Legislator Case Law & Legislation
1894/2011 AI generated

1894/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1894/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1894/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ας σημειωθεί στο σημείο αυτό, ότι κατά τα άρθρα 294, 295, 297 και 299 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στη δίκη ενώπιον του Αρείου Πάγου (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ), η παραίτηση από το ένδικο μέσο της αναιρέσεως ή μερικώς από λόγο αναιρέσεως, μπορεί να γίνει με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση της υποθέσεως, ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου (ΑΠ 325/2009).

Keywords

AI generated
redundancy abandonment of employment withdrawal of driving license termination of service severance pay cessation of accident benefits
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1894 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1894/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "DRACOIL A.E.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Χατζόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Σκόπα - Ζαγγανά, που ανακάλεσε την από 10/10/2011 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/3/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 209/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6587/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18/6/2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 30/9/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως καταλογίζεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι αν και ο αναιρεσίβλητος (ενάγων) είχε νόμιμα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο περιορίσει το αίτημα της αγωγής σε αναγνωριστικό (στο σύνολο του), εν τούτοις με την απόφαση του το Εφετείο υποχρέωσε την αναιρεσείουσα (εναγομένη) να καταβάλει το χρηματικό ποσό που επιδίκασε, αντί να αναγνωρίσει απλώς την υποχρέωση της να καταβάλει το ποσό αυτό στον αναιρεσίβλητο (ενάγοντα).

Ο λόγος αυτός, για την θεμελίωση του οποίου γίνεται επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 9, 19 και 20 ΚΠολΔικ, είναι αβάσιμος (ανεξάρτητα από την ορθότητα της θεμελίωση του στον αριθ. 20 του εν λόγω άρθρου), γιατί όπως προκύπτει από το κεκυρωμένο αντίγραφο της πληττόμενης απόφασης του Εφετείου και την επισημείωση σ' αυτό του αρμόδιου Γραμματέα, η απόφαση αυτή διορθώθηκε με την 5767/2010 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, ώστε στο διατακτικό της περιέχεται μόνο διάταξη περί αναγνωρίσεως της υποχρεώσεως της αναιρεσείουσας (εναγομένης) να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο (ενάγοντα) το ποσό των 29.381,10 € και δεν διαλαμβάνεται καταψηφιστική διάταξη.

Ας σημειωθεί στο σημείο αυτό, ότι κατά τα άρθρα 294, 295, 297 και 299 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στη δίκη ενώπιον του Αρείου Πάγου (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ), η παραίτηση από το ένδικο μέσο της αναιρέσεως ή μερικώς από λόγο αναιρέσεως, μπορεί να γίνει με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση της υποθέσεως, ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου (ΑΠ 325/2009).

Εντεύθεν, τα αναφερόμενα στις προτάσεις της αναιρεσείουσας, ότι μετά την έκδοση της διορθωτικής απόφασης του Εφετείου δεν απαιτείται πλέον να εξεταστεί ο πρώτος λόγος αναιρέσεως στερούνται εννόμου επιρροής.

Από το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν 435/76 προκύπτει ότι η απασχόληση του μισθωτού κατά το μέρος που υπερβαίνει το ανώτατο όριο διάρκειας της εργασίας κατά τη μονάδα του χρόνου, που έχει ορισθεί με διάταξη νόμου ή με κανονιστική διοικητική πράξη κατά νόμιμη εξουσιοδότηση, συνιστά, εφόσον δεν συντρέχουν ο ι όροι του άρθρου 3 του ΝΔ 515/70 ή άλλη νόμιμη εξαίρεση, παράνομη υπερωρία, για την οποία ο μισθωτός έχει τις απαιτήσεις που αναφέρονται σε αυτή.

Εξάλλου, με το άρθρο 6 της από 14.2.84 ΕΓΣΣΕ, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την απόφαση του Υπουργού Εργασίας 11770/20.2.84 (ΦΕΚ Β', 81), η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίσθηκε σε 40 ώρες, για την αμοιβή δε της απασχολήσεως πέρα από το συμβατικό αυτό εβδομαδιαίο ωράριο και έως τη συμπλήρωση του νόμιμου ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, δηλαδή της υπερεργασίας, γίνεται παραπομπή στο άρθρο 9 της 1/82 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του Ν. 1346/83.

Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι: α) ως προς τη συνδρομή υπερεργασίας υπό την ανωτέρω έννοια κριτήριο αποτελεί όχι η ημερήσια, αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας και όχι κατά Κυριακές ή άλλες ημέρες ανάπαυσης, για τις οποίες υφίσταται αυτοτελής νομοθετική πρόνοια και συνεπώς ο απασχολούμενος υπό καθεστώς πέντε εργάσιμων ημερών εβδομαδιαίως πραγματοποιεί υπερεργασία για την οποία δικαιούται την οικεία αμοιβή (ωρομίσθιο επαυξανόμενο κατά 25%), αν η απασχόληση του υπερβαίνει κατά τις ημέρες αυτές το συμβατικό όριο των 40 ωρών, β] ως προς τη συνδρομή υπερωριακής εργασίας, στην οποία αφορούν οι παροχές του άρθρου 1 του άνω Ν 435/76, λαμβάνεται υπόψη όχι η εβδομαδιαία, αλλά η ημερήσια εργασία, υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργαοία όταν ο μισθωτός της προκειμένης κατηγορίας απασχοληθεί πέρα των οκτώ ωρών ημερησίως ( ή πέρα των εννέα ωρών υπό τους όρους του άρθρου 6 της από 26.2,75 ΕΓΣΣΕ, που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του Ν. 133/75), έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζόμενου από το νόμο ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της επί πλέον ημερήσιας εργασίας με τις ολιγότερες ώρες εργασίας άλλης ημέρας.

Η υπερωριακή εργασία που παρέχεται χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων του ΝΔ 515/1970 αμείβεται με αποζημίωση βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού και με προσαύξηση 100% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου. Ειδικώς για τους εργαζόμενους με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας ως υπερεργασία θεωρείται η κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας απασχόλησης πέραν των 40 ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση 45 ωρών εβδομαδιαίως, ενώ για τους εργαζομένους με το σύστημα των έξι ημερών την εβδομάδα ως υπερεργασία θεωρείται η κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας απασχόληση πέραν των 40 ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση των 48 ωρών εβδομαδιαίως.

Για τους ίδιους εργαζόμενους και ανάλογα με το σύστημα των πέντε ή έξι ημερών εβδομαδιαίας εργασίας, ως υπερωριακή θεωρείται η απασχόληση πέραν των 9 ή 8 αντίστοιχα ωρών ημερησίως. Από 1-4-2001, μετά το Ν. 2874/2000, η υπερεργασία καταργήθηκε και η απασχόληση πέραν των 40 και μέχρι 43 ωρών εβδομαδιαίως θεωρείται ως ιδιόρρυθμη υπερωρία, νόμιμη και επιτρεπτή, η οποία αμείβεται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50% (αρθρ. 4 παρ. 2 και 4 του πιο πάνω νόμου) Υπερωρία συνιστά η απασχόληση πέραν των 43 ωρών εβδομαδιαίως, καθώς και η απασχόληση πέραν των 9 ωρών ημερησίως για τους μισθωτούς με πενθήμερο.

Αν η υπερωρία είναι παράνομη, για κάθε τέτοια ώρα απασχόλησης ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το 250% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου, δηλαδή προσαύξηση 150% του ωρομισθίου, κατά αρθρ. 4 παρ. 5 του ίδιου νόμου (ΑΠ 338/2008). Εξάλλου, για να είναι ορισμένη η αγωγή με την οποία διώκεται η ικανοποίηση αξιώσεων από υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση πρέπει να αναφέρονται σε αυτήν και η διάρκεια της ημερησίας απασχόλησης, αν πρόκειται για υπέρβαση του ημερήσιου ωραρίου, άλλως κατά εβδομάδα, από την οποία θα συνάγονται οι ώρες εργασίας και συνακόλουθα οι ώρες υπερεργασίας και υπερωρίας.

Είναι όμως επιτρεπτό να προσδιορίζονται οι ώρες αυτές και κατά μέσο όρο την εβδομάδα ή τον μήνα. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση της, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου. Διαφορετικά το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκηση της, επιφέρει δε την απόρριψη της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.(ΑΠ 503/2009).

Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ), αν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίση του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος, για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή, αντίθετα, αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.

Η αοριστία όμως του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία), ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία).

Στις περιπτώσεις αυτές (της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής) η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, αντίστοιχα.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της αγωγής, στην οποία παραδεκτώς προβαίνει, κατ' αρθρ. 561 του Κ.Πολ.Δ, ο Άρειος Πάγος, προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, για τη θεμελίωση του αιτήματος του για την καταβολή αμοιβής για υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση, ισχυρίσθηκε ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 21-5-2001 μέχρι 15-2-2005 απασχολείτο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως προϊστάμενος του τμήματος λιπαντικών και εκπρόσωπος της εναγομένης στο Σύνδεσμο Εταιρειών Εμπορίας Πετρελαιοειδών, υπό καθεστώς πενθήμερης (Δευτέρα-Παρασκευή) εβδομάδας 40 ωρών.

Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή κατά το κεφάλαιο που αναφέρεται στην αποζημίωση λόγω υπερεργασίας και υπερωριακής απασχόλησης είναι επαρκώς ορισμένη και με την παράθεση των παραπάνω στοιχείων, που συνάγονται ευχερώς από την προσήκουσα εκτίμηση του δικογράφου της, καθίσταται εφικτή η έρευνα περί της συνδρομής των νόμιμων προϋποθέσεων που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό της εργασίας του μισθωτού ως υπερεργασίας, ιδιόρρυθμης υπερωριακής απασχόλησης και παράνομης υπερωρίας.

Ειδικότερα δε δεν επηρεάζεται η παραπάνω κρίση εκ της τυχόν συναρίθμησης και των ωρών που ασχολήθηκε πέραν του νόμιμου ωραρίου κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές, αφού η υπερεργασία και η υπερωριακή απασχόληση προκύπτουν από τις ώρες εργασίας του κατά το νόμιμο πενθήμερο, οι οποίες εκτίθενται στην αγωγή.

Επίσης, δεν ήταν αναγκαία η επακριβής αναφορά στο καθημερινό ωράριο εργασίας του, αφού διαλαμβάνεται ότι απασχολείτο επί 2 ώρες ημερησίως πέραν του οκταώρου. Περαιτέρω εκτίθεται στην αγωγή, κατ' εκτίμηση του δικογράφου της το είδος της εργασίας του αναιρεσίβλητου, ως υπαλλήλου και όχι εργατοτεχνίτη, ως προϊσταμένου του τμήματος (προδήλως πωλήσεως) λιπαντικών της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας.

Επομένως, δεν έσφαλε η προσβαλλόμενη απόφαση που έκρινε ορισμένη κατά τα άνω την αγωγή και ο από το αρθρ 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, δεν είναι βάσιμος.

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 Ν. 765/43 (που κυρώθηκε με την 324/46 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ), σύμβαση εξηρτημένης εργασίας υπάρχει όταν ο εργοδότης αμείβει τον εργαζόμενο με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής του, επί πλέον δε ο εργαζόμενος υπόκειται σε εξάρτηση από τον εργοδότη, ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας, υποχρεούμενος να ακολουθεί τις δεσμευτικές γι' αυτόν οδηγίες του τελευταίου και υποκείμενος στον έλεγχο και την εποπτεία του.

Αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, ειδικότερα αν εκείνος που παρέχει την εργασία του δεν υποβάλλεται στην, κατά τα ανωτέρω, εποπτεία του εργοδότη, πρόκειται για σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, στην οποία δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της Εργατικής Νομοθεσίας. Στην περίπτωση αυτή, δεν αποκλείεται πάντως, χωρίς τούτο να μεταβάλλει το είδος της σύμβασης, μια κάποια χαλαρή εξάρτηση του εργαζομένου από τον εργοδότη.

Εξάλλου, ο από το αρθρ. 559 αρ. 1 εδ. α του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η παραβίαση δε αυτή εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ., η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση με το να δεχθεί ότι η συνδέουσα τον αναιρεσίβλητο με αυτήν (αναιρεσείουσα) σχέση ήταν η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και όχι σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 652, 681 Α.Κ. και 6 Ν. 765/1943 .

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως και τα ακόλουθα: "Ο εφεσίβλητος ενάγων, ήδη αναιρεσίβλητος, προσλήφθηκε από την εκκαλούσα εναγομένη, ήδη αναιρεσείουσα, στις 21.5.2001 προκειμένου να εργασθεί ως προϊστάμενος του τμήματος λιπαντικών και εκπρόσωπος της εναγομένης στο Σύνδεσμο Εταιρειών Εμπορίας Πετρελαιοειδών και παρείχε τις υπηρεσίες του έως και τις 15.2.2005 όταν η τελευταία δια του νομίμου εκπροσώπου της, απροειδοποίητα, του γνωστοποίησε προφορικά τη λύση της μεταξύ τους σύμβασης εργασίας, χωρίς να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απολύσεως την οποία αυτός δικαιούταν.

Κατά την εκτέλεση των παραπάνω υπηρεσιών του ο εφεσίβλητος ενάγων εργαζόταν βάσει προγράμματος που κατήρτιζαν τα αρμόδια όργανα της εκκαλούσας εναγομένης, ενώ ήταν υποχρεωμένος να ακολουθεί ορισμένο ωράριο και γενικά τελούσε υπό τις οδηγίες, εντολές, εποπτεία και εξάρτηση από την εργοδότρια του. Έτσι, ο εφεσίβλητος ενάγων συνδεόταν με την εκκαλούσα εναγομένη με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και όχι με σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών.

Κρίσιμο στο σημείο αυτό είναι και οι από 21-12-2001, 28-3-2002 και 10-4-2003 επιστολές του Γενικού Διευθυντή της εκκαλούσας εναγομένης Β. Λ. περί αυξήσεως των αποδοχών του εφεσίβλητου ενάγοντος, καθώς και τα οργανογράμματα της πρώτης των αντίστοιχων χρονικών περιόδων, από τα οποία προκύπτει ότι ο ίδιος ήταν προϊστάμενος του Τμήματος Λιπαντικών της εναγομένης, προσδιορίζονται δε τα συγκεκριμένα καθήκοντα του ενασχόλησης στην εκκαλούσα εναγομένη, γεγονός το οποίο, επίσης, αποδεικνύεται, από την αλληλογραφία προς την εκκαλούσα εναγομένη και τα υπηρεσιακά σημειώματα, και του ότι η τελευταία του είχε παραχωρήσει αυτοκίνητο (toyota avensis) και του κάλυπτε τα έξοδα μετακίνησης του για υπηρεσιακούς λόγους.

Ο εφεσίβλητος ενάγων παράλληλα εργαζόταν περιστασιακά για την εταιρεία ΒΡ, είχε δε ενημερώσει γι' αυτή του την απασχόληση τον διευθυντή της εναγομένης. Η απασχόληση του στην ΒΡ ήταν εντελώς περιστασιακή και φυσικά όχι καθημερινή, αλλά περιοριζόταν σε ελάχιστες επισκέψεις (1-2) το μήνα. Ο εφεσίβλητος ενάγων εργαζόταν στην εκκαλούσα εναγομένη την τελευταία 4ετία με το καθεστώς της 5νθήμερης (από Δευτέρα μέχρι και Παρασκευή) εβδομάδας 40 ωρών" .Με την κρίση του αυτή, ότι ο αναιρεσίβλητος εργαζόταν με ορισμένο ωράριο και τελούσε υπό τις οδηγίες, εντολές, εποπτεία και εξάρτηση της αναιρεσείουσας και ότι ως εκ τούτου η συνδέουσα αυτούς σχέση ήταν εκείνη της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας και όχι της συμβάσεως μισθώσεως ανεξαρτήτων υπηρεσιών, αποφασιστικό στοιχείο της οποίας είναι η έλλειψη εποπτείας του εργοδότου, το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 652, 681 Α.Κ.

και 6 Ν. 765/1943, αφού ορθά υπήγαγε τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στην έννοια των διατάξεων αυτών και επομένως είναι αβάσιμος ο από τον αριθμό 1 εδ α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-06-2010 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "DRACOIL Α.Ε." για αναίρεση της 6587/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Οκτωβρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Δεκεμβρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ