Legislator Case Law & Legislation
1894/2017 AI generated

Supreme Court dismisses second appeal as time-barred after client withdrew first appeal within the legal period.

Case Number 1894/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's second appeal against a second-instance judgment because it was filed after the statutory thirty-day deadline had expired. Although the appellant had previously withdrawn their first appeal, the court held that this withdrawal did not reset the time limit for a new appeal. Consequently, the court ruled the second appeal inadmissible and ordered the appellant to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 555, 295, 297, 570, 577, 495, 614 of the Code of Civil Procedure; A second appeal filed after the statutory period expires is inadmissible, even if the appellant previously withdrew a prior appeal within the time limit.

Keywords

AI generated
second appeal time limit withdrawal of appeal inadmissible appeal Code of Civil Procedure statutory deadline legal costs insurance dispute

Cited Legislation

AI generated
Art. 555 of the Code of Civil Procedure
Art. 295 of the Code of Civil Procedure
Art. 297 of the Code of Civil Procedure
Art. 570 of the Code of Civil Procedure
Art. 577 of the Code of Civil Procedure
Art. 495 of the Code of Civil Procedure
Art. 614 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1894 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1894/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Άλληβοηθητικού Ταμείου - Σωματείου του Α.Κ. - Ιδιωτικού Ασφαλιστικού Οργανισμού Επικουρικής Ασφάλισης με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΕΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΙΟΝΙΚΗΣ - ΛΑΪΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καρούζο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Β. Κ. του Ι., συζ. Ι. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Χαραλάμπη, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/5/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5725/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 843/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 23/5/2017 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 555 του ΚΠολΔ δεύτερη αναίρεση του ίδιου διαδίκου κατά της ίδιας απόφασης ως προς το ίδιο ή άλλο κεφάλαιο δεν επιτρέπεται. Όμως, σε περίπτωση νομότυπης παραίτησης του διαδίκου από το δικόγραφο της αναίρεσης δεν εμποδίζεται η άσκηση νέας αίτησης αναίρεσης, αφού, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 295 και 299 του ΚΠολΔ, η παραίτηση αυτή έχει ως αποτέλεσμα ότι η αναίρεση θεωρείται πως δεν ασκήθηκε.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 297 του ίδιου Κώδικα η παραίτηση από το δικόγραφο της αναίρεσης γίνεται με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου. Μάλιστα η μη εφαρμογή της άνω διάταξης του άρθρου 555 ΚΠολΔ δικαιολογείται και όταν η παραίτηση από το δικόγραφο προγενέστερης αίτησης αναίρεσης περιέχεται στο δικόγραφο της νέας αίτησης αναίρεσης που κοινοποιείται στον αναιρεσίβλητο μέχρι τη συζήτηση της αίτησης αυτής, εφόσον βεβαίως δεν έχει ήδη συζητηθεί η προγενέστερη αίτηση (ΟλΑΠ 25, 27/2005).

Αναγκαία προϋπόθεση όμως για την άσκηση της νέας αίτησης αναίρεσης, μετά από παραίτηση του αναιρεσείοντος από το δικόγραφο της πρώτης, είναι να μην έχει παρέλθει η εκ του νόμου οριζομένη προθεσμία για την άσκηση αυτής (ΑΠ 1249/2012, σχετ. ΑΠ 1752/2013, ΑΠ 1586/2002, ΑΠ 980/1997). Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 564 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης.

Κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, η οριζόμενη από αυτήν τριακονθήμερη προθεσμία αρχίζει από την επομένη ημέρα της επίδοσης της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, καθόσον με τη διάταξη αυτή καθορίζεται απλώς η διάρκεια της προθεσμίας και το γεγονός που την κινεί, ενώ ο τρόπος υπολογισμού της προθεσμίας ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 144 παρ.1 του ΚΠολΔ, κατά την οποία οι προθεσμίες που ορίζονται από το νόμο αρχίζουν από την επομένη ημέρα μετά την επίδοση του σχετικού εγγράφου (ΑΠ 124/2013, ΑΠ 104/2008).

Στην ως άνω προθεσμία των τριάντα ημερών δεν υπολογίζεται το χρονικό διάστημα από 1ης έως 31ης Αυγούστου, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 147 του ιδίου Κώδικα. Η προθεσμία αυτή, ως δικονομική κατά την έννοια των άρθρων 144 - 151 του ΚΠολΔ, διακρίνεται από τις καθοριζόμενες στα άρθρα 240 - 246 του ΑΚ προθεσμίες του ουσιαστικού δικαίου, η δε άπρακτη παρέλευση αυτής επιφέρει έκπτωση του διαδίκου από το δικαίωμα επιχείρησης της διαδικαστικής πράξης, σύμφωνα με το άρθρο 151 του ιδίου Κώδικα, ήτοι εν προκειμένω της άσκησης της αίτησης αναίρεσης.

Εξ άλλου η διάταξη του άρθρου 279 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "στις περιπτώσεις που ο νόμος ή τα μέρη ορίζουν προθεσμία μέσα στην οποία πρέπει να ασκηθεί το δικαίωμα (αποσβεστική προθεσμία) εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την παραγραφή", έχει την έννοια ότι ανάλογη εφαρμογή και στην αποσβεστική προθεσμία των διατάξεων για την παραγραφή, στις οποίες περιλαμβάνεται και εκείνη της παρ. 2 του άρθρου 263 του ΑΚ, κατά την οποία αν ο δικαιούχος μέσα σε έξι μήνες εγείρει και πάλι την αγωγή από την οποία παραιτήθηκε ή η οποία απορρίφθηκε για τυπικούς λόγους η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την αρχική αγωγή, χωρεί εφόσον αυτές δεν προσκρούουν στον επιδιωκόμενο με κάθε μία συγκεκριμένη αποσβεστική προθεσμία σκοπό (ΟλΑΠ 145/1970, ΑΠ 1861/2005, ΑΠ 1450/1998, ΑΠ 684/1992).

Ειδικότερα οι διατάξεις αυτές του ουσιαστικού δικαίου δεν εφαρμόζονται, ούτε και αναλόγως, επί δικονομικών προθεσμιών, όπως είναι οι προθεσμίες για την άσκηση ενδίκων μέσων, στα οποία περιλαμβάνεται και η αναίρεση, αφού με αυτήν δεν ασκείται από τον διάδικο ουσιαστικό δικαίωμα, ούτε ζητείται η ικανοποίηση αξίωσης του ουσιαστικού δικαίου, αλλά με αυτήν, έχουσα χαρακτήρα επιτευκτικής διαδικαστικής πράξης, ο διάδικος διώκει έναντι της πολιτείας την ακύρωση τελεσίδικης δικαστικής απόφασης για παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου ή για δικονομικές παραβάσεις.

Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή άλλωστε θα οδηγούσε σε καταστρατήγηση των αποκλειστικών προθεσμιών για την άσκηση ενδίκων μέσων και ειδικότερα επί αναίρεσης της παρ.1 του άρθρου 564 του ΚΠολΔ και θα καθιστούσε ουσιαστικά χωρίς αντικείμενο τη ρύθμιση του άρθρου 569 παρ.1 του ιδίου Κώδικα, με την οποία παρέχεται στον αναιρεσείοντα η δυνατότητα υποβολής προσθέτων λόγων αναίρεσης, ακόμη και αν στην αίτηση αναίρεσης δεν περιέχεται κανένας λόγος τυπικά παραδεκτός και ορισμένος, διάταξη που αποτελεί αντιστάθμισμα τόσο της απαγόρευσης άσκησης δεύτερης αναίρεσης, όσο και της τυχόν αδυναμίας σύνταξης ενός πλήρους δικογράφου αναίρεσης, λόγω της βραχύτητας του χρόνου, ιδίως στις περιπτώσεις ανάγκης υποβολής αίτησης αναστολής (άρθ. 565 του ΚΠολΔ) λόγω επικειμένης αναγκαστικής εκτέλεσης.

Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 577 παρ.1 και 2 του ιδίου Κώδικα, το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και αν αυτή δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι το εμπρόθεσμο της άσκησης της αίτησης αναίρεσης, που αποτελεί προϋπόθεση για το παραδεκτό της, ο Άρειος Πάγος το εξετάζει όχι μόνο κατ' ένσταση αλλά και αυτεπαγγέλτως, με βάση τα αποδεικτικά έγγραφα που βρίσκονται στη δικογραφία (ΟλΑΠ 412/1981).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των προσκομιζομένων διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Από την μετ' επικλήσεως προσκομιζομένη από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη υπ' αριθμό ... Ιουλίου 2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ. Μ., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της αναιρεσιβαλλομένης με αριθμό 843/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών επιδόθηκε νόμιμα στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ταμείο - σωματείο με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΕΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΙΟΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ (ΤΑΠΙΛΤΑΤ)" στις 22 Ιουλίου 2015, με επιμέλεια της αναιρεσίβλητης.

Συνεπώς η ανωτέρω προθεσμία των τριάντα (30) ημερών για την άσκηση αίτησης αναίρεσης άρχισε την επομένη ημέρα της ως άνω επίδοσης, ήτοι στις 23 Ιουλίου 2015 και έληξε στις 19.00 μμ της τελευταίας (τριακοστής) ημέρας που ήταν η 21η Σεπτεμβρίου 2015, ημέρα Δευτέρα (μετά από αφαίρεση του από 1ης έως 31ης Αυγούστου χρονικού διαστήματος).

Εντός της πιο πάνω προθεσμίας το αναιρεσείον άσκησε εμπροθέσμως στις 17 Σεπτεμβρίου 2015 την αρχική από 4.9.2015 αίτηση αναίρεσης κατά της ως άνω με αριθμό 843/2015 απόφασης του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, που κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδόσαντος την εν λόγω απόφαση Δικαστηρίου με αριθμό 839/17.9.2015. Η ως άνω αρχική αίτηση αναίρεσης προσδιορίσθηκε αρχικά προς συζήτηση κατά την δικάσιμο της 8ης Μαρτίου 2016 και μετά από αναβολή κατά τη δικάσιμο της 25ης Απριλίου 2017.

Κατά την εν λόγω δικάσιμο και ενώ είχε ήδη κατατεθεί η από 26.2.2016 απορριπτική εισήγηση επί της ως άνω αίτησης αναίρεσης από τον ορισθέντα εισηγητή - αρεοπαγίτη, το αναιρεσείον με δήλωσή του παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, με συνέπεια αυτή να θεωρείται ότι δεν έχει ασκηθεί. Στη συνέχεια το αναιρεσείον άσκησε την ένδικη από 23 Μαΐου 2017 ένδικη αίτηση αναίρεσης κατά της αυτής ως άνω απόφασης του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδόσαντος την εν λόγω απόφαση Δικαστηρίου στις 24 Μαΐου 2017 με αριθμό 314/24.5.2017.

Έτσι όμως η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε μετά την πάροδο της αποκλειστικής προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης που είχε λήξει ήδη στις 21 Σεπτεμβρίου 2015 και επομένως είναι εκπρόθεσμη, όπως βασίμως ισχυρίζεται κατ' ένσταση και η αναιρεσίβλητη με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες στις 4.9.2017 προτάσεις της (άρθ. 570 παρ.1 του ΚΠολΔ) και ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο τούτο, σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ.1 και 2 του άρθρου 577 του ΚΠολΔ.

Δεν έχει δε ανάλογη εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση η διάταξη του άρθρου 263 παρ.2 του ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 279 του ιδίου Κώδικα, εφόσον πρόκειται περί δικονομικής προθεσμίας, και κατά συνέπεια δεν ασκεί έννομη επιρροή το γεγονός ότι η ένδικη (δεύτερη) αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εντός τριάντα ημερών από τις 25 Απριλίου 2017, ημερομηνία παραίτησης του αναιρεσείοντος από το δικόγραφο της αρχικής από 17.9.2015 αίτησης αναίρεσης αυτού, απορριπτομένου ως αβασίμου του περί αντιθέτου ισχυρισμού του αναιρεσείοντος.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκησή της παραβόλου στο δημόσιο ταμείο, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ.3 εδ. ε του ΚΠολΔ, το οποίο ορθώς καταβλήθηκε για την άσκηση αυτής, εφόσον πρόκειται περί διαφοράς προερχομένη από ασφαλιστική σχέση (άρθ. 614 αριθ.4 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015) και κατά συνέπεια δεν εμπίπτει στις εξαιρέσεις του τελευταίου εδαφίου της παρ.3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ που αφορούν διαφορές από παροχή εξαρτημένης εργασίας ή από αμοιβές συγκεκριμένων κατηγοριών προσώπων (άρθ. 614 αριθ.3 και 5 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015).

Τέλος πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του (άρθρ. 176 και 183 του ΚΠολΔ), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23.5.2017 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 843/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Οκτωβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Νοεμβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ