Legislator Case Law & Legislation
1894/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against arbitration award citing no violation of public order or fundamental rights.

Case Number 1894/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to annul a final court decision that had previously dismissed an appeal against an arbitration award. The appellant argued the lower court erred in upholding the arbitration award, but the court found no violation of substantive law or public order. Consequently, the appeal was dismissed because the appellant failed to appear at the hearing.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 897(6) of the Code of Civil Procedure; An appeal against a decision annulling an arbitration award is inadmissible if the decision did not violate public order or fundamental rights, and the appellant's failure to appear precludes participation in the proceedings.

Keywords

AI generated
annulment of arbitration award public order violation fundamental rights failure to appear substantive law violation

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 897(6) of the Code of Civil Procedure
Article 568(2), (3) and (4) of the Code of Civil Procedure
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1894 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1894/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Μ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρίστο Καραμπάγια που ανακάλεσε την από 25-4-2014 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

Της αναιρεσιβλήτου: Σ. Σ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-5-2012 αγωγή του αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Τριμελές Εφετείο Λάρισας. Εκδόθηκαν 318/2013 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου την αναίρεση της οποίας ζητά ο αναιρεσείων με την από 30-10-2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 3-4-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από την προσκομιζομένη από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθμ. 5023Γ'/ 20-12-2013 έκθεση του δικαστικού επιμελητού Λαρίσης Α. Π., προκύπτει ότι αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως με την επ' αυτής πράξη προσδιορισμού της αναφερομένης στην αρχή της παρούσης δικασίμου (28-4-2014) και κλήση προς συζήτηση κατά την δικάσιμο αυτή έχει επιδοθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος που επισπεύδει την συζήτηση, στην αναιρεσίβλητο (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, εφόσον αυτή δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την εκ του πινακίου εκφώνηση της υποθέσεως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση χωρίς την παρουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση προσβάλλεται η, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, εκδοθείσα, κατά τη διαδικασία των άρθρων 670 έως 673 και 675 έως 676 Κ.Πολ.Δ., υπ' αριθ.318/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Λαρίσης με την οποία απερρίφθη η από 16-5-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος περί ακυρώσεως της κατατεθειμένης στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαρίσης με αύξοντα αριθμό 1/6-2-2012 οριστικής διαιτητικής αποφάσεως, η οποία εκδόθηκε επί διαφοράς εκ συμβάσεως έργου μεταξύ αυτού και της ήδη αναιρεσιβλήτου.

Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.

ΑΠ 27 και 28/1998). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου για την επέλευση της εννόμου συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Έτσι, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να αντιστοιχεί πλήρως προς τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Ολ.Α.Π. 13/1995).

Εξάλλου, οι λόγοι ακυρώσεως διαιτητικής αποφάσεως ανήκουν στο ουσιαστικό δίκαιο και ως εκ τούτου ελέγχονται αναιρετικώς με τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π.1334/2008).Ειδικότερα στα άρθρα 885 αριθ. 2 και 897 αριθ. 2 του Κ.Πολ.Δ. ορίζεται, αντιστοίχως, ότι: "Η συμφωνία για διαιτησία παύει να ισχύει, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στην ίδια, 1.......2) αν περάσει η προθεσμία της ισχύος της συμφωνίας που ορίστηκε από την ίδια τη συμφωνία ή η προθεσμία για την έκδοση της διαιτητικής απόφασης...." και ότι: "Η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί, ολικά ή εν μέρει μόνο με δικαστική απόφαση για τους επομένους λόγους 1......2) αν εκδόθηκε αφού η συμφωνία για τη διαιτησία έπαυσε να ισχύει".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η διαιτητική απόφαση υπόκειται σε ακύρωση, (και) όταν εκδόθηκε αφού είχε περάσει η συμφωνημένη από τα συμβαλλόμενα μέρη προθεσμία εκδόσεώς της. Η καθοριζομένη από τα μέρη, κατά την έγγραφη συμφωνία της διαιτησίας, προθεσμία εκδόσεως της διαιτητικής αποφάσεως είναι δυνατόν αναλόγως με την βούληση των μερών, να αποτελεί είτε διαλυτική προθεσμία, εντός της οποίας οι διαιτητές οφείλουν να εκδώσουν τη διαιτητική απόφαση, και η παρέλευσή της χωρίς να εκδοθεί απόφαση, συνεπάγεται την παύση της συμφωνίας διαιτησίας, είτε ενδεικτική προθεσμία, η παρέλευση της οποίας δεν συνεπάγεται και την παύση της συμφωνίας για διαιτησία.

Η ενδεικτική φύση αυτής της προθεσμίας, αν τέτοια βούληση των μερών δεν προκύπτει σαφώς, μπορεί να προκύπτει από το ότι τα μέρη ανέθεσαν στους διαιτητές την παράταση της προθεσμίας εκδόσεως της διαιτητικής αποφάσεως και πέραν της προθεσμίας που έχει ορισθεί, χωρίς τη συναίνεση εκείνων (μερών). Η παύση της ισχύος της διαιτητικής συμφωνίας επέρχεται με την παρέλευση της εν λόγω αποκλειστικής προθεσμίας και υπό την προϋπόθεση ότι δεν έλαβε χώρα μεταγενεστέρα συμφωνία των μερών, ρητή ή σιωπηρά, με την οποία ορίσθηκε νέα προθεσμία διαιτητικής επιλύσεως της διαφοράς.

Τέτοια νέα σιωπηρά συμφωνία των μερών είναι έγκυρη καίτοι δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος, υπάρχει δε και όταν οι διάδικοι ή ο έχων ειδική πληρεξουσιότητα δικηγόρος τους, μετά την παρέλευση της προθεσμίας, εμφανισθούν ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου και συμμετάσχουν στη διαιτητική διαδικασία, χωρίς να προβάλουν την ήδη επελθούσα παύση της συμφωνίας για διαιτησία (Α.Π. 1975/2009, 2020/2009,170/2000 ).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο, απορρίπτοντας τον λόγο ακυρώσεως της διαιτητικής αποφάσεως, διότι εξεδόθη μετά την παύση ισχύος της διαιτητικής συμφωνίας, λόγω παρελεύσεως της προθεσμίας που καθορίσθηκε με αυτήν προς έκδοση της διαιτητικής αποφάσεως, διέλαβε στην απόφασή του τα εξής: "Με το υπ' αριθμ. 3729/17.10.2007 "Προσύμφωνο μεταβιβάσεως ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και σύμβαση εργολαβίας" του συμβολαιογράφου..., η εναγομένη οικοπεδούχος συμφώνησε με τον ενάγοντα, πολιτικό μηχανικό, να αναγείρει στο οικόπεδό της..., που βρίσκεται...στη Λάρισα, τριώροφη οικοδομή με το σύστημα της αντιπαροχής.

Με τον 18ο όρο του άνω προσυμφώνου ορίσθηκε ότι κάθε διένεξη, διαφωνία και διαφορά μεταξύ των συμβαλλομένων μερών προκύψει εξ αιτίας ή εξ αφορμής της συμβάσεως θα λύεται διαιτητικά από τον Πρόεδρο Πρωτοδικών Λάρισας, ο οποίος διορίζεται από τα μέρη ως διαιτητής, βάσει των διατάξεων... περί διαιτησίας του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας...

Ο διαιτητής οφείλει να εκδώσει την απόφαση του το βραδύτερο εντός είκοσι (20) ημερών από τον διορισμό του. Ο ενάγων,... επικαλούμενος υπαιτιότητα της εναγομένης και τον άνω περί διαιτησίας όρο, με την από 12.05.2011 αίτησή του... ζήτησε να ορισθεί Πρόεδρος Πρωτοδικών ως διαιτητής. Ο Προϊστάμενος του Πρωτοδικείου Λάρισας, με την... 165/13.05.2011 πράξη του, όρισε, ως μοναδικό διαιτητή για την επίλυση της ...

διαφοράς, την υπηρετούσα στο Δικαστήριο αυτό Πρόεδρο Πρωτοδικών... Σε αυτήν κατέθεσε ο ενάγων την από 23.05.2011 και με αριθ. κατάθεσης 1/2011 αίτηση-αγωγή του, η οποία προσδιορίστηκε για την δικάσιμο της 27.06.2011 και μετά από αναβολή για την δικάσιμο της 25.10.2011. Η εναγομένη, στη συνέχεια ... ζήτησε και αυτή το διορισμό διαιτητή για την επίλυση των διαφορών που προέκυψαν από την ίδια σύμβαση και με την ...262/22.07.2011 πράξη του, ο Προϊστάμενος του Πρωτοδικείου Λάρισας, όρισε την ίδια ως άνω Πρόεδρο Πρωτοδικών ως διαιτητή, στην οποία και η εναγομένη απηύθυνε την από 25.07.2011 ...

αίτηση-αγωγή της, από την οποία στη συνέχεια παραιτήθηκε με την άσκηση της από 10.08.2011... νέας αίτησης - αγωγής της, για την οποία ορίστηκε δικάσιμος η 12.9.2011. Τέλος ο ενάγων, με την από 12.09.2011 αίτησή του, ζήτησε εκ νέου το διορισμό διαιτητή για την επίλυση περαιτέρω διαφορών που προέκυψαν από την ίδια σύμβαση και με την....332/22.09.2011 πράξη του, ο Προϊστάμενος του Πρωτοδικείου Λάρισας, όρισε την ίδια ως άνω Πρόεδρο Πρωτοδικών ως διαιτητή, στην οποία ο ενάγων απηύθυνε την από 23.09.2011...αίτηση- αγωγή του, η οποία προσδιορίστηκε για την δικάσιμο της 25.10.2011.

Μετά δε τη διεξαγωγή της διαιτητικής διαδικασίας, κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, εκδόθηκε από την ως άνω Διαιτητή, στις 6-2-2012 η υπ' αριθμ. 1/2012 διαιτητική απόφαση, με την οποία απορρίφθηκαν στο σύνολο τους οι από 23.05.2011 και 23.09.2011 αγωγές του νυν ενάγοντος, έγινε δεκτή η από 10.08.2011 αγωγή της ήδη εναγομένης και αναγνωρίστηκε ότι ο νυν ενάγων-εργολάβος, από 20.07.2011, έχει κηρυχθεί έκπτωτος, καθώς και ότι κατέπεσε υπέρ της νυν εναγομένης-οικοπεδούχου το ποσό της εργολαβικής εγγύησης ύψους 25.000,00 ευρώ, ενώ υποχρεώθηκε ο τελευταίος να της καταβάλει και το ποσό των 14.350,00 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής ως περαιτέρω ζημία της που προκλήθηκε από υπαιτιότητα του εργολάβου.

Από τα προαναφερθέντα είναι προφανές ότι η καθοριζόμενη από τα μέρη, κατά την έγγραφη συμφωνία της διαιτησίας, προθεσμία έκδοσης της διαιτητικής απόφασης των είκοσι (20) ημερών, που άρχιζε την επομένη του ορισμού της ως άνω διαιτητή, δηλαδή στις 13.05.2011, στις 22.07.2011 και στις 22.09.2011, δεν αποτελούσε διαλυτική προθεσμία, εντός της οποίας η ορισθείσα διαιτητής όφειλε να εκδώσει τη διαιτητική απόφαση, και η παρέλευσή της χωρίς να εκδοθεί απόφαση, συνεπάγονταν την παύση της συμφωνίας διαιτησίας, αλλά αποτελούσε ενδεικτική προθεσμία, η παρέλευση της οποίας δεν συνεπάγεται και την παύση της συμφωνίας για διαιτησία.

Η ενδεικτική φύση αυτής της προθεσμίας, προκύπτει σαφώς, από το ότι, κατά την δικάσιμο της 25.10.2011, οπότε και είχε παρέλθει η εν λόγω αποκλειστική προθεσμία, (στις 12.10.2011, είχε παρέλθει το 20ήμερο από τον τελευταίο διορισμό της διαιτητή) οι έχοντες ειδική πληρεξουσιότητα δικηγόροι των διαδίκων μερών, μετά την παρέλευση της προθεσμίας, εμφανίσθηκαν ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου και συμμετείχαν στη διαιτητική διαδικασία μετά των διαδίκων-εντολέων τους, χωρίς να προβάλουν την ήδη επελθούσα παύση της συμφωνίας για διαιτησία.

Η παράλειψη αυτή συνιστά ανεπιφύλακτη συμμετοχή των διαδίκων στην διαιτητική δίκη...Κατά συνέπεια, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, έλαβε χώρα μεταγενέστερη σιωπηρή συμφωνία των μερών, με την οποία τα μέρη ανέθεσαν στην διαιτητή και την παράταση της προθεσμίας έκδοσης της διαιτητικής απόφασης και πέραν της προθεσμίας που είχε οριστεί για την επίλυση της διαφοράς.

Τέλος, ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι ο συμφωνηθείς από τα μέρη χρόνος έναρξης της άνω προθεσμίας των είκοσι (20) ημερών, "από του διορισμού του διαιτητή", όπως ορίζεται με την διαιτητική συμφωνία, έχει την έννοια, κατά την αληθή βούληση των μερών, του χρόνου συγκρότησης του Διαιτητικού Δικαστηρίου και όχι εκείνου της εκδόσεως της πράξεως ορισμού του διαιτητή δικαστή, από τον άνω αρμόδιο για τον ορισμό του προϊστάμενο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθόσον η δηλωθείσα βούληση των μερών, στη συμφωνία διαιτησίας, για την έναρξη της εν λόγω εικοσαήμερης προθεσμίας από τον χρόνο διορισμού του διαιτητή είναι σαφής, η δε έννοια "διορισμός διαιτητή" είναι διαφορετική από εκείνη της "συγκρότησης του διαιτητικού δικαστηρίου", που έπεται χρονικά του ορισμού διαιτητή, και επομένως η μετέπειτα σιωπηρώς, κατά τα προαναφερθέντα, παραταθείσα προθεσμία, που άρχισε την 23.09.2011, είχε λήξει την 12.10.2011 (πολύ πριν δηλαδή της 25ης.10.2011, οπότε και παρατάθηκε σιωπηρώς).

Επομένως, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως της παραπάνω διαιτητικής αποφάσεως για παύση ισχύος της συμφωνίας περί διαιτησίας λόγω παρέλευσης της συμφωνηθείσης με αυτή προς έκδοση της διαιτητικής απόφασης προθεσμίας (άρθρα 885 αρ. 2 και 897 αρ. 2 ΚΠολΔ) είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί".

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο και ειδικότερα με τις παροδοχές του ότι η καθορισθείσα με την έγγραφη συμφωνία της διαιτησίας, προθεσμία εκδόσεως της διαιτητικής αποφάσεως των είκοσι (20) ημερών, από του διορισμού διαιτητού, δεν αποτελούσε διαλυτική αλλά ενδεικτική προθεσμία, της οποίας η παρέλευση δεν είχε ως συνέπεια την παύση της συμφωνίας περί διαιτησίας και ότι με την ανεπιφύλακτη συμμετοχή των διαδίκων στην διαιτητική δίκη, χωρίς να προβάλλουν την παρέλευση της εν λόγω προθεσμίας, συνήφθη σιωπηρώς συμφωνία παρατάσεως αυτής, δεν παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 885 αριθ. 2 και 897 αριθ. 2 Κ.Πολ.Δ., και δεν εστέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς, και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές διατυπώσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου.

Επομένως ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίον προσάπτονται στην προσβαλλομένη αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., υπό την έννοια ότι αυτή με τις ρηθείσες παραδοχές της παρεβίασε ευθέως , αλλά και εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις τυγχάνει αβάσιμος. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 897 αριθ. 6 του Κ,Πολ.Δ. "η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί ολικά ή εν μέρει μόνο με δικαστική απόφαση, αν είναι αντίθετη προς διατάξεις δημόσιας τάξης ή προς τα χρηστά ήθη".

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως διατάξεις δημοσίας τάξεως νοούνται οι προς εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος τεθειμένοι κανόνες αναγκαστικού δικαίου, που εμπίπτουν στην ρύθμιση όχι του άρθρου 3 Α.Κ. αλλά του άρθρου 33 Α.Κ.,, ήτοι οι κανόνες που έχουν θεσπισθεί πρωτίστως για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος και συνθέτουν τα πολιτειακά, πολιτιστικά, κοινωνικά ή οικονομικά θεμέλια της ημεδαπής εννόμου τάξεως.

Δεν αποτελεί, συνεπώς, λόγον ακυρώσεως της διαιτητικής αποφάσεως η αντίθεσή της απλώς σε αναγκαστικού δικαίου διατάξεις, που αποβλέπουν στο ιδιωτικό συμφέρον ή δεν συγκροτούν τα θεμέλια του κρατικού, κοινωνικού ή οικονομικού συστήματος της χώρας. Εξάλλου, κριτήριο των χρηστών ηθών είναι η αντίθεση προς τις ιδέες του κατά γενική αντίληψη χρηστώς και εμφρόνως σκεπτομένου μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αντίθεση που μπορεί να προκύπτει τόσο από το διατακτικό, όσο και από το σκεπτικό της αποφάσεως.

Η ανεπαρκής όμως αιτιολογία ή η ενδεχομένη εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νομικών κανόνων δεν αρκούν για να θεμελιώσουν τον συγκεκριμένο λόγο ακυρώσεως της διαιτητικής αποφάσεως, εφόσον από την υλοποίηση των με αυτήν διατασσομένων δεν αποδεικνύεται ότι παράγεται κατάσταση αντίθετη προς θεμελιώδεις πολιτικές, κοινωνικές, οικονομικές ή ηθικές αντιλήψεις της Ελληνικής εννόμου τάξεως, ενώ η εσφαλμένη εκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως από τους διαιτητές δεν αποτελεί λόγο ακυρώσεως της διαιτητικής αποφάσεως (Α.Π.2020/2009, 2234/2009, 1601/2009,40/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, απορρίπτοντας το αγωγικό αίτημα της αναιρεσειούσης περί ακυρώσεως της ενδίκου διαιτητικής αποφάσεως, λόγω αντιθέσεώς της προς διατάξεις δημοσίας τάξεως και προς τα χρηστά ήθη, δέχθηκε με την προσβαλομένη απόφασή του τα εξής: "...ο ενάγων προβάλλει με το δεύτερο λόγο της αγωγής του ακυρότητα της ...

διαιτητικής απόφασης, λόγω αντίθεσής της προς διατάξεις, δημοσίας τάξεως και συγκεκριμένα προς αυτές των 25 παρ.1 του Σ και 288 ΑΚ, καθόσον με το να δεχθεί...ως νόμιμη και δεσμευτική τη δήλωση της εναγομένης-οικοπεδούχου εργοδότη να τον κηρύξει έκπτωτο ως εργολάβο της οικοδομής που ανέλαβε να εκτελέσει με το σύστημα της αντιπαροχής...

και με το τον τρόπο αυτό να καταπέσει υπέρ αυτής η εργολαβική εγγύηση ύψους 50.000,00 ευρώ, σε σχέση με τις κατασκευαστικές μικροελλείψεις του παραδοθέντος από αυτόν έργου ..., η αξία των οποίων ανέρχεται στο ποσό των 6.000,00 ευρώ (κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα από αυτόν ως προς τις εκπτώσεις στις τιμές των υλικών που ως εργολάβος θα επιτύγχανε στην αγορά σε σχέση με έναν ιδιώτη) και τις οποίες (εργασίες) δεν μπορούσε να εκτελέσει πριν η εναγομένη οικοπεδούχος προβεί στις προαπαιτούμενες από αυτήν εργασίες κατά τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα, το γεγονός αυτό έρχεται σε αντίθεση και μάλιστα βάναυσα με την συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας αλλά και τα χρηστά ήθη, αν ληφθεί υπόψη ότι η εναγομένη, μετά την κήρυξή του ως έκπτωτου, συνεχίζει να καρπώνεται το αποπερατωμένο διαμέρισμα Α1, αξίας τουλάχιστον 170.000,00 ευρώ, που αποτελούσε το εργολαβικό του αντάλλαγμα, και συνεπώς επιβαρύνεται ο ίδιος υπέρμετρα, κατά το ποσό των 220.000,00 ευρώ, σε σχέση με την ζημία της εναγομένης που ανέρχεται στο ποσό των 6.000,00 ευρώ, μέτρο το οποίο, εκτός από εξοντωτικό είναι ακατάλληλο και μη αναγκαίο.

Τα εκτιθέμενα αυτά πραγματικά περιστατικά, πέρα από το ότι οι επικαλούμενες από τον ενάγοντα διατάξεις των άρθρων 681, 404-406, 389-397 ΑΚ δεν είναι διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, προσδίδουν στη διαιτητική απόφαση την πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των άνω διατάξεων και ως τέτοια δεν δημιουργούν...

τον προβλεπόμενο από το άρθρο 897 αριθ. 6 λόγο ακυρώσεως της διαιτητικής απόφασης, εφόσον απ' αυτή δεν προκαλείται ταυτόχρονα κατάσταση που αντιβαίνει προς τις θεμελιώδεις πολιτικές, κοινωνικές, οικονομικές και ηθικές αντιλήψεις της Ελληνικής έννομης τάξης, η οποία θεμελιώνει τον κρατούντα στην Ελλάδα βιοτικό ρυθμό.

Ειδικότερα από την προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 1/2012, διαιτητική απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου Λάρισας, προκύπτει ότι με αυτή κατέπεσε υπέρ της εναγομένης ως ποινική ρήτρα το αναφερόμενο σ' αυτήν ποσό και αναγνωρίσθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις να κηρυχθεί έκπτωτος ο ενάγων εργολάβος από την αναφερόμενη σ' αυτήν και την αγωγή σύμβαση μισθώσεως έργου, σύμφωνα με την οποίαν αυτή ανέλαβε την υποχρέωση να ανεγείρει με δαπάνες του πολυκατοικία σε οικόπεδο της εναγομένης που βρίσκεται στη Λάρισα, με αντάλλαγμα τη μεταβίβαση σ' αυτόν ποσοστών (613/1000) εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου στο οποίο θα ανεγειρόταν η πολυκατοικία, γιατί καθυστέρησε την παράδοση στην εναγομένη των οριζοντίων ιδιοκτησιών και των κοινοχρήστων χώρων, κατά το χρόνο που είχε συμφωνηθεί, κάνοντας χρήση του δικαιώματος που είχε σύμφωνα με τους όρους της εργολαβικής συμβάσεως....

Ειδικότερα έκρινε: α) ότι ο ενάγων εργολάβος δεν παρέδωσε το Κ-1 κατάστημα τόσο κατά το χρόνο που είχε συμφωνηθεί... ήτοι στις 5.11.2009, όσο και μετά την πάροδο της (4μηνης) προθεσμίας που του έταξε, β) ότι ως εκ τούτου περιήλθε σε υπερημερία και κατά τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα η εναγομένη ενεργοποίησε τη ρήτρα εκπτώσεώς του από τη σύμβαση..., με την οποία επιφύλαξε σ' αυτήν το δικαίωμα υπαναχωρήσεως για το τμήμα του έργου που δεν θα έχει εκτελέσει ο εργολάβος μέχρι την κοινοποίησή της, και ότι η έκπτωση αυτή αφορά τα μελλοντικά της δικαιώματα και δεν είχε αναδρομική δύναμη...

γ) ότι η ανωτέρω υπαναχώρηση ασκήθηκε σύμφωνα με την ένδικη σύμβαση, με εξώδικη δήλωση της οικοπεδούχου που επιδόθηκε στον εργολάβο, κατά τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα, και αναγνωρίστηκε η συνδρομή των προϋποθέσεων κηρύξεως έκπτωσης του εργολάβου, τα αποτελέσματα της οποίας επήλθαν από την επίδοση της εξώδικης δήλωσης της οικοπεδούχου και ρυθμίστηκαν συμβατικά κατά τρόπο ώστε να υποχρεούται ο εργολάβος σε πλήρη αποζημίωσή της για τη μη εκτέλεση του υπολοίπου μέρους του έργου, δ) ότι κατέπεσε υπέρ της οικοπεδούχου το εναπομείναν (ύψους 25.000,00 ευρώ) ποσό της εγγύησης (συνολικού ποσού 50.000,00 ευρώ) που είχε δοθεί από τον ενάγοντα εργολάβο ως αρραβώνας, [που θα χρησιμοποιηθεί για τις δαπάνες αποπεράτωσης του μη αποπερατωθέντος ΚΙ καταστήματος], ενώ επιδικάσθηκε σ' αυτήν και η περαιτέρω αποθετική ζημία που υπέστη από υπαιτιότητα του ενάγοντος (ύψους 14.350,00 ευρώ).

Επομένως με το να γίνουν δεκτά όλα τα ανωτέρω από το Δικαστήριο, το οποίο απέδωσε αιτιολογημένα την καθυστέρηση στην εκτέλεση του έργου σε παραλείψεις του νυν ενάγοντος και όχι στην αντίδικό του, δεν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις της δημόσιας τάξης ούτε του άρθρου 25 του Συντάγματος. Εξάλλου η παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας από το διαιτητικό δικαστήριο δεν ελέγχεται αυτοτελώς, χωρίς παράλληλα από το όλο επικαλούμενο περιεχόμενο του αιτιολογικού και του διατακτικού της διαιτητικής αποφάσεως να δημιουργείται κατάσταση αντίθετη προς τις θεμελιώδεις πολιτικές, κοινωνικές, οικονομικές ή ηθικές αντιλήψεις της ελληνικής έννομης τάξεως, περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω, αφού κρίθηκε ότι υπαίτιος της ανώμαλης εξέλιξης της ενοχικής συμβάσεως των διαδίκων ήταν ο ενάγων, τα ανωτέρω δε περιστατικά σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν απορρίφθηκαν σιωπηρά, δεν μπορούν να θεμελιώσουν λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης.

Σε κάθε περίπτωση δηλαδή η εσφαλμένη νομική αξιολόγηση (των ισχυρισμών), δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης. Επομένως οι λόγοι αυτοί ακυρώσεως της διαιτητικής απόφασης είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν η αγωγή...".

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο δεν παρεβίασε την προδιαληφθείσα διάταξη του άρθρου 897 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., καθόσον οι αποδιδόμενες στην ένδικη διαιτητική απόφαση πλημμέλειες , αναγόμενες σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νομικών διατάξεων και κακή εκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως , δεν προσκρούουν σε κανόνες δημοσίας τάξεως ή στα χρηστά ήθη υπό την προεκτεθείσαν των σχετικών όρων έννοιαν και συνεπώς δεν συγκροτούν τον αντίστοιχο λόγο ακυρώσεως της διαιτητικής αποφάσεως. Επομένως, ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγω παραβιάσεως της ρηθείσης διατάξεως του άρθρου 897 αριθμ. 6 Κ.Πολ.Δ., τυγχάνει αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινομένη αίτηση, που δεν περιέχει άλλους λόγους αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Διάταξη περί δικαστικών εξόδων δεν θα περιληφθεί, αφού η νικώσα αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε και δεν έλαβε μέρος στην παρούσα δίκη και ως εκ τούτου δεν υπεβλήθη σε δικαστική δαπάνη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-10-2013 αίτηση του Α. Μ. του Α. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 318/2013 αποφάσεως του Εφετείου Λαρίσης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1ην Ιουλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2014.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ