοί, που ανάγονται σε επιγενόμενη από την έκδοση της διαταγής πληρωμής απόσβεση της απαίτησης, δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγους της ανωτέρω ανακοπής, ούτε να προταθούν με οποιοδήποτε τρόπο στη σχετική δίκη, αφού εξ ορισμού δεν υπήρχαν κατά την έκδοσή της και συνεπώς, ήταν αντικειμενικά αδύνατη για τον λόγο αυτό, η προβολή τους.

Τα επιγενόμενα της έκδοσης της διαταγής πληρωμής περιστατικά, όπως η εν όλω ή εν μέρει απόσβεση της απαίτησης μπορούν να προταθούν μόνο μέσω της προβλεπόμενης στο άρθρο 933 ΚΠολΔ ανακοπής κατά της εκτέλεσης (ΑΠ 844/2021, ΑΠ 1094/2020, ΑΠ 1371/2018, ΑΠ 1344/2017).

Περαιτέρω, η ακυρότητα της αναγκαστικής εκτέλεσης πλήττεται με την προβλεπόμενη στο άρθρο 933 ΚΠολΔ ανακοπή, η οποία αποτελεί και το μόνο πρόσφορο για την προσβολή της ένδικο βοήθημα. Και στην περίπτωση αυτή κύριο αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης είναι το κύρος της πράξης εκτέλεσης της οποίας ζητείται η ακύρωση, ενώ η ισχύς και το μέγεθος της απαίτησης, της οποίας επιτάσσεται η πληρωμή, όταν αμφισβητείται με την ανακοπή, είναι απλώς προδικαστικό ζήτημα του κυρίου τούτου ζητήματος (ΑΠ 1329/2014). Οι δε προβαλλόμενοι λόγοι μπορεί να αφορούν την τυπική και ουσιαστική εγκυρότητα του εκτελούμενου τίτλου, τη διαδικασία του αναγκαστικού πλειστηριασμού και την ύπαρξη της απαίτησης για την οποία έχει εκδοθεί η διαταγή πληρωμής (ΑΠ 83/2020).

Στην τελευταία, ωστόσο, περίπτωση πρέπει η απαίτηση για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής να μην έχει αποκτήσει δύναμη δεδικασμένου, είτε με την άπρακτη πάροδο των προθεσμιών των άρθρων 632 παρ. 1 και 633 παρ. 2 ΚΠολΔ, για την άσκηση ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, είτε με την τελεσίδικη απόρριψη της τυχόν ασκηθείσας κατά της διαταγής πληρωμής, ανακοπής (ΑΠ 83/2020, ΑΠ 792/2015).

Οποιοσδήποτε, όμως, και, εάν είναι ο λόγος της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ, το αίτημά της είναι πάντοτε η ακύρωση ορισμένης διαδικαστικής πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης, που προσβάλλεται με αυτήν, και όχι η ακύρωση της διαταγής πληρωμής, έστω και, εάν περιέχει λόγο κατά της εγκυρότητάς της ή της ανυπαρξίας ή ελαττωματικότητας της απαίτησης για την οποία αυτή έχει εκδοθεί (ΑΠ 83/2020, ΑΠ 792/2015).

Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι η προγενέστερη άσκηση της ανακοπής του άρθρου 632 ΚΠολΔ δεν αποκλείει την άσκηση, μετά την έναρξη της εκτέλεσης κατά του οφειλέτη, και εκείνης του άρθρου 933 ΚΠολΔ, η οποία βάλλει κατά των πράξεων εκτέλεσης, ακόμη και στην περίπτωση που αυτή βασίζεται στους ίδιους λόγους, που ήδη έχουν προβληθεί με την ανακοπή του άρθρου 632 ΚΠολΔ.

Ούτε εκλείπει στη συγκεκριμένη περίπτωση το έννομο συμφέρον του ανακόπτοντος για την άσκησή της, διότι αυτό θεμελιώνεται επαρκώς αφενός μεν, στην ανάγκη τήρησης των προθεσμιών του άρθρου 934 ΚΠολΔ, αφετέρου δε, στο γεγονός ότι η ακύρωση πράξης εκτέλεσης μόνο με την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ μπορεί να επιτευχθεί.

Επιπλέον το αίτημα για την ακύρωση της διαταγής πληρωμής διαφέρει και λειτουργικά από το αίτημα για την ακύρωση της πράξης εκτέλεσης, ώστε δεν μπορεί να γίνει λόγος για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, η δε παρεχόμενη έννομη προστασία, που επιτυγχάνεται με το αίτημα της ανακοπής του άρθρου 632 ΚΠολΔ δεν θεωρείται ισοδύναμη με εκείνη, που επάγεται το αίτημα για ακύρωση της πράξης εκτέλεσης.

Επιπροσθέτως, επιχείρημα υπέρ της δυνατότητας παράλληλης επίκλησης εκ μέρους του ανακόπτοντος των ίδιων λόγων, τόσο με την ανακοπή του άρθρου 632 ΚΠολΔ, όσο και με εκείνη του άρθρου 933 ΚΠολΔ, αντλείται από τη γραμματική διατύπωση της διάταξης του άρθρου 935 ΚΠολΔ καθώς η διάταξη αυτή αφορά μόνο τη σχέση μεταξύ διαδοχικών ανακοπών του άρθρου 933 ΚΠολΔ, χωρίς να διαλαμβάνει ειδική ρύθμιση και για την περίπτωση της διαδοχικής άσκησης ανακοπών των άρθρων 632 και 933 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 221 παρ. 1 εδ. α και 222 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, η οποία δημιουργείται με την κατάθεση, μεταξύ άλλων, και της ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, δεν μπορεί να ασκηθεί άλλη (δεύτερη) ανακοπή για την ίδια επίδικη διαφορά. Σε περίπτωση δε που τέτοια ανακοπή ασκηθεί, αναστέλλεται αυτεπαγγέλτως η εκδίκασή της, εωσότου περατωθεί η πρώτη δίκη.

Προκειμένου δε, να υπάρχει εκκρεμοδικία πρέπει οι δύο δίκες να ταυτίζονται πλήρως, να έχουν, δηλαδή, το ίδιο αντικείμενο ή το αντικείμενο της πρώτης να είναι ευρύτερο εκείνου της δεύτερης, οπότε η δεύτερη είναι, κατά λογική αναγκαιότητα, περιττή. Αντίθετα, εάν οι δύο δίκες δεν ταυτίζονται πλήρως, είτε γιατί έχουν διαφορετικό αντικείμενο, είτε γιατί το αντικείμενο της δεύτερης είναι ευρύτερο εκείνου της πρώτης, τότε η δεύτερη δίκη δεν είναι περιττή, αφού με αυτήν ζητείται διαφορετική ή μείζων προστασία σε σχέση με εκείνη, που ζητήθηκε με την πρώτη δίκη.

Για την ύπαρξη, συνεπώς, της εκκρεμοδικίας απαιτείται η σύμπτωση της ιστορικής και νομικής αιτίας καθώς και του αιτήματος των δύο δικών (ΑΠ 34/2017). Σημειώνεται ότι με την άσκηση της ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής δημιουργείται εκκρεμοδικία ως προς το δικονομικό δικαίωμα ακύρωσής της. Στην περίπτωση άσκησης ανακοπής του άρθρου 632 ΚΠολΔ και εκείνης του άρθρου 933 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται εκκρεμοδικία από την πρώτη χρονικά ασκηθείσα ανακοπή, καθώς ναι μεν, οι δύο ανακοπές αντιμετωπίζουν τα ίδια προδικαστικά ζητήματα, πλην όμως, τα κύρια αντικείμενά τους είναι διαφορετικά δεδομένου ότι, το αίτημά τους ως προς την πράξη της οποίας ζητείται η ακύρωση, δεν συμπίπτει καθώς η ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής κατατείνει στην ακύρωσή της, ενώ η ανακοπή κατά της εκτέλεσης κατατείνει στην ακύρωση πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας (ΑΠ 5/2003).

Περαιτέρω, σημειώνεται ότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 933 παρ. 4 ΚΠολΔ, εάν ο εκτελεστός τίτλος είναι διαταγή πληρωμής, οι αντιρρήσεις, που προβάλλονται με την ανακοπή κατά της εκτέλεσης, είναι απαράδεκτες στην έκταση, που ισχύει το δεδικασμένο σύμφωνα με τα άρθρα 330 και 633 παρ. 2 εδ. γ ΚΠολΔ, αντίστοιχα.

Κατά την έννοια δε των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο, που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το κριθέν δικαίωμα και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Με τελεσίδικη δικαστική απόφαση ισοδυναμεί και η διαταγή πληρωμής, η οποία έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, μετά την τελεσίδικη απόρριψή της, ή σε περίπτωση μη άσκησής της, μετά την παρέλευση άπρακτης της προβλεπόμενης στο 633 παρ. 2 ΚΠολΔ, προθεσμίας.

Επιπροσθέτως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 330 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο εκτείνεται στις ενστάσεις, που προτάθηκαν, καθώς και σε εκείνες, που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν με εξαίρεση τις ενστάσεις εκείνες, που στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα, το οποίο μπορεί να ασκηθεί και με κύρια αγωγή.

Καλύπτονται, συνεπώς, από το δεδικασμένο όλες οι προταθείσες ενστάσεις, ασχέτως της νομικής τους θεμελίωσης, ενώ από εκείνες, οι οποίες δεν προτάθηκαν, εφόσον ήταν δυνατόν να προταθούν κατά την διάρκεια προηγούμενης δίκης, καλύπτονται οι ενστάσεις του δικονομικού δικαίου, οι καταχρηστικές ενστάσεις, δηλαδή, εκείνες που στηρίζονται επί απλών πραγματικών περιστατικών και οι γνήσιες αυτοτελείς ή αυθύπαρκτες ενστάσεις, δηλαδή, εκείνες που, όπως και οι καταχρηστικές, στηρίζονται επί απλού πραγματικού γεγονότος, αλλά περαιτέρω στηρίζουν διαπλαστικό δικαίωμα του εναγόμενου (ή ανακόπτοντος), ώστε να αποτελούν παράλληλα και ενστάσεις υπό ουσιαστική έννοια.

Συνεπώς, η διαταγή πληρωμής, που απέκτησε ισχύ δεδικασμένου, προσομοιάζει κατά τα αποτελέσματά της με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, υπό την έννοια ότι δεν δύναται πλέον να αμφισβητηθεί ούτε και με την ανακοπή κατά της εκτέλεσης, η με αυτή βεβαιουμένη απαίτηση, αφού έκτοτε αποτελεί, κατά ρητή διάταξη του άρθρου 633 παρ. 2 εδ.

γ ΚΠολΔ, δεδικασμένο με αποτέλεσμα τυχόν προβολή σε μεταγενέστερη δίκη, που αφορά στο κύρος της εκτέλεσης, λόγων ανακοπής, που είτε προτάθηκαν στη δίκη της ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής και απορρίφθηκαν είτε, εάν ήταν γεννημένοι και μπορούσαν να προταθούν, δεν προτάθηκαν, να προβάλλονται απαράδεκτα (ΑΠ 1203/2020, ΑΠ 58/2019, ΑΠ 243/2018).

Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, ως μόνη λύση για την αποφυγή της έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων προβάλει η αναστολή (αναβολή) της εκδίκασης της δεύτερης ανακοπής κατ' εφαρμογή του άρθρου 249 ΚΠολΔ (ΑΠ 5/2003). Ειδικότερα, από τη διατύπωση και τον σκοπό της τελευταίας αυτής διάταξης, η οποία έχει θεσπιστεί, μεταξύ άλλων, για την αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων και την εναρμόνιση της δικαστικής κρίσης σχετικά με το ίδιο ζήτημα, προκειμένου να επιτευχθεί η ορθή εκτίμηση της διαφοράς (ΑΠ 141/2019) συνάγεται ότι εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει την αναβολή, ή ορθότερα, και παρά τη γραμματική διατύπωση της ανωτέρω διάταξης, την αναστολή της συζήτησης μιας αγωγής ή ανακοπής.

Σε περίπτωση συνεπώς, ταυτότητας των προβαλλόμενων λόγων καθίσταται σκόπιμη η εφαρμογή του άρθρου 249 ΚΠολΔ για την αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων μέχρι την έκδοση τελεσιδίκου αποφάσεως επί της ανακοπής του άρθρου 632 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 749/1995).

Περαιτέρω, από τη διατύπωση της διάταξης του άρθρου 249 ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι "αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται ολικά ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της δίκης εωσότου περαιωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα ή άλλη δίκη...." σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 222 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, που ορίζει, ότι "όταν επέλθει η εκκρεμοδικία και όσο αυτή διαρκεί, δεν μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε δικαστήριο νέα δίκη για την ίδια επίδικη διαφορά ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους, εφόσον εμφανίζονται με την ίδια ιδιότητα, προκύπτει, ότι, όταν δεν συντρέχει περίπτωση εκκρεμοδικίας και όταν ακόμη η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται από τη διάγνωση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας μιας έννομης σχέσης που κρίνεται από άλλο πολιτικό δικαστήριο, η αναβολή ή όχι της εκδίκασης της ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας εκκρεμούς διαφοράς απόκειται στην κυριαρχική του εξουσία, γι αυτό η κρίση του περί της αναβολής ή μη της εκδίκασης αυτής δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο(ΑΠ 1251/2024).

Εξάλλου, το αίτημα περί αναβολής της δίκης και τα προς υποστήριξή του υποβαλλόμενα πραγματικά περιστατικά δεν αποτελούν "ζήτημα", με την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ούτε "πράγμα" με την έγνοια του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 360/2022, ΑΠ 652/2011, ΑΠ 1530/2009).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 221 παρ.1 και 222 ΚΠολΔ , σύμφωνα με τις οποίες η κατάθεση της αγωγής συνεπάγεται, μεταξύ άλλων, και την εκκρεμοδικία, μετά την επέλευση της οποίας και κατά τη διάρκεια αυτής δεν μπορεί να γίνει ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου, κατόπιν μεταγενέστερης αγωγής, νέα δίκη για την ίδια διαφορά ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους, εφόσον εμφανίζονται με την ίδια ιδιότητα, συνάγεται ότι για να υπάρξει εκκρεμοδικία δεν αρκεί η σύμπτωση των αιτημάτων των δύο αγωγών, αλλ` απαιτείται και ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας αυτών (ΑΠ 951/2007, ΑΠ 908/2007).

Εκκρεμοδικία δημιουργείται με την κατάθεση της αγωγής και διαρκεί στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση επί της αγωγής, αναβιώνει δε πάλι με την άσκηση της έφεσης και εντός των ορίων του μεταβιβαστικού αυτής αποτελέσματος, διαρκεί δε στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση επί της εφέσεως (ΑΠ 1048/2009).

Το εκ της ανωτέρω διατάξεως απαράδεκτο λόγω εκκρεμοδικίας αποτελεί εκδήλωση της έννομης σχέσης της δίκης και συνίσταται στο ότι το δικαστήριο δεσμεύεται να μη συζητήσει εκ νέου την ίδια διαφορά μεταξύ των αυτών διαδίκων. Όμως, η παρά το νόμο παράλειψη του δικαστηρίου να αναστείλει τη διαδικασία, λόγω εκκρεμοδικίας κατά την προαναφερθείσα διάταξη, μη επιβαλλόμενη από το νόμο, προς κατοχύρωση του αποτελέσματος δικονομικής ακυρότητας ή προς εξασφάλιση της άσκησης δικονομικού δικαιώματος, δεν συνιστά παράλειψη κηρύξεως δικονομικού απαραδέκτου, υπό την έννοια της διατάξεως του αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ , διότι η αναστολή αυτή επιβάλλεται από το νόμο απλώς χάριν οικονομίας χρόνου και δαπάνης, καθώς και προς αποφυγήν εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων (ΑΠ 207/2023,ΑΠ 896/2022, ΑΠ 595/2022, ΑΠ 1029/2020, ΑΠ 700/2019).

Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (ΟλΑΠ 1/2019, ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1383/2021).

Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019).

Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 1496/2017). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ` αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 927/2019, ΑΠ 357/2018). Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων έφεσης, της αντέφεσης, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 207/2023). Αντιθέτως, το απαράδεκτο της ως άνω διάταξης δεν αφορά αρνητικούς της αγωγής ή της ένστασης ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 2081/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση, κατ` ορθή εκτίμηση του αντίστοιχου πρώτου λόγου αναίρεσης, α)για παρά το νόμο παράλειψη να κηρύξει απαράδεκτους τους λόγους της ένδικης ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ, κατά το μέτρο που ταυτίζονται με τους λόγους ανακοπής του άρθρου 632 ΚΠολΔ, η οποία(ανακοπή) παραπέμφθηκε να δικαστεί ενώπιον του καθ'ύλη αρμόδιου δικαστηρίου και β)για εσφαλμένη απόρριψη του αιτήματός του περί αναστολής της διαδικασίας, λόγω εκκρεμοδικίας κατ'άρθρο 222 παρ.2 ΚΠολΔ άλλως αναβολής της συζήτησης της υπόθεσης, κατ` άρθρο 249 ΚΠολΔ, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση επί της παραπεμφθείσας στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών ανακοπής του άρθρου 632 ΚΠολΔ, απορρίπτοντας τον πρώτο λόγο της έφεσής του.

Ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο σκέλος του από τον αριθ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και από τους αριθ.1,19 και 8),είναι απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, στην περίπτωση άσκησης ανακοπής του άρθρου 632 ΚΠολΔ και εκείνης του άρθρου 933 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται εκκρεμοδικία από την πρώτη χρονικά ασκηθείσα ανακοπή, καθώς ναι μεν, οι δύο ανακοπές αντιμετωπίζουν τα ίδια προδικαστικά ζητήματα, πλην όμως, τα κύρια αντικείμενά τους είναι διαφορετικά δεδομένου ότι, το αίτημά τους ως προς την πράξη της οποίας ζητείται η ακύρωση, δεν συμπίπτει καθώς η ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής κατατείνει στην ακύρωσή της, ενώ η ανακοπή κατά της εκτέλεσης κατατείνει στην ακύρωση πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας.

Ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του, ομοίως από τον αριθ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και από τους αριθ.1,19 και 8),είναι επίσης απαράδεκτος, διότι αφενός δεν συντρέχουν οι όροι της εκκρεμοδικίας, κατ' άρθρο 222 του ΚΠολΔ, αφετέρου η παρά το νόμο παράλειψη του δικαστηρίου να αναστείλει τη διαδικασία, λόγω εκκρεμοδικίας κατά την προαναφερθείσα διάταξη, δεν συνιστά παράλειψη κηρύξεως δικονομικού απαραδέκτου, ενώ η αναβολή της συζήτησης για τον πιο πάνω λόγο απόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, η δε παραδοχή ή απόρριψη του σχετικού αιτήματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

4. Με το άρθρο 93 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι "Τα δικαστήρια διακρίνονται σε διοικητικά, πολιτικά και ποινικά και οργανώνονται με ειδικούς νόμους", ενώ με το άρθρο 94 ορίζεται ότι "1. Στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου. 2.

Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει. 3. Σε ειδικές περιπτώσεις και προκειμένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας, μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή κατηγοριών διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά δικαστήρια. 4.

Στα πολιτικά ή διοικητικά δικαστήρια μπορεί να ανατεθεί και κάθε άλλη αρμοδιότητα διοικητικής φύσης, όπως νόμος ορίζει. Στις αρμοδιότητες αυτές περιλαμβάνεται και η λήψη μέτρων για τη συμμόρφωση της διοίκησης με τις δικαστικές αποφάσεις. Οι δικαστικές αποφάσεις εκτελούνται αναγκαστικά και κατά του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, όπως νόμος ορίζει".

Το Σύνταγμα, με τις διατάξεις αυτές, οργανώνει την απονομή της δικαιοσύνης με τη λειτουργία δικαιοδοτικών οργάνων, αντίστοιχων προς τη φύση των αναφυόμενων δικαστικών διαφορών, ως ιδιωτικών ή διοικητικών, κατά τα λοιπά, δε, αναθέτει στον κοινό νομοθέτη την υποχρέωση να θεσπίζει τους κατάλληλους δικονομικούς κανόνες για την εκδίκαση των ιδιωτικών διαφορών από τα πολιτικά δικαστήρια και των διοικητικών διαφορών από το Συμβούλιο της Επικρατείας και τα διοικητικά δικαστήρια, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (ΑΕΔ 18/2005).

Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών διοικητικές διαφορές ουσίας είναι διαφορές που πηγάζουν από διοικητικές συμβάσεις ή από ενέργειες διοικητικών οργάνων, οι οποίες δεν συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις και εφόσον o νόμος, στην περίπτωση αυτή, οργανώνει κατά τέτοιο τρόπο τη δικαστική προστασία του πολίτη, ώστε το αίτημά του ενώπιον του δικαστηρίου να είναι η καταψήφιση σε παροχή ή αναγνώριση δικαιώματος ή έννομης σχέσης που αναφέρονται στο δημόσιο (ΑΕΔ 10/2019, ΑΕΔ 21/2012, ΑΕΔ 2/2002).

Σε εκτέλεση της διάταξης του άρθρου 94 του Συντάγματος, εκδόθηκε ο Ν. 1406/1983, που προβλέπει στο άρθρο 1 αυτού ότι υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, οι οποίες δεν είχαν υπαχθεί μέχρι τότε σε αυτά, μεταξύ των οποίων, κατά την παρ. 2 εδάφιο στ' του ιδίου άρθρου, και οι διαφορές που αφορούν "τις σχέσεις μεταξύ Ο.Γ.Α.

και ασφαλισμένων και ιδίως, αυτές που αναφέρονται στην ασφάλιση προσώπων ή της γεωργικής παραγωγής". Η ως άνω περίπτωση στ' της παρ. 2 του άρθρου 1 του ως άνω νόμου είναι συνταγματικώς ανεκτή, ενόψει του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, μόνον στις περιπτώσεις που η υποκείμενη σχέση είναι σχέση δημοσίου δικαίου (ΑΕΔ 10/2019).

Με βάση τα παραπάνω στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων υπάγονται ως διοικητικές διαφορές ουσίας και οι αξιώσεις έναντι του δημοσίου για την καταβολή κρατικής ενίσχυσης (επιδότησης) για την παραγωγική δραστηριότητα προς όφελος της εθνικής οικονομίας, διότι πρόκειται για παροχές που πηγάζουν από το δημόσιο δίκαιο και αποσκοπούν στην εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος (σχετ.

ΑΕΔ 2/2002, για επιδοτήσεις για την ενίσχυση του εξαγωγικού εμπορίου). Ομοίως, μπορεί να υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων και αγωγές κατά νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, εφόσον αυτά ασκούν δημόσια εξουσία.

Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του Ν. 1790/1988 (που εν συνεχεία εν μέρει μόνο καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε με το Ν. 3877/2010) ιδρύθηκε οργανισμός κοινής ωφέλειας με την επωνυμία "Οργανισμός Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων" (ΕΛ.Γ.Α.), o οποίος είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου και ανήκει εξ ολοκλήρου στο Δημόσιο, έχει έδρα την Αθήνα και τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Γεωργίας (τα ίδια ισχύουν και κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 περ. α του νεότερου v. 3877/2010). Έχει κριθεί δε, με βάση το σχετικό πλέγμα διατάξεων του ν. 1790/1988, ότι η υποχρεωτική ασφάλιση της γεωργικής παραγωγής και του φυτικού κεφαλαίου από τον ΕΛ.Γ.Α. - στον οποίο μεταβιβάσθηκε από τον Ο.Γ.Α. με τον προαναφερθέντα νόμο - εξυπηρετεί δημόσιο συμφέρον, που συνίσταται στην ενίσχυση και ανάπτυξη της γεωργικής οικονομίας και όχι στην ασφαλιστική προστασία των ζημιούμενων καλλιεργητών και, συνεπώς, οι διαφορές που γεννώνται από την εφαρμογή της νομοθεσίας αυτής, παρά το χρηματικό αντικείμενό τους, έχουν χαρακτήρα δημοσίου δικαίου, ως εκ τούτου δε, αγωγή κατά του ΕΛ.Γ.Α. για την καταβολή αποζημίωσης λόγω της ζημίας που υπέστη η γεωργική εκμετάλλευση, η οποία ήταν ασφαλισμένη κατά τις διατάξεις του ν. 1790/1988, εξαιτίας επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, δημιουργεί διοικητική διαφορά ουσίας που υπάγεται, με το άρθρο 1 παρ. 2 περίπτωση στ' του Ν. 1406/1983 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 10/2019).

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 του ν. 4015/2011, "η ΠΑΣΕΓΕΣ ενισχύεται οικονομικά από τον Οργανισμό Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΕΛ.Γ.Α.) με την καταβολή σε αυτή κάθε χρόνο ποσοστού δύο τοις εκατό (2%) από τα έσοδα του, που πραγματοποιούνται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 του ν. 3877/2010. Το συνολικό ποσό της οικονομικής ενίσχυσης του προηγούμενου εδαφίου δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να υπερβαίνει το ποσό του ενός εκατομμυρίου οκτακοσίων χιλιάδων (1.800.000) ευρώ", ενώ κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου "από τα ίδια έσοδα της προηγούμενης παραγράφου επιχορηγείται μία ενιαία και ενωτική Συνομοσπονδία Αγροτικών Συλλόγων, σύμφωνα με τις οικονομικές δυνατότητες του Οργανισμού.

Το συνολικό ποσό της οικονομικής ενίσχυσης του προηγούμενου εδαφίου δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να υπερβαίνει για το σύνολο των αποδεκτών το ποσό του ενός εκατομμυρίου (1.000.000) ευρώ. Η οικονομική ενίσχυση καταβάλλεται με απόφαση του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, μέσα στο πρώτο εξάμηνο κάθε έτους, με βάση τα έσοδα που πραγματοποιήθηκαν κατά τον προηγούμενο χρόνο από τον ΕΛ.Γ.Α.

σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη". Οι διατάξεις αυτές αντικατέστησαν τις αντίστοιχες διατάξεις του άρθρου 35 του ν.2810/2000, πλην όμως ουδέποτε εφαρμόστηκαν, εν τέλει δε καταργήθηκαν, και μάλιστα η ως άνω διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 14 καταργήθηκε αναδρομικά από την έναρξη της ισχύος της. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 50 παρ. 1 περ.

γ' του ν. 4384/2016 καταργήθηκαν "γ) Τα άρθρα 1 έως 4 και 6 έως 16, 18. και 19, και 19α του ν. 4015/2011 (Α' 210), όπως ισχύουν". Μεταγενέστερα, όμως, η τελευταία ως άνω διάταξη αντικαταστάθηκε δυνάμει του άρθρου 20 παρ. 6 του ν. 4492/2017, και πλέον αναφέρει ότι από την έναρξη της ισχύος του νόμου 4384/2016 καταργούνται "γ) Τα άρθρα 1 έως 4 και 6 έως 16, 18, 19 και 19α του v. 4015/2011 (Α' 210), όπως ισχύουν, εκτός από την παράγραφο 2 του άρθρου 14 η οποία καταργείται από την έναρξη ισχύος της.".

Ο νομοθέτης, δηλαδή, αρχικά το έτος 2016 κατήργησε την άνω διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του v. 4015/2011, και ακολούθως προχώρησε το έτος 2017 στην κατάργησή της αναδρομικά από την έναρξη της ισχύος της. Για την ταυτότητα πάντως του νομικού λόγου και βάσει των ανωτέρω, ως διοικητική διαφορά ουσίας θα πρέπει να χαρακτηρισθεί και η διαφορά από την προβλεπόμενη στη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 Ν. 4015/2001 οικονομική ενίσχυση της ΠΑΣΕΓΕΣ (ΑΠ 1527/2024).

Περαιτέρω, γίνεται δεκτό ότι, οσάκις η οφειλόμενη από διοικητική διαφορά απαίτηση δεν αμφισβητείται, αλλά έχει αντιθέτως αναγνωριστεί, είτε με σύμβαση αφηρημένης αναγνώρισης χρέους (άρθρο 873 ΑΚ) είτε με σύμβαση αιτιώδους αναγνώρισης χρέους (άρθρο 361 ΑΚ), τότε δεν υφίσταται διοικητική διαφορά, αλλά πρόκειται για καθαρά ιδιωτικού δικαίου διαφορά, η οποία ιδρύθηκε από νέα έννομη σχέση, κατά τα άρθρα 873 και 361 ΑΚ, αντίστοιχα, η οποία στηρίζει ίδια, ευθεία και αυτοτελή βάση αγωγής, για την οποία έχουν δικαιοδοσία τα τακτικά πολιτικά δικαστήρια (ΑΠ 1527/2024,ΑΠ 51/2020, ΑΠ 1362/1998).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 873 ΑΚ, η σύμβαση με την οποία γίνεται υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους κατά τρόπο αφηρημένο, έτσι ώστε να γεννιέται ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία, είναι έγκυρη αν η υπόσχεση ή η αναγνώριση γίνει εγγράφως. Έγγραφη υπόσχεση ή δήλωση αναγνώρισης, στην οποία δεν αναφέρεται η αιτία του χρέους, λογίζεται, σε περίπτωση αμφιβολίας, ότι έγινε με το σκοπό να γεννηθεί ενοχή, μη εξαρτώμενη από την αιτία του χρέους.

Αν στην έγγραφη υπόσχεση ή στην αναγνωριστική δήλωση μνημονεύεται η αιτία του χρέους, δεν αποκλείεται και πάλι να πρόκειται για ενοχή αναιτιώδη, εφόσον τα μέρη ήθελαν να αποσυνδέσουν το χρέος από την αιτία του, διότι η διάταξη του εδ. β` του ως άνω άρθρου εισάγει απλώς ερμηνευτικό κανόνα, προσδίδοντας στη δήλωση αυτή ορισμένη έννοια μόνο ενόσω δεν προκύπτει το αντίθετο (σε περίπτωση αμφιβολίας).

Κατά κανόνα, όμως, σε τέτοιες περιπτώσεις πρόκειται για αιτιώδη αναγνώριση χρέους, η οποία δεν προβλέπεται μεν ως επώνυμη συμβατική σχέση, εντάσσεται όμως στη γενική αρχή της συμβατικής ελευθερίας (άρθρο 361 ΑΚ). Αυτή η αιτιώδης αναγνώριση δεν υποβάλλεται σε συστατικό τύπο, ούτε όμως παράγεται από αυτήν αυτοτελής αιτία ενοχής, αφού εξαρτάται από την αναφερόμενη αιτία.

Η σημασία μιας τέτοιας επιβεβαιωτικής απλώς δήλωσης είναι κατ' αρχήν αποδεικτική (εξώδικη ομολογία), μπορεί όμως να επάγεται και διακοπή της παραγραφής, ως αναγνώριση (άρθρο 280 ΑΚ) ή να έχει και άλλα νομικά αποτελέσματα (λ.χ. ΑΚ 272 παρ. 2 εδ. β', 437, 156). Αν, όμως, παρά τη μνεία στη δήλωση της αιτίας του χρέους, οι συμβαλλόμενοι δεν απέβλεψαν στην απλή επιβεβαίωση υπάρχουσας ήδη ενοχής, αλλά θέλησαν την ίδρυση νέας ενοχικής σχέσης, που αποτελεί νέα αυτοτελή βάση υποχρεώσεως προς εκπλήρωση της παροχής, δηλαδή ενοχή αυτοτελή και ανεξάρτητη από την υποκείμενη αιτία, απαλλαγμένη από τα ενδεχόμενα ελαττώματα της αιτίας, απαιτείται έγγραφος τύπος (ΑΠ 51/2020, ΑΠ 818/2018, ΑΠ 1402/2018, ΑΠ 634/2014).

Στην περίπτωση της υπόσχεσης ή της αναγνώρισης της από ορισμένη αιτία οφειλής, έτσι ώστε να δημιουργείται νέα ενοχή, για την πληρότητα της αγωγής, όσον αφορά την αιτία από την οποία προέρχεται το αναγνωρισθέν χρέος, αρκεί η παράθεση στο δικόγραφο αυτής όσων πραγματικών στοιχείων είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό της αναγνωριζόμενης ενοχής, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία γι` αυτήν (ΑΠ 1424/2017, ΑΠ 1279/2012). Η δήλωση του οφειλέτη για την αναγνώριση του χρέους ή η υπόσχεση αυτού, είναι απευθυντέα προς το δανειστή και αποτελεί πρόταση για τη σύναψη σύμβασης, κατά την έννοια του άρθρου 185 ΑΚ, την οποία πρέπει να αποδεχθεί ο δανειστής, κατά τους όρους των άρθρων 189 επ. ΑΚ, προκειμένου να υπάρξει συντέλεση της σύμβασης. Έτσι, ο ενάγων που στηρίζει τις αξιώσεις του σε σύμβαση αιτιώδους αναγνώρισης χρέους, αλλά ανεξάρτητη από την αιτία αυτού, εφόσον στη δήλωση υπόσχεσης ή την αναγνώριση μνημονεύεται η αιτία, πρέπει να επικαλεστεί, εκτός από τη δήλωση του οφειλέτη για την υπόσχεση ή την αναγνώριση από αυτόν του χρέους που συνιστά την πρόταση για τη σύναψη σύμβασης και την αποδοχή της πρότασης αυτής, αφού η μη γενόμενη ακόμη αποδεκτή πρόταση δεν ιδρύει νέα ενοχή, καθώς και ότι παρά τη μνεία της αιτίας, οι συμβαλλόμενοι θέλησαν ενοχή αφηρημένη, ανεξάρτητη από την αιτία (ΑΠ 878/2018).

Εξάλλου, οι διαφορές οι οποίες γεννώνται κατά την διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης των άρθρων 933 επ. του ΚΠολΔ, υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, εφ' όσον η υποκείμενη σχέση, στην οποία στηρίζεται ο αποτελών το θεμέλιο της εκτέλεσης τίτλος, είναι δημοσίου δικαίου (πρβλ.ΑΠ 259/2023). Η υπέρβαση από τα πολιτικά δικαστήρια της δικαιοδοσίας τους, ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 4 ΚΠολΔ. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υφίσταται υπέρβαση δικαιοδοσίας και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν τα πολιτικά δικαστήρια, δεχόμενα ότι έχουν δικαιοδοσία, επιλαμβάνονται υπόθεσης, η οποία, κατά το νόμο, δεν ανήκει στη δικαιοδοσία τους, αλλά, με βάση τα πλαίσια που ορίζονται στο άρθρο 1 ΚΠολΔ, στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ποινικού ή διοικητικού ή στη δικαιοδοσία διοικητικής αρχής (ΟλΑΠ 5/1995, ΑΠ 898/2023, ΑΠ 543/2020, ΑΠ 4/2018, ΑΠ 59/2017). Όταν όμως το δικαστήριο, αν και έχει δικαιοδοσία για την έρευνα της υπόθεσης, απορρίπτει την αίτηση δικαστικής προστασίας για έλλειψη δικαιοδοσίας (αρνητική υπέρβαση δικαιοδοσίας), υποπίπτει στην πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου του αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/1999, ΟλΑΠ 4/1992, ΑΠ 1002/2020, ΑΠ 222/2018, ΑΠ 741/2017).

Στην περίπτωση αυτή δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται στην πλημμέλεια της παραβίασης κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, διότι οι περί δικαιοδοσιών διατάξεις, όπως του άρθρου 1 ΚΠολΔ, δεν είναι του ουσιαστικού, αλλά του δικονομικού δικαίου. Τούτο δε, δεν αλλάζει εκ του ότι το δικαστήριο, την περί δικαιοδοσίας κρίση του, έχει τυχόν στηρίξει σε παρεμπίπτουσα κρίση σχετική με ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται στο αναιρετήριο ότι επίσης παραβιάστηκε (ΟλΑΠ 11/2000, ΑΠ 1002/2020, ΑΠ 1529/2017, ΑΠ 1043/2017).

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στην σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως.

Μέσα από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων (ΑΠ 1324/2018). Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 426/2010,ΑΠ 355/2007, ΑΠ 1365/2005), κατά την ανέλεγκτη, προς αυτό, κρίση του (ΑΠ 1749/2005), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς καvόvες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 1503/2005,ΑΠ 185/2004,ΑΠ 416/1993), είτε προέβη σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (Ολ ΑΠ 26/2004,ΑΠ 431/2022,ΑΠ 746/2011, ΑΠ 2099/2009, ΑΠ 1183/2007).

Επομένως, δεν παραβιάζονται οι ως άνω κανόνες, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του, ότι η ελεγχόμενη δήλωση βουλήσεως είναι σαφής, χωρίς κενά (ΑΠ 1059/2018, ΑΠ 1164/2015, ΑΠ 115/2013). Προσφυγή πάντως στις διατάξεις αυτές υπάρχει, έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον, από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 355/2004).

Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 215/2005).Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από τον σκοπό της (ΑΠ 37/2021, ΑΠ 84/2020, AΠ 1227/2018, ΑΠ 1258/2004).

Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται όμως και εκ πλαγίου στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 386/2004) και ιδίως η διατύπωση της δήλωσης βουλήσεως (ΑΠ 838/2005,ΑΠ 597/2005,ΑΠ 416/1993) ή όταν στην απόφαση δεν διευκρινίζεται και ούτε προκύπτει αν υπήρχε ή όχι κενό ή ασάφεια στη δικαιοπραξία και επομένως ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της, την οποία ωστόσο το δικαστήριο πραγματοποίησε ή αναλόγως παρέλειψε να πραγματοποιήσει (ΑΠ 426/2010,ΑΠ 1365/2005), οπότε η απόφαση του στερείται νόμιμης βάσης και υπόκειται στο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1093/ 2011, ΑΠ 683/2010).

Κατά την έννοια του λόγου αυτού η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004).

Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσεως το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη, πλην άλλων, τα συμφέροντα των μερών και ιδίως εκείνου, την ιδιαίτερη προστασία επιδιώκει ο ερμηνευόμενος όρος (ΑΠ 737/2000 ΑΠ 337/2000), το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης, τη φύση της σύμβασης, τις διαπραγματεύσεις και την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών.

Το δικαστήριο, όταν ερμηνεύει κατά τα άνω τη δήλωση βουλήσεως α) δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και να εξειδικεύσει τις αρχές αυτές, β) δεν δεσμεύεται από τους ισχυρισμούς των διαδίκων (ΑΠ 211/2011) και γ) δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεστεί μόνο στο περιεχόμενο της συμβάσεως (ΑΠ 1360/2017,ΑΠ 934/2014). 5.Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε, ως προς την έλλειψη της δικαιοδοσίας του για την εκδίκαση της από 20-09-2017 ανακοπής(αριθ.καταθ.1965/2017) και των από 29-09-2017(αριθ.καταθ.2035/2017) πρόσθετων λόγων αυτής, τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο έφεσης το εκκαλούν (ΠΑΣΕΓΕΣ)-ήδη αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι η απαίτησή του ποσού 1.800.000 ευρώ σε βάρος του πρώτου εφεσίβλητου (ΕΛ.Γ.Α.)-ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, που επιδικάστηκε με την υπ' αριθμ. .../2017 διαταγή πληρωμής, συνιστά ιδιωτική διαφορά και ότι δικαιοδοσία προς εκδίκαση αυτής έχουν τα πολιτικά δικαστήρια.

Ειδικότερα, εκθέτει ότι αμφότεροι οι διάδικοι αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, ότι η οικονομική ενίσχυση του ΕΛΓΑ προς την ΠΑΣΕΓΕΣ από την ειδική ασφαλιστική εισφορά που βαρύνει τους παραγωγούς των εγχώριων αγροτικών προϊόντων και προβλέπονταν στη διάταξη του άρθρου 14 παρ.2 του Ν. 4015.2011, όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, αποτελούσε αντισταθμιστική πληρωμή λόγω αντιπαροχής και όχι επιχορήγηση του Ελληνικού Δημοσίου και ότι για την καταβολή αυτής δεν απαιτείτο η προηγούμενη έκδοση απόφασης του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων.

Επιπλέον, με τον τρίτο λόγο έφεσης ισχυρίζεται ότι η εν λόγω χρηματική απαίτηση είχε αναγνωριστεί με σύμβαση μεταξύ των διαδίκων, βάσει των εγγράφων που παραθέτει και που προσκομίστηκαν με την αίτηση έκδοσης της διαταγής πληρωμής, με αποτέλεσμα, ακόμη και εάν θεωρηθεί ότι υποκείμενη σχέση από την οποία πηγάζει συνιστά διοικητική διαφορά ουσίας, με τη σύμβαση αναγνώρισης να γεννάται νέα ιδιωτική διαφορά, η οποία στηρίζει ίδια, ευθεία και αυτοτελή βάση αίτησης για έκδοση διαταγής πληρωμής από τα πολιτικά δικαστήρια, όπως έλαβε χώρα εν προκειμένω με την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής.

Ότι, συνεπεία των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη έκρινε ότι η επίδικη απαίτηση συνιστά διοικητική διαφορά ουσίας, ότι δεν έλαβε χώρα αναγνώριση αυτής και ότι η εκδοθείσα διαταγή πληρωμής εκδόθηκε ελλείψει δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, ακυρώνοντας για το λόγο αυτό τις προσβαλλόμενες πράξεις εκτέλεσης συνεπεία ελαττώματος του τίτλου (διαταγή πληρωμής) επί του οποίου ερείδονται, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελώς εκτίμησε τις αποδείξεις, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα σε αυτούς.

Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του εκκαλούντος - καθ' ου η ανακοπή που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, καθώς και από το σύνολο των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Με τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 1790/1988 ιδρύθηκε ο Οργανισμός κοινής ωφέλειας με την επωνυμία "Οργανισμός Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων" (ΕΛ.Γ.Α.), ο οποίος είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου κοινής ωφέλειας, ανήκει εξ ολοκλήρου στο Δημόσιο και τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Γεωργίας. Κατά την παρ. 2 του άρθρου 1Β του Ν. 2362/1995, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 50 παρ.

Γ Ν. 3943/2011 (ΦΕΚ A 66/31-3-2011,) και σύμφωνα με το Μητρώο Φορέων Γενικής Κυβέρνησης που τηρείται με ευθύνη της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, ο ΕΛΓΑ υπάγεται στους φορείς Γενικής Κυβέρνησης. Βάσει των διατάξεων του Ν. 1790/1988, όπως τροποποιήθηκαν από το Ν. 3877/2010, ο ΕΛΓΑ, μεταξύ άλλων, έχει ως σκοπό την ασφάλιση της φυτικής και ζωικής παραγωγής και του ζωικού κεφαλαίου των αγροτικών εκμεταλλεύσεων από ζημίες που προκαλούνται από φυσικούς κινδύνους, παθήσεις και ασθένειες που αναφέρονται στο άρθρο 5 του Ν. 3877/2010 (άρθρο 3 του Ν. 3877/2010).

Η καταβολή των αποζημιώσεων γίνεται από τον ΕΛΓΑ από τους πόρους του, όπως ορίζονται στο άρθρο 7 του Ν. 3877/2010, μεταξύ των οποίων είναι τα έσοδα από την ειδική ασφαλιστική εισφορά που προβλέπεται στο άρθρο 8 του ιδίου νόμου. Κατά το άρθρο αυτό στην υποχρεωτική ειδική ασφαλιστική εισφορά υπέρ του ΕΛΓΑ υπόκεινται όλες οι αγροτικές εκμεταλλεύσεις, ενώ δεν υπόκεινται οι καλλιέργειες δασικών και αγροτικών προϊόντων που εξαιρούνται από την ασφαλιστική κάλυψη, σύμφωνα με τους κανονισμούς ασφάλισης που ισχύουν.

Σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, η υποχρεωτική ασφάλιση της γεωργικής παραγωγής και του φυτικού κεφαλαίου από τον ΕΛ.Γ.Α., εξυπηρετεί δημόσιο συμφέρον, που συνιστάται στην ενίσχυση και ανάπτυξη της γεωργικής οικονομίας και όχι στην ασφαλιστική προστασία των ζημιούμενων καλλιεργητών και, συνεπώς, οι διαφορές που γεννώνται από την εφαρμογή της νομοθεσίας αυτής, παρά το χρηματικό αντικείμενό τους, έχουν χαρακτήρα δημοσίου δικαίου.

Το εκκαλούν (ΠΑΣΕΓΕΣ) είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, το οποίο κατά τις διατάξεις του άρθρου 7 του Ν. 4015/2011 αποτελούσε την εθνική συντονιστική τριτοβάθμια οργάνωση των συνεταιριστικών αγροτικών οργανώσεων, με μέλη του τους Αγροτικούς Συνεταιρισμούς, τους Δασικούς Συνεταιρισμούς τους Αναγκαστικούς Αγροτικούς Συνεταιρισμούς και τις Αγροτικές Εταιρικές Συμπράξεις.

Σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 του Ν. 4015/2011 ορίζεται ότι η ΠΑΣΕΓΕΣ ενισχύεται οικονομικά από τον Οργανισμό Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων(ΕΛ.Γ.Α.) με την καταβολή σε αυτή κάθε χρόνο ποσοστού δύο τοις εκατό (2%) από τα έσοδα του, που πραγματοποιούνται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 του ν. 3877/2010. Το συνολικό ποσό της οικονομικής ενίσχυσης του προηγούμενου εδαφίου δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να υπερβαίνει το ποσό του ενός εκατομμυρίου οκτακόσιων χιλιάδων (1.800.000) ευρώ.

Κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου προβλέπεται ότι "από τα ίδια έσοδα της προηγούμενης παραγράφου επιχορηγείται μία ενιαία και ενωτική Συνομοσπονδία Αγροτικών Συλλόγων, σύμφωνα με τις οικονομικές δυνατότητες του Οργανισμού. Το συνολικό ποσό της οικονομικής ενίσχυσης του προηγούμενου εδαφίου δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να υπερβαίνει για το σύνολο των αποδεκτών το ποσό του ενός εκατομμυρίου (1.000.000) ευρώ.

Η οικονομική ενίσχυση καταβάλλεται με απόφαση του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, μέσα στο πρώτο εξάμηνο κάθε έτους, με βάση τα έσοδα που πραγματοποιήθηκαν κατά τον προηγούμενο χρόνο από τον ΕΛ.Γ.Α. σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη". Οι διατάξεις αυτές αντικατέστησαν τις αντίστοιχες διατάξεις του άρθρου 35 του ν. 2810/2000, πλην όμως ουδέποτε εφαρμόστηκαν, εν τέλει δε καταργήθηκαν, και μάλιστα η ως άνω διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 14 καταργήθηκε αναδρομικά από την έναρξη της ισχύος της.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 50 παρ. 1 περ. γ' του ν. 4384/2016 καταργήθηκαν "γ) Τα άρθρα 1 έως 4 και 6 έως 16, 18, 19, και 19α του ν. 4015/2011 (Α' 210), όπως ισχύουν". Μεταγενέστερα, όμως, η τελευταία ως άνω διάταξη αντικαταστάθηκε δυνάμει του άρθρου 20 παρ. 6 του ν. 4492/2017, και πλέον αναφέρει ότι από την έναρξη της ισχύος του νόμου 4384/2016 καταργούνται "γ) Τα άρθρα 1 έως 4 και 6 έως 16, 18, 19 και 19α του ν. 4015/2011 (Α' 210), όπως ισχύουν, εκτός από την παράγραφο2 του άρθρου 14 η οποία καταργείται από την έναρξη ισχύος της.".

Ο νομοθέτης, δηλαδή, αρχικά το έτος 2016 κατήργησε την ως άνω διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 4015/2011, και ακολούθως προχώρησε το έτος 2017 στην κατάργηση της αναδρομικά από την έναρξη της ισχύος της. Μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 4384/2016 και βάσει της από 21.11.2017 απόφασης της Γενικής Συνέλευσης του εκκαλούντος, η οποία καταχωρίστηκε στα βιβλία του Πρωτοδικείου Αθηνών και κατατέθηκε στην ΙΒ Δ.Ο.Υ.

Αθηνών, αποφασίστηκε η λύση του εκκαλούντος και η θέση αυτού σε εκκαθάριση. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το εκκαλούν με την από 14.07.2017 αίτησή του σε βάρος του πρώτου εφεσίβλητου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ζήτησε την έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματική απαίτηση που διατηρεί κατ' αυτού για το έτος 2015 ποσού 1.800.000 ευρώ πλέον τόκων, που προέρχεται από την κατ' άρθρο 14 παρ. 2 του Ν. 4015/2011 υποχρέωση του πρώτου εφεσίβλητου να του καταβάλει ετησίως οικονομική ενίσχυση.

Ειδικότερα το εκκαλούν εξέθετε ότι το πρώτο εφεσίβλητο με το υπ' αριθμ. ...-2016 έγγραφό του δήλωσε ότι τα έσοδά του κατά το έτος 2015 ανήλθαν σε 101.581.389,19 ευρώ και αναγνώρισε ότι του οφείλει για το εν λόγω έτος κατά τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του Ν. 4015/2011 το ποσό των 1.800.000 ευρώ, δοθέντος ότι το ποσοστό του 2% επί των προαναφερόμενών εσόδων του υπερέβαινε το ανώτατο ετήσιο χρηματικό όριο των 1.800.000 ευρώ, αρνείτο όμως να του καταβάλει το παραπάνω ποσό, ισχυριζόμενο ότι απαιτείται η προηγούμενη έκδοση απόφασης του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα σε αυτήν.

Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. .../2017 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι το πρώτο εφεσίβλητο αναγνώρισε εγγράφως την ως άνω οφειλή του προς το εκκαλούν κατά τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του Ν. 4015/2011 και διέταξε το πρώτο εφεσίβλητο να του καταβάλει το ποσό των 1.800.000 ευρώ, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων.

Στις 08.09.2017 το εκκαλούν επέδωσε στο πρώτο εφεσίβλητο ακριβές αντίγραφο πρώτου εκτελεστού απογράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής με την από 07.09.2017 επιταγή προς εκτέλεσης, με την οποία το επέτασσε να του καταβάλει για επιδικασθέν κεφάλαιο πλέον τόκων και εξόδων το συνολικό ποσό των 2.001.427,40 ευρώ. Εν συνεχεία, το εκκαλούν με το από 14.09.2017 κατασχετήριο σε βάρος του πρώτου εφεσίβλητου, που επιδόθηκε στο τελευταίο την 14.09.2017, προέβη στην αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας των τραπεζικών εταιριών "ALPHA BANK ΑΕ", "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." και "ATTICA BANK Α.Ε." ως τρίτων των χρηματικών υπολοίπων κάθε είδους λογαριασμών που διατηρεί το πρώτο εφεσίβλητο σε αυτές προς ικανοποίηση της παραπάνω απαίτησής του μέχρι του ποσού των 2.001.427,40 ευρώ.

Η Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ στις 22.09.2017 προέβη στην υπ' αριθμ. ... δήλωση τρίτου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία δήλωσε ότι το υπόλοιπο του τραπεζικού λογαριασμού του πρώτου εφεσίβλητου που τηρείται σε αυτήν καλύπτει το ποσό της επιτασσόμενης απαίτησης και δέσμευσε το παραπάνω ποσό υπέρ του εκκαλούντος βάσει της επιβληθείσης κατάσχεσης.

Ακολούθως το πρώτο εφεσίβλητο, μεταξύ άλλων, άσκησε την από 20.09.2017 με ειδικό αριθμό κατάθεσης 1965/2017 ανακοπή και τους από 29.09.2017 με ειδικό αριθμό κατάθεσης 2035/2017 πρόσθετους λόγους ανακοπής, με τους οποίους ζητούσε την ακύρωση κατ' άρθρο 933 ΚΠολΔ της από 07.09.2017 επιταγής προς εκτέλεση κάτωθι πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ' αριθμ. .../2017 διαταγής πληρωμής και του από 14.09.2017 κατασχετηρίου εις χείρας.

Η ως άνω ανακοπή ασκήθηκε εμπροθέσμως, δεδομένου ότι το από 14.09.2017 κατασχετήριο επιδόθηκε στο πρώτο εφεσίβλητο την 14.09.2017, η δε ανακοπή κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στις 20.09.2017 και επιδόθηκε στο εκκαλούν στις 21.09.2017, ήτοι εντός της προθεσμίας των σαράντα πέντε ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου του άρθρου 934 παρ. 1 περ.

α ΚΠολΔ, οι δε πρόσθετοι λόγοι ανακοπής επιδόθηκαν στις 29.09.2017, ήτοι εντός της προθεσμίας των οκτώ ημερών πριν από τη συζήτηση του άρθρου 585 παρ. 2 ΚΠολΔ. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη, μεταξύ άλλων, έκανε δεκτό τον πρώτο λόγο ανακοπής περί ακυρότητας των προσβαλλόμενων πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης λόγω ακυρότητας του τίτλου επί του οποίου ερείδονται, με την αιτιολογία ότι η διαταγή πληρωμής εκδόθηκε για απαίτηση από διοικητική διαφορά που υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της τον δεύτερο λόγο ανακοπής περί ανυπαρξίας σύμβασης αναγνώρισης της οφειλής εκ μέρους των διαδίκων.

Περαιτέρω, κατά τα προεκτεθέντα, προέκυψε ότι η ένδικη διαφορά αφορά στην υποχρέωση καταβολής από τον ΕΛΓΑ προς την ΠΑΣΕΓΕΣ της σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 4015/2011 επιχορήγησης (για το έτος 2015), δηλαδή παροχής που πηγάζει από το δημόσιο δίκαιο και αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, χορηγείται, δε, από τον ΕΛΓΑ, οργανισμό κοινής ωφέλειας, που ανήκει στο δημόσιο και τελεί υπό κρατική εποπτεία, στα πλαίσια άσκησης δημόσιας εξουσίας και για την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος και ειδικότερα για την προώθηση και ανάπτυξη της γεωργικής οικονομίας.

Τα όσα ισχυρίζεται με τον πρώτο λόγο έφεσης το καθ' ου η ανακοπή - εκκαλούν αναφορικά αφενός μεν ως προς το χαρακτήρα του ΕΔΕΑ ως φορέα του ιδιωτικού δικαίου που δεν ασκεί αρμοδιότητες προς επίτευξη σκοπών δημοσίου συμφέροντος, αφετέρου δε ως προς τη φύση της αιτούμενης με την αίτηση έκδοσης διαταγής πληρωμής οικονομικής παροχής και κατ' επέκταση ως προς τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου περί του ότι η εν λόγω παροχή δεν συνιστά επιχορήγηση, ούτε κρατική ενίσχυση, αλλά αντισταθμιστική παροχή για την κάλυψη των δαπανών της ΠΑΣΕΓΕΣ και των μελών της (Ενώσεων Αγροτικών Συνεταιρισμών) για το έργο, που αυτές προσφέρουν στον ΕΛΓΑ κατά την είσπραξη από τους αγρότες της ειδικής ασφαλιστικής εισφοράς του άρθρου 7 του Ν. 3877/2010, και ότι επομένως εν προκειμένω υφίστανται εκατέρωθεν υποχρεώσεις που τελούν σε σχέση παροχής - αντιπαροχής, για τις οποίες ισχύουν οι διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου (επί των συμβάσεων), τυγχάνουν ουσιαστικά αβάσιμα.

Τούτο, διότι, ο ΕΛΓΑ, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του Ν. 1790/1988 (άρθρα 1 επ.) σε συνδυασμό με τις διατάξεις του Ν. 3877/2010 (άρθρα 5 και 7 επ.), είναι οργανισμός κοινής ωφέλειας, που ανήκει εξ ολοκλήρου στο Δημόσιο, λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος και έχει ως σκοπό την προαγωγή της παραγωγικής δραστηριότητας προς όφελος της εθνικής οικονομίας, ασκεί, δε, αρμοδιότητες, που αφορούν σκοπούς δημοσίου συμφέροντος, που συνίστανται στην ανάπτυξη της εθνικής γεωργικής οικονομίας μέσω, μεταξύ άλλων, και της ανωτέρω οικονομικής ενίσχυσης.

Οι ανωτέρω, δε, σκοποί δημοσίου συμφέροντος, που εξυπηρετεί ο ΕΛΓΑ απορρέουν και από το διαχρονικά ισχύον νομικό πλαίσιο σχετικά με την ως άνω οικονομική ενίσχυση (Ν. 921/1979, άρθρο 61 Ν. 1541/1985, άρθρο 43 Ν. 2169/1993 και 4 Ν. 1281/1994, άρθρο 35 Ν. 2810/2000 και 14 παρ. 2 Ν. 4015/2011). Μεταξύ του ΕΛΓΑ και της ΠΑΣΕΓΕΣ ουδεμία συμβατική σχέση υφίσταται, που να δημιουργεί υποχρεώσεις, οι οποίες να τελούν σε σχέση παροχής και αντιπαροχής, έτσι ώστε να δύναται να γίνει λόγος περί αντισταθμιστικής παροχής εκ μέρους του ΕΛΓΑ, Σημειωτέον ότι δεν ασκεί εν προκειμένω έννομη επιρροή ως προς το ζήτημα της δικαιοδοσίας το εάν απαιτείται επιπλέον για την καταβολή της εν λόγω οικονομικής ενίσχυσης προς την ΠΑΣΕΓΕΣ η προηγούμενη έκδοση Υπουργικής Απόφασης, δεδομένου ότι με την αίτηση έκδοσης της επίδικης διαταγής πληρωμής δεν ζητείτο αποζημίωση από το Δημόσιο για την παράλειψη έκδοσης μίας τέτοιας αποφάσεως, αλλά η καταβολή του ως άνω ποσού επιχορήγησης βάσει της διάταξης του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 4015/2011.

Με βάση τα προαναφερόμενα, καθ' όσον στην προκειμένη περίπτωση κρίσιμη είναι η δημοσίου δικαίου σχέση που συνδέει τους διαδίκους, η οποία αποτελεί εκδήλωση της ενίσχυσης και ανάπτυξης της εθνικής γεωργικής οικονομίας, η επίδικη διαφορά που απορρέει απ' αυτήν, συνιστάμενη στην παράλειψη του ανακόπτοντος να καταβάλει την προβλεπόμενη επιχορήγηση για την επίτευξη του σκοπού αυτού, συνιστά, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, διοικητική διαφορά για την εκδίκαση της οποίας δικαιοδοσία έχουν τα διοικητικά δικαστήρια.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, αυτή εκδόθηκε βάσει αναγνώρισης της οφειλής ποσού 1.800.000 ευρώ εκ μέρους του ΕΛΓΑ που έλαβε χώρα με το υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2016 έγγραφο του ΕΛΓΑ προς την ΠΑΣΕΓΕΣ, το οποίο υπογράφεται από τον Πρόεδρο του ΕΛ.Γ.Α.

και προσκομίστηκε με την αίτηση έκδοσης της διαταγής πληρωμής. Στο παραπάνω έγγραφο αναγράφονται τα ακόλουθα: "Σας ενημερώνουμε ότι σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 3 του Ν. 4015/2011 (ΦΕΚ 210/21-9-2011), τα έσοδα του ΕΛ.Γ.Α. από την ειδική ασφαλιστική εισφορά για το έτος 2015, ανέρχονται σε εκατόν ένα εκατομμύρια πεντακόσιες ογδόντα μία χιλιάδες τριακόσια ογδόντα εννέα και δέκα εννέα λεπτά (101.581.389,19).

Σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 14 του ανωτέρω νόμου η οικονομική ενίσχυση της ΠΑΣΕΓΕΣ από τον ΕΛ.Γ.Α. δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να υπερβαίνει το ποσό του ενός εκατομμυρίου οκτακόσιων χιλιάδων ευρώ (1.800.000)". Από το ως άνω περιεχόμενο του εγγράφου δεν προκύπτει ότι έλαβε χώρα εν προκειμένω σύμβαση για υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους κατ' άρθρο 873 ΑΚ.

Ειδικότερα, το παραπάνω έγγραφο έχει αποκλειστικό σκοπό την ενημέρωση ως προς τα έσοδα του ΕΛΓΑ για το έτος 2015 κατά τις διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 2 και 3 του Ν. 4015/2011, για το λόγο δε τούτο χρησιμοποιείται η φράση "Σας ενημερώνουμε", και σε καμία περίπτωση δεν περιέχει δήλωση βούλησης περί αναγνώρισης οφειλής του ΕΛΓΑ προς την ΠΑΣΕΓΕΣ ή περί υπόσχεσης καταβολής οφειλής του ΕΛΓΑ προς την ΠΑΣΕΓΕΣ.

Με αυτό λαμβάνει χώρα ομολογία εκ μέρους του ΕΛΓΑ μόνον ως τα έσοδά του για το έτος 2015, οπότε και το παραπάνω έγγραφο αποτελεί αποδεικτικό μέσο μόνο για το ζήτημα αυτό, ενώ δεν αναλαμβάνεται υποχρέωση ως προς υπάρχουσα οφειλή του ΕΛΓΑ προς την ΠΑΣΕΓΕΣ, ούτε άλλωστε αναγνωρίζεται τέτοια οφειλή. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη έκρινε με αιτιολογία, που συμπληρώνεται από την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ότι δεν υφίσταται εν προκειμένω σύμβαση αναγνώρισης οφειλής, κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου ανακοπής, προέβη σε ορθή του νόμου ερμηνεία και εφαρμογή και εκτίμηση των αποδείξεων.

Ακολούθως ο τρίτος λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Περαιτέρω, μη υφιστάμενης σύμβασης αναγνώρισης οφειλής και δεδομένου ότι κατά τα προεκτεθέντα η επίδικη διαφορά συνιστά διοικητική διαφορά για την εκδίκαση της οποίας δικαιοδοσία έχουν τα διοικητικά δικαστήρια, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη έκανε δεκτό τον πρώτο λόγο ανακοπής περί ακυρότητας των προσβαλλόμενων πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης λόγω ακυρότητας του τίτλου επί του οποίου ερείδονται, καθ' όσον η διαταγή πληρωμής εκδόθηκε για απαίτηση από διοικητική διαφορά που υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, με αιτιολογία που συμπληρώνεται από την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), προέβη σε ορθή του νόμου ερμηνεία και εφαρμογή και εκτίμηση των αποδείξεων.

Ακολούθως ο δεύτερος λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος...". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, καθόσον, η υποκείμενη σχέση, στην οποία στηρίζεται ο τίτλος - διαταγή πληρωμής (υπ' αριθμ..../2017 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) για χρηματικές οφειλές του καθ' ου η εκτέλεση- πρώτου αναιρεσιβλήτου (ΕΛΓΑ) προς το επισπεύδον-αναιρεσείον (ΠΑΣΕΓΕΣ) ποσού ενός εκατομμυρίου οκτακοσίων χιλιάδων (1.800.000) ευρώ, πλέον τόκων και λοιπών εξόδων, προέρχεται από σχέση δημοσίου δικαίου και ως εκ τούτου η διαταγή πληρωμής είναι άκυρη και συνακόλουθα και η επισπευδομένη σε βάρος του αναιρεσιβλήτου (ΕΛΓΑ) αναγκαστική εκτέλεση, με τις προσβαλλόμενες με την ανακοπή πράξεις, ως στηριζόμενη σε άκυρο εκτελεστό τίτλο.

Ειδικότερα,η διαταγή πληρωμής εκδόθηκε για το ποσό της επιχορήγησης του ανακόπτοντος-πρώτου αναιρεσιβλήτου (ΕΛΓΑ) προς το καθ'ου η ανακοπή(ΠΑΣΕΓΕΣ) για το έτος 2015, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 4015/2011. Η παροχή όμως αυτή, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, πηγάζει από το δημόσιο δίκαιο και αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, χορηγείται δε από τον ΕΛΓΑ, οργανισμό κοινής ωφέλειας που ανήκει στο δημόσιο και τελεί υπό κρατική εποπτεία, στα πλαίσια άσκησης δημόσιας εξουσίας και για την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος και ειδικότερα για την προώθηση και ανάπτυξη της γεωργικής οικονομίας.

Συνεπώς, η διαφορά που γεννάται από την εφαρμογή της νομοθεσίας αυτής, παρά το χρηματικό αντικείμενό της, έχει χαρακτήρα δημοσίου δικαίου και ως εκ τούτου, δημιουργείται διοικητική διαφορά ουσίας που υπάγεται, με το άρθρο 1 παρ. 2 περίπτωση στ' του Ν. 1406/1983, στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Επομένως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, αληθώς μόνον από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι και από τους αριθ.1 και 4 του ιδίου άρθρου, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, το αναιρεσείον, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, προβάλλοντας την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, στους ερμηνευτικούς κανόνες των οποίων δεν προσέφυγε παρότι διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση βουλήσεως του πρώτου αναιρεσιβλήτου ΕΛΓΑ,στο υπογραφέν απ'αυτό έγγραφο, που προσκόμισε για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, δεχόμενο ότι από το εν λόγω έγγραφο, δεν αποδεικνυόταν αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους εκ μέρους της αναιρεσίβλητης.

Το Εφετείο, με τις παραπάνω παραδοχές του, δεν παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων αυτών, καθόσον δέχτηκε ότι το παρατιθέμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση συνολικό περιεχόμενο του συγκεκριμένου εγγράφου, χωρίς ν'απαιτείται ερμηνεία του (ζήτημα που ανάγεται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του), δεν αποδεικνύει δικαιοπρακτική βούληση του αναιρεσίβλητου (ΕΛΓΑ) προς κατάρτιση σύμβασης αναγνώρισης χρέους, και δη αφηρημένης, δηλαδή δήλωση βουλήσεώς του, με την οποία να αναγνωρίζει δική του υποχρέωση κατά τρόπο αφηρημένο, ώστε να γεννιέται ενοχή του ανεξάρτητα από την αιτία του, και να αναλαμβάνεται, κατά τα προεκτιθέμενα, υποχρέωση εκ μέρους του, προς καταβολή του ποσού των 1.800.000 ευρώ, με συνέπεια να μη μπορεί να στηριχθεί επ'αυτού (συγκεκριμένου εγγράφου) απόδειξη απαίτησης του αναιρεσείοντος κατά του αντιδίκου του και έκδοση διαταγής πληρωμής θεμελιούμενη σε σύμβαση αφηρημένης αναγνώρισης χρέους.

Σε κάθε περίπτωση, υπό τα άνω εκτιθέμενα περιστατικά, δεν μπορεί να θεμελιωθεί η ερειδόμενη στη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ σύμβαση αιτιώδους αναγνώρισης χρέους, και πολύ περισσότερο η ερειδόμενη στη διάταξη του άρθρου 873 ΑΚ σύμβαση αφηρημένης αναγνώρισης χρέους, αφού το ίδιο το αναιρεσείον ρητά κάνει λόγο για σύναψη αιτιώδους σύμβασης αναγνώρισης χρέους, χωρίς καμία αναφορά σε αφηρημένη αναγνώριση χρέους, και άρα δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, δηλαδή δεν εκτίθεται ότι η επικαλούμενη αιτιώδης αναγνώριση είχε σκοπό να δημιουργήσει αυτοτελή λόγο γενέσεως ενοχής και να δημιουργηθεί υποχρέωση καταβολής του αιτούμενου ποσού μη εξαρτώμενη από την αιτία του χρέους.

Αντιθέτως, υπό τα εκτιθέμενα περιστατικά, το αναιρεσίβλητο (ΕΛΓΑ) απέστειλε στο αναιρεσείον (ΠΑΣΕΓΕΣ) το υπ' αριθμ. πρωτ. ....2016 έγγραφό του, με το οποίο ενημέρωνε το τελευταίο ότι τα έσοδά του από την ειδική ασφαλιστική εισφορά για το έτος 2015 ανήλθαν σε 101.581.389,19 ευρώ και ότι με βάση τα οριζόμενα στη διάταξη της παρ.2 του άρθρου 14 του Ν.4015/2011, η οικονομική ενίσχυση του αναιρεσείοντος από το αναιρεσείον δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό των 1.800.000 ευρώ.

Με το έγγραφο δηλαδή αυτό το αναιρεσίβλητο ενημέρωσε το αναιρεσείον ως προς τα έσοδά του για το έτος 2015 και δεν μπορεί να υπαχθεί στην έννοια της πρότασης προς κατάρτιση σχετικής σύμβασης και πολύ περισσότερο στην έννοια της αποδοχής πρότασης για τη σύναψη σύμβασης αιτιώδους αναγνώρισης οφειλής, που δεν έλαβε χώρα, έχουσα ενδεχομένως η ενημέρωση αυτή την έννοια της επιβεβαίωσης της άνω οφειλής εκ του άρθρου 14 Ν. 4015/2011, και πάντως όχι τη δημιουργία νέας αυτοτελούς ενοχής, με αποτέλεσμα να μη συντρέχει δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων για την έκδοση της διαταγής πληρωμής.

Επομένως, ο τρίτος αναιρετικός λόγος, από τους αριθ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος αναφέρεται σε προκριματικό ουσιαστικού δικαίου ζήτημα, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την κατάφαση της δικαιοδοσίας (που ελέγχεται από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) και με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

6. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει, δηλαδή, ύστερα από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού, σύμφωνα με τα άρθρα 432 επ.

ΚΠολΔ, εγγράφου, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, και κατά προφανή παρανόηση δέχεται ως μνημονευόμενα σε αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικά στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον πιο πάνω αναιρετικό λόγο.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αλλά αναγιγνώσκοντας το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού όπως αυτό πραγματικά έχει, προβαίνει σε εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του, και συνάγει εξ αυτού, έστω και εσφαλμένα, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων.

Τούτο, δε, διότι, αυτή η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που εξάγεται από το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, είναι, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, η δε σχετική αιτίαση αφορά στην εκτίμηση πραγμάτων (ΟλΑΠ 2/2008,ΑΠ 42/2020, ΑΠ 1071/2015, ΑΠ 825/2014). Επίσης, ο ως άνω λόγος δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του για την βασιμότητα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως κλπ., στηριζόμενο σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, το δε φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, χωρίς να στηριχθεί κυρίως ή αποκλειστικώς σε αυτό, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία εκλαμβάνει ως ορθή εκείνος που προβάλλει ότι χώρησε παραμόρφωση του εγγράφου.

Και τούτο, διότι στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του, και η διαφορετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που έχει εξαχθεί από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, δεν υπόκειται, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 42/2020,ΑΠ 365/2017, ΑΠ 25/2017, ΑΠ 99/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο της αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ' αριθμ. πρωτ. ....2016 εγγράφου του αναιρεσιβλήτου (ΕΛΓΑ),με το οποίο "ο Πρόεδρος αυτού ανεγνώρισε ότι η ΠΑΣΕΓΕΣ δικαιούται να εισπράξει για το έτος 2015 οικονομική ενίσχυση ποσού 1.800.000 ευρώ και ότι ο ΕΛΓΑ οφείλει στην ΠΑΣΕΓΕΣ το ποσό αυτό, ότι το έγγραφο αυτό συνιστά αναγνώριση της εν λόγω οφειλής του ΕΛΓΑ προς την ΠΑΣΕΓΕΣ". Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, και μάλιστα από την περικοπή αυτής που παρατίθεται στο αναιρετήριο, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αλλά ορθά ανέγνωσε το περιεχόμενο του υπ' αριθμ. πρωτ. ....2016 εγγράφου του αναιρεσιβλήτου (ΕΛΓΑ), κατέληξε, όμως, σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, ήτοι ότι επρόκειτο για ομολογία εκ μέρους του ΕΛΓΑ μόνον ως τα έσοδά του για το έτος 2015, και ότι το παραπάνω έγγραφο αποτελεί αποδεικτικό μέσο μόνο για το ζήτημα αυτό, ενώ δεν αναλαμβάνεται υποχρέωση ως προς υπάρχουσα οφειλή του ΕΛΓΑ προς την ΠΑΣΕΓΕΣ, ούτε άλλωστε αναγνωρίζεται τέτοια οφειλή.

7. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 4-12-2023 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθ. 4088/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός του (άρθρα 176,183,189 αριθ.1,191 αριθ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό. Τέλος τα δικαστικά έξοδα για την παρούσα αναιρετική δίκη πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων (άρθρα 179, 183 ΚΠολΔ), λόγω του ότι η ερμηνεία των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου, ως προς το ζήτημα συνδρομής ή μη δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων προς εκδίκαση της ένδικης διαφοράς, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

- Απορρίπτει την από 4-12-2023 αίτηση, για αναίρεση της υπ` αριθ. 4088/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

- Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο.

- Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης