Legislator Case Law & Legislation
1894/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on false accusation charge due to lack of specific and detailed reasoning in lower court decision.

Case Number 1894/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a conviction for false accusation, ruling the single ground of appeal inadmissible. The appellant argued the lower court failed to provide specific reasoning regarding her knowledge of the defendant's property status, but the court found this claim to be an impermissible challenge to the final judgment. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the court costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 510 § 1 item 4 and 513 § 1 of the Code of Civil Procedure; The ground of appeal alleging lack of specific and detailed reasoning is inadmissible if it merely challenges the factual findings or the correctness of the evidence assessment already made by the court of first instance.

Keywords

AI generated
false accusation lack of reasoning admissibility of appeal challenge to final judgment court costs criminal procedure evidence assessment

Cited Legislation

AI generated
Article 229 § 1 of the Penal Code
Article 473 §§ 1, 3 item a of the Code of Civil Procedure
Article 513 § 1b of the Code of Civil Procedure
Article 515 §§ 1 and 2 a of the Code of Civil Procedure
Article 510 § 1 item 4 of the Code of Civil Procedure
Article 476 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 583 § 1 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1894 / 2019 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 1894/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου, Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου και Σταματική Μιχαλέτου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2019, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλικής Θεοδώρου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Ε. Π. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αλεξάνδρα Βογιατζή, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 174/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Βορείου Αιγαίου και με πολιτικώς ενάγοντα τον Μ. Σ. του Δ., κάτοικο ..., που δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο.

Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Βορείου Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. πρωτ. 14025/17-12-2018 αίτησή της αναίρεσης, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 189/2019.

Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη, υπ' αριθμόν 14025/2018 από 17-12-2018, αίτηση της Ε. Π. του Ι., κατοίκου ... (οδός ...), για αναίρεση της υπ' αριθμόν 174/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Βορείου Αιγαίου, η οποία καταχωρήθηκε στο κατά το άρθρο 473 §§1,3 εδ.α του ΚΠΔ, βιβλίο, στις 30-11-2018, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, με δήλωση της αναιρεσείουσας, που επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατά το άρθρο 473 §1 ίδιου Κώδικα. Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς τη βασιμότητα του μοναδικού λόγου της, παρά την απουσία του πολιτικώς ενάγοντος Μ. Σ., ο οποίος όμως κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα να παρασταθεί κατά τη σημερινή δικάσιμο (όπως προκύπτει από το από 11-2-2019 αποδεικτικό επίδοσης του Επιμελητή Δικαστηρίων Α. Κ.) και συνεπώς η συζήτηση θα γίνει ωσάν να ήταν και αυτός παρών (άρθρα 513 §1β' και 515 §§1 και 2 α' ΚΠΔ).

Από τη διάταξη του άρθρου 229 §1 του ΠΚ, κατά την οποία, "όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του για την πράξη ή την παράβαση αυτή, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους", προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της νομοτυπικής υπόστασης του τυποποιούμενου με τη συγκεκριμένη διάταξη εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης, απαιτείται όπως η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος γνώριζε την αναλήθειά της και απέβλεπε με την ενέργειά του αυτή στο να κινηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του.

Το συγκεκριμένο έγκλημα έχει τελεσθεί μόλις περιέλθει η μήνυση ή η έγκληση στην αρχή ή γίνει ανακοίνωση σ' αυτήν, ανεξάρτητα αν στη συνέχεια ασκήθηκε ή όχι ποινική δίωξη κατά του μηνυομένου (εγκαλουμένου). Τούτων παρέπεται ότι δεν είναι δυνατόν να στοιχειοθετηθεί η κατηγορία για ψευδή καταμήνυση, παρά μόνον αν από το περιεχόμενο αυτών που εκτίθενται στη μήνυση ή την έγκληση και από τον τρόπο που εκτίθενται αυτά δεν είναι αναγκαία οποιαδήποτε ανακριτική έρευνα, ούτε και η, κατά το άρθρο 43 ΚΠΔ, προκαταρκτική εξέταση, ώστε να διαπιστωθεί το ακαταδίωκτο της καταμαρτυρούμενης πράξης για οποιοδήποτε λόγο.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 362 εδ.α' του ΠΚ, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή. Στην περίπτωση δε που το ως άνω γεγονός είναι ψευδές, κατά τη διάταξη του άρθρου 363 εδ.

α' του ΠΚ, και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης, απαιτείται αντικειμενικώς μεν, ισχυρισμός ή διάδοση από το δράστη για κάποιον άλλον ενώπιον τρίτου ψευδούς γεγονότος, το οποίο θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε άμεσος δόλος, ο οποίος σύμφωνα με τη γενική διάταξη του άρθρου 27 §2 εδ.α' του ΠΚ, περιλαμβάνει, αφενός μεν τη γνώση του δράστη, με την έννοια της πλήρους βεβαιότητας, ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου και αφετέρου, τη θέληση αυτού να ισχυριστεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό.

Η ύπαρξη δε του δόλου, που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 §1 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 §1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, τα οποία κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, δεν είναι, κατ' αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, προκύπτει δε από τις ειδικότερες συνθήκες της τέλεσής του, οπότε διαλαμβάνεται περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, ενώ, όταν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), όπως επί των εγκλημάτων της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης, ο δόλος χρήζει ειδικής αιτιολογίας, με την παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν ότι υπήρχε το στοιχείο της γνώσης και τούτο διότι η γνώση ως ενδιάθετη βούληση επιβάλλεται να εξειδικεύεται και να συνοδεύεται από εκδηλώσεις του δράστη εις τρόπον ώστε να συνάγεται σαφώς, ότι τα καταμηνηθέντα ή διαδιδόμενα αναλόγως με την εκάστοτε πράξη, είναι ψευδή και το περιεχόμενο της καταμήνυσης ή της διάδοσης ήταν αποτέλεσμα της ενσυνείδητης ενέργειάς του.

Επιπλέον, δε στο έγκλημα της ψευδούς καταμήνυσης απαιτείται και σκοπός του υπαιτίου να προκληθεί καταδίωξη την ψευδώς καταμηνυόμενου προσώπου. Υπάρχει, όμως, και στις παραπάνω περιπτώσεις η πλήρης και επαρκής αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη, θεμελιώνεται σε προσωπική του πεποίθηση ή αντίληψη του ιδίου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του δράστη, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών.

Τέλος, ως ισχυρισμός κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 ΠΚ, θεωρείται η ανακοίνωση, η οποία προέρχεται ή από ίδια πεποίθηση ή γνώμη ή από μετάδοση από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα, διάδοση υφίσταται όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της ανακοίνωσης που γίνεται σε άλλον. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου.

Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρόν ή το παρελθόν, το οποίο υποπίπτει στις αισθήσεις και δύναται να αποδειχθεί, αντίκειται δε στην ηθική και την ευπρέπεια. Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή ή η υπόληψη του φυσικού προσώπου, η οποία θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, που πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξη ή παράλειψη.

Το γεγονός πρέπει να είναι κατάλληλο, δηλαδή πρόσφορο, ως αντιτιθέμενο στην ηθική και την ευπρέπεια, να προσβάλει είτε την τιμή κάποιου είτε την υπόληψή του. Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσεως και χαρακτηρισμοί, οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας.

Περαιτέρω, έλλειψη της απαιτούμενης, από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης, η οποία ιδρύει λόγο αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 510 § 1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν δεν εκτίθενται σ' αυτή, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του περί της συνδρομής των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τις νομικές σκέψεις, με τις οποίες έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο για τη διαμόρφωση της κρίσης του, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο γενικός προσδιορισμός αυτών κατά το είδος τους και δεν απαιτείται η αναλυτική τους παράθεση ή να διευκρινίζεται τι προκύπτει από το καθένα χωριστά ή από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αποδείχτηκε η κάθε παραδοχή, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της κρίσης του Δικαστηρίου.

Όταν δε στην απόφαση εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα δεν σημαίνει ότι δεν έχουν ληφθεί υπόψη και δεν έχουν συνεκτιμηθεί και τα υπόλοιπα, ούτε απαιτείται να αιτιολογείται γιατί δεν εξαίρονται και εκείνα. Επιπρόσθετα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης αιτιάσεις, που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όπως είναι η στάθμιση από το Δικαστήριο της ουσίας της αποδεικτικής σημασίας και βαρύτητας συγκεκριμένων εγγράφων και μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογικής συσχέτισης και σύγκρισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, η αμφισβήτηση ή η απόκρουση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο κατέληξε το Δικαστήριο, αφού στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση και το πρόσχημα της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Βορείου Αιγαίου, δικάζοντας ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμόν 174/2018 απόφασή του, κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης και αναγνωρίζοντας τη συνδρομή στο πρόσωπό της των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 § 2 περ.

ε του ΠΚ της επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης εννέα (9) μηνών, την οποίαν ανέστειλε επί τριετία. Όπως δε προκύπτει από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από το αιτιολογικό της, σε συνδυασμό με το διατακτικό αυτής, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων (χωρίς όρκο κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, αναγνωσθέντα έγγραφα στα οποία περιλαμβάνονται και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και απολογία της κατηγορουμένης), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "H κατηγορουμένη Ε.

Π. είναι αποκλειστική κυρία μιας διώροφης οικίας στη συνοικία "..." Μυτιλήνης, η οποία συνορεύει νότια με την ιδιοκτησία του εγκαλούντος - πολιτικώς ενάγοντος Μ. Σ., ο οποίος με την με αριθμό ...-1-2007 οικοδομική άδεια προέβη σε έναρξη οικοδομικών εργασιών για την ανέγερση διώροφης οικοδομής με υπόγειο, πλην όμως οι εργασίες διακόπηκαν την 5η - 5 - 2007 με τηλεφωνικό σήμα του τότε Αντινομάρχη Λέσβου και μετά από καταγγελία της κατηγορουμένης που αφορούσε την κατάληψη κοινόχρηστου χώρου, την ανέγερση οικοδομής άνευ θεμελίων υπό του εδάφους και μη ύπαρξη αντισεισμικού αρμού μεταξύ της νεόδμητης οικοδομής του εγκαλούντος και της δικής της.

Στη συνέχεια ο εγκαλών ζήτησε με σχετική αίτηση του την αναθεώρηση της προαναφερόμενης οικοδομικής άδειας η οποία εγκρίθηκε από το αρμόδιο ΣΧΟΠ Νομού Λέσβου της Γ.Γ. Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής (βλ. το αναγνωσθέν με αριθμό πρωτ. .../ΣΧΟΠ/14-1 -2010 έγγραφο της Γ.Γραμματέως Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής (ΣΧΟΠ Νομού Λέσβου) και μετά από αυτό με τηλεφωνικό σήμα της προϊσταμένης της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Έ.

Μ. στις 6 - 6 - 2012 δόθηκε μερική συνέχιση των οικοδομικών εργασιών στην υπό ανέγερση οικοδομή του εγκαλούντος. Η κατηγορουμένη στις 17 - 5 - 2012 κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Μυτιλήνης και τον γραμματέα αυτού την από 15 - 5 - 2012 έγγραφη έγκληση της σε βάρος μεταξύ άλλων και του εγκαλούντα, η οποία έλαβε αριθμό βιβλίου μηνύσεων .../2011 και στην οποία μεταξύ άλλων ανέφερε για τον εγκαλούντα τα κάτωθι : "...

Ο εναγόμενος (νυν ο εδώ εγκαλών)... δυνάμει της υπ'αριθμ. ...-2-2007 οικοδομικής άδειας της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Λέσβου.... ξεκίνησε εργασίες ανέγερσης οικοδομής με υπόγειο. Κατά την ανέγερση της οικοδομής κατέλαβε κοινόχρηστο χώρο...η ανεγειρόμενη οικοδομή δε φέρει θεμέλια υπό του εδάφους.... Προέβη σε καταγγελία στη Διεύθυνση Πολεοδομίας....

το γεγονός ότι ο εναγόμενος μη τηρώντας....τον απαιτούμενο αντισεισμικό αρμό μεταξύ των δυο κτιρίων και μη θεμελιώνοντας το κτίριο του, παρά μόνο επιφανειακά, έχει ως συνέπεια στην ιδιοκτησία μου, που βρίσκεται χαμηλότερα από τη στάθμη θεμελίωσης του εναγομένου, να εξασκούνται ανεπίτρεπτα μεγάλες πιέσεις....

στο άμεσο μέλλον η οικία μου θα υποστεί καταστροφή....ο κ. Σ. κατέθεσε αίτηση αναθεώρησης της οικοδομικής άδειας προκειμένου να νομιμοποιήσει την αυθαιρεσία του και προβεί στη διόρθωση της παράβασης του αντισεισμικού αρμού. Αντί αυτού ο κ. Σ.... προέβη στην κάτωθι μεθόδευση και παράνομη πράξη την οποία ενέκρινε ο πρώτος των μηνυομένων (Ν.

Β.), αρμόδιος επί τούτου υπάλληλος της Πολεοδομίας, προβαίνοντας μαζί με τον δεύτερο (Ε. Μ.), Προϊστάμενο της Πολεοδομίας και τελευταίο ελεγκτή, στην αναθεώρηση της άδειας. Συγκεκριμένα.... το τμήμα της οικοδομής το οποίο αποτελούσε πρώτο όροφο αυτής δυνάμει της άδειας "βαπτίστηκε" υπόγειο, χωρίς να πληροί τις προϋποθέσεις χαρακτηρισμού του ως τέτοιου...το υπόλοιπο και μέχρι το έδαφος μπαζωμένο τμήμα της οικοδομής στο οποίο τοποθετείται το υπόγειο....η οικοδομική άδεια θεωρεί "ακάλυπτο χώρο"....

θεωρώντας η αναθεωρημένη άδεια τον μπαζωμένο όγκο.... ως ακάλυπτο χώρο τον απαλλάσσει.... από την υποχρέωση αρμού διαστολής.... οι ως άνω λανθασμένοι εκούσια και παραβατικά νομικοί χαρακτηρισμοί έρχονται να καταργήσουν κάθε έννοια και σκοπό πνεύματος από τον οποίο διέπεται ο Κτηριοδομικός Κανονισμός....

και αυτό μόνο και μόνο για να απαλλαγεί ο ιδιοκτήτης του οικοπέδου...... δόθηκε έγκριση μερικής συνέχισης εργασιών στην ιδιοκτησία Σ.... δόθηκε άδεια διαμόρφωσης σε μια οικοδομή που δεν έχει τελειώσει.... νομιμοφανή κάλυψη από τα όργανα της πολεοδομίας για τη διάπραξη παράνομης πράξης εκ μέρους του κ.Σ.....

η Διεύθυνση Πολεοδομίας... φοβούμενοι την αντίδραση μου προέβησαν σε δεύτερη παρανομία.... έδωσαν "έγκριση διαμόρφωσης ακάλυπτων χώρων" με την από 14 - 2 - 2011 αναθεώρηση, ώστε να επιχωματωθεί το μπαζωμένο σκυροδετημένο τμήμα

.... απαιτείται γνωμοδότηση του ΣΧΟΠ έγκριση από το Δήμο. Τέτοια όμως έγκριση δεν μπορούσε να δοθεί... απήλλαξε η Πολεοδομία...τον κ. Σ. από αυτήν την υποχρέωση βαπτίζοντας και πάλι την επιχωμάτωση ως κάλυψη ακάλυπτων χώρων.. έχτισε πέριξ του μπαζωμένου όγκου ένα τοίχος από σκυρόδεμα χωρίς άδεια, το οποίο βαπτίστηκε κάλυψη ακάλυπτου χώρου....

με τις ευλογίες των οργάνων της Πολεοδομίας ....η κ. Μ. και ο ....κ. Κ. διενέργησαν αυτοψία.... αντί να επιβάλουν, ως είχαν υποχρέωση κάποιο πρόστιμο...... δικαιολόγησαν εκεί που κάποτε επέβαλαν πρόστιμο τη μη ύπαρξη αντισεισμικού αρμού......ο τέταρτος και πέμπτος (Μ. Σ.) θεωρώ πως είναι οι ηθικοί αυτουργοί και ωφελημένοι από την παράνομη πράξη των ως άνω υπαλλήλων...".

Τα όσα ανωτέρω ανέφερε η κατηγορουμένη για τον εγκαλούντα ήταν ψευδή και περιελήφθησαν στην ανωτέρω έγκληση, εν γνώσει των αναληθειών του, κατά τα κατωτέρω ειδικότερα αποδειχθέντα, με σκοπό να προκαλέσουν την ποινική του δίωξη για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε παράβαση καθήκοντος, η ανωτέρω όμως έγκληση απορρίφθηκε με την με αριθμό 125/2014 διάταξη της Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Μυτιλήνης.

Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο εγκαλών κατά τις εργασίες ανέγερσης της οικοδομής του δεν καταπάτησε κοινόχρηστο χώρο μεταξύ της οικίας του και της οικίας του εγκαλούντος, γιατί ως τέτοιος δεν είχε ποτέ κριθεί αμετάκλητα με απόφαση των πολιτικών δικαστηρίων, τα οποία είναι και τα μόνα αρμόδια να αποφανθούν για την ιδιότητα του χώρου αυτού ή για τα τυχόν ιδιοκτησιακά δικαιώματα σε αυτά του εγκαλούντος όσο και της κατηγορουμένης και γι'αυτό στο με αριθμό πρωτ. .../14-7-2011 έγγραφο της Διεύθυνσης Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος Νομού Λέσβου, Δήμου Λέσβου που κοινοποιήθηκε στην κατηγορουμένη, ορθά για το ζήτημα αυτό ενημερώθηκε κατά λέξη : "1.

Σχετικά με την καταπάτηση του κοινόχρηστου χώρου οι Πολεοδομικές Υπηρεσίες δεν έχουν το δικαίωμα ούτε την αρμοδιότητα να αμφισβητούν τοπογραφικά διαγράμματα σε συνδυασμό με επίσημους τίτλους και εμπράγματα δικαιώματα κυριότητας, εφόσον προηγούμενα δεν υπάρξουν τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις, και ότι η μεταγενέστερη από την χορήγηση της οικοδομικής άδειας αμφισβήτηση της κυριότητας του οικοπέδου, δεν υποχρεώνει την πολεοδομική αρχή σε παρεμπίπτουσα έρευνα του ζητήματος αυτού.

Οποιαδήποτε αμφισβήτηση υπάρχει που να αφορά ιδιοκτησιακά θέματα είναι αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων", ενώ σχετικά με το ζήτημα της ύπαρξης αντισεισμικού αρμού σε ότι αφορά την υπόγεια οροφή της υπό ανέγερσης οικοδομής του εγκαλούντος δεν είναι υποχρεωτική η ύπαρξη τους, αφού σύμφωνα με την ΕΑΚ 2000 στον υπόγειο όροφο δεν είναι υποχρεωτική η πρόβλεψη αντισεισμικού αρμού, γεγονός για το οποίο επίσης ενημερώθηκε η κατηγορουμένη με το ανωτέρω αναφερόμενο απαντητικό έγγραφο της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Δήμου Λέσβου.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ουδέποτε τέθηκε θέμα επικινδυνότητας της οικοδομής της κατηγορουμένης από τις οικοδομικές εργασίες για την ανέγερση της διώροφης οικίας του εγκαλούντος, η κρίση δε αυτή του δικαστηρίου ενισχύεται εκτός των άλλων αποδεικτικών μέσων και από τα συμπεράσματα της αναγνωσθείσας έκθεσης πραγματογνωμοσύνης με θέμα "Ύπαρξη τυχόν βλαβών εσωτερικά της οικίας ιδιοκτησίας Ε.Π." του πολιτικού μηχανικού Ε.

Μ. που διορίστηκε πραγματογνώμονας με το με αριθμό πρωτ. ...-7-2014 έγγραφο του Πταισματοδικείου Μυτιλήνης. Εξάλλου δεν αποδείχθηκε υπέρβαση της στάθμης του εδάφους από την κάτω στάθμη της οροφής της κατοικίας του εγκαλούντος, με αποτέλεσμα να μην έχει επέλθει υπέρβαση του επιτρεπόμενου ύψους και το πρώτο επίπεδο της κατοικίας να εξαληφθεί να φέρει τον χαρακτήρα του υπογείου.

Για το ζήτημα αυτό σε κάθε περίπτωση εκδόθηκε από την αρμόδια Διεύθυνση Πολεοδομίας Δήμου Λέσβου στις 14 - 2 - 2011 αναθεώρηση της με αριθμό ...2007 οικοδομικής άδειας του εγκαλούντα, όσον αφορά τον υπόγειο - αυθαίρετο χώρο και δόθηκε μερική συνέχιση των εργασιών στις 20 - 5 - 2011 προκειμένου να διαμορφωθούν οι ακάλυπτοι χώροι των οικοδομών του εγκαλούντος, σύμφωνα με την νέα μελέτη της αναθεώρησης, της οποίας ακριβές αντίγραφο χορηγήθηκε στην κατηγορουμένη στις 5 - 7 - 2011, γεγονότα για τα οποία επίσης ενημερώθηκε η τελευταία με το προαναφερόμενο απαντητικό με αριθμό πρωτ. .../14-7-2011 έγγραφο της Διεύθυνσης Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος Νομού Λέσβου, Δήμου Λέσβου.

Πρέπει να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι επί της από 24 - 10 - 2011 αίτηση ακυρώσεως της κατηγορουμένης ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά, με την οποία ζήτησε την ακύρωση : α) της με αριθμό ...-2-2007 άδειας οικοδομής της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Μυτιλήνης της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Λέσβου και β) την από 14 - 2 - 2011 αναθεώρηση της άδειας αυτής, εκδόθηκε η με αριθμό 1668/2013 απόφαση του προαναφερομένου δικαστηρίου, με την οποία η ανωτέρω αίτηση απορρίφθηκε στο σύνολο της.

Πλήρως λοιπόν αποδείχθηκε κατά την κρίση του δικαστηρίου ότι η κατηγορουμένη γνώριζε την αναλήθεια των όσων ανέφερε στην προαναφερόμενη έγκληση της, πολύ δε περισσότερο αφού ήδη και πριν την υποβολή αυτής στις 17 - 5 - 2012, είχε ενημερωθεί για όλα τα προαναφερόμενα ζητήματα με το με αριθμό πρωτ. .../14-7-2011 ανωτέρω έγγραφο της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Δήμου Λέσβου, πολύ δε περισσότερο, αφού εκτός όλων των κατά τα ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών σχετικών με την γνώση της αναλήθειας των καταγγελομένων με την ανωτέρω έγκληση σε βάρος του εγκαλούντος, οι σχετικοί ανωτέρω ψευδείς ισχυρισμοί της θεμελιώθηκαν και σε προσωπικές αντιλήψεις, αφού είχε λάβει γνώση σωρείας απαντητικών εγγράφων της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Δήμου Λέσβου, μετά από σχετικές αιτήσεις της, οπότε είναι και αυτονόητη η σχετική γνώση της για τους ψευδείς ισχυρισμούς της (βλ.

Α.Π. 1879/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), ενώ επίσης γνώριζε ότι ο εγκαλών ουδέποτε κατέπεισε υπαλλήλους της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Λέσβου και ειδικότερα τους : 1) Χ. Κ., πολιτικό μηχανικό της Διεύθυνσης Δόμησης Λέσβου, 2) Ε. Μ. ως προϊσταμένης της Διεύθυνσης Δόμησης Λέσβου και 3) τα μέλη του ΣΧΟΠ Λέσβου και τα έτος 2010 δηλαδή τους :

α) Ν. Β., β) Ό. Κ. και γ) Κ. Π., να προβούν στις αναφερόμενες στην ανωτέρω έγκληση παράνομες και ευνοϊκές για τον εγκαλούντα ενέργειες στις οποίες μάλιστα ουδέποτε προέβηκαν αλλά αντίθετα αποδείχθηκε ότι αυτοί ενήργησαν εντός των ορίων της νομιμότητας των ανατεθέντων σε αυτούς υπό την υπηρεσία τους καθηκόντων, ενώ η ανωτέρω έγκληση της κατηγορουμένης, κατά το μέρος της που απέδιδε σε αυτούς την διάπραξη της αξιόποινης πράξης της παράβασης καθήκοντος (άρθρο 259 Π.Κ.), επίσης απορρίφθηκε με την ανωτέρω 25/2014 διάταξη της Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Μυτιλήνης.

Περαιτέρω από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι τα αναφερόμενα γεγονότα στην από 15 - 5 - 2012 έγγραφη έγκληση της κατηγορουμένης που κατατέθηκε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Μυτιλήνης, ήταν κατά τα ανωτέρω αποδειχθέντα ψευδή και η κατηγορουμένη τελούσε σε γνώση της αναλήθειας τους, έτσι δε όπως ήταν διατυπωμένα μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντα, καθώς ενείχαν αμφισβήτηση της προσωπικής και κοινωνικής του αξίας και του απέδιδαν την τέλεση αξιόποινων πράξεων, ενώ αυτά (ψευδή εν γνώσει της κατηγορουμένης καταγγελλόμενα γεγονότα) περιήλθαν σε γνώση τρίτων ατόμων και δη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Μυτιλήνης και τον γραμματέα αυτού, και των προανακριτικών υπαλλήλων που διενήργησαν την προκαταρκτική εξέταση κατόπιν της ανωτέρω εγκλήσεως της κατηγορουμένης.

Κατόπιν λοιπόν αυτών ο από το άρθρο 367 παρ. 1 Κ.Π.Δ. αυτοτελείς ισχυρισμούς της κατηγορουμένης, πρέπει να απορριφθεί, εφόσον δεν εφαρμόζεται κατ'άρθρο 367 παρ. 2 Κ.Π.Δ., αφού κατά τα ανωτέρω αποδείχθηκε ότι τέλεσε την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης σε βάρος του εγκαλούντος. Τέλος από όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη από τον χρόνο τέλεσης της πράξης της (17-5-2012) μέχρι και σήμερα συμπεριφέρθηκε καλά και εργάζεται διατηρώντας μια καντίνα, χωρίς να απασχολήσει με οποιονδήποτε τρόπο τις αρχές και τους κοινωνικούς εταίρους της και ως εκ τούτου πρέπει να γίνει δεκτό το αίτημα της για την αναγνώριση στο πρόσωπο της της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2ε Π.Κ.

Όσον αφορά όμως το αίτημα της για να αναγνωριστεί και η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α Π.Κ., αυτό πρέπει να απορριφθεί ως παντελώς αόριστο, αφού δεν εκτίθενται συγκεκριμένα ειδικότερα πραγματικά περιστατικά προηγούμενου έντιμου βίου, ενώ γίνεται απλή μνεία στην νομική διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2α Π.Κ.

Ενόψει όλων των παραπάνω πρέπει η κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχη για τις παραπάνω πράξεις με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2ε Π.Κ".

Ακολούθως το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα των παραπάνω αξιόποινων πράξεων, κατά τα αναγραφόμενα κατά λέξη στο διατακτικό της, ότι: "Α) Στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, εν γνώσει της καταμήνυσε άλλον ψευδώς ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν.

Συγκεκριμένα, την 17/5/2012 κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Μυτιλήνης και του Γραμματέα αυτού, την από 15/05/2012 έγγραφη έγκληση της σε βάρος - μεταξύ άλλων - του εγκαλούντα, Μ. Σ. του Δ., η οποία έλαβε αριθμό βιβλίου μηνύσεων ...1Q21 και στην οποία, μεταξύ άλλων, ανέφερε για τον εγκαλούντα (τον οποίο αποκαλεί εσφαλμένα "εναγόμενο") τα κάτωθι: "...ο εναγόμενος...

δυνάμει της υπ' αριθμ. ...-02-2007 οικοδομικής άδειας της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Λέσβου... ξεκίνησε εργασίες ανέγερσης οικοδομής με υπόγειο. Κατά την ανέγερση της οικοδομής κατέλαβε κοινόχρηστο χώρο... η ανεγειρόμενη οικοδομή δε φέρει θεμέλια υπό του εδάφους... προέβη σε καταγγελία στη Διεύθυνση Πολεοδομία...

το γεγονός ότι ο εναγόμενος μη τηρώντας... τον απαιτούμενο αντισεισμικό αρμό μεταξύ των δύο κτιρίων και μη θεμελιώνοντας το κτίριο του, παρά μόνο επιφανειακά, έχει ως συνέπεια στην ιδιοκτησία μου, που βρίσκεται χαμηλότερα από τη στάθμη θεμελίωσης του εναγομένου, να εξασκούνται ανεπίτρεπτα μεγάλες πιέσεις...

στο άμεσο μέλλον η οικία μου θα υποστεί καταστροφή... ο κ. Σ. κατέθεσε αίτηση αναθεώρησης της οικοδομικής άδειας προκειμένου να νομιμοποιήσει την αυθαιρεσία του και προβεί στη διόρθωση της παράβασης του αντισεισμικού αρμού. Αντί αυτού ο κ. Σ.... προέβη στην κάτωθι μεθόδευση και παράνομη πράξη την οποία ενέκρινε ο πρώτος των μηνυομένων (Ν.

Β.), αρμόδιος επί τούτου υπάλληλος της Πολεοδομίας, προβαίνοντας μαζί με τον δεύτερο (Ε. Μ.), Προϊστάμενο της Πολεοδομίας και τελευταίο ελεγκτή, στην αναθεώρηση της άδειας. Συγκεκριμένα... το τμήμα της οικοδομής το οποίο αποτελούσε πρώτο όροφο αυτής δυνάμει της άδειας "βαπτίστηκε" υπόγειο, χωρίς να πληροί τις προϋποθέσεις χαρακτηρισμού του ως τέτοιου...το υπόλοιπο και μέχρι το έδαφος μπαζωμένο τμήμα της οικοδομής στο οποίο τοποθετείται το υπόγειο...

η οικοδομική άδεια θεωρεί "ακάλυπτο χώρο"... θεωρώντας η αναθεωρημένη άδεια τον μπαζωμένο όγκο... ως ακάλυπτο χώρο τον απαλλάσσει... από την υποχρέωση αρμού διαστολής...οι ως άνω λανθασμένοι εκούσια και παραβατικά νομικοί χαρακτηρισμοί έρχονται να καταργήσουν κάθε έννοια και σκοπό πνεύματος από το οποίο διέπεται ο Κτηριοδομικός Κανονισμός...

και αυτό μόνο και μόνο για να απαλλαγεί ο ιδιοκτήτης του οικοπέδου... δόθηκε έγκριση μερικής συνέχισης εργασιών στην ιδιοκτησία Σ.... δόθηκε άδεια διαμόρφωσης σε μία οικοδομή που δεν έχει τελειώσει... νομιμοφανή κάλυψη από τα όργανα της πολεοδομίας για τη διάπραξη παράνομης πράξης εκ μέρους του κ. Σ.... η Διεύθυνση Πολεοδομίας...

φοβούμενοι την αντίδραση μου προέβησαν σε δεύτερη παρανομία... έδωσαν "έγκριση διαμόρφωσης ακάλυπτων χώρων" με την από 14-2-2011 αναθεώρηση, ώστε να επιχωματωθεί το μπαζωμένο σκυροδετημένο τμήμα... απαιτείται γμωμοδότηση του ΣΧΟΠ έγκριση από το Δήμο. Τέτοια όμως έγκριση δεν μπορούσε να δοθεί... απήλλαξε η Πολεοδομία...

τον κ. Σ. από αυτήν την υποχρέωση βαπτίζοντας και πάλι την επιχωμάτωση ως κάλυψη ακάλυπτων χώρων... έχτισε πέριξ του μπαζωμένου όγκου ένα τοίχος από σκυρόδεμα χωρίς άδεια, το οποίο βαπτίστηκε κάλυψη ακάλυπτου χώρου... με τις ευλογίες των οργάνων της Πολεοδομίας..η κ Μ. και ο .. κ Κ. διενέργησαν αυτοψία... αντί να επιβάλουν, ως είχαν υποχρέωση κάποιο πρόστιμο...

δικαιολόγησαν εκεί που κάποτε επέβαλλαν πρόστιμο τη μη ύπαρξη αντισεισμικού αρμού... ο τέταρτος και πέμπτος (Μ. Σ.) θεωρώ πως είναι οι ηθικοί αυτουργοί και ωφελημένοι από την παράνομη πράξη των ως άνω υπαλλήλων...".

Τα ως άνω όμως καταγγελθέντα διά της εγκλήσεως της κατηγορουμένης ήταν ψευδή και η ίδια τελούσε εν γνώσει της αναλήθειας αυτών, καθόσον στην πραγματικότητα ο εγκαλών Μ. Σ., σε ό,τι αφορά στην οικοδομή ιδιοκτησίας του, στην συνοικία "..." Μυτιλήνης, δεν υπέπεσε σε πολεοδομικές παραβάσεις, δεν κατέλαβε κοινόχρηστο χώρο, ούτε έθεσε σε κίνδυνο την οικοδομή ιδιοκτησίας της κατηγορουμένης, ενώ περαιτέρω ουδέποτε κατέπεισε υπαλλήλους της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Λέσβου να προβούν στις αναφερόμενες στην έγκληση της κατηγορουμένης παράνομες, ευνοϊκές για τον ίδιο, ενέργειες, ενέργειες, στις οποίες, μάλιστα, οι τελευταίοι ουδέποτε προέβησαν.

Η ανωτέρω έγκληση από την κατηγορουμένη έγινε εν γνώσει της αναλήθειας των σε αυτήν αναφερομένων γεγονότων, στην πράξη της δε αυτή προέβη με μοναδικό σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη του εγκαλούντος για αξιόποινες πράξεις και δη αυτή της ηθικής αυτουργίας σε παράβαση καθήκοντος της υπεξαγωγής εγγράφων, πλην όμως οι ισχυρισμοί της κρίθηκαν ουσιαστικά αβάσιμοι και έτσι η ανωτέρω έγκλησή της απερρίφθη δυνάμει της υπ' αριθμ. 125/2014 διάταξης της Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Μυτιλήνης, κατά της οποίας δεν ασκήθηκε εμπρόθεσμα προσφυγή.

Β) Στον ανωτέρω τόπο και χρόνο ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτου για άλλο γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή του, τα δε ανωτέρω γεγονότα ήταν ψευδή και η κατηγορουμένη τελούσε εν γνώσει της αναλήθειας αυτών. Συγκεκριμένα, την 17/05/2012 κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Μυτιλήνης και του Γραμματέα αυτού την ανωτέρω από 15/5/2012 έγγραφη έγκλησή της σε βάρος - μεταξύ άλλων - του εγκαλούντα, Μ. Σ. του Δ., και ανέφερε για αυτόν, τα όσα αναλυτικά αναφέρονται στην ανωτέρω υπό στοιχείο (Α) πράξη. Τα ως άνω όμως κατατεθέντα ενώπιον του ανωτέρω Εισαγγελέα και του Γραμματέα αυτού, ήταν ψευδή - κατά το μέτρο που αναφέρθηκε στην υπό στοιχείο (Α) πράξη - και η κατηγορούμενη τελούσε εν γνώσει της αναλήθειας αυτών, μπορούσαν δε να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του εγκαλούντα, καθώς ενείχαν αμφισβήτηση της προσωπικής και κοινωνικής του αξίας και τους απέδιδαν την τέλεση αξιόποινων πράξεων, ενώ περιήλθαν σε γνώση τρίτων ατόμων και δη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Μυτιλήνης και του Γραμματέα αυτού, καθώς και των ανακριτικών υπαλλήλων που διενήργησαν την προκαταρκτική εξέταση που διενεργήθηκε κατόπιν της εγκλήσεως που κατέθεσε η κατηγορουμένη".

Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη, από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν και συγκροτούν την αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης για τις οποίες καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, παρατίθενται κατά το είδος τους τα αποδεικτικά μέσα τα οποία λήφθηκαν υπόψη και από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που εκτέθηκαν και από τα οποία οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή αυτών (περιστατικών) στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 16, 17,18, 26 § 1 α', 27, 51, 53, 57,61,63,65,68, 79, 94, 229 §§ 1 και 3 και 363 - 362 του ισχύοντος μέχρι 31-6-2019 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε αυτές, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, ούτε το πόρισμα της απόφασης, ως συνδυασμός αιτιολογικού και διατακτικού είναι ασαφές, αντιφατικό ή με λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.

Σημειώνεται ότι στην κρινόμενη περίπτωση εφαρμόζονται, σύμφωνα με την αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, η οποία καθιερώνεται στη διάταξη του άρθρου 2 § 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ (όπως και στην ταυτάριθμη διάταξη του προϊσχύσαντος ΠΚ), οι διατάξεις των άρθρων 229 §§ 1 και 3 και 363 - 362 του ισχύοντος μέχρι 31-6-2019 ΠΚ, (δεύτερο άρθρο του Ν.4619/2019 και μεταβατική διάταξη του άρθρου 460 αυτού, με τις οποίες τέθηκε σε ισχύ από 1-7-2019 ο νέος ΠΚ), ως επιεικέστερες, ενόψει του ότι οι ποινές που προβλέπονται από το νεώτερο νόμο για τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα είναι βαρύτερες.

Συγκεκριμένα, για μεν την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης, η προϊσχύσασα διάταξη προέβλεπε ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους, ενώ η αντίστοιχη διάταξη του νέου ΠΚ προβλέπει ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή και για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης η μεν προϊσχύσασα διάταξη προέβλεπε ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών και δυνητικά και χρηματική ποινή, η δε ισχύουσα από 1-7-2019 διάταξη προβλέπει ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών και σωρευτικά και χρηματική ποινή.

Περαιτέρω, ως προς την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, στο σκεπτικό και στο διατακτικό αυτής, που επιτρεπτά αλληλοσυμπληρώνονται, εκτίθενται με επάρκεια και πληρότητα όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα. Συγκεκριμένα, εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την κατά τα παραπάνω ποινικά επιλήψιμη συμπεριφορά της κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας, προσδιορίζονται με ακρίβεια κατά τόπο, χρόνο και λοιπές περιστάσεις, το περιεχόμενο της ψευδούς από 15-5-2012 έγκλησης, που αυτή υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Μυτιλήνης και του Γραμματέα αυτού σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος Μ.

Σ., με σκοπό να προκαλέσει την ποινική του δίωξη και ταυτόχρονα να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του, αφού ρητά και με σαφήνεια σημειώνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι τα συγκεκριμένα γεγονότα ήταν πρόσφορα, ως αντιτιθέμενα στην ηθική και την ευπρέπεια, να προσβάλλουν την τιμή και την υπόληψή του, αφού όπως επισημαίνεται στην απόφαση ενείχαν αμφισβήτηση της προσωπικής και κοινωνικής του αξίας.

Τέλος εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση ποια ήσαν τα αληθή πραγματικά περιστατικά τα οποία η ίδια η αναιρεσείουσα προσωπικά γνώριζε, σε αντίθεση με τα συγκεκριμένα ψευδή και προσβλητικά της τιμής του εγκαλούντος-πολιτικώς ενάγοντος, την αναλήθεια των οποίων επίσης η ίδια γνώριζε από προσωπική της αντίληψη, στοιχείο που συνάγεται από τη φύση της συγκεκριμένης υπόθεσης και της εντεύθεν μεταξύ τους διένεξης, συνιστάμενης σε διαφορά αυτών σχετικά με όμορα ακίνητά τους, ενώ από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα, πριν από την υποβολή της ως άνω από 15-5-2012 έγκλησής της, είχε ενημερωθεί αρμοδίως, με το υπ' αριθμ.

πρωτ. .../14-7-2011 έγγραφο της Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Δήμου Λέσβου, για την πραγματική και νομική κατάσταση του ακινήτου του πολιτικώς ενάγοντος σχετικά με όλα τα αναφερόμενα στην έγκλησή της ζητήματα, ενώ είχε λάβει από την ίδια Υπηρεσία σωρεία απαντητικών σε δικά της ερωτήματα εγγράφων σχετικά με το ίδιο θέμα.

Κατόπιν τούτου, σύμφωνα και με όσα αναγράφονται στη παρατιθέμενη στην αρχή της παρούσας σχετική νομική σκέψη, για τη θεμελίωση της συνδρομής του στοιχείου του άμεσου δόλου, δεν ήταν απαραίτητη στην κρινόμενη περίπτωση η παράθεση ειδικότερων περιστατικών, αφού η γνώση της αναιρεσείουσας θεμελιώνεται σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης σε προσωπική της αντίληψη και όσα αντίθετα υποστηρίζονται από την αναιρεσείουσα κρίνονται απορριπτέα, όπως και οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας που αναφέρονται σε διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, διότι κατά την άποψή της από αυτά συνάγονται διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα, στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας, οι οποίες είναι απαράδεκτες, αφού συνιστούν αμφισβήτηση των σε βάρος αυτής (αναιρεσείουσας) ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της και με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Κατά συνέπεια, ο προβαλλόμενος, από τη διάταξη του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ μοναδικός λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, όπως και η αίτηση αναίρεσης, και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων (άρθρα 476 § 1, 513 § 1 και 583 § 1 του ΚΠΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθμόν 14025/2018 από 17-12-2018 αίτηση της Ε. Π. του Ι., κατοίκου ... (οδός ...), για αναίρεση της υπ' αριθμόν 174/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Βορείου Αιγαίου.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Αυγούστου 2019.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Δεκεμβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ